Πεντέμισι εβδομάδες summer school (1ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Καλοκαίρι 1996 είχα καταφέρει να πείσω τους γονείς μου να με στείλουν σε summer school στην Ελβετία, για Ιταλικά. Το κολλέγιο ήταν κοντά στο Σορένγκο, στη λίμνη του Λουκάνο.

Το σχολείο ήταν διεθνές, οι μαθητές προέρχονταν από σχεδόν όλη την Ευρώπη. Οι περισσότεροι ήταν ενήλικοι και αρκετοί πάνω από τα είκοσι. Αν και από τους νεώτερους, επειδή έκανα ιταλικά ήδη για δύο χρόνια με είχαν βάλει στο τμήμα των προχωρημένων.

Στο τμήμα ήμασταν 18 άτομα, εκτός από δύο Κορεάτες, ένα Γερμανό και μια Αγγλίδα, οι υπόλοιποι ήταν Ανατολικοευρωπαίοι, Τσεχοσλοβάκοι, Ρουμάνοι, Ουκρανοί και Ρώσοι. Μοναδικές γυναικείες παρουσίες στο τμήμα ήταν η Αγγλίδα και μια Ρωσίδα.

Τους υπόλοιπους μας μοίρασαν σε δίκλινα δωμάτια, προσπαθώντας να αναμίξουν τις εθνότητες, για να είμαστε αναγκασμένοι να μιλάμε ιταλικά και εκτός μαθημάτων. Εγώ έμενα με ένα παιδί από την Τσεχία, τον Λάζλο. Ήταν είκοσι χρονών, ψηλός, στα 1.90, καλοσχηματισμένο σώμα, ξανθός και γαλανομάτης.

Στο κολλέγιο αυτό ήταν ήδη τρεις μήνες και έκανε εντατικά μαθήματα Ιταλικών γιατί το χειμώνα ήθελε να σπουδάσει στην Ιταλία μηχανικός τροφίμων. Εκτός από αυτόν, σε παρόμοια κατάσταση ήταν άλλα δύο παιδιά από την Τσεχοσλοβακία, ο Γιαν και ο Γκέοργκ, ένας Ρουμάνος, ο Νικολάε και ένας Ουκρανός, ο Βαλέριος και οι Κορεάτες.

Τα μαθήματα άρχισαν την 1η Ιουλίου και θα κρατούσαν έξι εβδομάδες. Το πρόγραμμα ήταν αρκετά εντατικό, μαθήματα 9:00-13:00 και 14:00-15:30. Το κολλέγιο ήταν διαιρεμένο σε έξι κτίρια, και ένα κεντρικό, όπου οι αίθουσες διδασκαλίας.

Γενικά επιδίωκαν να βάζουν κάθε ένα από τα επίπεδα σε κοινό χώρο. Τα δωμάτια ήταν μακρόστενα, είχαν δύο κρεβάτια και από ένα έπιπλο με γραφείο-βιβλιοθήκη, μια ντουλάπα και ένα μικρό ψυγειάκι. Είχαν επίσης μικρά μπάνια με ντουζιέρες.

Όταν μπήκα στο δωμάτιο ο Λάζλο ήταν ήδη μέσα. Συστηθήκαμε, με ρώτησε ποια πλευρά προτιμούσα και αρχίσαμε να μιλάμε. Του έκανε εντύπωση γιατί μιλούσα αρκετά καλά Ιταλικά και με ρώτησε πως και τόσο μικρός ήμουν σε ένα τέτοιο κέντρο. Του εξήγησα το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και ότι το πρόγραμμα αυτό ήταν ο καλύτερος τρόπος για να μάθω καλά τη γλώσσα και έτσι να μην είμαι αναγκασμένος να κάνω συνεχώς έξτρα μαθήματα το χειμώνα.

Εγώ ήμουν λίγο σφιγμένος και συνεσταλμένος, λόγω ηλικίας, και ακόμη και όταν ήθελα να αλλάξω πήγα στο μπάνιο. Εκείνος αντίθετα ήταν πολύ άνετος. Πήγε να βγάλει το παντελόνι του για να βάλει κάτι πιο άνετα. Εγώ έγινα κατακόκκινος και γύρισα με τρόπο πλάτη. Χαμογέλασε και μπήκε στο μπάνιο.

Μετά όμως προσπάθησε να μου εξηγήσει ότι δεν πρέπει να είμαι τόσο ντροπαλός, δεν έπρεπε να έχω κόμπλεξ με το σώμα μου και στην τελική, αρχίδια είχαμε και οι δύο, όχι βέβαια να ξεβρακωθούμε, αλλά όχι και να πρέπει να κυκλοφορούμε με κουστούμι… Εγώ συμφώνησα.

Γενικά τις πρώτες μέρες ακολουθούσαμε το πρόγραμμα. Εγώ διάβαζα αρκετά και έτσι δεν τον πολύ-πρόσεχα. Ευτυχώς δεν έτυχε να τον πετύχω να αλλάζει και έτσι είχα γλιτώσει τους πειρασμούς. Είχα αρκετές μέρες ακόμη και να τον παίξω, και με εξαίρεση το πρωινό ‘’εγερτήριο’’ ο Θέμης δεν με ενοχλούσε ιδιαίτερα.

Λίγες μέρες αφού ξεκίνησαν τα μαθήματα άρχισε να κάνει πολύ ζέστη. Αν και ορεινή η περιοχή, η υγρασία από τη λίμνη, η άπνοια και οι υψηλές θερμοκρασίες κάνανε την κατάσταση ανυπόφορη. Την Πέμπτη το βράδυ δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Κατά τις 11 ο Λάζλο σηκώνεται για να κάνει ντους. Εγώ διάβαζα ξαπλωμένος και δεν τον πρόσεξα.

Βγήκε σφυρίζοντας και μου είπε να πάω να κάνω και εγώ ένα ντους, θα με ανακούφιζε. Κατέβασα το βιβλίο για να του απαντήσω και έμεινα κάγκελο. Ήταν ολόγυμνος και σκουπιζόταν αμέριμνος με μια μικρή πετσέτα. Είχε ένα θεϊκό κορμί, που δεν του είχε φανεί πριν. Γυμνασμένος, χωρίς ακρότητες, τελείως άτριχος, το καυλί του κρεμόταν, μισοκαυλωμένο, αρκετά μεγάλο και γυαλισμένο, λες και το είχε λουστράρει.

