Η γειτονιά (4ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Λίγο αργότερα η Σοφία ξάπλωσε μπρούμυτα στο κρεβάτι δίπλα στην Φωφώ, έστησε τον κώλο της στον αέρα, άνοιξε τα κωλομάγουλά της κι άρχισε να χαϊδεύει την κωλοτρυπίδα και το μουνί της μόνη της.

Ο Βαγγέλης έβγαλε τον πούτσο του απ’ το στόμα της Φωφώς, χώθηκε ανάμεσα στα διάπλατα ανοιγμένα μπούτια της, έβγαλε απότομα τον δονητή απ’ το μουνί της και σφήνωσε μεμιάς την πουτσάρα του στο μουνί της Φωφώς. Η Φωφώ τα έχασε. Το πουτσοκέφαλό του βρήκε αμέσως πάτο και κόντεψε να της ξεσκίσει τη μήτρα. Η Σοφία ανασηκώθηκε και πλησίασε τη στημένη κωλοτρυπίδα της κοντά το στόμα της Φωφώς.

-    «Γλύψε την κωλοτρυπίδα της γυναίκας μου», είπε αγριεμένος ο Βαγγέλης, «αν δεν θέλεις να σου δώσω το μουνί στο χέρι με την ψωλάρα μου. Γλύψ’ της την κωλοτρυπίδα και μετά κάρφωσε τη μυτερή γλώσσα σου μέσα μέχρι να βρεις σκατά».

Η Φωφώ σοκαρίστηκε. Το λεξιλόγιο αυτού του αντρόγυνου ήταν πολύ χυδαίο και πρόστυχο και δεν το περίμενε καθόλου. Ποτέ της δεν είχε φανταστεί ότι θα  της ζητούσαν να γλύψει κωλοτρυπίδα. Τη στιγμή όμως που ο Βαγγέλης της κάρφωνε την πουτσάρα του μέχρι  τον πάτο μέσα στο μουνί της, άθελά της τα χείλια της ακούμπησαν την πεταχτή και καφετιά κωλοτρυπίδα της Σοφίας που μόλις ένιωσε αυτό το αναπάντεχο φιλί, βόγκηξε από ηδονή. Η Φωφώ μη έχοντας τι άλλο να   κάνει άρχισε να γλύφει τη σκατότρυπα της Σοφίας, που είχε κολλήσει πάνω στα χείλια της. Τα σάλια της τη μούσκευαν και την έκαναν να γλιστράει. Μετά από λίγο έσφιξε δυνατά τη γλώσσα της και την πίεσε πάνω  στο άνοιγμα της κωλοτρυπίδας της για να τη χώσει μέσα όπως της είχε πει ο Βαγγέλης.

-    «Μπράβο! Αυτό είναι. Βάλε πιο βαθιά τη γλώσσα σου στην κωλοτρυπίδα μου και προσπάθησε να στριφογυρίσεις σαν προπέλα», βόγκηξε από ηδονή η Σοφία ενώ ταυτόχρονα τα τρία δάχτυλα του χεριού της μπαινοβγαίνανε μέσα στην πηγαδομούνα της..

Ο Βαγγέλης χούφτωσε δυνατά τα κωλομάγουλα της Φωφώς κι άρχισε να τα σφίγγει με μανία λες κι ήθελε να τα κόψει σαν λυσσασμένος σκύλος.

-    «Ετοιμάσου μωρή καριόλα για το ξέσκισμα της ζωής σου!», βόγκηξε απειλητικά ο Βαγγέλης. «Θα σου δώσω το μουνί στο χέρι αφού πρώτα στο πλημμυρίσω με τα χύσια μου».

-    «Γλύψε μου την κωλοτρυπίδα μωρή πόρνη!», γάβγιζε η Σοφία. «Χώσε μου τη γλώσσα σου μέσα στην τρύπα του κώλου μου».

Η πούτσα του Βαγγέλη δεν άργησε να εκραγεί. Δυνατές και συνεχόμενες χυσιές άρχισαν να ποτίζουν με καυτά χύσια τη μούνα της και να την κάνουν να τσούζει.

-    «Πάρ’ τα όλα μωρή κουφάλα. Στράγγισε μου τον πούτσο μέσα στη σφιχτή σου μουνότρυπα. Όλα δικά σου μωρή χιλιοξεσκισμένη!», έλεγε με πνιχτή φωνή ο Βαγγέλης καθώς η αντλία της ψωλάρας του συνέχιζε να ποτίζει τη μήτρα της.

