Η γειτονιά (5ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Ο Τάσος και η Αυγή υποχρέωσαν την Φωφώ να φορέσει τη στολή μιας υπηρέτριας που ήταν φτιαγμένη από μαύρο μεταξωτό ύφασμα. Η γενική της εμφάνιση τώρα φαινόταν πολύ πιο καυλιάρικη απ’ ότι προηγουμένως. Το στήθος της το κάλυπτε ένα εφαρμοστό μπλουζάκι και το μουνί της μια άσπρη ποδιά. Το πίσω μέρος της στολής ήταν πολύ πιο αποκαλυπτικό. Τα κωλομάγουλα της ήταν τελείως γυμνά και φαίνονταν. Της φόρεσαν ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα παπούτσια και ένα ζευγάρι καυλιάρικα δαντελωτά σοσόνια. Γύρω απ’ τη μέση της υπήρχε μια εφαρμοστή’ ζώνη που συγκρατούσε τις ζαρτιέρες και τις λεπτές κολάν κάλτσες.

Η Φωφώ τα είχε χαμένα. Είχε ξεχάσει πόσες μέρες είχε μείνει φυλακισμένη στο σπίτι του Τάσου και της Αυγής. Ίσως και τέσσερις. Εκείνη, όταν το σκεφτόταν νόμιζε ότι είχε περάσει μια ολόκληρη εβδομάδα. Κάθε μέρα που περνούσε εκεί μέσα τη μαστίγωναν, την αλυσόδεναν και τη γαμούσαν. Το τι τσιμπούκι και τι γλειφομούνι έκανε, δεν λέγεται. Τουλάχιστον είχε αλλάξει γρήγορα μυαλό και κατάφερε να τους πείσει να της δώσουν να φάει κάτι και να μη μείνει νηστική.

Εκείνη μπορεί να είχε ανακτήσει κάπως το ηθικό της, αλλά το κορμί της την πονούσε απ’ άκρη σ’ άκρη. Τα κωλομάγουλα της είχαν χαραχθεί από τις λυσσασμένες βουρδουλιές που της είχε ρίξει η Αυγή. Η Αυγή ήταν πολύ εξπέρ στη χρήση του μαστιγίου και κάθε λίγο, όποτε της καύλωνε, μαστίγωνε αλύπητα την Φωφώ έτσι για γούστο. Αλλά δεν την πονούσαν μόνο τα κωλομέρια της. Την πονούσαν και τα βυζιά της. Πότε - πότε ένιωθε ένα φοβερό πόνο πάνω στην κλειτορίδα της κι ένα δυνατό κι αβάσταχτο στην κωλοτρυπίδα της. Κάποια στιγμή κι ενώ η Φωφώ πονούσε και σκεφτόταν την κατάντια της, εμφανίστηκε ο άντρας της, ο Τάκης.

Απ’ την πρώτη ματιά που του έριξε κατάλαβε ότι ο Τάκης όλες αυτές τις μέρες είχε ξεσκιστεί στο γαμήσι. Η Φωφώ εκνευρίστηκε. Όταν όμως η Φωφώ τόλμησε να διαμαρτυρηθεί και να του ζητήσει εξηγήσεις, εκείνος δεν δίστασε και της άστραψε ένα δυνατό χαστούκι και μετά της χτύπησε με την παλάμη του τα βυζιά της. Οι ρώγες της άρχισαν να πετούν και πάλι φλόγες. Η Φωφώ άρχισε να σκούζει και να βογκάει απ’ τον πόνο, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε περισσότερο. Τώρα πλέον είχε πεισθεί ότι ο άντρας της ήταν τελείως αδιάφορος κι ότι δεν έπρεπε να περιμένει να τη βοηθήσει.

