Ελεύθερη κατασκήνωση

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Καλοκαίρι, Ιούλη μήνα, αν και έπρεπε να φύγω για Ιταλία αποφάσισα να πάω πριν για δυο - τρεις μέρες κάπου κοντά για να ξεκουραστώ. Τελικά επέλεξα τη Θάσο.

Αφού έκλεισα σε ένα ξενοδοχείο κοντά στη Χρυσή Αμμουδιά έδωσα άδεια στον εαυτό μου από την Πέμπτη και νωρίς το πρωί ξεκίνησα. Μέχρι το μεσημέρι είχα τακτοποιήσει τα πράγματά μου στο ξενοδοχείο και ήμουν αραχτός στην παραλία, απολαμβάνοντας την θαλασσινή αύρα και διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα.

Από το απόγευμα όμως πλάκωσαν ορδές από οικογένειες με μικρά και διάφορα καμάκια με ρακέτες. Από τη μία τα παιδάκια με τα κλάματα και τις φωνές, από την άλλη οι μαλάκες με τις ρακέτες σπάστηκα αφάνταστα, έτσι την επομένη αποφάσισα να πάω προς στις Αλυκές, που είναι πιο απόμερη παραλία.

Την επομένη όντως ήμουν εκεί. Γρήγορα μαζεύτηκαν διάφοροι, κυρίως νεαροί ξένοι τουρίστες. Κοντά μου κάθισε μια παρέα από τέσσερα 18χρονα αγόρια. Ήταν Ελληνάκια, φαίνεται ότι μόλις είχαν τελειώσει το λύκειο και είχαν έρθει διακοπές για να ξεσαλώσουν… Μόνο που σκεφτόμουνα τι εξαλλοσύνες θα έκαναν καύλωνα.

Είχαν διπλαρώσει κάτι τουρίστριες, εμφανώς μεγαλύτερές τους και προσπαθούσαν να επωφεληθούν. Σε κάποιους μάλιστα τα καυλιά τους ήταν ήδη έτοιμα για δράση (λες να τις ξεμονάχιαζαν στις ελιές από πίσω και να τις γαμούσαν εκεί;).

Συνέχισα το διάβασμα για λίγο και μετά μπήκα στη θάλασσα. Βγαίνοντας πέρασα από δίπλα τους. Οι τουρίστριες τους είχαν αφήσει στα κρύα του λουτρού και είχαν πάει με τους δικούς τους (Γερμανίδες ήταν). Πλησιάζοντας άκουσα τον ένα από αυτούς να λέει πως δεν άντεχε άλλο και του πονούσαν τ’ αρχίδια του από την καύλα. Αν δεν φοβόμουν το κράξιμο θα αναλάμβανα ευχαρίστως να τον ανακουφίσω…

Αφού ξάπλωσα τους παρατηρούσα. Ο ένας μου φαινόταν γνωστός, αλλά μάλλον θα ήταν ιδέα μου, είχαμε άλλωστε έξι χρόνια διαφορά. Όμως συνέχισα να τον κοιτάω επίμονα προσπαθώντας να βρω τι μου θυμίζει. Φαίνεται καρφώθηκα γιατί κάποια στιγμή άρχισε να με κοιτάει αυτός και όλη η παρέα του. Σηκώθηκε και με πλησίασε:

-    «Συγγνώμη κύριε, μήπως είστε ο Λάμπρος Χ…;»

-    «Εεε, Ναι. Πού με ξέρεις;»

-    «Είμαι ο μικρός αδελφός του Γιώργου Υ, ο Δημήτρης…»

-    «Ο Δημήτρης! Έλα ρε παιδί και λέω που το ξέρω αυτό το παιδί! Πόσο καιρό έχω να σε δω; Θα ’ναι κοντά τρία χρόνια…»

Ο Γιώργος ήταν ένας παλιός μου γαμιάς, υποτίθεται τα ‘χε με μια κοπέλα, αλλά δεν άφηνε μέρα που να μην επωφεληθεί της εξάρτησής μου από το καυλί του. Άραγε λες ο μικρός να ήξερε ότι με τον αδελφό του ήμασταν κάτι παραπάνω από κολλητοί στο τελευταίο έτος στη Σχολή;

Μιλήσαμε για λίγο όταν μου ζήτησε να τον περιμένω και πήγε στην παρέα του. Μετά από πέντε λεπτά ήρθε με τα πράγματά του και κάθισε δίπλα μου, ενώ οι δικοί του με χαιρέτησαν και απομακρύνθηκαν.