Η μούνα της Φωφώς είχε ήδη πλημμυρίσει με χύσια κι άρχισαν να γλιστρούν απ’ τα πλάγια των μουνόχειλών της και να μουσκεύουν τα κωλομάγουλα και την κωλοχαράδρα της.
Ξαφνικά και τελείως αναπάντεχα το μουνί της Φωφώς άρχισε να κάνει κι αυτό έντονες συσπάσεις και να χύνει. Η λεκάνη της ανεβοκατέβαινε με δύναμη πάνω κάτω στο κρεβάτι και τα ζουμιά του μουνιού της έκαναν μια σπέσιαλ γρανίτα με τα ψωλοχύματα του Βαγγέλη μέσα στο σέικερ του μουνιού της. Λίγο αργότερα άρχισε να τινάζεται κι η Σοφία και να χύνει μετά τη συνδυασμένη ηδονή που ένιωθε στην κωλοτρυπίδα και τη μούνα της.

Τώρα τι άλλο με περιμένει; ‘Άρχισε να αναρωτιέται η δύστυχη Φωφώ.
Σε λίγο άρχισε και πάλι να δουλεύει το μαστίγιο, ένα μακρύ μαύρο φίδι που έσκιζε τον αέρα με δύναμη και χτυπούσε το κορμί της Φωφώς. Η Αυγή ήταν η μόνη που ήξερε άριστα τα μυστικά των μαστίγιων κι ήταν έμπειρη στο να βασανίζει τη γυμνή γυναικεία σάρκα.

Η Φωφώ είχε περάσει τρεις μέρες στο σπίτι του  Βαγγέλη και της Σοφίας σαν σκλάβα τους που τους έκανε όλα τα χατίρια στον έρωτα. Το μεγαλύτερο διάστημα το πέρασε δεμένη σ’ ένα κρεβάτι με αλυσίδες, ενώ τον Τάκη τον έβλεπε πολύ σπάνια και για λίγα λεπτά. Μια φορά είχε έρθει ο Τάκης να δει τη γυναίκα του να γλύφει τις κωλοτρυπίδες του Βαγγέλη και της Σοφίας. Εκείνο το βράδυ ο Βαγγέλης είχε σφηνώσει την ψωλάρα του μέσα στο μουνί της Φωφώς που την είχε κρεμάσει με αλυσίδες απ’ το ταβάνι, ενώ ταυτόχρονα ο Τάκης εκτέλεσε μια επιθυμία του σπιτονοικοκύρη και γείτονα του να γαμήσει το αχόρταγο για πούτσο μουνί της Σοφίας με τα πεταχτά μουνόχειλα.

Την τρίτη το απόγευμα ο Βαγγέλης κι η Σοφία πήραν την Φωφώ μαζί τους και την έβγαλαν στο δρόμο. Η Φωφώ μόλις είδε το σπίτι της σκίστηκε απ’ τον πόνο η καρδιά της. Προς στιγμήν νόμισε ότι την μετέφεραν στο σπίτι της αλλά τα σχέδια των βασανιστών της ήταν άλλα. Την μετέφεραν στο σπίτι του Τάσου και της Αυγής.
Απ’ την πρώτη στιγμή που η Φωφώ πάτησε το πόδι της στο κατώφλι του σπιτιού της Αυγής η οικοδέσποινα έδειξε τις προθέσεις της. Την υποδέχτηκε με μερικές δυνατές βουρδουλιές που τις έριξε με τέτοια λύσσα που η Φωφώ νόμισε ότι εκεί μέσα θα παιζόταν κι η τελευταία παράσταση της ζωής της.

Πριν την βγάλουν από το σπίτι τους ο Βαγγέλης και η Σοφία της είχαν επιτρέψει να φορέσει το φόρεμά της. Αυτά όμως που φορούσε ήταν ψιλοπράγματα. Ένα μικροσκοπικό μαύρο δερμάτινο μπικίνι κι από πάνω ένα αραχνοΰφαντο ριχτό φόρεμα. Μόλις την υποδέχτηκε η Αυγή της τα έβγαλε όλα και την άφησε και πάλι τελείως γυμνή.
Μετά άρχισε να τη μαστιγώνει αλύπητα και χωρίς σταμάτημα. Η Αυγή έδειχνε απ’ την πρώτη στιγμή ότι είχε πολύ άγριες διαθέσεις.