Ήταν πλέον απομεσήμερο όταν ο Τάκης την πήρε αλυσοδεμένη και την έβγαλε στον κήπο του σπιτιού του Τάσου και της Αυγής. Η Φωφώ δεν του έφερε καμιά απολύτως αντίρρηση. Προτιμούσε να πάει οπουδήποτε παρά να μείνει άλλο μέσα στο κολαστήριο της Αυγής. Μόνο όταν έφτασαν στην εξώπορτα του κήπου κατάλαβε η Φωφώ ότι στην ουσία κυκλοφορούσε έξω γυμνή. Καθώς βγήκαν στο δρόμο και πέρασαν μπροστά απ’ το σπίτι τους, της ήρθε μια έντονη επιθυμία να τρέξει προς το σπίτι τους και να κρυφτεί. Τουλάχιστον εκεί μέσα πίστευε ότι θα βρει την ησυχία και τη γαλήνη της. Όμως τα σχέδια του Τάκη ήταν διαφορετικά. Ο Τάκης την τράβηξε σαν σκυλί απ’ την αλυσίδα και την οδήγησε προς το διπλανό σπίτι. Η περιήγηση της Φωφώς συνεχιζόταν και σίγουρα μέσα σ’ αυτό το καινούργιο σπίτι την περίμεναν νέα γαμήσια, νέα γλειφομούνια νέα τσιμπούκια, νέες ταπεινώσεις νέα βασανιστήρια.

Στην είσοδο του σπιτιού τους περίμενε η Ελένη. Η Ελένη ήταν μια καλοσχηματισμένη νταρντάνα με γαλανά μάτια και κατάξανθα μαλλιά που μερικές τους άκρες έφταναν μέχρι τα κωλομάγουλα της. Η επιδερμίδα της ήταν κατάλευκη και που και που ροδαλή σαν της παιδούλας και απ’ την πρώτη κιόλας ματιά που της έριχνες καταλάβαινες ότι αυτή η γυναίκα ποτέ δεν είχε βγει έξω να τη δει ο ήλιος. Τα χείλια της ήταν μεγάλα, πλούσια και σαρκώδη. Το κορμί της γεμάτο καμπύλες και το ύψος της τουλάχιστον 10 πόντους μεγαλύτερο απ’ της Φωφώς.

Η Ελένη φορούσε ψηλές μαύρες μπότες με πολύ ψηλά και μυτερά τακούνια, ενώ τα χέρια της καλύπτονταν από ένα ζευγάρι μακριά μαύρα γάντια που έφταναν μέχρι τους αγκώνες της και παραπάνω. Στην εσωτερική πλευρά των γαντιών υπήρχαν ενσωματωμένα πολλά καρφιά. Το ντύσιμό της γενικά ήταν μια συλλογή από αλυσίδες, μαύρα κομμάτια δέρματος και πάνω απ’ το μουνί της ένα μικροσκοπικό τρίγωνο δέρμα που άφηνε πολλά περιθώρια για να φανούν τα μουνόχειλα της. Το πάνω μέρος του  φορέματός της αποτελούνταν από δυο σχετικά φαρδιές δερμάτινες λουρίδες που κάλυπταν ίσα - ίσα τις πεταχτές και ροδαλές ρώγες της. Η Ελένη έδειχνε ψύχραιμη και μάλλον αδιάφορη. Η ματιά της όμως σίγουρα μαρτυρούσε τον τραχύ κι απότομο χαρακτήρα της. ‘Ήταν μια γκόμενα που ήξερε τι ζητούσε απ’ τη ζωή κι αυτό είχε σχέση με το γαμήσι και τη σαρκική απόλαυση.

-        «Καλώς την κουκλάρα μου!», είπε μόλις αντίκρισε την Φωφώ. «Τελικά βλέπω έφτασε κι η σειρά μου να σε περιποιηθώ. Ξέρεις, άκουσα ότι θα δεχόμουν την επίσκεψή σου και γι’ αυτό φρόντισα να ντυθώ κάπως επίσημα».

