Θήραμα από κυνηγός

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Με λένε Σωτήρη και πριν από λίγο καιρό μου συνέβη κάτι που θα ήθελα να το εξομολογηθώ. Ο κολλητός μου ο Δημήτρης ετοίμαζε πάρτι για την ενηλικίωσή του και με είχε ειδοποιήσει να πάω να τον βοηθήσω στις ετοιμασίες. Τα πάντα έπρεπε να είναι στην εντέλεια: πίτσες, μπίρες, σνακς, μουσική κλπ. Καλεσμένοι - εκτός από μένα - ήταν άλλοι δυο παλιόφιλοι, ο Βασίλης και ο Αχιλλέας και τέσσερις κοπέλες «πολύ ωραίες γκόμενες by the way.

Την μία από αυτές, την Ρωξάνη, την είχα βάλει στο μάτι εδώ και αρκετές εβδομάδες και είχα σχεδιάσει να της τα ρίξω εκείνο τα βράδυ, ύστερα από μερικά ποτηράκια. Ο Δημήτρης δεν ήξερε τίποτε. Ήξερα όμως εγώ πως κι εκείνος είχε τον ίδιο σκοπό με την Χριστίνα, την κολλητή της Ρωξάνης. Τις άλλες δυο καλεσμένες δεν τις ήξερα και πολύ καλά, τις είχα δει άλλες δυο ή τρεις φορές και γνώριζα μόνο τα ονόματά τους: Χαρούλα και Στέλλα.

Αυτό για το οποίο ήμουν απολύτως σίγουρος ήταν ότι μέχρι το τέλος της βραδιάς ο Δημήτρης θα την είχε την Χριστίνα στο τσεπάκι του. Και δεν το ήξερα από διαίσθηση ή από κάτι ανάλογο, απλώς μου το δίδασκε η εμπειρία. Αξιοθαύμαστο όντως μα και συνάμα αληθινό: ο Δημήτρης ποτέ στην ζωή του δεν είχε φάει χυλόπιτα. Όποια γκόμενα ήθελε την είχε πάντα. Αυτό πάντα με έκανε να απορώ.

Ήταν βέβαια αρκετά όμορφος και ελκυστικός, αρκετά ψηλός και μάλιστα πήγαινε γυμναστήριο, αλλά είχα δει πολλές φορές αγόρια κλάσεις ανώτερα από αυτόν να τρώνε χυλόπιτα κατ’ επανάληψη. Εν πάση περιπτώσει, εγώ σκεφτόμουν μόνο την Ρωξάνη και μάλλον θα έδειχνα αρκετά νευρικός γιατί σε κάποια στιγμή γυρνάει ο Δημήτρης και μου λέει:

-    «Γιατί είσαι έτσι σήμερα;»

Σήκωσα τους ώμους δήθεν αδιάφορα και κανείς από τους δυο μας δεν έδωσε συνέχεια. Λίγο αργότερα κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και τον ρώτησα:

-    «Πώς είμαι;»

Φορούσα ένα άσπρο κολλητό πουκάμισο, τζιν παντελόνι και μοντέρνα άσπρα αθλητικά παπούτσια. Είχα ακούσει ότι η Ρωξάνη έδινε ιδιαίτερη σημασία στην μόδα και από τότε πρόσεχα συνεχώς. Ο Δημήτρης χαμογέλασε ενθαρρυντικά και μουρμούρισε:

-    «Κούκλος είσαι κολλητέ. Εγώ πώς σου φαίνομαι;»

Τον κοίταξα πατόκορφα. Ήταν περίπου ντυμένος σαν κι εμένα, μόνο που αντί για πουκάμισο φορούσε μια κόκκινη κοντομάνικη στενή μπλούζα που ήξερα πως την είχε διαλέξει επίτηδες για να τονίσει τα γυμνασμένα μπράτσα. Α σε κάτι τέτοια είναι μανούλα!

-    «Θα κάψεις καρδιές!», σφύριξα ανταποδίδοντάς του το χαμόγελο κι εκείνος έδειξε ικανοποιημένος με την απάντησή μου.

Σε λίγη ώρα οι καλεσμένοι έφτασαν. Πρώτα ο Βασίλης και ο Αχιλλέας μαζί και κατόπιν η Ρωξάνη. Τελευταίες ήρθαν η Χριστίνα με την Χαρούλα και την Στέλλα. Όλες τους ήταν πραγματικά γκόμενες! Και για να είμαι ειλικρινής βάσει αυτού του κριτηρίου προσεκλήθησαν! Είχαν φορέσει και κάτι προκλητικά ρούχα οι άτιμες λες και το έκαναν επίτηδες. Μόνο μια, η Στέλλα, φορούσε ένα κολλητό τζιν που τόνιζε όμως τον σφιχτό της κώλο ανεβάζοντας έτσι το θερμόμετρο στα ύψη.