-    «Με τα παιδιά είμαστε συμμαθητές…», μου είπε. «Τώρα που τελειώσαμε ήρθαμε να περάσουμε λίγες μέρες χωρίς γέρους να μας σπάνε τ’ αρχίδια».

-    «Και πού μένετε;»

-    «Όπου τύχει. Είμαστε με μηχανές. Από προχθές έχουμε κατασκηνώσει εδώ λίγο πιο πάνω».

-    «Τι, έχει εδώ κοντά κάμπινγκ; Δεν το ήξερα…»

-    «Όχι ρε συ. Εδώ μέσα στις ελιές έχει ένα πλάτωμα που στήσαμε τις σκηνές. Τρώμε στις ταβέρνες που έχει τριγύρω. Παρακάτω στο beach bar έχει ντουζιέρες και τουαλέτες. Απλά καθόμαστε εδώ στην άκρη γιατί γίνεται καλύτερο παιχνίδι…»

-    «Σαν τον αδελφό σου κι εσύ. Κι αυτός μόλις έβλεπε μουνί αφήνιαζε…»

-    «Μουνί  κώλο, απ’ ότι ξέρω δεν άφηνε τρύπα παραπονεμένη…»

-    «Κι εσύ; Σου ‘κατσε τίποτα;»

-    «Μπα, ακόμα τίποτα… αλλά ελπίζω. Θες να ‘ρθεις να δεις που είμαστε;»

Είχα ψιλοβαρεθεί στην παραλία και ο ήλιος βαρούσε άγρια. Εντάξει θα περνούσαμε από τις σκηνές, αλλά μετά θα ερχόταν να του κάνω το τραπέζι, και αν ήθελε να ερχόταν από το ξενοδοχείο μου για να κάνει κανένα μπάνιο. Μαζέψαμε τα πράγματά μας και ξεκινήσαμε. Άφησα εγώ τα δικά μου στο αυτοκίνητο και μπήκαμε στον ελαιώνα.

-    «Σε θυμάμαι ξέρεις που ερχόσουν στο σπίτι για να διαβάσεις με τον αδελφό μου. Πολλές φορές σε πήρα μάτι, έτσι όπως του έπαιρνες πίπα…»

Πάγωσα. Άρα ο μικρός τα ήξερε όλα. Αλλά τότε πού το πήγαινε;

-    «Ξέρεις πόσες φορές βάρεσα μαλακία σκεφτόμενος πως σου γαμούσα το στόμα και τη σούφρα;»

Είχαμε φτάσει μπροστά στις σκηνές. Η παρέα του ήταν εκεί μπροστά, σαν να μας περίμεναν.

-    «Παιδιά, όπως σας υποσχέθηκα, σήμερα θα γαμήσουμε μέχρι να στραγγίξουμε…»

Έκανα να φύγω, όμως με μια τρικλοποδιά με έριξε κάτω. Αμέσως ήρθε και κάθισε πάνω μου. Γύρω μου κάθισαν και οι άλλοι. Προσπάθησα να ελευθερωθώ, όμως ήταν αδύνατον, με κρατούσαν ακινητοποιημένο και με γδύσαμε. Ο Δημήτρης πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου. Με αφήσανε λέγοντάς μου:

-    «Ωραία! Άμα θες να φύγεις φύγε… και άμα θέλεις πούτσο κάτσε…»

-    «Δωσ’ μου τα κλειδιά και το μαγιό μου».

-    «Αυτά για να τα πάρεις πρέπει να τα κερδίσεις».