Η Φωφώ δεν κρατήθηκε κι έσκασε στα γέλια. «Καλά, σ’ αυτή τη γειτονιά δεν υπάρχει κανένας λογικός άνθρωπος;», αναρωτήθηκε. Πως μπορούσε να χαρακτηρισθεί αυτή η γύμνια της ντύσιμο; Η Φωφώ δεν άργησε να συνέλθει και να ανατριχιάσει καθώς σκέφτηκε ότι ήταν αντιμέτωπη με τη νέα της βασανίστρια. Η Ελένη δεν φαινόταν να χωρατεύει. Ξαφνικά η Φωφώ πανικοβλήθηκε και της ήρθε η διάθεση να τρέξει προς την πόρτα και να φύγει. Ο Τάκης όμως πρόλαβε και την τράβηξε απ’ την αλυσίδα κι έτσι η Φωφώ έμεινε ακίνητη στη θέση της. Η Φωφώ έχασε την ισορροπία της και ξαπλώθηκε φαρδιά πλατιά πάνω στο χαλί του σαλονιού της Ελένης.

-        «Τελικά θα καθίσεις Τάκη ν’ απολαύσουμε παρέα μερικές ωραίες στιγμές ή όχι;», ρώτησε η Ελένη.

-        «Προτιμώ να το αναβάλλουμε για μια άλλη φορά. Λέω καλύτερα να πάνω στο σπίτι της Άντας που έχει πολύ καλύτερο.. ρεπερτόριο».

Η Ελένη έσκασε στα γέλια. Η Φωφώ άκουγε τον άντρα της και της ερχόταν αηδία. Ξαφνικά ο Τάκης άνοιξε την πόρτα, βγήκε και έφυγε τρέχοντας κλείνοντας με θόρυβο την εξώπορτα του σπιτιού της Ελένης. Τώρα πλέον η Φωφώ είχε μείνει μόνη με τη νέα της βασανίστρια για να της κάνει όλα τα κέφια.

-        «Σε παρακαλώ Ελένη, μη μου κάνεις κακό…», είπε με καλό τρόπο η Φωφώ ελπίζοντας ότι θα ημέρευε κάπως αυτή τη γειτόνισσά της. «Οι άλλοι γείτονες μας μου φέρθηκαν τόσο άσχημα. Να, κοίτα τι μου έχουν κάνει. Όλο ξύλο μου έδιναν όλες αυτές τις μέρες. Χώρια τα άλλα που μ’ ανάγκασαν να κάνω».

-        «Σοβαρά; Σου έκαναν κι άλλα πράγματα;», την ρώτησε η Ελένη μ’ ένα μάλλον ειρωνικό τρόπο.

Η Φωφώ ντρεπόταν αλλά νόμιζε ότι άξιζε τον κόπο να της πει τα όσα είχε τραβήξει στα χέρια των άλλων γειτόνων της. Πίστευε ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο θα κατάφερνε να ημερέψει τη νέα αυτή γειτόνισσα της.

-        «Που λες Ελένη μου, με μαστίγωσαν και με χτύπησαν άγρια. Με έδεσαν με αλυσίδες σαν να ήμουν σκυλί. Μου έδωσαν τσιμπούκια, με γάμησαν απ’ το μουνί, κι ο Τάσος μου έχωσε την παλουκάτη πουτσάρα του μέσα στην παρθενική μου κωλοτρυπίδα. Άσε! Δεν ξέρεις τι τράβηξα. Κόντεψε να με ξεσκίσει το κτήνος! Τι χοντρή ψωλή είναι αυτή που έχει!».

Η Ελένη δεν συγκρατήθηκε και έσκασε στα γέλια. Η φωνή της έδειχνε το σαρκασμό σ’ όλο του το μεγαλείο.

-        «Ο Πέτρος θα χαρεί ιδιαίτερα αν του πεις ότι δεν είσαι παρθένα απ’ τον κώλο. Δεν του αρέσει να γαμάει παρθενικές κωλοτρυπίδες».

