Το βράδι που μου άλλαξε τη ζωή

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ συνέβη πριν από τέσσερα περίπου χρόνια, όταν σπούδαζα στο Ιστορικό στα Γιάννενα.

Τότε ήρθε να με επισκεφτεί ένας παιδικός μου φίλος, ο Βασίλης. Με τον Βασίλη μεγαλώσαμε μαζί. Γεννηθήκαμε την ίδια χρονιά, μέναμε στην ίδια πολυκατοικία, πηγαίναμε στα ίδια σχολεία, ίδιες παρέες, ίδια γούστα, και χωρίσαμε μόνο για να πάμε στο Πανεπιστήμιο, εγώ στα Γιάννενα κι εκείνος στην Μυτιλήνη. Η πιο μεγάλη διαφορά μεταξύ μας ήταν τα μαλλιά, αυτός ξανθός, εγώ μελαχρινός.

Το βράδυ βγήκαμε φυσικά έξω για να του δείξω πόσο ζωηρά είναι τα Γιάννενα. Πήγαμε σε ένα από τα ωραία μπαράκια του μόλου, που συγκεντρώνουν πολύ φοιτητόκοσμο. Γρήγορα εντοπίσαμε μια παρέα με τρία πανέμορφα κορίτσια και τους πιάσαμε την κουβέντα. Τα κορίτσια, δυο Ισπανίδες και μια Γαλλίδα, ήταν Εράσμους φοιτήτριες, δηλαδή είχαν έρθει στα Γιάννενα με πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών για μερικούς μήνες. Περνούσαμε καλά, γελούσαμε και τα μάτια μας παίζανε, αλλά γύρω στη μιάμιση οι δυο Ισπανίδες την κάνανε γιατί νύσταξαν. Μείναμε με την Γαλλίδα, την Σαντρίν. Ένα υπέροχο πλάσμα με μακριά καστανά μαλλιά και τέλειο σώμα, που διαγράφονταν αισθησιακό μέσα στο ημίφως του μπαρ. Γύρω στις δύο της προτείναμε να πάμε στα μπουζούκια και δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Δεν είχε ξαναπάει, αλλά είχε ακούσει και ήθελε να δει πώς ήταν. Εκεί, αφού ήπιαμε από 2-3 ποτά ο καθένας, αρχίσαμε να χορεύουμε και οι τρεις μαζί και να χουφτώνουμε την Σαντρίν, η οποία όχι μόνο δεν είχε πρόβλημα, αλλά ανταποκρίνονταν χουφτώνοντας και τους δυο μας. Πότε μας χάιδευε στο στήθος, πότε μας έπιανε τον κώλο, πότε άγγιζε τα ήδη φουσκωμένα πέη μας πάνω από τα παντελόνια. «Ρε Βασίλη, τι κάνουμε τώρα;» ρώτησα μπερδεμένος. «Μαλάκα, μας έκατσε. Θα πάρουμε την γκόμενα παρτούζα».

Γύρω στις πέντε της προτείναμε να φύγουμε και να πάμε από το σπίτι. Δεν είχε αντίρρηση. Εκεί εγώ προσπάθησα να το παίξω καλός οικοδεσπότης, ετοιμάζοντας ποτά και τέτοια, αλλά ο Βασίλης, που είχε πιάσει καλύτερα το νόημα για το τι γυναίκα ήταν η Σαντρίν, άρχισε να την γλωσσοφιλάει. «Άσε τα ποτά», μου είπε, «και φίλα την κι εσύ». Έτσι και η δικιά μου γλώσσα πέρασε ανάμεσα από τα σαρκώδη χείλη της και μπλέχτηκε με την φιδίσια γλώσσα της. Μετά άρχισε να την φιλάει ο Βασίλης και τα χέρια του σύρθηκαν από τους ώμους στα βυζάκια της κι από κει στην κοιλίτσα και τέλος κάτω από το μίνι που φορούσε. Όταν ξαναβγήκε κρατούσε το εσώρουχό της: ένα κόκκινο σλιπάκι, που μπροστά ήταν εντελώς μούσκεμα από τα ζουμάκια της. Αυτό ήταν και το σύνθημα να πάμε στην κρεβατοκάμαρα και την γδύσαμε εντελώς.

Εγώ και ο Βασίλης βγάλαμε ρούχα και φανέλες και κρατήσαμε μόνο τα μποξεράκια. Τότε πρόσεξα για πρώτη φορά το κορμί του φίλου μου. Εγώ είμαι μελαχρινός και το στήθος μου είναι κατάσπαρτο με μαύρες τριχούλες, όμως εκείνος είχε δυο φουσκωτά βυζάκια και καλυμένα από μαλακό ξανθό χνούδι που σχεδόν δεν φαινόταν. Αρχίσαμε να γλείφουμε τη γκόμενα σε όλο της το κορμί, εγώ στα βυζιά και ο Βασίλης στο υγρό μουνί της. Δεν είχε μεγάλα βυζιά, μέτρια προς τα μικρά ήταν, αλλά οι ρόγες της ήταν τεράστιες και πολύ σκληρές. Το μουνάκι της ήταν εντελώς ξυρισμένο και το χάιδευα μια εγώ μια ο Βασίλης, ώσπου στο τέλος βάλαμε και οι δυο από δυο δάχτυλα μέσα και την γαμούσαμε μαζί. Τότε η γκόμενα τρελάθηκε κι άρχισε να βογγάει και να χύνει.