Το βλέμμα μου καρφώθηκε πάνω του. Παραλίγο να μου ‘ρθει κόλπος!

-    «Τι χάζεψες μικρέ; Γυμνάσου και λίγο να σφίξεις…»

Τα λόγια του με συνέφεραν απότομα. Ψέλλισα μια δικαιολογία και μπήκα στο μπάνιο με τις πιτζάμες. Θεέ μου! Τι κορμί ήταν αυτό! Όσο το σκεφτόμουν τόσο ένιωθα τον πόθο να μεγαλώνει μέσα μου.

Γύρισα και είδα το μποξεράκι του πεταμένο στη γωνία. Το πήρα… Μύριζε ιδρώτα και σπέρμα. Φαίνεται ότι είχε βαρβάτες ονειρώξεις από την αγαμία… Πέταξα τα ρούχα μου και μπήκα στο μπάνιο. Άρχισα να μαλακίζομαι μανιωδώς για πάρτη του Τσέχου παίδαρου με το αγαλματένιο κορμί και το αγγελικό πρόσωπο.

Μέσα στη φούρια μου δεν έκλεισα καλά την πόρτα. Έτσι ενώ εγώ τον έπαιζα αμέριμνος, με το νερό να τρέχει πάνω μου, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε για να μαζέψει τα εσώρουχά του. Με βρήκε να τον παίζω μανιωδώς. Χωρίς να πει τίποτε βγήκε.

Αφού έχυσα, πλύθηκα και βγήκα. Ήταν ξαπλωμένος, φορώντας μόνο ένα μποξεράκι με τα μάτια κλειστά. Αν και κατάλαβα ότι δεν κοιμόταν, σκουπίστηκα στα γρήγορα και ντύθηκα. Ασυναίσθητα του είχα γυρίσει την πλάτη. Όπως ήμουν σκυμμένος για να βάλω το μποξεράκι, του έδωσα τον κώλο φάτσα φόρα. Τον άκουσα να σφυράει. τον ρώτησα

-    «Τι συμβαίνει;», τον ρώτησα.

Αλλά γύρισε πλευρό χωρίς να μου απαντήσει. Ντύθηκα και έπεσα να κοιμηθώ. Το πρωί σηκώθηκα πρώτος, και έμεινα μαλάκας από το θέαμα. Το βράδυ φαίνεται ότι ο Λάζλο γδύθηκε και κοιμήθηκε ολόγυμνος. Το θέαμα ήταν απίθανο! Ήταν ξαπλωμένος και τεντωνόταν, για να σηκωθεί, ενώ ο πούτσος του ορθωνόταν σαν κατάρτι, 20 πόντους τουλάχιστον.

Είχα μείνει καθιστός στο κρεβάτι να το χαζεύω για ώρα… Σηκώθηκε χαμογελώντας και παίζοντας χαλαρά μαζί του, ενώ εγώ έλιωνα από καύλα. Ήρθε και στάθηκε μπροστά μου, με τον παλούκι μες στα μούτρα, έτσι για να μπορώ να το βλέπω καλύτερα. Είχε κάνει περιτομή, έτσι το διογκωμένο κεφαλάκι έστεκε γυμνό μπροστά μου, σαν να με κοιτούσε και να μου έλεγε: «γλείψε με, γλείψε με».

Μισάνοιξα το στόμα μου υπνωτισμένος. Ήμουν έτοιμος να τον βάλω στο στόμα, όταν αδιάφορα μου είπε ότι οι άλλοι σχεδίαζαν μια εκδρομή στο Νεσατέλ και αν θα ήθελα να πάω. Του είπα ότι θα το σκεφτόμουνα. Αυτός χαμογελώντας και παίζοντας τον επιδεικτικά, μπήκε στο μπάνιο. Ήμουν σίγουρος ότι με είχε καταλάβει και με έπαιζε, μαζί με το καυλί του.

Σηκώθηκα και άρχισα να συμμαζεύω τα πράγματά μου. Ενώ ήμουν σκυμμένος και έστρωνα το κρεβάτι μου ήρθε πίσω μου…

-    «Μην σκύβεις έτσι μπροστά μου. Έχω να γαμήσω πάνω από τρεις μήνες και θα έχουμε κανένα ατύχημα…»

Εγώ τον τούρλωνα περισσότερο, μπας και έχουμε το ατύχημα. Μου έριξε ένα χαστουκάκι στον κώλο και πήγε να ντυθεί.

-    «Άντε γιατί έχουμε και μαθήματα…»

Στο μάθημα τον σκεφτόμουν συνέχεια. Μετά το φαγητό, οι άλλοι πήραν τα πράγματά τους και έφυγαν. Στο κτίριο είχαμε μείνει μόνοι μας, μιας και άλλοι είχαν πάει στο Νεσατέλ και άλλοι στο Κόμο. Ήταν μεσημέρι και έκανε υπερβολική ζέστη. Είχα αλλάξει και φορούσα μόνο ένα σορτσάκι. Σε λίγο ήρθε στο δωμάτιο, αφού αποχαιρέτησε τους φίλους του.

-    «Εσύ δεν θα πας μαζί τους;»

-    «Μπα, εδώ έχει περισσότερο ενδιαφέρον…»

Άρχισε να αλλάζει. Εγώ ήμουν καθισμένος στο γραφείο, προσπαθούσα να μην βλέπω. Ήρθε πίσω μου. Ένιωσα να μου χαϊδεύει το σβέρκο, όμως δεν ήταν το χέρι του αυτό μου με χάιδευε… Γύρισα να τον δω και βρέθηκα με ένα 20ποντο στα μούτρα μου. Δεν μπορούσα να κρατηθώ. Άνοιξα το στόμα και άρχισα να τον γλείφω. Τραβήχτηκε πίσω απότομα και ανέβασε το σορτς του. Με κοίταξε στα μάτια.

-    «Είσαι παρθένος;»

Έγνεψα αρνητικά.