Τα λόγια της Ελένης έπεσαν σαν ένα δυνατό χαστούκι στο πρόσωπο της Φωφώς. Η Ελένη μέχρι εκείνη τη στιγμή προσποιούταν την καλή και τη δούλευε ενώ η Φωφώ της άνοιγε την καρδιά της και της έλεγε τον πόνο της. Τελικά η Ελένη αποδεικνυόταν ότι ήταν πολύ πιο καριόλα απ’ όλες τις άλλες που είχε γνωρίσει τις προηγούμενες μέρες. Η Φωφώ τα έχασε όταν είδε την Ελένη να της τραβάει την αλυσίδα με την οποία ήταν δεμένος ο λαιμός της και όταν την ανάγκασε να μπουσουλάει στο πάτωμα με τα τέσσερα. Μέχρι στιγμής όλοι της οι γείτονες της είχαν συμπεριφερθεί σαν κτήνη και την είχαν αναγκάσει να σέρνεται σε χέρια και σε πόδια σαν το σκύλο. Την οδήγησε σε ένα διάδρομο κι από κει σ’ ένα υπόγειο γκαράζ που τώρα τελευταία η Ελένη και ο Πέτρος το είχαν μετατρέψει σε άντρο ακολασίας και διαστρεμμένου έρωτα.

Στο κέντρο της οροφής κρέμονταν κρίκοι και αλυσίδες. Η Φωφώ δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να τους δει και να τους αναγνωρίσει. Άρχισε να αναρωτιέται πόσο καιρό ακόμη θα την αλυσόδεναν και θα την ταλαιπωρούσαν έτσι. Στον ένα τοίχο του δωματίου υπήρχαν ένα σωρό μαστίγια. Η Φωφώ διέκρινε χειροπέδες, καουτσουκένιες μπάλες που στην άκρη τους είχαν δερμάτινες λουρίδες και κορδόνια, κι ένα σωρό άλλα αντικείμενα που η Φωφώ έβλεπε για πρώτη φορά και δεν μπορούσε ν’ αναγνωρίσει και να πει σε τι χρησίμευε το καθένα. Στην απέναντι γωνιά του χώρου αυτού υπήρχαν δυο μαραφέτια που της έδιναν την εντύπωση ότι θα ήταν εργαλεία που χρησιμοποιούνταν σε κάποιο σωφρονιστικό κατάστημα. Ξαφνικά η Ελένη πλησίασε την Φωφώ, της άρπαξε με τα δάχτυλά της τις ρώγες της και άρχισε να της τις σφίγγει μέχρι που η Φωφώ έσκουξε και βόγκηξε απ’ τον πόνο.

-        «Όχι! Μη με ταλαιπωρείς άλλο.  Άφησε με να φύγω!», την ικέτευε η Φωφώ η οποία στην προσπάθειά της να την αποφύγει έχασε την ισορροπία της και έπεσε στο πάτωμα.

Η Ελένη πρόλαβε και της έδεσε τα πόδια στο πάτωμα με κάτι ειδικές χειροπέδες και της τα έκανε να μένουν συνεχώς ορθάνοιχτα. Μετά της ανασήκωσε τα χέρια, τα έφερε πάνω απ’ το κεφάλι της και τα έδεσε κι αυτά με χειροπέδες στο πάτωμα.

-        «Και τώρα θα δούμε τι μπορεί να κάνει το μουνάκι σου…», είπε με κακεντρέχεια η Ελένη.

Η Ελένη πήγε στο νεροχύτη, πήρε ένα μπολ με νερό, ένα σωληνάριο με αφρό ξυρίσματος κι ένα ξυράφι και πλησίασε την Φωφώ. Χωρίς καθυστέρηση άλειψε τον αφρό πάνω στο βουναλάκι του μουνιού της Φωφώς και με λίγες επιδέξιες κινήσεις της ξύρισε τελείως το μουνί που δεν είχε προλάβει να βγάλει χνούδι αφού της το είχαν ξυρίσει μόλις πριν λίγες μέρες.