-    «Πώς;»

-    «Ο αδελφός μου έλεγε ότι στα τσιμπούκια δεν σου παραβγαίνει καμία γκόμενα… και εμάς μας έχει φάει η μαλακία. Τόσες μέρες και δεν μας έκατσε τίποτε… Και στο κάτω - κάτω δεν είσαι και καμιά παρθένα. Λοιπόν, τι λες; Θα μας δείξεις τις ικανότητές σου;»

Δεν τη γλίτωνα. Δύο απ’ αυτούς μάλιστα είχαν ήδη αρχίσει να παίζουν τα καυλιά τους και να με κοιτούν με θολό βλέμμα. Γονάτισα μπροστά στο Δημήτρη, του κατέβασα τη βερμούδα και πήρα το καυλί του στο στόμα μου. Είχε αλμυρή γεύση, από τη θάλασσα. Άρχισα να τον γλείφω κανονικά, από το κεφάλι μέχρι τη βάση, πήρα τα αρχίδια του στο στόμα και αφού τα έπαιξα με τη γλώσσα μου ξαναπήρα το καυλί του στο στόμα. Το ένιωθα να μεγαλώνει και να χοντραίνει, ενώ αυτός βαριανάσαινε και μου χάιδευε τα μαλλιά.

-    «Ναι, έτσι… μη σταματάς…»

Οι άλλοι τρεις είχαν μαζευτεί γύρω μου με τα καυλιά τους στα χέρια, περιμένοντας τη σειρά τους. Έκανα να αφήσω τον πούτσο του Δημήτρη για να αναλάβω και τους άλλους, αλλά αυτός με κράτησε από το κεφάλι και μου κάρφωσε με δύναμη το καυλί του μέχρι τις αμυγδαλές.

-    «Σου είπα εγώ να σταματήσεις; Γλείφε πούστη!»

Οι άλλοι άρχισαν να γελάνε. Χτυπούσαν να καυλιά τους στο κεφάλι και το πρόσωπό μου, ένας μάλιστα με έπιασε απ’ το λαιμό και με έσπρωξε, για να πάρω όλο τον πούτσο του Δημήτρη στο στόμα, τόσο βαθιά που παραλίγο να πνιγώ.

Το σκηνικό δεν κράτησε πολύ… φορτωμένος με πολλή καύλα άρχισε σε λίγο να χύνει σαν τρελός, αναγκάζοντάς με να τα πιω όλα. Μόλις τελείωσε σειρά πήραν άλλοι δύο, που μου έχωσαν τα καυλιά τους και οι δύο μαζί. Ο ένας έχυσε σχεδόν αμέσως. Έτσι γρήγορα τη θέση του την πήρε ο τέταρτος της παρέας.

Τελικά αυτοί οι μικροί ήταν πολύ γρήγοροι, μέσα σε είκοσι λεπτά στράγγιζε και ο τελευταίος το καυλί του στο στόμα μου. Το πρόσωπό μου ήταν κατακόκκινο και από το σαγόνι έσταζαν χοντρές στάλες σπέρματος, στη γλώσσα μου είχα έντονη την αψάδα από τα τέσσερα καυλιά.

Μόλις συνήλθα από την πρώτη φρενίτιδα είδα τους δύο πρώτους να με κοιτάνε, έτοιμοι για ένα δεύτερο ημίχρονο. Πλησίασα στα τέσσερα το Δημήτρη, που ήταν ξαπλωμένος πάνω σε μια φαρδιά πετσέτα, και άρχισα να χαϊδεύω την πούτσα του.

-    «Τι; Αυτό ήταν; Ο αδελφός σου, όταν είχε καιρό να γαμήσει δεν με άφηνε σε χλωρό κλαρί… Μια φορά με γαμούσε για σχεδόν τρεις ώρες, ασταμάτητα, εσύ ούτε πέντε λεπτά δεν άντεξες…»

Μου άστραψε ένα δυνατό χαστούκι.