Μέσα σε μισή ώρα την είχα γαμήσει από τον κώλο με το μυαλό μου τουλάχιστον πέντε φορές σε όλες τις κύριες στάσεις. Παιδιά δεν σας κάνω πλάκα, τέτοια κωλομέρια δεν έχω ξαναδεί! Σκέτο γλυπτό! Προσπάθησα να την βγάλω από το μυαλό μου για να επικεντρώσω στον αντικειμενικό μου στόχο: την Ρωξάνη. Ήμασταν όλοι καθισμένοι στο σαλόνι. Στην μέση το ξύλινο ορθογώνιο τραπέζι και πάνω αραδιασμένες οι πίτσες, οι μπίρες και τα σχετικά.

Είχε περάσει περίπου μισή ώρα αφότου είχαν φτάσει και οι τελευταίες γκόμενες και είχαμε φάει ήδη τα μισά φαγητά. Μπίρες όμως είχαμε μπόλικες. Εγώ καθόμουν στον καναπέ, ακριβώς στην μέση. Επίτηδες διάλεξα εκείνη την θέση για να βρίσκομαι απέναντι από την Ρωξάνη που είχε βολευτεί στον απέναντι καναπέ ανάμεσα στην Χριστίνα και στην Χαρούλα, από την άλλη μεριά του τραπεζιού. Δεξιά μου είχε καθίσει ο Αχιλλέας και αριστερά μου ο Δημήτρης. Στις μικρές πλευρές του τραπεζιού είχαν τοποθετηθεί δύο πολυθρόνες. Στη αριστερή κάθισε ο Βασίλης και στην αντικρινή η Στέλλα που όμως συνέχεια σηκωνόταν και άλλαζε τους σταθμούς του ραδιοφώνου.

Εμένα αυτό με τρέλαινε. Τα σφιχτά της κωλομέρια τρίβονταν μεταξύ τους τόσο λάγνα! Έμαθα ότι τα είχε με έναν μικρότερό της. "Τον τυχεράκια!" είχα σκεφτεί. Δεν είναι και λίγο πράγμα να χώνεις τον πούτσο σου σε μια κωλοτρυπίδα που περιβάλλεται από τόσο σφιχτά κα γεροδεμένα κωλομάγουλα. Αν όμως η Στέλλα δεν έδινε κώλο, τότε ο κακομοίρης θα έπρεπε να είναι ο πιο άτυχος άντρας του κόσμου. Το σίγουρο είναι πως άμα είχε εμένα γκόμενο γαμήσι από το μουνί δεν θα ‘τρωγε, ο πούτσος μου θα είχε αφιερωθεί αποκλειστικά στην εξυπηρέτηση της "πίσω πόρτας"!

Μ’ αυτές τις σκέψεις είχα καυλώσει. Κάθισα σταυροπόδι για να κρύψω την έντονη στύση μου διώχνοντας ακόμη μια φορά από την σκέψη μου τα μαρμάρινα οπίσθια της Στέλλας σε μια προσπάθεια να πιάσω κουβέντα με την Ρωξάνη. Στάθηκε αδύνατον. Έτσι όπως καθόμασταν όλοι μαζί και συζητούσαμε περί ανέμων και υδάτων δεν μπορούσες να απομονωθείς με κάποιον άλλον. Τελικά κατάφερα να ξεχάσω για λίγο τους τορνευτούς γλουτούς της Στέλλας. Κοιτούσα διακριτικά, αν και επίμονα, το στήθος της Ρωξάνης.

Η αλήθεια είναι πως η Ρωξάνη είχε το πιο στητό στήθος από όλες τις γκόμενες που βρίσκονταν εκεί. Εξάλλου ένα από τα προσόντα της που συνέβαλαν στο να πέσω στην σαγήνη της ήταν τα διάπλατα "μπαλκόνια της". Με τέτοιες σκέψεις η στύση μου δεν έλεγε να υποχωρήσει. Φανταζόμουν την ψωλή μου να τρίβεται ανάμεσα στα βυζιά της Ρωξάνης, να διεισδύει ανάμεσά τους και να στο τέλος να τα γαρνίρει με μια παχύρρευστη άσπρη σάλτσα που θα κυλούσε στην επιφάνειά τους, θα έφτανε ως τις σκληραμένες ρώγες της και θα έσταζε από κει σαν γάλα.