-    «Ωραία! Πήγαινε πλύσου…»

Γδύθηκα μπροστά του και πήρα την πετσέτα του μπάνιου. Αυτός είχε ξαπλώσει, φορούσε μόνο ένα πολύ κοντό σορτσάκι, χωρίς καν εσώρουχο, με το παλούκι του να μισοφαίνεται και γυμνός από πάνω. Με μια χειρονομία με έστειλε να κάνω μπάνιο. Όντως έσταζα από τον ιδρώτα, όμως και αυτός ήταν σε μια παρόμοια φάση.

Μπήκα στο μπάνιο, χωρίς να κλείσω την πόρτα και έκανα ένα ντους, δίνοντας έμφαση στο κωλαράκι μου. Γυρνώντας τον είδα στην πόρτα. Έκλεισα το νερό, σκουπίστηκα επιδεικτικά και τον πλησίασα. Το τέρας που είχε για πούτσο πρόβαλε κάτω από το σορτσάκι, που έκρυβε μόνο τ’ αρχίδια. Πήγα να τον φιλήσω, αλλά αυτός τραβήχτηκε.

Με πήρε στο κρεβάτι μου και με έβαλε να καθίσω. Έβαλα τα χέρια μου κάτω από τον σορτσάκι και άρχισα να το παίζω. Ήταν έτοιμο να εκραγεί. Κατέβασα το σορτς και αυτό πετάχτηκε στα μούτρα μου. Το πήρα στο στόμα και άρχισα να το γλείφω, ενώ αυτός βογκούσε σαν τρελός. Άρχισε να με βρίζει στη γλώσσα του, μόνο το πουτάνα κατάλαβα.

Με άρπαξε και με έστησε στα τέσσερα. Με το δάχτυλο έβαλε λίγο σάλιο στην τρύπα μου και αμέσως άρχισε να μπαίνει. Με γαμούσε σαν μανιακός, σπρώχνοντάς με μπρος - πίσω. Τον παρακαλούσα να κάνει πιο σιγά όμως δεν μου έδινε σημασία. Ήταν τόση η καύλα του που δεν άντεξε ούτε πέντε λεπτά, μέχρι να χύσει, γεμίζοντας τον κώλο μου με καυτό σπέρμα.

Μόλις τελείωσε με πήρε αγκαλιά και με φίλησε.

-    «Συγγνώμη, είχα πολύ καιρό να κάνω κάτι και δεν άντεχα. Σε πόνεσα;»

Του έγνεψα όχι και άρχισα να του ανταποδίδω τα φιλιά, στο στόμα, στο λαιμό, στο στήθος και πιο χαμηλά. Με κοιτούσε και μου χάιδευε τα μαλλιά.

-    «Κάτσε να πάω να κάνω ένα ντους, είμαι μούσκεμα».

Του είπα πως δεν χρειάζεται και άρχισα να του καθαρίζω τον πούτσο, που παρά το χύσιμο δεν φαινόταν να έχει κλονιστεί.

-    «Είσαι μεγάλη πουτάνα…», ψιθύρισε καυλωμένος.

Το έγλειφα και τον ρουφούσα, τον είχα κάνει λαμπίκο. Όταν αυτός μου είπε να ξαπλώσω έπεσα στο κρεβάτι. Ήρθε από πάνω μου και μου σήκωσε τα πόδια. Μου είπε να τα κρατήσω έτσι, ενώ αυτός άρχισε να παίζει με την κωλοτρυπίδα μου. Έβαλε δύο δάχτυλα μέσα και άρχισε να τα ανοίγει, τεντώνοντας έτσι και τον σφικτήρα μου. Ακολούθως έβαλε τρίτο δάχτυλο και μετά τέταρτο…

Τα έχωσε βαθιά μέσα στον πάτο μου και μετά άρχισε να τα παίζει, ενώ με το άλλο μου έπαιζε την πούτσα. Βογκούσα και τον παρακαλούσα να με ξαναγαμήσει.

-    «Θα γίνει κι αυτό…», μου έλεγε και συνέχιζε το παιχνίδι του.

Ήμουν έτοιμος να χύσω όταν σταμάτησε. Τ’ αρχίδια μου πονούσαν από καύλα. Έτσι έκανα να μαλακιστώ για να τελειώσω, όμως με σταμάτησε.

-    «Δεν είναι ακόμη ώρα…»

Με σήκωσε και με έβαλε να κάτσω όρθιος, με τα πόδια ανοιχτά, έβαλε στον κώλο μου τους δυο του αντίχειρες και άρχισε να μου τεντώνει ξανά την τρύπα, ρωτώντας με αν ήθελα να κρατήσω μέσα μου το σπέρμα του. Αν και του απαντούσα πως το ήθελα, μου έκανε ξανά και ξανά την ίδια ερώτηση, τεντώνοντας τον κώλο μου κάθε φορά όλο και περισσότερο. Στο τέλος μου είπε:

-    «Εγώ όμως θα το πάρω!»

Και άρχισε να χώνει το χέρι του μέσα μου. Προσπαθούσε να βάλει ολόκληρη την παλάμη. Άρχισα να φωνάζω από πόνο και φόβο. Του ζητούσα να σταματήσει. Τράβηξε απότομα τα δάχτυλά του και μου έκλεισε το στόμα.

-    «Το σπέρμα μου είναι πολύ ακριβό για να μείνει στον κώλο μιας πουτάνας!»

Του ζήτησα τι θέλει και μου είπε να γίνω η πουτάνα του για πεντέμισι εβδομάδες. Δέχτηκα με χαρά. Με ξαναξάπλωσε. Άρχισε να μου παίζει τον πούτσο με το ένα χέρι και να μου χώνει πότε τρία, πότε τέσσερα δάχτυλα και πότε το καυλί του. Σε ένα λεπτό είχα χύσει στο χέρι του, το οποίο και έγλειψα αμέσως μετά, ενώ αυτός έχυνε ξανά στον κώλο μου. Μου είπε να μείνω όπως ήμουν, ενώ αυτός ντύθηκε και βγήκε.

Επέστρεψε μετά από καμιά ώρα κρατώντας δύο τσάντες. Είχε αγοράσει λιπαντικό, ένα χωνί, ένα νερό σε μπουκάλι με μπιμπερό, γάλα, μπίρες και κάτι άλλα, τα οποία δεν μου έδειξε, αλλά τα κλείδωσε στην ντουλάπα του. Εγώ χαζά του πέταξα ότι δεν χρειάζομαι λιπαντικό, αλλά αυτός γέλασε.