-    «Παλιοπούστρα, ακόμα δεν τελειώσαμε μαζί σου… ακόμα καλά - καλά δεν αρχίσαμε…»

Με άρπαξε το κεφάλι και το έφερε στο καυλί του, το οποίο αμέσως βρέθηκε στο στόμα μου. Δεν άργησε να καυλώσει και πάλι, μόνο που αυτή τη φορά είχε άλλα σχέδια. Σηκώθηκε και με έστησε στα τέσσερα, ήρθε πίσω μου και με μια κίνηση προσπάθησε να με καρφώσει στον κώλο. Το μαλακισμένο δεν είχε κάνει την παραμικρή προετοιμασία και ήθελε με τη μία να μου χώσει το χοντρό του παλούκι. Φώναξα και τραβήχτηκα μπροστά βρίζοντάς τον:

-    «Ρε μαλάκα, δεν είμαι καμιά ξεσκισμένη πουτάνα του Βαρδάρη! Πρόσεχε λίγο…»

Οι άλλοι τρεις άρχισαν να γελάνε.

-    «Καλά πουστράκο, δεν γαμάμε κάθε μέρα κώλους να ξέρουμε τι θέλουν… άμα είναι κάτσε εσύ πάνω…», είπε και ξάπλωσε ανάσκελα στην πετσέτα.

Σηκώθηκα και τον πλησίασα, τον σάλιωσα καλά και κάθισα στην κοιλιά του. Με το χέρι μου τον έπιασα και τον έφερα στην τρύπα μου. Σιγά - σιγά άρχισα να κατεβαίνω, νιώθοντάς τον να μπαίνει πιο βαθιά μέσα μου. Σε λίγο είχε μπει ολόκληρος και άρχισα να ανεβοκατεβαίνω πάνω του. Ο μικρός είχε τρελαθεί από την καύλα. Βογκούσε και αναστέναζε…

-    «Πω ρε μάγκες, δίκιο έχουν αυτοί που προτιμάνε τον κώλο από το μουνί… Μμμμ… Τι καύλα είναι αυτή! Δεν αντέχω άλλο…»

Με αγκάλιασε και με γύρισε ανάσκελα. Έτσι αυτός από πάνω τώρα άρχισε να καρφώνεται με δύναμη. Έμπαινε μέσα με τόση λύσσα που νόμιζα θα μου έχωνε και τ’ αρχίδια, και από την άλλη έβγαινε ορμητικά, ξεκολλώντας μου τα σωθικά στην κυριολεξία. Γαμιόμασταν έτσι σαν τρελοί για κανένα τέταρτο, όταν με μία κίνηση καρφώθηκε όλος μέσα και άρχισε να χύνει.

Αν και δεν είχε περάσει ούτε ώρα από το πρώτο του χύσιμο μου έδωσε εκπληκτική ποσότητα. Ένιωσα τον κώλο μου να πλημυρίζει από το σπέρμα του, ενώ αυτός έπεσε λαχανιασμένος πάνω μου. Εγώ ήμουν σαν χαμένος από την ένταση του μικρού. Πήγα να τον αγκαλιάσω και να τον φιλήσω, αλλά με μια απότομη κίνηση αυτός τραβήχτηκε και με σήκωσε, κάνοντας νόημα στον επόμενο.

Ένας από την παρέα ξάπλωσε, άρχισε να παίζει με το καυλί του, σαν να μου κάνει νόημα να το αναλάβω. Σαν χαμένος από το πήδημα του Δημήτρη πλησίασα και άρχισα να τον σαλιώνω. Σε λίγο καθόμουν πάνω του και τον καβαλούσα κανονικά. Με τα υγρά του Δημήτρη ακόμη μέσα μου, σαν λιπαντικό, ο πούτσος του άλλου γλιστρούσε εύκολα μέσα μου. Τότε ο Δημήτρης με έπιασε και έκανε νόημα σε ένα άλλον να πλησιάσει και να μου δώσει τον πούτσο του στο στόμα.

-    «Για να μη μας φάει η καύλα μέχρι να τελειώσει ο άλλος…», όπως είπε.