«Μαλάκα, θες να την γαμήσεις πρώτος;», με ρώτησε ο Βασίλης.

Αν ήθελα λέει… Έβγαλα αμέσως το μποξεράκι μου, φανερώνοντας το καυλί μου που ήταν έτοιμο να εκραγεί, και μπήκα ανάμεσα στα μπούτια της. Τα άνοιξα και βύθισα το 18άρι μου στο έτοιμο μουνάκι της. Αν και τα υγρά της έτρεχαν άφθονα και είχαν μουσκέψει ακόμα και τα μπούτια και την κωλοτρυπίδα και τα σεντόνια, το μουνί της ήταν πολύ στενό και δυσκολεύτηκα κάπως να μπω. Απ’ την στιγμή όμως που μπήκα άρχισα να γαμάω δυνατά και σταθερά. Ήθελα να τη σκίσω την πουτάνα. Να της γαμήσω τα πρέκια.

Τότε ο Βασίλης σηκώθηκε όρθιος κατέβασε το μποξεράκι του μέχρι τα γόνατα κι άρχισε να μαλακίζεται μπροστά μας. Το θέαμα της ψωλής του με τρέλανε. Ήταν περίπου σαν τη δική μου σε μήκος, 18 εκατοστά, αλλά οι ξανθές τρίχες, που σου έδιναν την αίσθηση της απαλότητας μου έκαναν φοβερή εντύπωση. Και το κατακόκκινο πουτσοκέφαλο, που ήταν μυτερό και υγρό και όσο το έτριβε, τόσο πιο κόκκινο γινόταν. Τα αρχίδια του ήταν μεγάλα και χοντρά και κρέμονταν άνετα μέσα σε ένα σακούλι που ήταν καλυμμένο με ξανθό απαλό χνούδι. Μου έκανε τόση εντύπωση που, χωρίς να σταματήσω να γαμάω την Σαντρίν, μάλιστα την γαμούσα πιο δυνατά και πιο γρήγορα πλέον, δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από το υπέροχο καυλί του φίλου μου.

Και τότε το έκανα: Χωρίς να το σκεφτώ, έμεινα με τον πούτσο καρφωμένο βαθιά στο μουνί της γαλλίδας, άπλωσα το χέρι μου και χούφτωσα τα αρχίδια του. Η αίσθηση με τρέλανε. Ήταν ακόμα πιο απαλά απ’ όσο φαινόταν και πιο βαριά. Τα τράβηξα προς το μέρος μου και χωρίς να κουνηθώ χιλιοστό από το μουνί, ρούφηξα την πούτσα του Βασίλη, όσο μπορούσα. Ο Βασίλης δεν είπε τίποτα, μάλλον από την έκπληξη που ένιωσε, όταν όμως άρχισα να κουνιέμαι, αργά στην αρχή, δυνατότερα μετά, μέσα - έξω στο μουνί της Σαντρίν και ταυτόχρονα να καταπίνω και να βγάζω έξω την πούτσα του, ο φίλος μου άρχισε να βογγάει. Και μάλιστα μετά από λίγο έπιασε το κεφάλι μου, το κράτησε σταθερά και άρχισε να μου γαμάει το στόμα. «Oh boyz, go for it», είπε η Σαντρίν κι άρχισε να ουρλιάζει από τον δυνατό οργασμό. Ο Βασίλης δεν άντεξε πολύ ακόμα και σύντομα έβαλε την πούτσα του όσο πιο βαθιά μπορούσε στο στόμα μου και με αφού είπε ένα ξεψυχισμένο «Ρούφα τα» άρχισε να χύνει. Κι εγώ τον υπάκουσα και ήπια όσα περισσότερα μπορούσα, χύνοντας το δικό μου σπέρμα στο μουνί της Σαντρίν. Μετά από αυτό, πέσαμε όλοι στο κρεβάτι λαχανιασμένοι.

Ύστερα από λίγο, όταν η Σαντρίν πήγε στο μπάνιο, ένιωθα φοβερή ντροπή απέναντι στον φίλο μου. Εκείνος όμως μου είπε «Μαλάκα είσαι φοβερός» και άπλωσε το χέρι του και με χάιδεψε στο στήθος. Αυτό με έκανε να αισθανθώ εντάξει με τον εαυτό μου και να φύγει η ντροπή εντελώς. Η Σαντρίν βγήκε από το μπάνιο και άρχισε να ντύνεται για να φύγει. Την παρακαλέσαμε να μείνει και για ακόμα ένα γύρο, είπε όμως ότι είχε εργαστήριο στις οχτώ, αλλά αν θέλαμε να την συναντούσαμε το επόμενο βράδυ, θα έφερνε και μια συμπατριώτισσά της. Ανταλλάξαμε κινητά και την έκανε.