Πάντως όλες οι κοπέλες ήταν κόμματοι. Ο Δημήτρης μου είχε πει πως ήταν και ψιλοπουτανίτσες, με την έννοια ότι λίγο ποτό μπορεί να μειώσει σημαντικά και - το κυριότερο - αποτελεσματικά τις αναστολές τους. Δεν τον ρώτησα πως το ήξερε. Γνώριζα όμως ότι ο Δημήτρης μου λέει πάντα την αλήθεια κι έτσι άρχισα να ελπίζω ότι αυτό το πάρτι μπορεί να τέλειωνε με τρόπο που θα πρόσθετε στις ψωλές μας μερικά τρόπαια ακόμη. Αυτό τουλάχιστον είχε αφήσει να εννοηθεί όταν μου πρωτομίλησε για το πάρτι.

Σύντομα κατάλαβα πως και τα άλλα αγόρια έτρεφαν τις ίδιες ελπίδες: μέσα σε λίγη ώρα όλοι κάθονταν σταυροπόδι για τον ίδιο ακριβώς λόγω που το έκανα κι εγώ. Είμαι όμως βέβαιος πως αυτό που θα επακολουθούσε κανείς μας δεν μπορούσε να το φανταστεί ούτε και στα πιο τρελά του όνειρα! Βυθισμένος σε αυτές μου τις σκέψεις ούτε που κατάλαβα πώς η συζήτηση έφτασε εκεί που έφτασε. Το μόνο που θυμάμαι με ακρίβεια είναι τον Αχιλλέα να ρωτάει την Χαρούλα:

-    «Δηλαδή ποιο είναι το πιο τολμηρό πράγμα που έκανες ποτέ εσύ;»

Εκείνη δεν έδειξε να ταράζεται. Τουναντίον μάλιστα, απάντησε με αξιομίμητη ψυχραιμία:

-    «Έχω κάνει γλειφομούνι σε μια φίλη μου».

Τα ‘χασα. Νόμιζα ότι και οι άλλοι τα ‘χαν χάσει. Παραδόξως όμως η παρέα έδειξε να το διασκεδάζει. Και μάλιστα πιο πολύ τα κορίτσια. Η πρώτη που μίλησε απαντώντας αμέσως ήταν η Στέλλα:

-    «Η φίλη αυτή ήμουν εγώ!»

-    «Για πες εσύ Αχιλλέα…», πήρε πάλι τον λόγο η Χαρούλα όταν καταλάγιασαν τα διάφορα επιφωνήματα. «Ποιο είναι το πιο τολμηρό πράγμα που εσύ έκανες;»

Η βραδιά άρχισε να παίρνει τον δρόμο που ήλπιζα. Με την στύση μου ανυποχώρητη άκουσα την απάντηση του Αχιλλέα:

-    «Έκανα παρτούζα!», είπε κοφτά.

-    «Ήμουν κι εγώ σ’ εκείνη την παρτούζα!», πρόσθεσε ο Βασίλης. «Ήταν κι ένα κορίτσι από δω. Αν έχει θάρρος ας το πει».

Τα επόμενα δευτερόλεπτα επικράτησε σιγή. Στο τέλος σηκώθηκε όρθια η Στέλλα.

-    «Εγώ ήμουν…», ανακοίνωσε.

Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει με όλες αυτές τις αποκαλύψεις. Ώστε ο Βασίλης και ο Αχιλλέας είχαν απολαύσει τον πισινό της Στέλλας…;

-    «Πέρασα αξέχαστα τότε!», συνέχισε εκείνη. «Ήταν η πρώτη φορά που μου έχωσαν στον κώλο δυο πούτσους μαζί».

Κόντευα να χύσω. Το ίδιο μάλλον και οι άλλοι. Τα κορίτσια ήταν πολύ κουλ και ακομπλεξάριστα. Τότε σηκώνεται πάνω ο Δημήτρης και ρίχνει την μεγάλη βόμβα της βραδιάς:

-    «Παιδιά έχω μια ιδέα. Τι λέτε να παίξουμε μπουκάλα;»

Σκάσαμε στα γέλια.

-    «Σιγά μη παίξουμε και τυφλόμυγα!», πετάχτηκα εγώ.

-    «Δεν κατάλαβες, Σωτήρη. Αντί να φιλιόμαστε θα γαμιόμαστε».

Μαχαίρι το γέλιο.

-    «Εγώ είμαι μέσα!», ακούω μια φωνή.

Ήταν η Ρωξάνη! Η καρδιά μου ακουγόταν μέχρι την Κίνα.

-    «Κι εγώ μέσα!», φώναξα σαν από αντανακλαστικά.

Ο Αχιλλέας και ο Βασίλης ζύγωσαν χαμογελώντας. Αυτό σήμαινε "ναι". Η Χριστίνα, η πιο ήσυχη της βραδιάς, αποδείχθηκε μεγάλη σιγανοπαπαδιά. Σηκώθηκε, στάθηκε ανάμεσά μας και τίναξε τις ξανθές της μπούκλες.