Ενώ τον πίπωνα παρατηρούσα τους νεαρούς βιαστές - γαμιάδες μου. Οι δύο ήταν σχετικά μέτριοι, 15-17 πόντους το πολύ και λεπτοί (ήταν μικρά ακόμη τα παιδιά), αυτός που με γαμούσε ήταν πιο μακρύς αλλά λεπτός. Ο Δημητράκης με πάνω από 18 πόντους και αρκετά χοντρή, ήταν ο πιο ψωλαράς (φαίνεται ήταν οικογενειακό τους, αν θυμάμαι από του Γιώργου). Μετά από λίγο ξαφνικά ο Δημήτρης πετάχτηκε.

-    «Καθίστε ρε παιδιά! Το γάμησα, αλλά ακόμη δεν μου καθάρισε την ψωλή μου από τα χύσια…»

Ο άλλος που πίπωνα μου έπιασε το κεφάλι και μου την κάρφωσε βαθιά. Αν την είχε πιο μεγάλη θα με είχε πνίξει ο μαλάκας…

-    «Κάτσε ρε Μήτσο! Πώς την είδες; Μόνο εσύ θα γαμάς;»

Ο άλλος του έκανε νόημα και κάτι του ψιθύρισε στ’ αφτί. Τραβήχτηκε και με άφησε ελεύθερο. Εγώ άνοιξα ξανά το στόμα και δέχτηκα τον Δημήτρη για νέα περιποίηση, ενώ είχα αρχίσει να τον γλείφω κανονικά. Ξαφνικά μου άρπαξε το κεφάλι και μου έχωσε τον πούτσο του βαθιά, ίσα να μπορώ να πάρω μισή ανάσα. Πίσω μου ένιωσα τα χέρια του άλλου να πασπατεύουν τα κωλομάγουλά μου και σε λίγο ένα το καυλί του να επιχειρεί να μπει…

Προσπάθησα να αντιδράσω. Δεν είχα ξαναπάρει δύο πούτσους ταυτόχρονα από τον κώλο και αυτοί θα με ξέσκιζαν. Προσπάθησα να φωνάξω, όμως ο Δημήτρης μου τον έχωσε ακόμη πιο βαθιά στο στόμα, ώστε να μην μπορώ να ανασάνω, αλλά ούτε και να φωνάξω. Όταν σε λίγο και τα δύο καυλιά ήταν στον κώλο μου, έκανε πίσω, ίσα για να ανασάνω. Οι άλλοι δύο πίσω μου χτυπιούνταν σαν μανιακοί. Ένιωθα τον κώλο μου να παίρνει φωτιά. Αν δεν είχα ένα τρίτο καυλί στο στόμα οι φωνές μου θα είχαν ακουστεί σίγουρα ως την παραλία.

Αδιαφορώντας για τα μιξοκλάματά μου συνέχισαν να με γαμάνε για ώρα. Με σφυροκοπούσαν σαν ζώα. Ένιωθα την τρύπα μου να σκίζεται στα δύο. Παρά τον πόνο όμως ένιωθα και την καύλα μου να κορυφώνεται. Από κάποια στιγμή και μετά άρχισαν να συντονίζουν τις κινήσεις τους. Έτσι στην αρχή συμφώνησαν να μπαίνουν εναλλάξ… όταν ο ένας καρφωνόταν μέσα ο άλλος έβγαινε και μετά άρχισαν να κουνάνε τα δοξάρια τους συγχρονισμένα, και τα δύο μέσα ταυτόχρονα - και τα δύο έξω. Αυτό το τελευταίο ένιωθα να με σμπαραλιάζει.

Εντωμεταξύ τον πούτσο του Δημήτρη στο στόμα μου τον είχε πάρει ο τέταρτος της παρέας. Όσο μεγάλωνε ο πόνος όμως μεγάλωνε και η ηδονή. Ξαφνικά και χωρίς να το καταλάβω άρχισα να χύνω πάνω στην κοιλιά του άλλου. Βλέποντας το άρχισαν να γελάνε και να σφυρίζουν.