Η Αυγή δεν ήταν καμιά νταρντανογυναίκα. Ήταν το πολύ πέντε πόντους ψηλότερη απ’ την Φωφώ. Μόνο που ήταν πολύ πιο μυώδης και γεροδεμένη από κείνην. Παρόλο που το σώμα της ήταν σχετικά μικρό, η φύση είχε φροντίσει να το προικίσει με πλούσιες και λαχταριστές καμπύλες και τέλειες αναλογίες. Οι μπουτάρες της έδεναν τέλεια με τα ολοστρόγγυλα και πεταχτά κωλομάγουλά της, ενώ στο στήθος της στέκονταν βαριές-βαριές αλλά πάντα καμαρωτές δυο γιγάντιες βυζάρες με δυο πεταχτές σκουρόχρωμες ρώγες. Οι μουνότριχές της καστανές και κατσαρές όπως και τα μαλλιά της, κάλυπταν τα πλατιά ροδαλά μουνόχειλά της.

Η Αυγή φορούσε ένα μικροσκοπικό κι αποκαλυπτικότατο μαύρο γιλέκο που στη θέση που ήταν οι ρώγες της υπήρχαν δυο στρογγυλές τρύπες απ’ όπου ξεπετάγονται οι μόνιμα καυλωμένες θηλές της. Οι βυζάρες της στέκονταν τόσο στητές και καμαρωτές που όταν  τις κοιτούσες δεν μπορούσες να συγκρατήσεις την καύλα σου. Μ’ ένα πρόχειρο υπολογισμό κάθε βυζί  της Αυγής θα ζύγιζε ίσα με τρία κιλά αφράτο και βελούδινο βυζόκρεας. Παρόλο που το σώμα της κινιόταν καθώς μαστίγωνε την Φωφώ, οι βυζάρες της στέκονταν σωστά παλούκια πάνω στο στήθος της λες κι ήταν από αλάβαστρο.

Στους καρπούς της φορούσε δυο φαρδιά μαύρα λουράκια από πετσί. Στη μέση της είχε σφιγμένη μια φαρδιά πέτσινη ζώνη κι αυτή σε μαύρο χρώμα. Απ’ τη ζώνη της ξεκινούσαν κάποιες στενές μαύρες και πέτσινες λουρίδες που έπαιζαν το ρόλο της φούστας, αλλά δεν ήταν ικανές να κρύψουν τη γύμνια της.
Η Αυγή φαινόταν θυμωμένη αν όχι λυσσασμένη. Η  Φωφώ την κοιτούσε φοβισμένη κι έτρεμε ολόκληρη.

Χωρίς σταμάτημα η Αυγή συνέχισε να μαστιγώνει την τρυφερή και χαρακωμένη απ’ τις βουρδουλιές σάρκα της Φωφώς. Τη χτυπούσε με λύσσα. Τι ήθελε να επιτύχει; Άγνωστο.
Η Φωφώ φώναζε, ούρλιαζε, βογκούσε, αλλά οι αλυσίδες με τις οποίες ήταν δεμένη δεν της επέτρεπαν ν’ απομακρυνθεί απ’ τη βασανίστριά της και να αποφύγει κάποια βουρδουλιά.

Ξαφνικά η Αυγή σήκωσε ψηλά το μαστίγιό της κι όταν το κατέβασε η λεπτή άκρη το τυλίχτηκε σαν λάσο γύρω απ’ το αριστερό βυζί της Φωφώς. Η Αυγή είχε επιλέξει αυτή την ευαίσθητη περιοχή του σώματος της Φωφώς για να της κάνει επίδειξη της δεξιοτεχνίας της στο χειρισμό του μαστίγιου.

-    «Μη! πονάω! Σε παρακαλώ μη με χτυπάς άλλο!», της έλεγε ικετευτικά η Φωφώ καθώς το μαστίγιο της Αυγής χτύπησε με δύναμη το δεξί της βυζί και το τράβηξε όπως και το προηγούμενο με το πρωτότυπο αυτό λάσο της.

-    «Αυτά να σου λείπουν! Ξέχασες τη συμφωνία που κάναμε με τον άντρα σου;», είπε χαιρέκακα η Αυγή και συνέχισε να τη μαστιγώνει.