-    «Να δούμε ποιος θα γαμήσει εμένα!», αναφώνησε με ενθουσιασμό.

Τα χνώτα της μύριζαν αλκοόλ από μακριά. Όπως όλων εξάλλου. Είχα καυλώσει όσο ποτέ άλλοτε.

-    «Στέλλα; Χαρούλα;», έκανε ο Δημήτρης.

Δεν χρειάστηκε άλλη πρόσκληση. Αυτές οι καυλιάρες θεωρούσαν δεδομένη την συμμετοχή τους. Μέσα σε λίγα λεπτά είχαμε μετακινήσει το μεγάλο ορθογώνιο τραπέζι και τις πολυθρόνες στην άκρη ανοίγοντας ένα πλατύ χώρο πάνω στο χαλί όπου θα γινόταν το γλέντι. Καθίσαμε κάτω σχηματίζοντας ένα μεγάλο κύκλο, εναλλάξ, αγόρι - κορίτσι. Ακόμη θυμάμαι την σειρά: ο Δημήτρης και δίπλα του η Στέλλα, μετά ο Βασίλης, μετά η Ρωξάνη, ο Αχιλλέας, η Χριστίνα, εγώ και τέλος η Χαρούλα. Είχα καθίσει επίτηδες απέναντι από την Ρωξάνη και σχεδόν απέναντι από την Στέλλα. Παρατήρησα ότι και ο Δημήτρης κάθισε απέναντι από την Χριστίνα.

-    «Θα γυρίσω πρώτος την μπουκάλα…», δήλωσε ο Δημήτρης. «Όταν η μπουκάλα βγάλει την ετυμηγορία της όλοι θα κάνετε στην άκρη για να απολαύσετε το θέαμα. Απαγορεύεται να τραβάτε μαλακίες και τέτοια».

Μιας και η ιδέα του παιχνιδιού ανήκε στον Δημήτρη, κανείς δεν σκέφτηκε να αμφισβητήσει το δικαίωμά του να γυρίσει πρώτος την μπουκάλα. Αφού σιγουρεύτηκε ότι όλα ήταν έτοιμα, άπλωσε το χέρι του και σβούριξε το άδειο μπουκάλι που είχαμε βάλει στην μέση. Είχαμε καρφώσει τα μάτια μας σ’ εκείνο το μπουκάλι. Έκανε πολλές αστραπιαίες στροφές και σιγά - σιγά άρχισε να επιβραδύνεται σαν ρουλέτα.

Μέσα μου ευχόμουν να μη δείξει την Ρωξάνη. Δεν ήμουν σίγουρος ότι θα άντεχα να βλέπω τον κολλητό μου να την πηδάει. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μετέτρεπε την βραδιά από πανηγύρι σε αφόρητο μαρτύριο. Και τότε συνέβη κάτι που έμελλε να αλλάξει ριζικά την ζωή μου: το μπουκάλι, αφού γύρισε για μερικά δευτερόλεπτα, σταμάτησε με μια πολύ μικρή κλίση από την αρχική του θέση δείχνοντας... εμένα! Άρχισαν τα χάχανα και οι μουρμούρες. Γέλασα και άπλωσα το χέρι μου να γυρίσω ξανά την μπουκάλα. Τότε ένιωσα να σφίγγει τον καρπό μου ένα χέρι. Ήταν ο Αχιλλέας.

-    «Τι κάνεις;», του λέω.

-    «Εσύ τι κάνεις;», αποκρίθηκε αφήνοντας μια μυρωδιά αλκοόλ.

-    «Μα η μπουκάλα έδειξε εμένα!», διαμαρτυρήθηκα.

-    «Ακριβώς! Άσε την μπουκάλα και ξεκίνα να γδύνεσαι λοιπόν!»

Γύρισα να κοιτάξω τον Δημήτρη. Η καρδιά μου κόντευε να σπάσει. Τον είδα να βγάζει τα παπούτσια του.

-    «Γιατί βγάζεις τα παπούτσια σου ρε μαλάκα;», του λέω φιλικά.

-    «Εσύ τι λες ρε Σωτήρη; Ντυμένος θα σε γαμήσω;»

Γύρισα και κοίταξα του άλλους.

-    «Ρε παιδιά, τι λέει αυτός;», μουρμούρισα.

Τότε πήρε τον λόγο η Ρωξάνη κι αυτό μου προκάλεσε διπλή έκπληξη.

-    «Σωτήρη τους κανόνες τους ήξερες. Τώρα τι διαμαρτύρεσαι; Ξεντύσου και άσε μας να απολαύσουμε το θέαμα».

Όλοι συμφωνούσαν και τότε κατάλαβα ότι δεν έκαναν πλάκα. Ο Δημήτρης είχε βγάλει και τις κάλτσες του ενώ οι υπόλοιποι αποσύρθηκαν στην άκρη του δωματίου για να μπανίσουν τι; Εμένα να γαμιέμαι! «Είναι τρελό!» σκέφτηκα.