-    «Α, ρε πούστη! Απ’ το πολύ το γαμήσι χύνεις από μόνος σου…»

Όμως και εκείνους τους ένιωθα να γίνονται όλο και πιο απότομοι, κόντευαν να χύσουν και είχαν χάσει κάθε έλεγχο. Νόμιζα ότι με έσκιζαν στα δύο, ότι μου άνοιγαν τον κώλο για να χώσουν μέσα ότι έβρισκαν, τόση ήταν η μανία τους. Όταν έχυσαν ήρθε ο τελευταίος της παρέας, ενώ οι άλλοι μου έδωσαν να καθαρίσω τα καυλιά τους. Ο τελευταίος από τους γαμιάδες μου άρχισε να σφυρίζει:

-    «Ρε μαλάκες, πηγάδι του κάνατε τον κώλο! Μπαίνω μέσα με τη μία!»

Και όντως με μια κίνηση μου τον κάρφωνε όλο μέσα, αλλά ο πόνος μου ήταν αφόρητος. Βλέποντας τα αίματα στις πούτσες των άλλων φοβήθηκα για χειρότερα. Αφού τελείωσαν όλοι σηκώθηκαν και με άφησαν να πέσω μισολιπόθυμος πάνω στην πετσέτα.

-    «Αφήστε τον λίγο να ξεκουραστεί και βλέπουμε…», έκανε ο Δημήτρης.

Εγώ ένιωθα να χάνεται ο κόσμος γύρω μου., αν με ξαναγαμούσαν όπως πριν δεν θα την έβγαζα καθαρή. Μετά από κανένα μισάωρο, που αυτοί το πέρασαν γύρω μου σχολιάζοντας το γαμήσι που μου έριξαν, ο Δημήτρης μου πέταξε το μαγιό.

-    «Άντε, βάλτο και πάμε για καμιά βουτιά στη θάλασσα να πλυθείς. Είσαι γεμάτος χύσια…»

Έκανα όπως μου είπε. Πήγαμε όλοι στην παραλία και βουτήξαμε κατευθείαν, μη δουν τα χάλια μας οι Γερμανοί από δίπλα και καταλάβουν. Με το που μπήκα στο νερό, το τσούξιμο από το γαμήσι στον κώλο έγινε έντονο. Ένιωθα το αλμυρό νερό να μπαίνει κατευθείαν μέσα μου. Οι άλλοι άρχισαν να χαχανίζουν.

Μετά την πρώτη βουτιά οι άλλοι είπαν ότι θα την κάνουν για να πάρουν τίποτε να φάνε, άλλωστε κόντευε τρεισήμισι. Εγώ έμεινα με το Δημήτρη, που μόλις φύγανε οι άλλοι με πλησίασε, έβαλε το χέρι του κάτω από το νερό στο μαγιό μου και χαϊδεύοντάς μου τον κώλο μου έβαλε ένα γενναίο δάχτυλο…

-    «Καλά ε, εκεί που άρχισες να χύνεις με τρέλανες! Αν δεν ήσουν τόσο κουρασμένος θα σε ξαναγαμούσα…»

-    «Μπα; Τόσο πολύ σου άρεσε;»

-    «Θες να σου δείξω πόσο;»

Έπιασε το χέρι μου και το έφερε στο καυλί του… ήταν σχεδόν έτοιμο για δράση!

-    «Πάντως αν δεν αντέχεις, μπορείς να φύγεις».

Σιγά - σιγά ο πόνος είχε αρχίσει να υποχωρεί. Τον προσκάλεσα να πάμε να φάμε κάτι μαζί στο εστιατόριο του ξενοδοχείου μου, σίγουρα καλύτερο από την παραθαλάσσια ταβέρνα και…

-    «Μετά αν θες κάνεις και ένα καλό μπάνιο στο δωμάτιό μου, όπως συμφωνήσαμε το πρωί…», του είπα, χαϊδεύοντάς το σπαρταριστό καυλί του.

Συμφωνήσαμε να φύγω εγώ πρώτος και μετά από λίγο θα την έκανε κι αυτός. Ξεκίνησα για το ξενοδοχείο, πλύθηκα, ετοιμάστηκα και του τηλεφώνησα. Σε λίγο ήταν κι αυτός εκεί. Φάγαμε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου και μετά ανεβήκαμε στο δωμάτιό μου για να κάνει το μπάνιο που του υποσχέθηκα. Ήταν μια από τις καλύτερες νύχτες της ζωής μου…

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")