Η Φωφώ ήταν σωστό ράκος. Το κορμί της την πονούσε φριχτά. Τώρα η Αυγή την είχε κρεμάσει από κάποιο γάντζο που υπήρχε στο ταβάνι κι η Φωφώ ήταν τελείως απροστάτευτη και ανήμπορη να αντιδράσει. Όταν γύρισε και είδε που βρισκόταν κατάλαβε ότι ήταν η κρεβατοκάμαρα της Αυγής που την είχε μετατρέψει σε χώρο βασανιστηρίων για να ικανοποιεί τα περίεργα βίτσια της.

-    «Σταμάτα να χτυπάς και σου υπόσχομαι να σου γλύψω με τη γλώσσα μου το πάτωμα της κουζίνας μέχρι να λάμπει από καθαριότητα», είπε η Φωφώ.

-    «Τι άλλο μπορείς να κάνεις;», της είπε αγριεμένη η Αυγή.

-    «Μπορώ να σου καθαρίσω τον κώλο απ’ τα σκατά όταν θα έχεις χέσει», της είπε μέσα στην απόγνωσή της η Φωφώ αλλά η σκέψη και μόνο την έκανε να αηδιάσει.

Η Αυγή έδειξε ότι την ικανοποίησαν οι προτάσεις της.

-    «Καλά όλα αυτά, αλλά όταν έρθει ο Τάσος τι θα του κάνεις;».

-     «Θα τον αφήσω να σκουπίσει τα πόδια του πάνω στα βρεγμένα μουνόχειλά μου», της είπε και ξέσπασε σε λυγμούς. « Έτσι που μου ξύρισαν το μουνί μου, ντρέπομαι κι αηδιάζω που το βλέπω».

Ξαφνικά η Αυγή σήκωσε το μαστίγιό της και το κατέβασε με δύναμη πάνω στο γυμνό, ξυρισμένο κι απροστάτευτο μουνί της Φωφώς. Εκείνη ούρλιαξε απ’ τον πόνο.

-    «Το ξέρω ότι χωρίς μουνότριχες θα πονάς, αλλά τι να κάνουμε; Εγώ σου το ξύρισα;», είπε χαχανίζοντας η Αυγή.

Κάποια στιγμή ακούστηκε ο θόρυβος μιας πόρτας που έκλεινε με δύναμη. Η Φωφώ τρόμαξε τόσο που κατουρήθηκε. Τα κάτουρά της γλίστρησαν πάνω στα μπούτια της και τα μούσκεψαν. Εδώ και ώρες η Αυγή τη φοβέριζε ότι θα πάθαινε ένα σωρό νίλες όταν θα επέστρεφε ο άντρας της. Η Φωφώ από κείνη τη στιγμή πίστεψε ότι όταν θα ερχόταν ο Τάσος θα την ξέσκιζε στον πούτσο και δεν θα έβγαινε γερή απ’ το σπίτι τους.  Άλλωστε είχε νιώσει την αγριάδα του όταν βρίσκονταν για πρώτη φορά μαζί στο περιβόητο εκείνο πάρτι της γειτονιάς που την είχε αναγκάσει να του πάρει ένα βαθύ λαρυγγοτσίμπουκο.

-    «Τσα! Τι κάνουν τα πουλάκια μου;» είπε χαμογελαστός μόλις μπήκε στην κρεβατοκάμαρά του. «Βλέπω βιαζόσουν κι άρχισες νωρίς τη δουλειά. Φαντάζομαι ότι θα την περιποιείσαι όπως πρέπει Αυγή για να μη μείνει παραπονούμενη. Εγώ όμως πεινάω σαν λύκος. Άστη για λίγο μόνη και πάμε να μου βάλεις να φάω».

Η λέξη «φαγητό» έκανε την Φωφώ να αναστατωθεί. Επί τρεις ολόκληρες μέρες τώρα η Σοφία δεν είχε δώσει μπουκιά φαγητό στην Φωφώ, αφού έτσι είχε υποσχεθεί στην Άντα. Το μοναδικό φαγητό της Φωφώς ήταν ένα μπολ με κουάκερ κάθε πρωί. Έτσι λοιπόν η Φωφώ δεν είχε βάλει στο στόμα της καθόλου στερεά τροφή για τρεις μέρες.

Η Φωφώ άρχισε να τους παρακαλάει να της δώσουν κάτι να φάει. Ο Τάσος κι η Αυγή γύρισαν, την κοίταξαν και άρχισαν να χαχανίζουν.

-    «Κάνε υπομονή κούκλα μου» είπε ο Τάσος. «Θα σου δώσουμε να φας κι εσύ κάτι όταν τελειώσουμε. Πριν φύγεις από δω για να πας στο επόμενο σπίτι θα έχει χορτάσει το στόμα σου να τρώει».