-    «Άντε ρε, μη κολλάς!», φώναξε ο Βασίλης. «Το ξέρουμε ότι δεν είσαι αδερφή».

Συνέχεια ψιθύριζαν και χαχάνιζαν. Εντωμεταξύ ο Δημήτρης είχε βγάλει την μπλούζα του υπό τις επευφημίες των κοριτσιών. Η καρδιά μου έγινε ταμπούρλο όταν έβγαλε και το παντελόνι του. Το μαύρο μποξεράκι του είχε φουσκώσει για τα καλά. Και τότε συνειδητοποίησα κάτι που με τρόμαξε: το ψιλοήθελα! Όταν είδα το γυμνασμένο του κορμί, τους καρδαμωμένους γοφούς του, το φαρδύ του στήθος και τα μπράτσα του το ομολογώ, καύλωσα!

-    «Έλα ρε Σωτήρη, πλάκα θα ‘χει!», με παρότρυνε.

Πόσο είχαμε πιει άραγε;

-    «Εντάξει…», τραύλισα λαχανιασμένος.

Ακολούθησαν σφυρίγματα και χειροκροτήματα. Κάποιος, δεν θυμάμαι ποιος, φώναξε:

-    «Όρμα Δημήτρη. Ξέσκισέ τον!»

Αντί να με εξοργίσει με άναψε. Είχα χάσει τον έλεγχο. Δεν ήξερα τι μου γινόταν. Άρχισα να ξεκουμπώνω το πουκάμισο. Οι θεατές το ίδιο ανήσυχοι πάντα. Έβγαλα τα παπούτσια και τις κάλτσες. Στο τέλος το παντελόνι. Φορούσα κι εγώ ένα μποξεράκι, περίπου σαν του κολλητού μου. Μπροστά είχε σχηματιστεί το ίδιο φούσκωμα.

-    «Λοιπόν…;», έκανα μη ξέροντας τι άλλο τι να πω.

-    «Τι λοιπόν;», απάντησε ψύχραιμα ο Δημήτρης. «Βγάλτο και το σώβρακο».

-    «Εντάξει…», ψιθύρισα.

Τα χέρια μου έτρεμαν καθώς κατέβαζα το εσώρουχο. Τελικά τα κατάφερα. Το πιεσμένο μέχρι τότε πέος μου ορθώθηκε ξαφνικά ετοιμοπόλεμο. Επευφημίες και σχόλια από τους άλλους. Όλη την ώρα. Δεν μπορούσα να τα ακούσω. Τα έλεγαν μεταξύ τους χαμηλόφωνα.

-    «Καλούτσικο το σουτζουκάκι σου!», γέλασε ο Δημήτρης. «Αλλά μπροστά στο δικό μου το Εξκάλιμπερ δεν πιάνει μια!»

Και με μια κίνηση έβγαλε το μποξεράκι του κόβοντάς μου πραγματικά την ανάσα. Είχε δίκιο. Πρώτη φορά έβλεπα την ψωλή του. Ήταν πραγματικά μεγάλη και χοντρή και φαινόταν σκληρή και άκαμπτη. Κάπου στην μέση είχε μια ελιά που με καύλωσε κι άλλο. Τα αρχίδια του δεν είχαν τρίχες. Τις άλλες του εφηβαίου τις είχε ξυρίσει αφήνοντας μια διακριτική λωρίδα. Τα παπάρια του ήταν πραγματικά τέλεια.

-    «Ρε Δημήτρη…», του λέω ιδρωμένος. «Όλο αυτό θα μου το χώσεις;»

-    «Γιατί δεν σου φτάνει;», μου απαντά.

Πάντα θαύμαζα την ψυχραιμία του.

-    «Μα δεν θα πονέσω;», τον ρωτάω. «Ξέρεις, την πίσω πόρτα μου, δεν την άνοιξα ποτέ…»

-    «Μη φοβάσαι ρε μαλάκα. Στις σκουριασμένες κλειδαριές βάζουν λάδι πριν χώσουν το κλειδί».

Δεν πίστευα στα αυτιά μου!

-    «Μισό λεπτό!», λέει και φεύγει αστραπιαία από το δωμάτιο.

Έμεινα εκεί γυμνός, μπροστά σε όλους.

-    «Σωτήρη να σε φωνάζουμε η Σωτηρούλα;», πετάγεται ο Αχιλλέας.