-    «Θα δεις… Ντύσου τώρα να φάμε και τα λέμε μετά…»

Στην τραπεζαρία όπου τρώγαμε ήμασταν ελάχιστοι, οι περισσότεροι είχαν φύγει για εκδρομές. Έτσι όπως καθόμασταν πλάι άρχισε να τρίβει το πόδι του στο δικό μου και να με χουφτώνει.

Όταν γυρίσαμε στο δωμάτιο άρχισε να με φιλά και να με γδύνει. Εγώ εφόρμησα στο καυλί του, που δεν έλεγε να κουραστεί. Τον ρώτησα τι θα έκανε με τα πράγματα που πήρε. Με σήκωσε…

-    «Ευτυχώς που μου το θύμησες…!»

Με πήγε στο μπάνιο και με έστησε στα τέσσερα, μου έβαλε το χωνί και άρχισε να χύνει γάλα στο κωλάντερό μου. Η αίσθηση ήταν καταπληκτική! Το υγρό που κυλούσε μέσα μου με άναβε. Γύρισα και είδα στον καθρέφτη. Ήταν σκυμμένος πάνω μου και έχυνε σιγά - σιγά το γάλα στο χωνί, απ’ όπου ο κώλος μου το ρουφούσε άπληστα. Τουρλωνόμουν και βογκούσα από ηδονή. Αφού άδειασε το μισόλιτρο με ρώτησε:

-    «Μικρέ, ξέρεις πως κάνουν το βούτυρο;»

Του εξήγησα πως ρίχνουν το γάλα σε ένα μακρόστενο δοχείο και το χτυπάμε με ένα έμβολο.

-    «Έτσι το κάνουμε και στη χώρα μου».

Έβγαλε το χωνί και έβαλε μέσα το έμβολο. Με άρπαξε από τα μαλλιά και μου ψιθύρισε:

-    «Μη σου ξεφύγει σταγόνα…»

Με γαμούσε με λύσσα και δύναμη. Έβγαινε και έμπαινε με φόρα. Τα αρχίδια του χτυπούσαν πάνω στα δικά μου. Το θέμα στον καθρέφτη ήταν εκπληκτικό. Ένιωθα το γάλα μέσα μου να χτυπιέται και να αφρίζει. Σφιγγόμουν όλο και περισσότερο για να μη χυθεί έξω, πράγμα που ερέθισε το Λάζλο ακόμη περισσότερο.

Χωρίς να βγει καν από μέσα μου με έπιασε από τη μέση και με σήκωσε ψηλά. Πήγα να ανασηκωθώ και να κρατηθώ από τον τοίχο, όμως αυτός με έσπρωξε.

-    «Βάλε το κεφάλι σου ανάμεσα από τα πόδια».

Το έκανα. Χωρίς να το καταλάβω είχα βρεθεί με τον κώλο πάνω και τα πόδια με το κεφάλι κάτω (μια στάση που μετά μου εξήγησε ότι την λένε του πασσαλομπήχτη, Pile Driver).

-    «Έτσι δε θα σου φύγει σταγόνα…»

Άρχισε να μου μπήγει τον πάσσαλό του βαθιά μέσα μου, ενώ με δύο δάχτυλα προσπαθούσε να μου ανοίξει περισσότερο την τρύπα μου. Παρά το γάλα ένιωθα τον κώλο μου να έχει πάρει φωτιά. Έκανα να διαμαρτυρηθώ για την άβολη στάση για να εισπράξω δυο δυνατά χαστούκια στον κώλο.

Ο Λάζλο φαινόταν ακούραστος. Αφού με εξουθένωσε για αρκετή ώρα έτσι, με έβαλε να κάνω την τουρλωμένη χελώνα. Τέλος τύλιξε τα πόδια μου γύρω από την μέση του.

-    «Σφίξε και κρατήσου καλά!», μου είπε και άρχισε να σηκώνεται.

Για άλλη μια φορά βρέθηκα με τον κώλο πάνω και το κεφάλι κάτω. Είχα εξαντληθεί και τον παρακαλούσα να με χύσει, όμως αυτός, έχοντας ήδη χύσει δύο φορές το απόγευμα, δεν βιαζόταν. Πρέπει να είχα χάσει δύο κιλά σε ιδρώτα, όμως κι’ αυτός δεν πήγαινε πίσω. Ξερογλειφόμουν σαν την πουτάνα, δροσίζοντας τη γλώσσα μου με τον ιδρώτα του, που έπεφτε σε χοντρές στάλες πάνω μου.

Σταμάτησε και μου είπε να σηκωθώ με ανοιχτά τα πόδια. Αντί για γάλα έτρεξε ένα νερουλό λευκό υγρό. Άλειψε το χέρι του με λιπαντικό και έχωσε μέσα τέσσερα δάχτυλα, λέγοντάς μου να σπρώξω. Σε λίγο έτρεξε μια λευκή παχύρευστη κρεμούλα, λίγο ακόμη και θα βγάζαμε βούτυρο…

Με γύρισε και με ανέβασε στον πούτσο του. Με είχε στήσει στον τοίχο και με κάρφωνε αλύπητα. Ευτυχώς το βούτυρο και το λιπαντικό βοηθούσαν. Έτσι αντί να διαμαρτύρομαι του ζητούσα να με καρφώσει πιο βαθιά και πιο δυνατά. Με έβριζε και μου ζητούσε να ανοίξω το στόμα. Με έφτυνε και αφού τα κατάπινα με ξανάφτυνε. Με ξάπλωσε κάτω, έπιασε τις πατούσες μου και τις έφερε κάτω από το κεφάλι. Ένιωθα τις κλειδώσεις μου να ξεκολλάνε, όμως αυτός με κρατούσε έτσι ακινητοποιημένο και με γαμούσε με μανία.

Στο τέλος βγάζοντας μια κραυγή νίκης άρχισε να χύνει. Μου ελευθέρωσε τα πόδια και άρχισε να με φιλάει με πάθος. Του ανταπέδιδα τα φιλιά, παρακαλώντας τον να μείνει κι άλλο μέσα μου, να με πάει έτσι, με το καυλί του στον κώλο στο δωμάτιο και να κοιμηθούμε ενωμένοι. Γέλασε και άρχισε να με φιλάει.