Η Φωφώ έμεινε μόνη και κρεμασμένη απ’ το γάντζο της οροφής ενώ το στομάχι της γουργούριζε κι ήθελε κάτι να φάει. Οι μεταλλικές μπάντες που της συγκρατούσαν τα χέρια απ’ τους καρπούς ήταν σφιχτές και κόντευαν να της σκίσουν τις σάρκες. Το βάρος του κορμιού της βασταζόταν από τα χέρια της κι απ’ τις μύτες των ποδιών της που ακουμπούσαν ίσα-ίσα πάνω στο πάτωμα. Η Φωφώ δεν είχε πλέον δύναμη ν’ αντιδράσει.  Όλη της η δύναμη είχε χαθεί απ’ την πείνα και απ’ τα αλλεπάλληλα βασανιστήρια. Πέρασαν κάμποσες ώρες για να φανεί και πάλι το ζευγάρι των βασανιστών της. Η Αυγή φορούσε πάλι αυτά που φορούσε και πριν ενώ ο Τάσος είχε στις άκρες των χειλιών του ένα μισοσβησμένο αποτσίγαρο και το χοντρό καυλί του φαινόταν καθαρά μέσα στο εφαρμοστό τζην παντελόνι που φορούσε.

Εκείνο που ενδιέφερε περισσότερο την Φωφώ ήταν το πιάτο που κρατούσε στα χέρια του και το οποίο περιείχε μια καλή μερίδα κρέας φούρνου. Η Φωφώ το κοιτούσε και της έτρεχαν τα σάλια. Ήταν τόσο πεινασμένη που θα δεχόταν να το φάει κι απ’ το πάτωμα σαν τον σκύλο.

Ο Τάσος την πλησίασε, έπιασε ένα κομμάτι κρέας με το χέρι του και το ακούμπησε πάνω στο δεξιό της βυζί. Η Φωφώ άρχισε να μυρίζει τη θεσπέσια μυρωδιά του κουνώντας τα ρουθούνια της σαν το σκύλο ενώ ταυτόχρονα τα σάλια της έτρεχαν ποτάμι απ’ το στόμα της.

-    «Σε παρακαλώ, δώσε μου μια μπουκιά..», είπε ικετευτικά στον Τάσο.

Ο Τάσος της έτριψε το κρέας πάνω στη ρώγα και μετά το έβαλε στο στόμα του. Η Φωφώ τον κοιτούσε που το μασούσε απολαυστικά και της ερχόταν τρέλα.

-    «Σε παρακαλώ δώσε μου να φάω λίγο. Πεθαίνω της πείνας. Έχω να φάω τρεις μέρες».

-    «Γιατί ο πούτσος του Βαγγέλη κι η μουνότρυπα της Σοφίας δεν σε χόρτασαν;», της είπε κι έσκασε στα γέλια.

Μετά άνοιγε προκλητικά το στόμα του και μασούσε το κρέας ενώ η Φωφώ τον κοιτούσε σαν λιμασμένη που ετοιμαζόταν να καταπιεί.
Τον κοιτούσε και της ερχόταν ζαλάδα απ’ την πείνα. Μετά ο Τάσος πήρε ένα άλλο κομμάτι, το έτριψε πάνω στα μουνόχειλα της Φωφώς και τέλος το έβαλε και αυτό στο στόμα του κι άρχισε να το μασάει απολαυστικά. Μετά σήκωσε το πιάτο, το έφερε κοντά στη μύτη του, το μύρισε, και έδειξε ικανοποιημένος απ’ την πικάντικη μυρωδιά του.

Το μυαλό της Φωφώς δούλευε. Είχε πάψει πια να σκέφτεται το μαστίγιο της Αυγής. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν πως να πείσει τον Τάσο να της δώσει να φάει.

Λίγο αργότερα ο Τάσος έκοψε ένα άλλο κομμάτι και το έχωσε μέσα στα μουνόχειλά της. Το μισό ήταν μέσα και το άλλο μισό κρεμόταν απ’ έξω. Το κρέας ήταν ακόμη ζεστό κι άρχισε να ενοχλεί τα τρυφερά μουνόχειλα της Φωφώς. Ο Τάσος έβγαλε το κρέας απ’ το μουνί της, το πλησίασε κοντά στη μύτη της και την άφησε να μυρίσει την πικάντικη μυρωδιά του κρέατος μαζί με τη μυρωδιά των ζουμιών του μουνιού της. Η Φωφώ κόντευε να λιποθυμήσει. Ήθελε να φάει οπωσδήποτε γιατί όλο αυτό το θέαμα της είχε φουντώσει την όρεξη.