Μείναμε με τον Βασίλη γυμνοί στο κρεβάτι.

«Τέλεια ήταν!», είπε ο φίλος μου, «μόνο που δεν γάμησα...», και με κοίταξε με ένα παράξενο τρόπο.

Ανταπέδωσα το βλέμμα και τότε αυτός κόλλησε το κορμί του δίπλα μου κι αρχίσαμε να φιλιόμαστε στο στόμα σαν τρελοί. Οι πούτσες μας καύλωσαν και χτυπούσε η μια την άλλη. Το χέρι του διέσχισε το κορμί μου και κατέληξε ανάμεσα στα κωλομέρια μου. Αφού έπαιξε με τις κωλότριχές μου έβαλε το ένα δάχτυλο μέσα. Με έτσουξε.

«Μμμ, είσαι πολύ σφιχτός», μου είπε, «σήκωσε τα πόδια να δω».

Όντως, με έβαλε να κρατάω τα πόδια μου κολλημένα στο στήθος μου κι αυτός κόλλησε τη μούρη του ανάμεσα στα κωλομάγουλά μου. Ένιωσα πρώτα τα δάχτυλά του να χαϊδεύουν τις τριχούλες μου και την κωλοτρυπίδα μου απαλά και μετά την γλώσσα του πάνω τους. Πήγα να τραβηχτώ, γιατί δεν είχα κάνει ντους κι ένιωθα άβολα, αλλά αυτός με καθησύχασε και άρχισε να με γλύφει αφήνοντας πολύ σάλιο πάνω και μέσα στην τρύπα μου. Όπως μου είπε αργότερα, ήταν αυτή η αψιά μυρουδιά κωλίλας και αντρίλας σε συνδυασμό με τις τρίχες που τον τρέλανε.

Μετά άρχισε την διαδικασία ανοίγματος, που κράτησε πάνω από μισή ώρα. Πρώτα με ένα δάχτυλο, έπειτα με δύο, στο τέλος με τρία. Πολύ σάλιο και πολύ υπομονή έβαλε ο Βασίλης στον κώλο μου, και δεν νομίζω να έχασε. Ούτε κι εγώ φυσικά. Γιατί απολάμβανα το σταδιακό τέντωμα της σούφρας μου. Στο τέλος φόρεσε προφυλακτικό και πήρε θέση ανάμεσα στα μπούτια μου. Καθοδήγησε τον ωραίο του πούτσο στην υγρή κωλοτρυπίδα μου και έσπρωξε. Φοβερός πόνος. Τόσο μεγάλος που ξεκαύλωσε ο πούτσος μου. Ο Βασίλης όμως, παρά τα βογκητά μου, συνέχιζε να σπρώχνει μέχρι που μπήκε όλος μέσα. Εκεί στάθηκε κι άρχισε να με γλωσσοφιλάει και να με μαλακίζει. Όταν η πούτσα μου σκλήρυνε στην παλάμη του, ξεκίνησε το πραγματικό γαμήσι. Δυνατό, βαθύ, άγριο. Μπαινόβγαινε στον κώλο μου σαν κομπρεσέρ σε άσφαλτο και σε κάθε του σπρωξιά το σώμα μου τραντάζονταν δυνατά. Το ίδιο και το κρεβάτι μας. Ο ιδρώτας μας έσταζε και μούσκευε τα σεντόνια και το δωμάτιο μύριζε αντρίλα, γαμήσι, πουτσίλα, κωλίλα, μουνίλα. Δεν άντεξα άλλο. Η πούτσα μου άρχισε να τρέμει και, χωρίς να την αγγίζει κάνεις, άρχισα να χύνω τρελά. Η πρώτη ριπή χύσι εκσφεντονίστηκε και χτύπησε το πρόσωπό μου. Η δεύτερη με βρήκε στο λαιμό και η τρίτη στα βυζιά. Έχυσα τόσο που πασαλείφτηκα ολόκληρος και φυσικά λέρωσα τον Βασίλη, ο οποίος όλη αυτή την ώρα με γαμούσε ατάραχος.

Όταν τελείωσα έκανε το εξής. Έβγαλε το καυλί του έξω, έσκισε και πέταξε μακριά την καπότα και μπήκε ξανά μέσα μου. Η αίσθηση ήταν φοβερή. Χίλιες φορές πιο ηδονική. Και ο Βασίλης γαμούσε πολύ δυνατά. Έτσι δεν άργησε η ώρα που έχυσε κι αυτός. Κι έχυσε βαθιά μέσα μου, στο κωλάντερό μου, το ράντισε με το παχύ και πλούσιο σπέρμα του. Ύστερα έπεσε πάνω μου, με την πούτσα του ακόμα στον κώλο μου, μη μπορώντας να κουνηθεί καθόλου. Όταν ξαναβρήκε την αναπνοή του, τραβήχτηκε πιο δίπλα και έβγαλε την πούτσα του, η οποία στο μεταξύ είχε μαλακώσει.

 

(Copyright protected OW ref: 8320 "Erotic stories archive")