-    «Ηρέμησε μικρέ, με ξεζούμισες!»

Βγήκε και κάναμε μαζί μπάνιο. Όταν βγήκαμε κόντευε δέκα μισή. Πηδιόμασταν για σχεδόν δυόμιση ώρες… Εγώ εξαντλημένος έπεσα γυμνός στο κρεβάτι μου και κοιμήθηκα αμέσως. Αυτός κάθισε λίγο, πίνοντας τις μπίρες που είχε φέρει.

Το Σάββατο σηκώθηκα κατά τις επτά. Ο Λάζλο κοιμόταν ακόμη, με τέσσερα άδεια μπουκάλια μπίρας δίπλα του. Πρέπει να έβλεπε πολύ καλό όνειρο, γιατί το τέρας που με είχε ξεσκίσει χθες ορθωνόταν μπροστά μου, έτοιμο για νέες περιπέτειες. Πλάκα - πλάκα, αν και με είχε γαμήσει τρεις φορές, ακόμη δεν είχα γευτεί το σπέρμα του. Σκέφτηκα λοιπόν να τον ξυπνήσω γλυκά. Μέχρι τις οκτώμισι που ήταν το πρωινό του Σαββάτου είχαμε καιρό…

Πλησίασα σιγά στο πλάι, και προσεκτικά για να μην τον ξυπνήσω άρχισα να το γλείφω. Είχα πέσει στα τέσσερα. Έτσι τον κρατούσα μόνο με τα χείλη, που είχα σφίξει γύρω από τον κορμό, ενώ η γλώσσα μου έπαιζε με το πουτσοκέφαλό του. Άρχισε να βογκάει και να γουργουρίζει, μάλλον θα νόμιζε ότι το έβλεπε στον ύπνο του, ενώ τα πρώτα υγρά άρχισαν να τρέχουν προς τη γλώσσα και το στόμα μου.

Όσο όμως περνούσε η ώρα, τόσο έπαιρνα θάρρος, μισο-ανέβηκα στο κρεβάτι και άρχισα να τον παίζω κανονικά. Έκανε μέσα στον ύπνο του να τον πιάσει, όμως αντί για πούτσο έπιασε το κεφάλι μου. Ξύπνησε και με είδε να τον τσιμπουκώνω. Τεντώθηκε ανάσκελα και μου είπε να συνεχίσω. Εγώ έγλειφα μανιωδώς, πότε το πουτσοκέφαλο και πότε τα αρχίδια, χώνοντας το πολλές φορές μέχρι το λαρύγγι.

Αυτός αντί για βρισίδια μου έλεγε πόσο με θέλει και πόσο με αγαπά. Αγγλικά, ιταλικά και τσέχικα έβγαιναν σε μπερδεμένες φράσεις από μέσα του, ενώ με τα χέρια μου χάιδευε τα μαλλιά και το λαιμό. Μετά από κανένα μισάωρο άρχισε να βογκάει δυνατά. Σε λίγο θα έχυνε… Άνοιξα το στόμα και πήρα του πουτσοκέφαλο, ενώ με το χέρι άρχισα να τον παίζω γρήγορα.

Σε λίγο το στόμα μου γέμισε με τη γλυκιά του κρεμούλα. Δεν άφησα σταγόνα χαμένη, το στράγγισα και μετά το καθάρισα καλά με τη γλώσσα μου. Αυτός με τράβηξε προς τα πάνω, με ξάπλωσε δίπλα του και ήρθε από πάνω μου. Με φιλούσε στις ρώγες, στο λαιμό και στο στόμα και με ευχαριστούσε γιατί του είχα πραγματοποιήσει την πιο τρυφερή του φαντασίωση, χωρίς να μου έχει πει ποτέ τίποτε. Μείναμε έτσι αγκαλιασμένοι για ώρα… Τελικά με σήκωσε.

-    «Άντε, εσύ πήρες το πρωινό σου, όμως πρέπει να πάρω και εγώ δυνάμεις για μετά…»

Μετά το πρωινό πήγαμε στην αίθουσα της τηλεόρασης της πτέρυγάς μας. Όλοι έλειπαν, έτσι ήμασταν ολομόναχοι. Καθίσαμε πλάι - πλάι και αντί για τηλεόραση με χαϊδολογούσε κανονικά. Κάποια στιγμή πέταξε την πρόταση να πάμε να πάρουμε καμιά ταινία από τη δισκοθήκη του κολλεγίου. Διαλέξαμε την τριλογία του Παζολίνι.

Εντωμεταξύ επειδή άρχισε να κάνει ζέστη αλλάξαμε. Ο Λάζλο μου έδωσε ένα από τα πολύ κοντά αθλητικά σορτσάκια, με σκίσιμο και από τις δυο πλευρές, που επέμενε να φορέσω χωρίς εσώρουχο μαζί με ένα αμάνικο μπλουζάκι, ενώ και αυτός φόρεσε κάτι παρόμοιο.

Κατεβήκαμε στο σαλόνι και αρχίσαμε με το Δεκαήμερο, για όσους ξέρουν όλες η τριλογία του Παζολίνι χαρακτηρίζεται από πικάντικες σκηνές, ανδρικό γυμνό και σεξουαλικά υπονοούμενα. Εγώ την έβλεπα για πρώτη φορά.

Όταν φτάσαμε στο επεισόδιο στο γυναικείο μοναστήρι, εκείνος άρχισε να ερεθίζεται και να με χουφτώνει άγρια. Μου τσιμπούσε τις ρώγες, με έβαζε να του γλείφω τα δάκτυλα και έχωνε τα χέρια του κάτω από το σορτσάκι, τσιμπώντας με στο εφηβαίο. Όταν τελείωσε το επεισόδιο στο μοναστήρι με ρώτησε αν θα ήθελα να είμαι στη θέση του μουγγού σε ένα αντρικό μοναστήρι.

-    «Σιγά, ακόμη με πονάει ο κώλος μου από τα χθεσινά. Που να είχα να βολέψω και άλλους 20…!»

-    «Ώστε ακόμη σε πονάει ο κώλος σου από χθες, ε;;; Γιατί το πρωί άλλα έδειξες…»

Ανέβηκα πάνω του και άρχισα να τον φιλάω.