-    «Δεν ήρθε ακόμη η ώρα για να φας» της είπε ο Τάσος. «Δεν κόπιασες αρκετά για να έχεις δικαίωμα για φαγητό. Θα σου δώσω μια ευκαιρία να μου αποδείξεις ότι αξίζεις αυτό το πιάτο. Ξέρεις με τι θα μου το ξεπληρώσεις; Θα στήσεις την παρθενική κωλοτρυπίδα σου να στη γαμήσω κα μετά θα σ’ αφήσω να φας».

Της έδεσαν τα πόδια στις άκρες μιας πλατιάς μεταλλικής μπάρας έτσι που τα μπούτια της ήταν ανοιχτά, τα κωλομάγουλά της ορθάνοιχτα κι ανάμεσά τους ξεχώριζαν τελείως ελεύθερα τα μουνόχειλα κι η κωλοτρυπίδα της. Ο Τάσος και η Αυγή την ανάγκασαν να γονατίσει. Με δυο άλλες μεταλλικές χειροπέδες της έδεσαν τα χέρια κοντά στα πόδια. Η Φωφώ βρισκόταν τώρα σε μια θέση μάλλον ασταθή που μόλις τη έσπρωχνες λίγο, σίγουρα θα έπεφτε. Κάτω απ’ το στήθος της είχαν βάλει ένα πλούσιο πουφ για να μην ακουμπάει απευθείας πάνω στο γυμνό πάτωμα.

Με τη στάση που είχε πάρει πίεζε τα βυζιά της και την πονούσαν. Οι ρώγες της ήταν πολύ ερεθισμένες και όταν ακουμπούσαν πάνω στο πουφ ένιωθαν μαχαιριές να τις σκίζουν.

Ο Τάσος είχε γυμνωθεί τελείως και στεκόταν πίσω της γονατιστός. Με τις δυο χοντρές και ροζιασμένες παλάμες του της έτριβε και της τσιμπούσε τα τρυφερά κωλομάγουλα. Η σάρκα τους ήταν πολύ ευαίσθητη και την πονούσε πολύ αφού επί ώρες ολόκληρες η Αυγή τη μαστίγωνε. Ο Τάσος άρχισε να της τρίβει την σκουρόχρωμη κωλοτρυπίδα και μετά τα μουνόχειλά της που ήταν μονίμως υγρά από τα ζουμιά του μουνιού της και τα χύσια των γαμιάδων της.

Στο μεταξύ είχε γυμνωθεί τελείως κι η Αυγή κι είχε καθίσει στο πάτωμα μπροστά στην Φωφώ. Τα μπούτια της ήταν ορθάνοιχτα και τα γόνατά της ακουμπούσαν αριστερά και δεξιά στο πουφ. Ανάμεσα στα σκέλια της ξεπρόβαλλε το πυκνό κατσαρό τρίχωμα του μουνιού της που ήταν μουσκεμένο απ’ τα υγρά της μουνότρυπάς της.

-    «Και τώρα γειτόνισσα», είπε κάποια στιγμή ο Τάσος, «θα κάνω μια σύντομη εξερεύνηση του κώλου που θα γαμήσω κι είμαι σίγουρος ότι σε λίγο θα με παρακαλάς να στον ξεσκίσω γιατί θα γουστάρεις τον πούτσο μου».

-    «Αυτό αποκλείεται!», είπε θυμωμένη η Φωφώ και προσπάθησε, αλλά μάταια, να του ξεφύγει. «Δεν θέλω να μου ξεσκίσεις τον κώλο, ούτε έχω διάθεση να σου ζητήσω κάτι τέτοιο. Αν μου χώσεις όλο αυτό το παλαμάρι μέσα στην παρθενική μου κωλοτρυπίδα θα με εξοντώσεις».

-    «Μην ξεχνάς ότι αν δεν καθίσεις να στον γαμήσω, δεν πρόκειται να φας ούτε μπουκιά φαγητό», της είπε κι άρχισε να χαχανίζει. Μετά άρχισε να της τρίβει πότε την κωλοτρυπίδα και πότε τη μουνότρυπα. «Να είσαι σίγουρη ότι σε λίγο εσύ θα είσαι που θα ζητάς και  θα με παρακαλάς να στη γαμήσω αυτή τη σφιχτή τρύπα».