-        «Σου ξυρίζω και πάλι τη μούνα γιατί ο Πέτρος κι εγώ προτιμούμε τα ξυρισμένα μουνιά που μοιάζουν με τα παιδικά».

Μετά η Ελένη σηκώθηκε όρθια και κοιτούσε την κατατρομοκρατημένη Φωφώ. Μετά της πάτησε με δύναμη την αριστερή ρώγα με το μυτερό τακούνι του παπουτσιού της. Η Φωφώ βόγκηξε απ’ τον πόνο καθώς το μυτερό τακούνι. Πέρασε μέσα απ’ την τρυφερή σάρκα του βυζιού της κι έφτασε μέχρι τα κόκαλα του στέρνου της. Η Ελένη άρχισε να περιστρέφει το παπούτσι της κι η Φωφώ νόμιζε ότι θα της τρυπούσε το στήθος. Η Ελένη δεν κώλωνε ούτε τη λυπόταν. Ήταν ικανή μέσα στην τρέλα της να της καρφώσει το μυτερό της τακούνι στο στήθος. Μετά τράβηξε το τακούνι της, στάθηκε μπροστά στην Φωφώ και την κοιτούσε χαιρέκακα που σφάδαζε απ’ τον πόνο. Κάτι τέτοιες σκηνές την Ελένη την καύλωναν και γι' αυτό τις έκανε σ’ όλες τις σκλάβες που της προμήθευαν οι γείτονες.

-        «Και τώρα ήρθε νομίζω η ώρα να σου μάθω μερικούς καλούς τρόπους…», είπε η Ελένη κι άρχισε να χαχανίζει γοερά.

Η Φωφώ είχε πάθει την πλάκα της. Ήταν σίγουρη ότι κι αν της έκανε η Ελένη θα ήταν ακόμα οδυνηρό, φρικιαστικό και ταπεινωτικό. Η Ελένη έκανε μια απότομη επιτόπου στροφή στηριζόμενη μόνο στο ένα της τακούνι κι η Φωφώ είχε την ευκαιρία να δει τα γυμνά της κωλομάγουλα. Η Φωφώ πρόσεξε ότι το ρούχο που φορούσε η Ελένη ήταν τελείως γελοίο και δεν έκρυβε καμιά απολύτως γωνιά του κορμιού της. Μετά έφυγε, πήγε πιο πέρα και άρχισε να ψαχουλεύει κάτι συρτάρια και ντουλάπια. ‘Όταν την ξαναείδε πρόσεξε ότι κρατούσε ένα χοντρό σχοινί που στην άκρη του είχε δυο θηλιές. Η Ελένη την πλησίασε και της έβαλε τα δυο βυζιά μέσα στις θηλιές σαν να ήταν ένα περίεργο σουτιέν. Μετά, αφού τις έσφιξε άρχισε να της τραβάει δυνατά τα βυζιά σαν να ήθελε να της ξεκολλήσει.

-        «Όχιιι! Μη! Πονάωωωω!», ούρλιαζε η Φωφώ καθώς οι θηλιές σφίγγονταν γύρω απ’ τα βυζιά της και απειλούσαν να της τα κόψουν.