-    «Ναι, αλλά το πρωί ήθελα να σε ικανοποιήσω με άλλον τρόπο…»

Τον φιλούσα με πάθος στο στόμα, στο λαιμό, κατεβαίνοντας προς το στήθος. Με πέταξε στο πλάι και έπεσε ορμητικά πάνω μου. Ήταν τόση η ορμή του που αναποδογυρίσαμε μαζί με τον καναπέ… Απτόητος συνέχισε να με φιλάει, κατεβάζοντάς μου το σορτς. Γυμνός τυλίχθηκα γύρω του, ζητώντας του να με κατακτήσει με κάθε τρόπο.

Κατέβασε το δικό του σορτς και μπήκε κατευθείαν μέσα μου. Η ορμητικότητά του με έτσουξε, όμως τα φιλιά του δεν με άφησαν να παραπονεθώ. Ήμασταν ενωμένοι, σαν κουβάρι. Χθες ήταν βίαιος και ορμητικός, ενώ σήμερα τρυφερός και γλυκός. Είχαμε γίνει ένα, και αυτό κράτησε για ώρα. Τον παρακαλούσα να μην τελειώσει και να μείνουμε έτσι για πάντα…

Μετά από πολύ ώρα, ένιωθα τα αρχίδια του να γίνονται βαριά. Ήθελε να χύσει, αλλά κρατιόταν κι αυτός. Του ζήτησα να μου το δώσει στο στόμα. Βγήκε και ανέβηκε στο στήθος μου και μου το έχωσε στο στόμα.

-    «Έλα, δείξε μου το ταλέντο σου…»

Άλλο που δεν ήθελα! Άρχισα να τον ρουφάω. Δεν άντεξε πολύ και σχεδόν αμέσως άρχισε να χύνει. αφού τον καθάρισα με σήκωσε από κάτω, δίνοντάς μου ένα βαθύ φιλί.

-    «Μμμ… ωραία γεύση έχεις…»

Ντυθήκαμε και καθίσαμε να δούμε την υπόλοιπη ταινία. Αν και μόλις είχε χύσει, φαινόταν ότι είχε πολύ όρεξη για χάδια και μπαλαμούτι. Έτσι ενώ εγώ -και καλά- ήθελα να δω την ταινία, αυτός με ξάπλωσε και συνέχισε να με φιλά και να με δαγκώνει.

Το βράδυ, μετά το δείπνο είχε πιο extreme ορέξεις. Με πήγε στο κουζινάκι και με έδεσε πάνω στο τραπεζάκι.

-    «Τώρα να δεις τι θα πάθεις!!!», μου ψιθύρισε.

Για να του απαντήσω τρελαμένος από καύλα:

-    «Ότι θες εσύ γαμιά μου…»

Του έδινα το ελεύθερο να με μεταχειριστεί όπως ήθελε και δεν άφησε την ευκαιρία χαμένη. Πήρε τη ζώνη του από το δωμάτιο και άρχισε να με χτυπάει δυνατά στα μπούτια και τον κώλο. Ήταν η πρώτη φορά που έκανα τέτοια παιχνίδια, αν και πολλές φορές τα είχα φανταστεί, και η όλη φάση με καύλωνε. Ενώ έπρεπε να βογκάω από πόνο εγώ βογκούσα από ηδονή. Η αντίδρασή μου αυτή τον ερέθιζε αφάνταστα.

-    «Βρωμοπουτανάκι, παλιομαζόχα, τσουλάρα!», ήταν μερικά από τα μπινελίκια που κατάλαβα.

Αφού με έδειρε για αρκετή ώρα μου τον κάρφωσε στα στεγνά. Εκεί βόγκηξα από πόνο και τον παρακάλεσα να φτύσει λίγο πρώτα. Αυτός με χαστούκισε και συνέχισε να με κοπανάει. Με γαμούσε με δύναμη και μου έριχνε δυνατά χαστούκια στον κώλο, πότε με τα χέρια και πότε με τη ζώνη. Στο τέλος με έλυσε, με γύρισε ανάσκελα και με έδεσε, τα χέρια τεντωμένα κάτω από το τραπέζι, αλλά τα πόδια ανοιγμένα και δεμένα από τα γόνατα. Έτσι όπως με είχε στημένο με ξανακάρφωσε και έχυσε μέσα μου.

Μόλις τελείωσε με παράτησε σ’ αυτήν την άβολη στάση και έφυγε. Έτσι δεμένος με πονούσαν οι κλειδώσεις. Τον φώναξα να έρθει, αλλά αδιαφόρησε. Πρέπει να πέρασε ώρα, γιατί είχε αρχίσει να βραδιάζει, όταν φάνηκε ξανά…

-    «Πώς σου φάνηκε;»

-    «Σούπερ! Αλλά έλα τώρα λύσε με γιατί πιάστηκα….»

-    «Όχι μωρό μου, δεν πρόκειται να σε λύσω τόσο γρήγορα, έχουμε ακόμη ώρα… και πίστεψέ με, μετά το αποψινό θα κάνεις να ξαναγαμηθείς μέρες…»

Γύρισα και είδα ότι φορούσε γάντια, σκόπευε να με φιστάρει. Άρχισα να τον παρακαλάω να μην το κάνει και θα του έκανα ότι ήθελε, θα γινόμουν σκλάβος του… Τελικά έδειξε να υποχωρεί. Με έβαλε να του υποσχεθώ ότι θα του έκανα ότι ήθελε, όπως ήθελε και αν δεν ήμουν υπάκουος θα με φίσταρε άγρια…

Με έλυσε και μου είπε κάθε πρωί να τον ξυπνάω με τσιμπούκι. Ανέβηκα επάνω, πλύθηκα και ξάπλωσα. Το πρωί ξύπνησα και έκανα όπως μου είπε. Αφού τελείωσε ντύθηκε και βγήκε. Το βράδυ είχαν γυρίσει οι άλλοι από το Νεσατέλ. Έτσι μαζεύτηκαν κάτω στο σαλόνι και συζητούσαν. Σε μια φάση κατέβηκα κι εγώ. Ο Νικολάε είχε πάρει ένα εικονογραφημένο Κάμα Σούτρα, με όλες τις στάσεις παλιές και νέες, εικονογραφημένες.