Η Φωφώ δεν μπορούσε να καταλάβει πως ήταν δυνατόν αυτή η ίδια να του ζητήσει τέτοιο πράγμα. Η κωλοτρυπίδα της ήταν τόσο στενή που αν ζητούσε να φάει ένα πούτσο σαν του Τάσου που ήταν τόσο χοντρός σίγουρα θα σκιζόταν. Με τη σκέψη αυτή άρχισε να τρέμει.

Ξαφνικά ο Τάσος της φύτεψε απότομα να απ’ τα μακριά του δάχτυλα μέσα στην κωλοτρυπίδα αφού πρώτα το μούσκεψε μέσα στη μουνότρυπά της. Η Φωφώ βόγκηξε απ’ την ξαφνική επιδρομή που έγινε στην κωλοτρυπίδα της και οι μυς της κρεάτινης αυτής ροδέλας σφίχτηκαν σαν τανάλιες γύρω απ’ το δάχτυλό του. Ακόμη κι ένα δάχτυλο που της έβαλε την έκανε να πονάει και να τσιρίζει. «Φαντάσου τι θα γινότανε αν μου έβαζε την πουτσάρα του μέσα…», σκέφτηκε.

-    «Πω πω πω! Τι σφιχτή κωλοτρυπίδα είν’ αυτή που έχεις κουκλάρα μου!», είπε έκπληκτος ο Τάσος κι αμέσως άρχισε να βγάζει και να βάζει το δάχτυλό του μέσα. «Είναι τόσο σφιχτή που κοντεύει να μου κόψει το δάχτυλο. Τι θα γίνει άραγε αν σου φυτέψω την χοντρή πουτσάρα μου;».

-    «Σε παρακαλώ, μη μου κάνεις τίποτε κακό. Τι σου έφταιξα και θες να με ξεσκίσεις;» έλεγε ικετευτικά η Φωφώ.

-    «Μη φοβάσαι. Δεν θα σε ξεσκίσω κούκλα μου. Μόνο θα ήθελα ν’ ακούσω να με παρακαλάς να σε γαμήσω και τότε σου υπόσχομαι ότι θα προσέξω να στον χώσω απαλά. Στο λόγο μου!».

Μέσα σ’ αυτή την αναμπουμπούλα η Φωφώ δεν κατάλαβε ότι η Αυγή είχε σηκωθεί κι είχε φύγει απ’ τη θέση της. Το κατάλαβε όταν την είδε σε λίγο την ώρα που επέστρεφε στη θέση της.
Το υπνοδωμάτιο της Αυγής μύριζε έντονα τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου κρέατος κι έκανε την Φωφώ να τρελαίνεται απ’ την πείνα. Το στόμα της είχε μουσκέψει με σάλια και το στομάχι της γουργούριζε.
Μέσα στην πείνα της είχε ξεχάσει προς στιγμή και τον πόνο που της προκαλούσε το χοντρό δάχτυλο του Τάσου που μπαινόβγαινε ρυθμικά μέσα στη σφιχτή, παρθενική κωλοτρυπίδα της.

-    «Σας παρακαλώ, φέρτε μου κάτι να φάω!», άρχισε να φωνάζει επίμονα η Φωφώ.

Η Αυγή άρχισε να χαχανίζει κι άνοιξε πιο πολύ τα μπούτια της μπροστά στο πρόσωπο της Φωφώς.

-    «Δεν θες να ξεκινήσεις με μια καλή μπουκιά απ' το μουνί μου;», της είπε κοροϊδευτικά.

Ταυτόχρονα άνοιγε διάπλατα τα μουνόχειλά της με τα χέρια της και φάνηκε ή είσοδος του τούνελ της ηδονής της σε απόσταση αναπνοής απ' τα χείλια της Φωφώς. Ανάμεσα τους ξεπρόβαλλε η πεταχτή κι ερεθισμένη κλειτορίδα της που έμοιαζε με κερασάκι.

Η Φωφώ το κοιτούσε και αηδίαζε. Καταλάβαινε ότι αυτή η πουτάνα που είχε απέναντί της δεν θα της έδινε φαγητό αν δεν της έκανε πρώτα ένα σωστό κι απολαυστικό γλυφομούνι. Μα ήταν όμως δυνατόν να κάνει γλυφομούνι αυτή τη στιγμή; Νηστικό αρκούδι χορεύει;
-    «Μου υπόσχεσαι ότι θα μου δώσεις να φάω αν σου κάνω γλυφομούνι;», τη ρώτησε η Φωφώ για να σιγουρευτεί ότι θα ησύχαζε την πείνα της μετά από αυτό.

