Ο Ιδομενέας και το κοντάρι του (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Μέρος δεύτερο: Η γνωριμία με το κοντάρι

Μια μέρα του καλοκαιριού σε μια εκδήλωση του Πανεπιστημίου που ετοιμάζαμε, είδα τον Ιδομενέα να έρχεται με το συνεργείο που είχε αναλάβει το στήσιμο.

Ταράχτηκα, όπως κάθε φορά που τον έβλεπα. Είχαμε κάτι χρόνια να χαιρετηθούμε, κι αυτός ερχόταν προς το μέρος μου με ταχύ βήμα. Ο καθηγητής μου πήγε να μας συστήσει, αλλά αυτός χαμογέλασε πλατιά και είπε:

-    «Μπρε τον Μπάμπη δεν ξέρω; Τέτοιο κοπέλι; Γνωριζόμαστε χρόνια!»

Μου έκλεισε το μάτι, με το ένα χέρι μου έσφιξε το δικό μου και με το άλλο μου έκανε μια εγκάρδια κίνηση στον σβέρκο, σαν χάδι. Από τη μία μου ήρθε ξαφνικό, αλλά από την άλλη ένιωσα μια παράξενη ανατριχίλα στην αίσθηση του χεριού του όπως κατέβηκε στον λαιμό, στο αφτί και στο μάγουλό μου.

Σχεδόν κόμπιασα, δεν ήξερα τι να πω… Εκείνος έσκυψε και μου είπε στο αφτί:

-    «Ίντα μωρέ; Ακόμα μου κρατάς κακία;»

Εγώ χαμογέλασα αμήχανα, πρέπει να του είπα ένα ξέπνοο: «Όχι…», αλλά το ζήτημα ήταν ότι είχα αιφνιδιαστεί και ήδη ένιωθα κάπως παράξενα, χωρίς να έχω συνειδητοποιήσει τον λόγο…

Η μέρα πέρασε. Τον ξαναείδα το βράδυ στην εκδήλωση. Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν δυο - τρεις φορές και με χαιρετούσε λες και ήμασταν παλιοί καλοί φίλοι. «Μωρέ ξαφνικές αγάπες...», σκέφτηκα. Αλλά ξαφνικά η όλη φάση δεν με ενοχλούσε, όλη αυτή η ξαφνική οικειότητα μου ήταν πολύ ευχάριστη.

Εξακολουθούσε όμως να είναι για μένα το επίκεντρο της βραδιάς. Έπιασα τον εαυτό μου να τον παρατηρεί και να βλέπει και κάτι γκομενίτσες που του έριχναν κλεφτές ματιές. «Είναι όμως ωραίος άντρας ο άτιμος!», είπα, χωρίς να παραξενευτώ γι' αυτό που έλεγα.

Το βράδυ μετά την εκδήλωση, είχε κανονιστεί να πάμε για φαγητό όλοι μαζί οι συντελεστές και οι προσκεκλημένοι σε ένα χωριό. Ο Ιδομενέας ήρθε από μόνος του και με ρώτησε πως θα πάω, και μου πρότεινε να αφήσω το αυτοκίνητο και να πάμε με τη μηχανή του, μιας και θα πίναμε το βράδυ.

-    «Γιατί, εσύ δεν θα πιεις;», τον ρώτησα.

-    «Μπρε εμένα δεν με πιάνει!», μου απάντησε γελώντας.

Συμφώνησα. Στη διαδρομή, επειδή φοβάμαι λίγο τις μηχανές, τον έσφιγγα κάπως στις στροφές δειλά. Ένιωθα πάρα πολύ παράξενα, κι έτσι όπως ήμουνα στη μηχανή του απάνω, ένιωθα σαν γκομενίτσα που τρελαίνεται για γκάζια και τα φοβάται ταυτόχρονα.

Εκεί για πρώτη φορά είπα: «Ωπ! Τι γίνεται εδώ;», αλλά αποφάσισα να αφεθώ και να μην δώσω σημασία. Σε μια στιγμή μάλιστα που πήρε μια γρήγορη στροφή, τον αγκάλιασα σχεδόν ολόκληρο και σφίχτηκα πάνω του, κι εκείνος μου είπε με πολύ αντρίκια, ζεστή και καθησυχαστική φωνή:

-    «Μη φοβάσαι…»

Εκεί πια είπα, αμάν τι μου συμβαίνει...!