Καθώς το έβλεπαν και σχολίαζαν ήταν φανερό ότι είχαν καυλώσει όλοι. Μου έκανε νόημα να ανεβούμε, πήρε μαζί και το βιβλίο και άρχισε να με στήνει όπως ήθελε. Επί τρεις ώρες με έβαλε να κάνω όλες σχεδόν τις στάσεις. Με είχε διαλύσει, πονούσαν τα άκρα μου και ο κώλος μου. Στο τέλος με έβαλε να κάνω κατακόρυφο, ήρθε από πάνω μου και με έχυσε.

-    «Φρόντισε να τις μάθεις, γιατί θα σε εξετάσω και αν είσαι αδιάβαστος θα τιμωρηθείς…»

Όταν βγήκα έξω όλοι τους με κοιτούσαν με τρόπο. Είχαν ακούσει και είχαν καταλάβει τα πάντα, όμως εκτός από το περίεργο βλέμμα, όλοι χάιδευαν επιδεικτικά τα καυλιά τους. Την επόμενη εβδομάδα κάθε πρωί ξυπνούσα με το καυλί του Λάζλο στο στόμα για πρωινό, ενώ τα βράδια, ανάλογα με τις ορέξεις του, άλλοτε με γαμούσε και άλλοτε με έδερνε, για να μην ξεχνάω ότι είμαι μόνο ένα σκλαβάκι.

Αλλά ακόμη και μπροστά στους άλλους, δεν δίσταζε να με χουφτώνει, να μου κατεβάζει τα σορτσάκια, που μόνο αυτά μου επέτρεπε να φοράω μέσα στον κοιτώνα, να μου βάζει γενναία κωλοδάχτυλα και να με φωνάζει πάντα troia, δηλαδή τσούλα, μέχρι που και οι άλλοι έτσι με αποκαλούσαν.

Το Σάββατο αποφάσισε να πάμε εκδρομή στη Ζυρίχη. Μαζί μας θα ερχόταν οι άλλοι δύο Τσεχοσλοβάκοι, ο Ρουμάνος και ο Ουκρανός. Θα μέναμε σε ένα ξενώνα νεότητας, σε ένα εξάκλινο. Φύγαμε Παρασκευή μετά το φαγητό και κατά τις έξι ήμασταν στην πόλη. Πήγαμε πήραμε το δωμάτιο και βγήκαμε βόλτα.

Το βράδυ γυρίσαμε στον ξενώνα. Ο θάλαμος είχε τρία διώροφα κρεβάτια, ημίδιπλα. Εγώ ήθελα να πάρω το πάνω, όμως ο Λάζλο με έβαλε κάτω και από πάνω μου είχα το Ρουμάνο. Ξεντυθήκαμε και την πέσαμε. Μετά από λίγο ο Λάζλο ήρθε δίπλα μου και μου είπε να γδυθώ. Τρόμαξα.

-    «Τι; Μπροστά στους άλλους;»

-    «Έχεις αντίρρηση; Ξεχνάς τι είσαι σκλαβάκι;»

Μου άναψε ένα χαστούκι. Εγώ σηκώθηκα και γδύθηκα ενώ οι άλλοι άρχισαν αν σφυρίζουν. Ο Ρουμάνος άναψε τα φώτα, έτσι για να βλέπουν καλύτερα. Ο Λάζλο με ξάπλωσε ανάσκελα και άρχισε να με γαμάει ιεραποστολικά (στο διώροφο δεν βόλευε άλλη στάση). Μετά από κανένα μισάωρο έχυσε και με έβαλε να του τον καθαρίσω. Ο Ρουμάνος έκανε να κατεβεί για να πάρει σειρά, όμως τον έδιωξε.

-    «Σου είπε κανείς μαλάκα ότι το τσουλάκι το έχουμε συνεταιρικά; Μου ανήκει, συνεννοηθήκαμε;»

Δυσανασχετώντας ξάπλωσε και με άφησε. Αφού τον καθάρισα με πήρε αγκαλιά και κοιμηθήκαμε έτσι αγκαλιασμένοι. Φυσικά την άλλη μέρα το πρωί, πριν φύγουμε, με έβαλε να του πάρω πίπα όπως κάθε μέρα. Οι άλλοι αλυχτούσαν. Έτσι για να τους τη σπάσει, μόλις έχυσε με ανέβασε στο πάνω κρεβάτι με ανοιχτά τα πόδια, έτσι που η τρύπα μου να είναι φόρα παρτίδα και εκεί άρχισε να με δαχτυλώνει κανονικά.

Μου είπε να αρχίσω να μαλακίζομαι ενώ αυτός έπαιζε με την τρύπα μου, βάζοντας τρία και μετά τέσσερα δάχτυλα. Μόλις έχυσα γύρισα και είδα τους άλλους… Είχαν καυλώσει και οι δύο τον έπαιζαν κανονικά. Μου έχωνε τα δάχτυλα στον κώλο για ώρα… Σε κάποια στιγμή μου έχωσε και τους δύο αντίχειρες και άρχισε να μου ανοίγει την τρύπα. Βόγκηξα από πόνο, αλλά αυτός με κρατούσε έτσι, με την τρύπα τεντωμένη και άρχισε να τους λέει:

-    «Βλέπετε τι τρυπάρα έχει το τσουλάκι μου; και μη νομίζετε, μισανοιγμένη ήταν. Δείτε την γιατί δεν θα την ξαναδείτε. Αυτή η τρύπα μου ανήκει και θα την κάνω ότι θέλω…»

Μου έριξε μια δυνατή στον κώλο και με ρώτησε τι μου είναι.

-    «Ο αφέντης μου…», είπα ξεψυχισμένα.

-    «Κι εσύ τί είσαι;»

-    «Η αρσενική σου σκλάβα αφέντη. Μια ιδιοκτησία σου…», του απάντησα.

Μου έριξε άλλη μία και μου είπε να κατέβω και να ντυθώ. Ετοιμαστήκαμε και βγήκαμε για να δούμε την πόλη. Γυρίσαμε στο κολέγιο αργά το βράδυ.

