Ο ταξιτζής και ο φίλος του

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Σάββατο βράδυ, ώρα δύο και μισή. Γύριζα από ένα βαρετό πάρτι γενεθλίων κάπου κοντά στον Χολαργό. Βρισκόμουν σε μια λεωφόρο περιμένοντας για ταξί. Περάσανε μερικά. Άλλα δεν σταμάταγαν καθόλου και άλλα δεν πήγαιναν εκεί που ήθελα εγώ. Αν ήμουν βέβαια καμιά γκόμενα με τα μπούτια έξω θα ήμουν κιόλας σπίτι.

Είχα αρχίσει να σπάζομαι και να απελπίζομαι όταν είδα ένα ταξί από τον απέναντι δρόμο στην άνοδο να μου αναβοσβήνει τα φώτα, να κάνει ανάστροφη και να σταματάει μπροστά μου. Πήγα να μπω. Άνοιξα την πίσω πόρτα και τότε άκουσα την φωνή του ταξιτζή:

-    «Μπροστά έλα!»

Έκατσα τελικά μπροστά.

-    «Καλώς το παιδί! Που να σε πάω;»

-    «Καλησπέρα. Στην Γλυφάδα πάμε!»

-    «Ότι πεις!»

Με κοίταξε και μου χαμογέλασε. Ξεκινήσαμε.

-    «Από Κατεχάκη θα σε πάω, εννοείται…»

-    «Ε, ναι!», είπα εγώ που δεν είχα ιδέα από τις περιοχές αυτές.

-    «Ωραία βραδιά απόψε! Πέρασες καλά;»

«Ωχ!», Σκέφτηκα. «Είναι από τους ταξιτζήδες που μιλούν πολύ!» Κι εγώ το βρίσκω τόσο κουραστικό… είναι και μεγάλη η διαδρομή. Σε λίγο θα με ρωτάει για γκόμενες.

-    «Μπα, όχι τόσο. Σε πάρτι ήμουν. Βαρετά…»

-    «Γιατί βαρετά; Δεν είχε τίποτα καλό; Καμιά μουνίτσα να γίνει παιχνίδι;»

-    «Μπα, τίποτα καλό…»

-    «Καλύτερα!», μου λέει. «Οι γυναίκες είναι μαλακισμένες. Εγώ ήμουν παντρεμένος δέκα χρόνια. Γαμιόμουνα στην οικοδομή όλη μέρα κι αυτή το έξυνε στο σπίτι… Και όλο απαιτήσεις ήταν και λεφτά ζήταγε… Και όταν τις ζήταγα να το κάνουμε ήταν έλεγε αδιάθετη, η είχε πονοκέφαλο και κάτι τέτοιες μαλακίες. Ήταν πολύ ξενέρωτη. Όταν μου καθόταν ήθελε να τα κάνω όλα εγώ. Μην σηκωθεί και γλείψει κανέναν πούτσο η μαλακό!!!»

Όση ώρα μίλαγε τον παρατηρούσα. Ήταν ένας άντρας γύρω στα 45, εύσωμος με πολύ γεροδεμένα χέρια, πλατάρες και αρκετά συμπαθητική μούρη. Κοντό μαλλί που είχε αρχίσει να γκριζάρει και πολύ ωραία σαρκώδη χείλη. Εγώ ήμουν 23, με λεπτό άτριχο σώμα, γυμνασμένο από το κολυμβητήριο και όπως λένε και οι φίλη μου, καυλόφατσα! Κάποια στιγμή σταμάτησε στο φανάρι.

-    «Κατάλαβες τι τραβούσα με την γυναίκα μου;»

Και την ώρα που με ρωτούσε μου έπιασε το πόδι και καλά αυθόρμητα.