Στην ταβέρνα ξεσκιστήκαμε στο φαί και στις ρακές. Πίναμε, πίναμε πίναμε... Καθόμασταν πλάι - πλάι και λέγαμε διάφορα με την παρέα. Κάποια στιγμή γυρίζει και με κερνάει, με κοιτάει στα μάτια φιλικά και ζεστά και μου λέει:

-    «Ντα τώρα το βλέπω… μου έχεις ξεθυμώσει!»

Εγώ χαμογέλασα κι εκεί ήταν που έφερε το χέρι του πάλι στο σβέρκο μου χαϊδευτικά. Μόνο που αυτή τη φορά το άφησε πολύ πάνω από το συνηθισμένο, σε σημείο να ανησυχώ για το αν το βλέπουν οι άλλοι γύρω και τι θα σκεφτούν. Κανείς δεν ασχολήθηκε..

Εγώ στην αρχή έκανα μια αμήχανη κίνηση να τραβηχτώ αλλά εκείνος σχεδόν μου έσφιξε το σβέρκο και τον κράτησε στη χούφτα του. Ανατρίχιασα σύγκορμος στη δροσερή αίσθηση της χερούκλας του να με χαϊδεύει απαλά, πότε κάνοντάς μου ένα ψευτομασάζ, πότε ακουμπώντας με την άκρη από τα χοντρά του δάχτυλα.

Εκεί ένιωσα το πουλάκι μου να σηκώνεται. Έκανα ότι δεν καταλάβαινα κι ότι συμμετείχα στη συζήτηση αλλά είχα συνειδητοποιήσει ότι ήμουνα σε μια απίστευτη υπερδιέγερση κι ότι το μυαλό μου ήτανε σε αυτό το χέρι του πρώην "εχθρού" μου που τώρα μου φερόταν υπέρ του δέοντος ...φιλικά.

Ένιωσα μάλιστα κάποια απογοήτευση όταν το χέρι του παράτησε το σβέρκο μου για να ανάψει τσιγάρο. Όση ώρα μείναμε στην ταβέρνα, συνέχιζε να με ακουμπάει με διάφορους τρόπους "τυχαίους" μία στο μπούτι, μία στο μπράτσο, σε μια στιγμή μάλιστα που είπα κάτι αστείο και γέλασαν όλοι στην παρέα, μου τσίμπησε το μάγουλο κοιτάζοντάς με καλοσυνάτα στα μάτια.

Εκεί πια είχα φτάσει σε ένα σημείο τρομερής ευφορίας. Ένιωθα σαν γκομενίτσα που την φλερτάρουν και... μου άρεσε! Είχε αρχίσει δε να με πιάνει για τα καλά και η ρακή. Πολύ σύντομα άρχισα να ζαλίζομαι. Τότε ο Ιδομενέας με αγκάλιασε προστατευτικά και είπε γελώντας:

-    «Το κοπέλι από εδώ δεν την νταγιαντίζει τη ρακή».

Κάπου εκεί ψιλολιποθύμησα.. είχα παραμεθύσει... Μετά τα θυμάμαι λίγο θολά. Θυμάμαι που πλήρωσε για μένα ενώ διαμαρτυρόμουνα, με ανέβασε στη μηχανή δίνοντας μου οδηγίες να τον σφίγγω μην και πέσω σε καμιά στροφή, μετά που τον έσφιγγα ενώ ήμουνα φοβισμένος από την ταχύτητα και σχεδόν κοιμισμένος.

Κάποια στιγμή φτάσαμε στο σπίτι του, όχι στο δικό μου, γιατί έτσι όπως ήμουνα δεν θα με άφηνε μόνο όπως είπε (παρέλειψα να σας πω ότι είχε πια χωρίσει με τη γυναίκα του και έμενε τότε μόνος...).

Είχα αρχίσει να συνέρχομαι από τον αέρα που με χτύπησε, αλλά εξακολουθούσα να συμπεριφέρομαι σαν πολύ μεθυσμένος, που σχεδόν δεν έχει τις αισθήσεις του. Ο Ιδομενέας με ακούμπησε στον καναπέ του σαλονιού του αρχικά, έφυγε για λίγο και ξαναγύρισε.

-    «Άιντε μπρε! Πάμε να σε βάλω να "θέσεις"!», μου είπε (να κοιμηθείς δηλαδή).