Οι ρώγες της είχαν καυλώσει κι έμοιαζαν με δάχτυλα. Η Ελένη τράβηξε το σχοινί και το έδεσε σ’ ένα άλλο κρίκο που ήταν κολλημένος στο πάτωμα. Μόλις το έδεσε, πήρε την άλλη άκρη και την έδεσε σ’ ένα άλλο κρίκο. Έτσι, όταν τελείωσε η Ελένη, τα βυζιά της Φωφώς στέκονταν το ένα αριστερά και το άλλο δεξιά και ήταν σφιγμένα τόσο πολύ που κόντευαν να κοπούν και να ξεκολλήσουν απ’ το στήθος της Φωφώς. Η Ελένη έφυγε και πάλι κι άρχισε να ψαχουλεύει κάποια άλλα συρτάρια και ντουλάπια. Αυτή τη φορά όταν επέστρεψε κρατούσε στο χέρι της δυο λεπτά κομμάτια σύρμα που στις άκρες τους υπήρχαν δυο αγκαθωτά πιαστράκια. Οι άλλες άκρες των συρμάτων κατέληγαν στην άλλη άκρη του δωματίου.

-        «Πονάω!», βόγκηξε απελπισμένη η Φωφώ.

Η Ελένη της τσίμπησε με κάθε πιαστράκι τα μουνόχειλα της και με μια ειδική τροχαλία τράβηξε τα σύρματα και τα μουνόχειλα της τεντώθηκαν κι άνοιξαν καρφώνοντας βαθιά μέσα στην τρυφερή σάρκα των μουνόχειλων της Φωφώς κι εκείνη έσκουζε απ’ τον πόνο. Κάποια στιγμή τα μουνόχειλα της σκίστηκαν κι άρχισαν να στάζουν αίμα.

-        «Μη! Σταμάτα! Πονάω!», βογκούσε η Φωφώ.

Ήθελε να σηκωθεί, να πιάσει απ’ τα μαλλιά την Ελένη και να της τα ξεριζώσει που τη ταλαιπωρούσε τόσο πολύ χωρίς να της έχει φταίξει σε τίποτα. Η Ελένη όμως δεν της έδινε σημασία. Τέντωσε ακόμη πιο πολύ τα σύρματα και τα μουνόχειλα της Φωφώς άνοιξαν διάπλατα.

-        «Ακόμη δεν έχεις πάθει τίποτα!», της είπε με αγριεμένο ύφος η Ελένη.

Μετά σηκώθηκε όρθια κι άρχισε να τρυπάει το κορμί της Φωφώς πότε με το αριστερό και πότε με το δεξί της τακούνι.

-        «Νομίζεις ότι η σωστή γκόμενα είναι η μαμμόθρεφτη; Κάνεις λάθος! Εδώ μέσα θα σε μάθω να είσαι σωστή γκόμενα και να μη λες ποτέ όχι στο γαμήσι».

-        «Μα γιατί με ταλαιπωρείς; Τι σου έφταιξα;», ρωτούσε απελπισμένη η Φωφώ.

-        «Τι μου έφταιξες; Το πρωί της μέρας εκείνης που πήγαμε στο σπίτι της Άντας για το πάρτι, εσύ πηδήχτηκες με τον άντρα μου μέσα στην κουζίνα του σπιτιού σου. Εμένα μου ζήτησες την άδεια που πήρες στο παλιομούνι σου τον πούτσο του Πέτρου;».

-        «Ποια άδεια να σου ζητήσω; Εγώ νομίζεις ήθελα να γαμηθώ μαζί του; Εκείνος ήρθε και με βίασε!».

-        «Αυτά να τ’ αφήσεις! Μη μου μυξοκλαίς, γιατί αυτά δεν περνάνε σε μένα!», της είπε αγριεμένη η Ελένη.