-    «Κατάλαβα, κατάλαβα…»

Άναψε πράσινο. Πήρε το χέρι του για να αλλάξει ταχύτητα. «Τυχαίο θα ήταν!», σκέφτηκα. Αλλά δεν ήταν γιατί το ξανάβαλε κι αυτή τη φορά άρχισε να με χαϊδεύει και να κατεβαίνει προς τα κάτω.. Είχα παγώσει. Δεν το πίστευα. Το πίστεψα βέβαια όταν το χέρι του μου έπιασε τον πούτσο.

-    «Ε… ξέρετε… εγώ…», είπα και έκανα μια κίνηση ότι και καλά δεν ήθελα.

-    «Ξέρω αγόρι μου, ξέρω. Μόλις σε είδα από μακριά είπα μέσα μου: αυτό το παιδί θα γίνει δικό μου απόψε. Με καύλωσες με την μία!»

Και τότε έπιασε το χέρι μου και το έβαλε πάνω στο καυλί του.

-    «Κοίτα πως μου τον έκανες. Πιάσε. Πέτρα μου έχει γίνει!»

Είχα καυλώσει. Ήταν πραγματικά πολύ καυλωμένος και σκληρός ο πούτσος του. Ξαφνικά χτύπησε το κινητό του.

-    «Ναι; Έλα ρε. Τι γίνεται; Εγώ πάω ένα παιδί στην Γλυφάδα. Ναι, ναι. Καλό. Πολύ καλό. Εσύ; Τι θα κάνεις; Έλα μαζί μας. Να περάσω να σε πάρω; Στο δρόμο μας είσαι. Οκ! Σε δεκαπέντε λεπτά θα είμαι εκεί!»

«Και τώρα τι θα γίνει;», σκέφτηκα. «Αυτό ήταν; Η θέλει να με γαμήσει μαζί με τον φίλο του;»

-    «Θα σταματήσουμε να πάρουμε έναν φίλο. Δεν σε πειράζει;»

-    «Όχι, όχι!»

Φτάσαμε στο σημείο που είχαν δώσει ραντεβού και ο φίλος του μπήκε μέσα.

-    «Που είσαι ρε; Πως πάει; Να σας συστήσω: από δω ο Δημήτρης (εγώ ήμουν αυτός, ο ταξιτζής λεγόταν Κώστας ) και από δω ο Μπάμπης. Πολύ καλός φίλος. Κολλητός!»

-    «Γεια σου μικρέ. Όλα καλά;»

-    «Γεια. Ναι, καλά…»

-    «Τι έγινε ρε Μπάμπη; Πως κι έτσι σήμερα;»

-    «Ε… δεν ξέρεις τώρα; Γυναικολογικές μαλακίες. Και θέλω τόσο να γαμήσω σήμερα. Ότι βρω γαμάω σου λέω!»

-    «Ε, όχι και ότι βρεις. Μόνο τα καλύτερα. Έχουμε το κουκλί σήμερα…!»

Και απλώνει το χέρι του και με χουφτώνει δυνατά.

-    «Λοιπόν, να κάνουμε μια στάση εδώ πιο κάτω; Θέλω να ρίξω ένα πουτσοκάτουρο. Όλη μέρα τα κρατάω…»

Φτάσαμε σε ένα σκοτεινό μέρος με δεντράκια και σταμάτησε. Βγήκε από το αυτοκίνητο και ήρθε από την μεριά μου, έξω από το παράθυρο. Κατέβασε το φερμουάρ και έβγαλε έναν μισοκαυλωμένο πούτσο, πολύ μεγάλο. Μου χτύπησε το τζάμι. Το κατέβασα.

-    «Κράτα μου τον να κατουρήσω!»

Τρελάθηκα από καύλα. Ήθελα πολύ να κάνω κάτι που να είχε σχέση με αντρικά κατούρα. Του τον έπιασα, του τράβηξα το πετσάκι κι άρχισε να κατουράει και να βογκάει ελαφρά. Ο Μπάμπης από πίσω είχε απλώσει το χέρι του και μου έπιασε το καυλί. Ξεκούμπωσε το φερμουάρ μου και μου τον έβγαλε έξω. Ο Κώστας τελείωσε το κατούρημα. Το χέρι μου είχε γεμίσει κάτουρα.