Με σήκωσε κι εγώ παρίστανα πως ήμουν περισσότερο ζαλισμένος. Με αγκάλιασε και με πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί του είπα ένα ναζιάρικο:

-    «Πού με πας;»

Κι εκείνος μου απάντησε κομματάκι πονηρά:

-    «Θα δεις...»

Με ξάπλωσε στο κρεβάτι του και με μια κίνηση μου έβγαλε το μπλουζάκι. Εγώ παραλυμένος. Κοίταξε τα βυζιά μου, που είναι κάπως μεγάλα και μου έκανε ένα χωρατό:

-    «Είχα γκόμενες με μικρότερα από εσένα!»

Εγώ γέλασα μισοκοιμισμένα και ενστικτωδώς έφερα τα χέρια μου και τα κάλυψα. Ο Ιδομενέας έκανε ένα: «Μμμμ….», πολύ ερωτικό και άρχισε να μου μιλά και να δουλεύει με τα χέρια του...

-    «Άσε να σου κάνω ένα μασάζ να χαλαρώσεις μπρε, να κοιμηθείς... Έτσι...»

Άρχισε να μου κάνει κανονικό μασάζ στους ώμους από πίσω. Στην αρχή βογκούσα όπως στο μασάζ μετά όμως τα χέρια του μαλάκωσαν κι άρχισαν ουσιαστικά να με χαϊδεύουν στην πλάτη και στον λαιμό. Εγώ είχα πια βουβαθεί, το ίδιο κι αυτός. Καύλωνα αλλά δεν ήταν μόνο καύλα. Είχα παραδοθεί εντελώς. Κάποια στιγμή με ρωτάει:

-    «Κοιμάσαι;»

Εγώ έκανα ότι κοιμόμουνα και με ξαναρωτάει και τότε εγώ του απάντησα με ένα καταφατικό: «Μμμ…», που μου βγήκε όμως πιο ψιλό από ότι συνήθως και κάπως ναζιάρικο. Αρχίζει να με παινεύει:

-    «Και βυζάκια... και απαλό και άτριχο δερματάκι... μμμ... θα με κάνεις να ξεγελαστώ!»

Συνεχίζει να με χαϊδεύει από πίσω φέρνοντας τα χέρια του μπροστά τώρα. Περνάει τη χερούκλα του πάνω από τα βυζάκια μου και ξαναρχίζει να με μαλάζει κάπως πιο σφιχτά. Στο τέλος μου τα χουφτώνει κανονικά, γίνεται άγριος και βγάζει ένα μουγκρητό.

-    «Τι μου κάνεις;», του λέω.

-    «Κι αμ εγώ το κατέω;», μου λέει και με γυρίζει απότομα φέρνοντας το στόμα του στο αριστερό μου βυζί.

Μου το παίρνει ολόκληρο και μου το βάζει στο στόμα ενώ του δίνει μια πιπιλιά με τη γλώσσα. Συνέχιζε να μου μαλάζει το δεξί βυζί. Εκεί άρχισα να τρελαίνομαι και μου ξέφυγε ένας αναστεναγμός. Τραβάει το στόμα του από το βυζί μου και με κοιτάει. Τον κοιτάζω κι εγώ πίσω από τα μισόκλειστα μάτια μου.

Με γυρνάει πάλι από την άλλη. Τρελαίνομαι που με κάνει ότι θέλει με τα χέρια του. Μου κολλάει το στόμα με το παχύ του μουστάκι δίπλα στ' αφτί και με ρωτά:

-    «Τι φωνούλα ήταν αυτή που έβγαλες Μπάμπη;»

-    «Τι φωνούλα;», του λέω.

-    « Ίντα να σε κάνω μωρέ;», μου λέει. «Με τέτοιο δερματάκι κοριτσίσιο, με τέτοια βυζάκια, με τέτοιες χειλάρες... ξεγελιέμαι κι εγώ!»

-    «Ξεγελιέσαι; Δηλαδή;», τον ρωτάω με κομμένη την ανάσα.

-    «Ξεγελιέμαι και θα σε γαμήσω θαρρώ...», μου λέει κι αρχίζει να μου γλείφει λαίμαργα το αφτάκι μου.

Τρελάθηκα μονομιάς και άρχισα να αναστενάζω πιο δυνατά....

-    «Να με γαμήσεις θες;»

-    «Γιάντα;», μου λέει. «Εσύ δεν θες;», και μου κολλάει ολόκληρος από πίσω.