Μετά απομακρύνθηκε και πήγε να ψάξει κάποια άλλα ντουλάπια. Γυρνώντας έφερε μαζί της κάποιο μικρό μεταλλικό κουτί με σύρματα στις άκρες του που τα ένωσε πάνω στα ορθάνοιχτα πόδια της Φωφώς. Μετά έβαλε το καλώδιο του κουτιού  στην πρίζα ήρθε κοντά στη Φωφώ και κάθισε γονατιστή. Μετά πήρε ένα μικροσκοπικό ακροδέκτη και τον ακούμπησε πάνω στην πεταχτή και ροδαλή κλειτορίδα της Φωφώς. Όταν της τσίμπησε την κλειτορίδα η Φωφώ άρχισε να ουρλιάζει και να τινάζεται απ’ τον πόνο. Η Ελένη σηκώθηκε όρθια και πάτησε με το παπούτσι της ένα κουμπάκι που υπήρχε στο πάνω μέρος του μικρού εκείνου μεταλλικού κουτιού. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα του δωματίου. Η Φωφώ πήρε μια βαθιά ανάσα κι άρχισε να ελπίζει ότι το μαρτύριο της σε λίγο θα τελείωνε. Πίστευε ότι θα ήταν ο Τάκης που ερχόταν να τη σώσει απ’ τα δολοφονικά χέρια της Ελένης. Όμως αντί για τον Τάκη εμφανίστηκε ο Πέτρος, ο άντρας της Ελένης. Ο Πέτρος πλησίασε την Φωφώ και την κοιτούσε με γουρλωτά μάτια.

-        «Σε παρακαλώ Πέτρο, βοήθησέ με γιατί η γυναίκα σου με κάνει και πονάω…», άρχισε να κλαψουρίζει η Φωφώ. «Πες της να σταματήσει! Τι της έφταιξα και με βασανίζει;».

-        «Θα της κάνεις τώρα την επέμβαση;», ρώτησε ο Πέτρος τη γυναίκα του.

-        «Τώρα μόλις ετοιμαζόμουν» είπε η Ελένη. «Αν θες κάθισε να δεις κι εσύ».

Ο Πέτρος άρχισε να χαχανίζει σαδιστικά.

-        «Γουστάρω να βλέπω μουνάκια που τα χτυπάει το ηλεκτρικό ρεύμα. Πότε-πότε χρειάζονται και τα μουνιά κάποιο ηλεκτροσόκ για να συνέρχονται».

Τα τσιμπιδάκια που συγκρατούσαν τα μουνόχειλα τη Φωφώς είχαν καρφωθεί μέσα στις τρυφερές της σάρκες. Τα βυζιά της σφίγγονταν απ’ τις θηλές και κόντευαν να ξεκολλήσουν. Και πάνω στην ερεθισμένη κλειτορίδα της είχε καρφωθεί ένας ακροδέκτης που σε λίγο θα διοχέτευε ηλεκτρικό ρεύμα στο μουνί της Φωφώς. Η Φωφώ άρχισε να ουρλιάζει καθώς το παπούτσι της Ελένης πίεζε το κουμπί για να περάσει το ρεύμα απ’ τα καλώδια. Η κλειτορίδα της Φωφώς άρχισε να τρέμει και να καίγεται καθώς τα ηλεκτρόνια περνούσαν από μέσα της. Σιγά - σιγά το ρεύμα διαδιδόταν όχι μόνο στην κλειτορίδα αλλά και στο υπόλοιπο μουνί της και την κωλοτρυπίδα της Φωφώς και την έκανε να τρέμει ολόκληρη. Η Φωφώ σπαρταρούσε ολόκληρη. Τα απότομα τινάγματα του κορμιού της την έκαναν να πληγώνεται καθώς τα τσιμπίδια τσιμπούσαν πιο πολύ την τρυφερή της σάρκα και τα σχοινιά τραβούσαν τα βυζιά της και απειλούσαν να της τα κόψουν και να τα ξεκολλήσουν.