-    «Έλα, καθάρισε τον τώρα. Γλείψε ότι έμεινε!»

Τον έβαλα στο στόμα έτσι όπως ήταν πεσμένο με τα κατούρα στην άκρη και τα έγλειφα όλα. Είχε αρχίσει να καυλώνει μέσα στο στόμα μου…

-    «Έτσι μωρό μου, ρουφά τα. Ρούφα τον κατουρημένο μου πούτσο!»

Εκείνη την ώρα ήρθε ένα αυτοκίνητο και έριξε τα φώτα του πάνω μας.

-    «Το μαλάκααααα!!!», είπε ο Κώστας τσαντισμένος και μπήκε μέσα στο ταξί του. «Λοιπόν… πάμε σπίτι μου να είμαστε πιο ήσυχα; Τι λες μικρέ; Θα περάσουμε καλά…!»

-    «Ε… ναι, πάμε…»

Φτάσαμε στο σπίτι του κι ανεβήκαμε πάνω. Με το που μπήκαμε ο Κώστας με αγκάλιασε σφιχτά, με σήκωσε και με τα χέρια του μου έπιασε το κωλί μου γερά. Δεν κρατιόταν. Με φύλαγε και με έγλειφε στο στόμα στο λαιμό και στο αφτί σαν λυσσασμένο ζώο.

-    «Σε θέλω πούστη μουυυυυυ!!! Θέλω να στα κάνω όλα απόψε. Όλο το βράδυ θα είσαι δικός μας. Σκύψε κάτω. Θα γλείψεις τα καυλιά μας πρώτα!»

Άρχισα να γλείφω τους πούτσους τους σαν τρελός έναν - έναν και συχνά τους έβαζα και τους δύο μαζί. Τους έτριβα μεταξύ τους, τους έγλειφα τα αρχίδια και βογκούσαν δυνατά. Τους τρέλανα!

-    «Φτάνει. Τώρα τους κώλους μας!»

Έστησαν τους μεγάλους αντρικούς κώλους μπροστά μου. Άνοιξαν και είδα τις τρυπάρες τους.

-    «Φάτες. Είναι δικές σου!»

Του Μπάμπη ήταν καθαρή, μοσχοβολούσε, ενώ του Κώστα είχε μια έντονη μυρωδιά βαρβατίλας που με καύλωσε πιο πολύ. Τους έγλειφα για δέκα λεπτά συνέχεια, ήταν τέλεια!

-    «Έλα καύλα, σήκω τώρα. Θέλω να σε γδύσουμε!»

Άρχισαν να μου βγάζουν τα ρούχα γρήγορα. Σχεδόν μου έσκισαν το σλιπ μου, ενώ έβγαλαν και τα δικά τους. Τότε είδα το υπέροχο σώμα του Κώστα. Είχε απίστευτες πλάτες. Ήταν τριχωτός με δυνατά μπράτσα και ένα υπέροχο καυλί είκοσι πόντων. Ο Μπάμπης είχε πολύ σέξι σώμα με κοιλίτσα και πιο μικρό πούτσο, αλλά πολύ χοντρό. Αυτό που με καύλωνε όμως πάνω του περισσότερο ήταν το μούσι του.

-    «Στήσου στα τέσσερα!»

Στήθηκα. Μπροστά μου ο Κώστας μου έδωσε τον πούτσο στο στόμα ενώ ο άλλος μου έγλειφε την ροδαλή μου σούφρα. Ήταν απίστευτη η καύλα μου. Μου γαμούσε την τρύπα με την γλωσσάρα του. Ο κώλος μου ερεθίστηκε από το μούσι του. Κοκκίνισε! Μου έριχνε και σφαλιάρες. Με είχαν σε αυτήν την στάση για πολλή ώρα. Ο Κώστας μου πίεζε το κεφάλι στην πελώρια ψωλή του.