Δεν απάντησα. Όλοι γέλασαν. Ρε παιδιά, αλήθεια σας λέω, δεν με πείραξε καθόλου! Ίσα - ίσα άναψα πιο πολύ! Περιττό να πω ότι οι θεατές δεν σταματούσαν τα σχόλια και τα χάχανα. Φαινόταν κι αυτοί καυλωμένοι. Ο Δημήτρης γύρισε βαστώντας ένα στρόγγυλο κουτί.

-    «Τι είναι αυτό;», ρωτάω με απορία.

-    «Βαζελίνη. Για να μη πονέσει το κωλαράκι σου. Είδες που για όλα σε σκέφτεται ο φίλος σου; Άκου λοιπόν τι θα κάνουμε. Θα κάτσεις στα τέσσερα και θα τουρλώσεις τον κώλο σου. Η τρύπα σου είναι αγάμητη και αν στον χώσω κατευθείαν θα πονέσεις. Θα αλείψω που λες ένα δάχτυλο με βαζελίνη και θα στο βάλω σιγά - σιγά να συνηθίσεις την ιδέα. Μόλις το έντερό σου συνηθίσει και πασαλειφτεί η βαζελίνη θα χώσω κι άλλο δάχτυλο αλειμμένο. Δεν θα χώσω τρίτο για να μην ανοίξει πολύ ο κώλος σου και δεν το ευχαριστηθώ. Μετά θα σε γαμήσω κανονικά. Δεν θα πονέσεις πολύ με όλη αυτήν την προετοιμασία».

-    «Σίγουρα;», ψιθυρίζω δύσπιστα.

-    «Ε, μη τα θες κιόλας δικά σου. Αν δεν είναι και λίγο στενό το κωλί σου, πώς θα καλοπεράσει κι ο φίλος σου ο Δημητράκης; Να σε γαμήσω είπαμε, όχι να παίξουμε τις κουμπάρες!»

Γέλασα για πρώτη φορά από τότε που είχα ξεντυθεί.

-    «Μη στεναχωριέσαι…», συνέχισε να μιλάει. «Με λίγη προσπάθεια θα τα καταφέρουμε. Έχω γαμήσει κώλους γυναικείους και ξέρω την δουλειά. Δεν πρέπει να υπάρχει μεγάλη διαφορά. Έλα, σκύψε τώρα».

Έσκυψα και έπεσα στα τέσσερα σαν κοινή πουτάνα, έτσι ώστε οι άλλοι να βλέπουν προφίλ. Αν καθόμουν με τον κώλο τουρλωμένο προς αυτούς, ο Δημήτρης που θα έστεκε πίσω μου θα τους έκοβε την θέα. Ο Δημήτρης γονάτισε πίσω μου.

-    «Έτοιμος;», άκουσα την φωνή του να ρωτά.

Έσφιξα τα δόντια και του απάντησα πως είμαι έτοιμος. Ξαφνικά ένιωσα κάτι ελαφρύ σαν χάδι να αγγίζει την περιοχή γύρω από την τρυπούλα μου. Ήταν κάτι το πρωτόγνωρο. Ένιωσα να με διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα. Το δάχτυλο του Δημήτρη φλέρταρε τον πρωκτό μου τόσο επιδέξια! «Τέτοια κάνει στις γκόμενες και τις ρίχνει!» σκέφτηκα. Απαλά - απαλά μου το έχωσε. Στην αρχή το μισό, μετά όλο, με αργές και ερεθιστικές κινήσεις. Άφησα να μου ξεφύγει ένα μικρό βογκητό.

-    «Πώς είναι;», με ρώτησε.

-    «Υπέροχο Δημήτρη! Μη σταματάς…»

Δεν ντράπηκα. Ούτε άκουγα τι έλεγαν οι άλλοι. Αργά αλλά σταθερά ο φίλος μου άρχισε τις παλινδρομήσεις.

-    «Συνηθίζεις;», θέλησε να μάθει.

-    «Συνέχισε, συνέχισε…», τον παρακαλούσα.

Ένιωθα το δάχτυλό του μέσα μου σαν έναν ευχάριστο εισβολέα που άνοιγε για πρώτη φορά την πίσω μου πόρτα αποκαλύπτοντάς μου ότι τόσο καιρό είχα πάνω μου ένα τέτοιο φοβερό αντρικό μουνί που είχα αφήσει αναξιοποίητο. Η βαζελίνη κάθισε στα εσωτερικά τοιχώματα του εντέρου μου. Ένιωθα σαν πουτάνα και το περίεργο ήταν πως το απολάμβανα!

-    «Έχει γίνει ροδαλή η τρυπούλα σου…», με ενημέρωσε. «Ετοιμάσου για το δεύτερο».

Και πριν ακόμη τελειώσει την κουβέντα του χώνει στον κώλο μου και το δεύτερο δάχτυλο. Βόγκηξα από ηδονή.