Η Ελένη πάτησε και πάλι το κουμπί και το ρεύμα έφτασε μέχρι το στομάχι και το στήθος της. Τα μάτια της άρχισαν να γουρλώνουν επικίνδυνα, οι ρώγες της τεντώνονταν κι άλλο και φούσκωναν πιο πολύ ενώ η Φωφώ ανήμπορη ν’ αντιδράσει καθόταν αλυσοδεμένη στο πάτωμα. Ξαφνικά η Ελένη άφησε το κουμπί της συσκευής και το κορμί της Φωφώς βρήκε μια προσωρινή ηρεμία. Η Ελένη της έκανε άλλες τέσσερις φορές ηλεκτροσόκ και κάθε φορά πατούσε το κουμπί της συσκευής περισσότερη ώρα για να έχει πιο θεαματικά αποτελέσματα. Το κορμί της έκανε σπασμούς λες κι είχε πέσει σε κώμα. Τα μουνόχειλα της την πονούσαν, την έτσουζαν και κόντευαν να παραλύσουν. Η κλειτορίδα της είχε τσουρουφλιστεί. Οι ρώγες της πετούσαν φλόγες και τα βυζιά της κόντευαν να σκιστούν στο σημείο εκείνο που τα έσφιγγε το σχοινί.

-        «Απ’ ότι βλέπεις την έκανα να πάρει φωτιά» είπε χαχανίζοντας η Ελένη στον άντρα της. «Μήπως θες να την καταβρέξεις λιγάκι για να μην καεί;».

Ο Πέτρος έσκασε στα γέλια. Μετά πλησίασε την Φωφώ, στάθηκε ανάμεσα στα ορθάνοιχτα μπούτια της, άνοιξε το φερμουάρ του παντελονιού του και έβγαλε έξω την πουτσάρα του. Την έπιασε με τη χούφτα του και κατηύθυνε το πουτσοκέφαλο του προς τα βυζιά της Φωφώς. Η Φωφώ γούρλωσε τα μάτια της από έκπληξη καθώς είδε την πουτσότρυπα του Πέτρου ν’ ανοίγει απότομα κι από μέσα να εκσφενδονίζονται τα κίτρινα και καυτά κάτουρα του. Τα κάτουρα του άρχισαν να μουσκεύουν τα βυζιά της και να γλιστρούν σ’ ολόκληρο το σώμα της. Γρήγορα έφτασαν και στα μουνόχειλα της κι άρχισαν να την τσούζουν επειδή ήταν πληγωμένα απ’ τα τσιμπιδάκια που της είχε βάλει η Ελένη. Η Ελένη κι ο Πέτρος όμως δεν είχαν τελειώσει τα βασανιστήρια που είχαν σκοπό να κάνουν στην Φωφώ. Η Ελένη πλησίασε την Φωφώ, κάθισε πάνω από το στόμα της και άνοιξε τα μπούτια της. Μετά έλυσε μερικά δερμάτινα κορδονάκια που αποτελούσαν το κιλοτάκι της και ζήτησε απ’ την Φωφώ να της γλύψει το μουνί ενώ ο Πέτρος συνέχιζε να την κατουράει στο στήθος. Η ανάσα της Φωφώς κόπηκε. Δεν είχε πλέον καμιά αμφιβολία για το τι την περίμενε.

Η μουνότρυπα της Ελένης ήταν κι αυτή άτριχη, φρεσκοξυρισμένη και ροδαλή. Κάποια στιγμή η Ελένη άλλαξε σχέδια. Αντί να πλησιάσει τα μουνόχειλα της για να τα δώσει στην Φωφώ να της κάνει γλειφομούνι, άνοιξε την ουρήθρα της κι άρχισε να ποτίζει το στόμα της σκλάβας της με καυτά και κιτρινωπά κάτουρα. Το πρόσωπο της Φωφώς μούσκεψε απ’ τα κάτουρα. Μερικά απ’ αυτά γλίστρησαν μέσα στο στόμα και η Φωφώ μη μπορώντας ν’ αντιδράσει καθόλου, τα κατάπιε. Τέτοιο ρεζιλίκι δεν το είχε πάθε ποτέ άλλοτε. Τώρα ήξερε τι την περίμενε στη συνέχεια. Σίγουρα κάτι πολύ χειρότερο.

Συνεχίζεται…
(Copyright protected OW ref: 8320 "Erotic stories archive")