Εκείνη τη στιγμή ένιωσα για πρώτη φορά το φούσκωμα του παντελονιού του στην πλάτη μου. Ηλεκτρίστηκα, τινάχτηκα, έχασα το μυαλό μου. Τον γυρίζω αγριεμένος:

-    «Αυτό θα το δούμε…!», του λέω και του χουφτώνω τα αρχίδια. «Πρέπει πρώτα να δω κάτι…», λέω και αρχίζω να τον ξεκουμπώνω.

Εκείνος τινάζεται με ορμή, σηκώνεται από το κρεβάτι, με αρπάζει και με βάζει να καθίσω. Βγάζει το παντελόνι και μένει με το στενό του μαύρο σλιπάκι που ήταν απίστευτα παραφουσκωμένο. Έτσι όπως ήταν θηρίο και ψηλότερός μου και το κρεβάτι χαμηλό, το φούσκωμά του βρέθηκε ακριβώς απέναντι από το πρόσωπό μου.

-    «Αυτό δεν θέλεις να δεις;», μου είπε με διαφορετική βραχνή και ερωτική φωνή.

Εγώ αντί για άλλη απάντηση έφερα το πρόσωπό μου στο φούσκωμά του κι άρχισα να το τρίβω εκεί μυρίζοντας την αντρίλα του και νιώθοντας την θεϊκή του σκληράδα. Άρχισα να το δαγκώνω, να το σαλιώνω και να το γλείφω σε όλο του το μήκος πάνω από το σλιπάκι, απολαμβάνοντας το υπέροχο βογγητό του.

-    «Αχ, τι έχω πάθει...», ψέλλισα αναστενάζοντας. «Τι μου κάνεις; Πώς το κάνω εγώ αυτό; Χάνω το μυαλό μου...»

Η φωνή μου έβγαινε παράξενη, κάπως πιο ψιλή βαθιά και αισθησιακή. Ο Ιδομενέας ξαφνικά αφήνιασε, με έπιασε βίαια από το πηγούνι και μου σήκωσε το κεφάλι να τον κοιτάω…

-    «Ετούτηνα η φωνούλα που βγάζεις, που τηνε βρήκες; Σαν αληθινή γκομενίτσα...»

-    «Πρώτη φορά μου βγαίνει άντρα μου».

-    «Μέχρι τώρα δεν το κάτεες δηλαδή τι πουστράκι είσαι;»

-    «Όχι, ποτέ!»

-    «Παρθενούλα μου είσαι το λοιπό... και θες τον πούτσο μου;»

-    «Δεν ξέρω, να τον δω θέλω μόνο Ιδομενέα μου και θα σου πω…»

Και κάνω κίνηση να του κατεβάσω το σλιπάκι, αλλά αυτός απότομα μου δίνει ένα σκαμπιλάκι και μου λέει:

-    «Ε... άκου με... Εδώ, που σου μιλάει ο άντρας!»

Τον κοιτάζω στα μάτια υπερ-καυλωμένος από τα αντρίκια του φερσίματα κι εκείνος μου λέει επιδεικτικά σχεδόν χωρίς φωνή, ζωγραφίζοντας τις λέξεις αργά με το στόμα του για να μου δώσει να καταλάβω:

-    «Με το στόμα μόνο. Όχι χεράκια γλυκιά μου...»

Τρελάθηκα, έλιωσα με την προσταγή του. Άρχισα με τα δυο μου χέρια να χαϊδεύω τα τριχωτά του πόδια από τις γάμπες ως τα μπούτια και τους γλουτούς και με το στόμα μου να γλείφω και να σαλιώνω το καυλί του πάνω από το σλιπάκι.

Ένιωθα την ψωλάρα του να πάλλεται, υποψιαζόμουνα το τρομερό της μέγεθος να μεγαλώνει κι άλλο. Μετά από κανένα δεκάλεπτο έτσι που τον είχα κάνει να μουγκρίζει απίστευτα μου λέει:

-    «Δεν θέλεις να δεις ίντα μου έχεις κάνει στον μπούτσο μου καριολίτσα;»

Αν ήθελα λέει...

Ξετρελαμένος πιο πολύ από το "καριολίτσα" αρχίζω να προσπαθώ να του κατεβάσω το σλιπάκι με τα δόντια. Το κάνω λίγο από το πλάι, κι όπως το κατεβάζω, νιώθω το πρώτο σοκ να με χτυπάει κυριολεκτικά στο πρόσωπο. Η πούτσα του σαν ελατήριο τινάχτηκε δυο φορές και έπεσε βαριά πάνω μου, μία στο μέτωπο και μία στα μάγουλά μου. Σχεδόν με πόνεσε το τρομερό της χτύπημα.