-    «Μπράβο καύλα μου! Έτσι… ρούφα τον γερά. Είσαι το πρώτο τσιμπούκι της Αθήνας! Χωστού το καυλί σου Μπάμπη. Γάμα τον, τον μαλάκα. Δείξε του τι κάνει ένας παντρεμένος όταν δεν του κάθεται η πουτάνα του!»

Μου έχωσε το καυλί του στον κώλο. Πέθανα στον πόνο.

-    «Αααααα! Μηηηηη. Ποναωωωωω. Όοοοοοοχι!!!!»

-    «Σκάσε καριόλη! Σκάσε. Σε λίγο θα με παρακαλάς να στον χώσω πιο δυνατά. Θα σε σκίσω πούστη απόψε. Θα το θυμάσαι το γαμήσι αυτό!»

Άρχισε να με σφυροκοπάει δυνατά και να με βρίζει ενώ ο Κώστας γέλαγε και το απολάμβανε. Με έφτυνε στην μούρη και μου έριχνε χαστούκια με το χέρι και τον πούτσο. Με είχαν τρελάνει οι γαμιάδες μου. Ο κώλος μου έκαιγε και έτσουζε κάθε φορά που μου το έχωνε ο Μπάμπης.

-    «Έλα Μπάμπη, αρκετό του έριξες. θα τον αποτελειώσω εγώ τώρα!»

Ήρθε από πίσω μου και χωρίς πολλά - πολλά μου τον έχωσε με την μια. Είκοσι πόντοι κρέας στο κωλί μου. Πετάχτηκα επάνω. Φώναζα. Κόντεψα να λιποθυμήσω από τον πόνο. Με άρπαξε από τα μαλλιά ενώ το άλλο του χέρι έπιασε μια ρώγα μου και μου την έστριψε. Με γαμούσε με βίαιες κινήσεις. Ο κώλος μου μάτωσε.

-    «Πάρ’ τον όλο πουστάρα μου. Πάρ’ τον. Σε ξεσκίζει ο ταξιτζής που θα σε πήγαινε σπίτι σου. Σου ματώνω τον κώλο μικρό μου!!!»

Με γαμούσαν πάνω από δύο ώρες, πότε ο ένας και πότε ο άλλος. Ο Κώστας με είχε χύσει ήδη μια φορά στον κώλο μου. Δεν κατάλαβα τίποτα. Μπορεί να είχα λιποθυμήσει κιόλας. Κάποια στιγμή ήρθαν από πάνω μου.

-    «Άνοιξε το στόμα σου. Θα ποιείς τα χύσια μας. Άνοιξε!!!»

Χύσανε στο στόμα μου σχεδόν και οι δύο ταυτόχρονα. Τα κατάπια όλα. Ο Μπάμπης ήθελε να με κάνει να χύσω κι εγώ. Έτσι ο ένας μου τράβηξε μια υπέροχη μαλακία, ενώ ο Κώστας έχωσε δυο δάχτυλα στο κωλί μου να με καυλώσει πιο πολύ. Έχυσα αμέσως. Πέσαμε στο κρεβάτι ξεθεωμένοι. Κοιμηθήκαμε εκεί.. μέσα στα χύσια μας.

Όταν ξύπνησα ήμουν μόνος με τον Κώστα, ο Μπάμπης είχε γυρίσει στην γυναίκα του. Με σήκωσε και με πήγε στο μπάνιο. Με έπλυνε, με σαπούνισε, ήταν πολύ τρυφερός. Με φιλούσε συνέχεια, με αγκάλιαζε. Το κάναμε τρυφερά. Μου είπε πως θέλει να με ξαναδεί. Να έρχομαι όποτε θέλω.

Ακόμα και σήμερα βρισκόμαστε και που και που έρχεται και ο Μπάμπης. Όποτε χρειάζομαι ταξί, απλά κάνω ένα τηλεφώνημα.

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")