-    «Έχεις σφιχτό κώλο!», μου λέει. «Καλύτερο από όλες τις γκόμενες που έχω γαμήσει. Αν το ήξερα πιο πριν θα σε περιποιούμουν καταλλήλως».

«Αμ, αν το ήξερα εγώ δεν θα ήταν τώρα τόσο σφιχτός!», σκέφτηκα. Αλλά αυτό δεν το είπα. Είπα μόνο:

-    «Thanks».

Γέλασε. Οι παλινδρομήσεις του με πέθαιναν.

-    «Νομίζω ήρθε η ώρα…», του λέω.

-    «Αισθάνεσαι έτοιμος; Σίγουρα;»

-    «Ναι».

Έβγαλε τα δάχτυλά του από μέσα.

-    «Γύρνα!», μου λέει. «Θα σε γαμήσω σε άλλη στάση».

Γύρισα και τον ξαναείδα γυμνό. Ήταν χάρμα οφθαλμών! Η ψωλή του ορθωμένη σαν σούβλα έτοιμη να με σουβλίσει!

-    «Ελπίζω να μη χύσεις γρήγορα…», δήλωσα μη μπορώντας να κρύψω την σκέψη μου.

-    «Μη φοβάσαι…», αποκρίνεται. «Είμαι αργός. Εξ \άλλου μαλακίστηκα πολλές φορές σήμερα. Μη φοβάσαι, θα φας καλά! Θέλεις να μου αλείψεις την ψωλή με βαζελίνη εσύ;»

Δέχθηκα χωρίς άλλη κουβέντα. Πρώτη φορά θα έπιανα άλλο καυλί. Σηκώθηκε όρθιος και γονάτισα μπροστά του. Κοίταζα με λαγνεία τα γερά σαν ρωμαϊκές κολώνες πόδια του με την διακριτική τριχοφυΐα και ύστερα κάρφωσα το βλέμμα μου στα παπάρια του. «Θεέ μου!», σκέφτηκα. «Μισό κιλό παπάρια. Όλο αυτό το παλούκι θα το μπήξει στον κώλο μου;». Βούτηξα τα δάχτυλά μου στην βαζελίνη και άγγιξα το κοντάρι του. Ήταν σκληρό και έκαιγε! Αλήθεια λέω! Άρχισα να του το αλείφω με προσοχή, μη χύσει και χάσω το σούβλισμα. Πασπάτεψα και τα αρχίδια του λίγο. Τα δικά μου δεν φτουρούσαν μπροστά σ’ εκείνα.

-    «Τώρα ξάπλωσε ανάσκελα και άνοιξε τα σκέλια σου. Πάρε μια βαθιά ανάσα. Κάτι μου λέει ότι αυτό δεν θα ‘ναι απλό γαμήσι, θα ‘ναι ολόκληρη γεώτρηση».

Είχα ξεχάσει εντελώς τους άλλους. Υπάκουσα πρόθυμα στον επιβήτορά μου. Οι υποψίες μου ότι ήταν αξεπέραστος γαμιάς έμελλε να επιβεβαιωθούν πολύ σύντομα. Ήμουν ξαπλωμένος και με ανοιχτά τα σκέλια.

-    «Ξάπλωσε στον καναπέ!», μου λέει ξαφνικά. «Ανάσκελα. Τα πόδια σου να προεξέχουν. Άνοιξε τα όσο μπορείς. Θα τα καταφέρουμε!»

Έκανα ότι μου είπε. Ο Δημήτρης στεκόταν απέναντί μου έτοιμος για ολομέτωπη επίθεση, σαν αθλητής που περιμένει να ακούσει τον πυροβολισμό.

-    «Θα σου την μπήξω απότομα!», με προειδοποίησε. «Θα είναι καλύτερα. Την τρυπούλα σου την βλέπω αρκετά έτοιμη. Πάρε μια βαθιά ανάσα…»

Ξαφνικά τον είδα να πλησιάζει. Μου την έμπηξε απότομα σαν παλούκι. Βόγκηξα αρκετά. Έτσουξε λίγο. Όμως δεν ένιωσα ποτέ έτσι. Κύματα ηδονής πλημμύρισαν το κορμί μου. Χίλιες φορές καλύτερα από το να γαμάς εσύ. Ρίγος με διαπέρασε.

-    «Πόνεσες;», τον άκουσα να με ρωτά.

-    «Γάμα με γαμώτο!», άρχισα να φωνάζω. «Κάντο μου θερινό, σουρωτήρι. Κάντο μου πηγάδι, μη με λυπάσαι! Fuck my ass!!!»