Την Τρίτη το πρωί στο μάθημα η υπεύθυνη του κολεγίου είπε στο Λάζλο ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα με τη βίζα του και έπρεπε την επομένη το πρωί να φύγει για Πράγα. Όλη μέρα ήταν μαζί της και προσπαθούσαν να βρουν μια άκρη. Τελικά το απόγευμα γύρισε στο δωμάτιο. Δεν υπήρχε λύση και έπρεπε να φύγει αργά το βράδυ με το τρένο. Θα συνέχιζε τα μαθήματα στην Τσεχία. Αφού ετοίμασε τα πράγματά του μου είπε:

-    «Ήθελα να το γλεντήσουμε κι άλλο, όμως δυστυχώς πρέπει να φύγω. Πήγαινε πλύσου και ετοιμάσου. Το βράδυ θα είναι το αποχαιρετιστήριο γαμήσι».

Έκανα όπως μου είπε. Μόλις βγήκα από το μπάνιο με έριξε πάνω στο κρεβάτι και ήρθε από πάνω μου. Ήταν η τελευταία μας φορά και εννοούσε να μου μείνει αξέχαστη. Ήταν τόση η λύσσα του που για πρώτη φορά μάτωσα λίγο. Όμως αυτός, παρά τα παρακάλια μου, με γαμούσε ασταμάτητα.

Τα ξεφωνητά μου ακούστηκαν και σε λίγο στο δωμάτιο είχαν βρεθεί δύο από τα διπλανά δωμάτια. Ο Λάζλο με πέταξε στο πάτωμα και με διέταξε να στηθώ στα τέσσερα. Τρέμοντας από πόνο και καύλα έκανα όπως μου είπε. Ήρθε και καρφώθηκε πίσω μου με φόρα. Ούρλιαξα από τον πόνο, ενώ αυτός συνέχισε απτόητος.

-    «Σήμερα θέλω την τρυπούλα σου καθαρή!», είπε λαχανιασμένα και μου τον έφερε στο στόμα.

Μου τον έχωσε τόσο βαθιά που με έπνιξε. Ευτυχώς έχυσε σχεδόν αμέσως και με άφησε να αναπνεύσω. Του καθάρισα τον πούτσο, ο οποίος είχε και λίγο αίμα. Μόλις τελείωσα με άρπαξε από τα μαλλιά.

-    «Μη σηκώνεσαι. Στα τέσσερα σαν καλό σκυλάκι!»

Με έσυρε μέχρι την κουζίνα.

-    «Μείνε εκεί και μην κουνιέσαι!»

Γύρισε μετά από λίγο, με ανέβασε στο τραπέζι και με έδεσε ανάσκελα.

-    «Μέχρι τώρα τα τέσσερα δάκτυλα τα έπαιρνες μια χαρά! Τώρα θα πάρεις ολόκληρο το χέρι».

Άρχισα να τον παρακαλάω να μην το κάνει όμως με χαστούκισε με δύναμη.

-    «Ξεχνάς τη θέση σου τσουλάκι. Σκάσε γιατί θα σε φιμώσω!»

Εντωμεταξύ είχαν μαζευτεί γύρω μου οι άλλοι επτά και παρακολουθούσαν το θέαμα.

-    «Εντάξει!», είπα. «Κάνε ότι θες…»

Πήρε το μπουκάλι με το λιπαντικό και έριξε μπόλικο στην τρύπα μου και στα χέρια του. Με τη μία μου έχωσε τα τέσσερα δάχτυλα.

-    «Ηρέμησε… Αν με τη μία τρως τα τέσσερα, εύκολα θα σου μπει και το πέμπτο!», είπε, παίζοντας με την τρύπα μου.

Σε λίγο έχωσε δυο δάχτυλα από το άλλο χέρι και άρχισε να μου τεντώνει την τρύπα. Γρήγορα μου βύθισε τον αντίχειρα. Μου είχε χώσει ολόκληρη την παλάμη και άρχισε να την παίζει. Ο κώλος μου από το γαμήσι που μου είχε ρίξει πριν και με την παλάμη του μέσα πονούσε, έτσουζε και έκαιγε.

Το χέρι του έμπαινε και έβγαινε μέσα μου, ανοίγοντάς με στα δύο, τραβιόταν έξω, για να μπει κάθε φορά και πιο βαθιά, κόντευε να φτάσει στον αγκώνα. Από τον πόνο άρχισα να ουρλιάζω και να κλαίω. Σταμάτησε και με έλυσε, με πήγε στο δωμάτιο και με έστησε μπροστά στον καθρέφτη. Μου έδειξε την τρύπα μου, έχασκε ξεχειλωμένη.

-    «Σου έκανα καλή δουλειά τσουλάκι! Μετά από αυτό μπορείς να πάρεις και άλογο!»

Μου είπε να ντυθώ και να πάω να δω τηλεόραση, ενώ αυτός άρχισε να κάνει μπάνιο. Έβαλα ένα από τα σορτσάκια του και βγήκα. Πήγα να δω τηλεόραση. Από τον πόνο δεν μπορούσα να κάτσω, ενώ οι άλλοι σχολίαζαν τη στάση που καθόμουν και το ξεκώλιασμα που είχα φάει.

Μετά από κανένα μισάωρο βγήκε από το δωμάτιο με τα πράγματά του, μας αποχαιρέτησε και έφυγε. Πριν φύγει με πήρε παράμερα…

-    «Μπορεί να είσαι θυμωμένος μαζί μου γιατί σε γάμησα μπροστά στους άλλους. Μην ντρέπεσαι, τους είδες, όλοι ψοφούσαν για να συμμετάσχουν. Έχεις ακόμη τρεισήμισι εβδομάδες και μετά δεν πρόκειται να δεις κανέναν τους. Μην καταπιέζεσαι και γλέντα το. Όταν γυρίσεις Ελλάδα σπάνια θα έχεις την ευκαιρία να κάνει κάτι και εκεί θα φοβάσαι, εδώ μπορείς να κάνεις ότι θέλεις!»

Με φίλησε…

-    «Βάλε λίγο πάγο απόψε και μην κάνεις τίποτε για κανα δυο μέρες. Μετά καβάλα τους όσο θες! Ciao μικρό μου πουτανάκι!»

Με ξαναφίλησε και έφυγε…

 

(Copyright protected OW ref: 8365 "Erotic stories archive")