Μέχρι να συνέλθω από το πρώτο σοκ, του είχα κατεβάσει το σλιπάκι με τα δόντια μέχρι τα γόνατα και μετά με τα χέρια του το έβγαλα εντελώς. Γυρίζω προς τα πάνω να κοιτάξω το αντικείμενο του πόθου μου και τρομάζω με αυτό που βλέπω: ένα αληθινό κοντάρι από κρέας!

Δεν ήξερα τι να πρωτοθαυμάσω… το πάχος του ή το μήκος του; Οι φλέβες του χοντρές, και το κεφάλι του, αν και πάνχοντρο, ήταν κάπως μυτερό και λεπτότερο από το υπόλοιπο. Στη θέα του αρχίζω χωρίς να το καταλαβαίνω ένα παραλήρημα από αναστεναγμούς και λόγια.

-    «Αχ! Το κοντάρι σου Ιδομενέα μου, το κοντάρι σου! Δεν ξέρεις πόσα χρόνια...»

Εκείνος σοβάρεψε για μια στιγμή, μου έδωσε μια γερή ψωλιά που μου πόνεσε πολύ το μάγουλο και μου είπε:

-    «Και που το ξέρεις εσύ μωρή αυτό για το κοντάρι;»

Εγώ τότε του είπα στα γρήγορα ότι είχα πηδήξει εκείνη τη φιλόλογο από το Ρέθυμνο που του είχε βγάλει το παρατσούκλι, αλλά του εξομολογήθηκα κι όλους τους καημούς που είχα όλα αυτά τα χρόνια και τις ταπεινώσεις μου όταν σκεφτόμουνα την πούτσα του.

Γέλαγε καλόκαρδα όλη αυτή την ώρα, κρατώντας υπαρήφανα το κοντάρι του, τινάζοντάς το, χαϊδεύοντάς το στο πρόσωπό μου και δίνοντάς μου μικρά πουτσοσκαμπιλάκια.


-    «Μπρε, μπρε!», μου είπε στο τέλος. «Γιάντα δεν ερχόσουν να μου πεις τον καημό σου;»

-    «Αστειεύεσαι; Αφού σε μισούσα. Σε μισούσα που όλες μου οι γκόμενες σε θεωρούσανε καλύτερο γαμιά. Κι έπειτα, δεν ήξερα ότι μπορώ να γίνω... πουστράκι... δεν ήξερα καν ότι γαμάς πούστηδες!»

Μου έριξε ένα γερό σκαμπίλι με τα χέρια.

-    «Πούστηδες δεν γαμάω! Ακούς; Γάμησα μια φορά έναν πιτσιρικά και μία τώρα που θα γαμήσω εσένα. Αυτόν τον είχα γαμήσει επειδή είχα μυριστεί ότι θα γαμιόταν ωραία σαν γυναίκα. Εσένα γιατί σε είχα λιγουλάκι άχτι στην αρχή, αλλά τώρα δα γιατί μαντεύω ότι όταν θα γαμηθείς έχεις τα φόντα να μεταμορφωθείς σε μουνίτσα... Κατάλαβες Μπαμπίνα μου;»

Εντελώς υποταγμένος (ή μήπως να πως υποταγμένη;), του έγνεψα καταφατικά με το κεφάλι μου.

-    «Κοντάρι λοιπόν έ;», μου είπε χαμογελώντας.

Εγώ ξεθαρρεμένη σαν τσούλα που μου χαμογέλασε άρχισα να του την παινεύω αγγίζοντάς την με τα ακροδάχτυλά μου από πάνω ως κάτω.

-    «Κοντάρι. Ναι άντρα μου, κοντάρι σκέτο! Χοντρό και μακρύ καύλα μου. Και κοίτα εδώ που είναι μυτερό στην άκρη...»

Γέλασε πάλι και μου έβαλε τα δυο του χοντροδάχτυλα μέσα στο στόμα, που άρχισα να τα γλείφω με μανία.

-    «Θα δεις που αυτή η "μύτη" θα φανεί πολύ χρήσιμη όταν θα σε ανοίγω καλή μου... προς το παρόν, πρέπει να γνωρίσει το κοντάρι μου το στοματάκι σου...»

Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")