Δεν ήξερα τι έλεγα. Ένιωθα το κρέας στον πάτο μου και τιναζόμουν σαν ψάρι που σπαρταράει. Τότε ο Δημήτρης άρχισε τις παλινδρομήσεις. Φώναζα σαν σκρόφα. Είχε βάλει τα πόδια μου πάνω στους ώμους του και κοιτάζαμε ο ένας το πρόσωπο του άλλου. Τον έβλεπα να βαρυγκωμά και η απόλαυση που ένιωθα δυνάμωνε.

-    «Σου αρέσει ε;», τραύλισε.

-    «Είσαι αρχιψωλαράς!’, του ψιθύρισα.

Οι άλλοι μάλλον δεν άκουγαν, αλλά δεν μπορούσα να τους δω. Φώναζαν ενθουσιασμένοι. Ποιος αντέχει τόση καύλα; Ξαφνικά αφήνει κάτω τα πόδια μου και όπως με παλούκωνε σκύβει όλος από πάνω μου και αρχίζει να με χαϊδεύει, να θωπεύει τις ρώγες μου που είχαν πετρώσει και να αρχίσει να τις πιπιλίζει. Αυτό ήταν. Είχα παραλύσει. Τις πουτάνες τις γυναίκες! Τόση απόλαυση νοιώθουν όταν τις γαμάμε; Εμείς μπροστά τους τίποτε!

-    «Φίλα με!», του φωνάζω τότε.

Χωρίς δεύτερη σκέψη ενώσαμε τις γλώσσες μας. Δεν πατούσα στην γη. Παρά την φασαρία των άλλων που είχαν πλησιάσει άκουγα τις αρχιδάρες του να χτυπάνε πάνω στα ανοιχτά μου μπούτια.

-    «Σκίσ’ τον, τον πούστη!», άκουγα τους άλλους.

-    «Θα του βγει απ’ το στόμα του πουστάρα!»

Και άλλα τέτοια. Ο Δημήτρης μου ψιθυρίζει:

-    «Θα χύσω. Άρχισε να μαλακίζεσαι να χύσουμε μαζί…»

-    «Στην μάπα, στην μάπα!», φώναξαν οι άλλοι που φαίνεται τον είχαν ακούσει.

Δεν είχαν αντέξει. Μαλακίζονταν. Είχαν πλησιάσει και κάτι έβλεπα. Τα ρούχα των κοριτσιών είχαν γίνει μούσκεμα από τα μουνοχύσια. Άρχισα να μαλακίζομαι. Οι άλλοι άρχισαν να μετράνε όλοι μαζί δυνατά τις διεισδύσεις του Δημήτρη στην κωλοτρυπίδα που την αισθανόμουν να χει γίνει σαν πηγάδι. Ήμουν όλος ένας ζωντανός οργασμός.

-    «Μια, δυο, τρεις, τέσσερις...»

Στις τέσσερις έχυσα εγώ. Βόγκηξα. Το χύσι μου έφυγε με τόση ορμή που έτσι όπως ήταν γυρισμένη η ψωλή μου φτάσανε σταγόνες μέχρι το σαγόνι μου. Ακάθεκτος ο Δημήτρης συνέχιζε τους εμβολισμούς. Ντούρασελ!!! Εγώ με τα χέρια μου πασάλειβα τα χύσια μου σε όλο μου στο στήθος! Είχα χάσει τα λογικά μου! Με γαμούσε που νόμιζα θα γκαστρωθώ! Η μέτρηση συνεχιζόταν:

-    «Δέκα, έντεκα, δώδεκα...»

Στις δώδεκα τον άκουσα να βογκάει! Τότε άνοιξαν οι κρουνοί του! Ένιωσα ένα παχύρρευστο καυτό υγρό να ορμά σαν πίδακας γεμίζοντας το έντερό μου. Φοβερή απόλαυση! Τιναζόμουν έξαλλα. Οι άλλοι τσιροκοπούσαν. Ο Δημήτρης έσκυψε και έγλειψε τα χύσια από το στήθος μου. Μετά με φίλησε πασάροντας με την γλώσσα του στην δικιά μου τους σπερματικούς χυμούς.

Είχα ακόμη καύλα σαν να μην είχα γαμηθεί καθόλου. Παιδιά, δεν ξανάνιωσα ποτέ έτσι. Ειλικρινά μιλάμε. Όταν έβγαλε τον ψώλο του από την γαμημένη πια κωλοτρυπίδα μου που έσταζε άσπρο υγρό ξάπλωσε κάτω ξεθεωμένος. Κι εγώ τον κοίταζα κι έλιωνα. Τέτοιο κελεπούρι και να μην το πάρω χαμπάρι;

Δεν θα σας πω τι έγινε μετά. Το μόνο που θα σας πω είναι ότι με τον Δημήτρη από κολλητοί γίναμε αυτοκόλλητοι! Πώς λέμε κώλος και βρακί; Καμία σχέση! Εμείς γίναμε κώλος και ψωλή!!!

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")