Η Αυγή άρχισε να καγχάζει ενώ ταυτόχρονα έτριβε τα μουνόχειλά της. Απ' τη στάση της καταλάβαινε κανείς ότι της άρεσε να έχει κάποιον να την παρακαλάει.
Η Φωφώ είδε κι απόειδε ότι αν δεν υπέκυπτε δεν επρόκειτο να της δώσουν να φάει ούτε μπουκιά φαγητό κι αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι τους.

-    «Σε παρακαλώ, άφησέ με να σου γλύψω το μουνί. Με ανοιχτό το στόμα για να βλέπει η Φωφώ και να σκάει απ’ το κακό της..»

Η Φωφώ βογκούσε απ' τον πόνο αλλά και διαμαρτυρόταν γιατί μέσα της διαμαρτυρόταν και το στομάχι της…

-    «Πες μου τι θα μου κάνεις αν σου δώσω να δαγκώσεις λίγο κρέας;», τη ρωτούσε όλο κακία η Αυγή καθώς της έτριβε ένα κομμάτι κρέας πάνω στα ρουθούνια.

-    «Είμαι πρόθυμη να σου κάνω σωστό γλυφομούνι!», είπε με πνιγμένη φωνή η Φωφώ.

Ήταν όμως αρκετό αυτό, που πρόσφερε; Σκεφτόταν μήπως μπορούσε να της κάνει μια πιο πειστική και δελεαστική πρόταση.

-    «Θα σου χώσω τη γλώσσα μου μέσα στην κωλοτρυπίδα σου, θα σου τη γλύψω όπως και το μουνί σου».

Η Αυγή έσκασε στα γέλια κι αμέσως μετά έχωσε μέσα στο ορθάνοιχτο στόμα της Φωφώς ένα μικρό κομμάτι κρέας. Η Φωφώ το άρπαξε και το καταβρόχθισε στη στιγμή. Αντί όμως να της διασκεδάσει την πείνα της, την άναψε ακόμη περισσότερο.

-    «Δώσε μου να φάω κι άλλο! Πεινάω! Κοντεύω να πεθάνω της πείνας», διαμαρτυρόταν η Φωφώ.

Η Αυγή σηκώθηκε, πήγε κι έφερε ένα άλλο πουφ και το έβαλε εκεί που καθόταν προηγουμένως. Μετά κάθισε, άνοιξε διάπλατα τα μπούτια της και πλησίασε το μουνί της κοντά στο στόμα της Φωφώς. Η Αυγή πήρε ένα κομμάτι κρέας, το έχωσε μέσα στο μουνί της, άφησε απ' έξω ένα μικρό κομμάτι να προεξέχει λίγο και πλησίασε ακόμη περισσότερο το μουνί της προς το στόμα της Φωφώς.

-    «Φαντάζομαι ότι θα έχεις σοβαρούς λόγους τώρα να θες να μου γλύψεις το μουνί. Αν χώσεις καλά τη γλώσσα σου μέσα, σίγουρα θα φας το κρέας που έβαλα», της είπε και άρχισε να κουνάει προκλητικά τη μούνα της για να βλέπει η Φωφώ την άκρη του κομματιού του κρέατος που προεξείχε ανάμεσα στα μουνόχειλα.

Η Φωφώ χωρίς να πει λέξη όρμισε με τη γλώσσα της μέσα στη μουνότρυπα της Αυγής κι άρχισε να τη γλύφει για να το βγάλει έξω. Αν δεν υπήρχε το κρέας μέσα στη μουνότρυπα της Αυγής η Φωφώ ούτε κατά διάνοια δεν θα ορμούσε με τόση λαιμαργία για να της τη γλύψει.

Κάποια στιγμή η Αυγή τράβηξε το μουνί της κι η Φωφώ δεν μπορούσε να το φτάσει με τη γλώσσα της.

-    «Για να συνεχίσεις το γλύψιμο και το φαγητό θα πρέπει πρώτα να ικανοποιήσεις και τον Τάσο. Πες του λοιπόν πόσο πολύ σ’ αρέσει να σου χώσει την ψωλάρα του μέσα στην κωλοτρυπίδα σου».

Η Φωφώ άρχισε να απελπίζεται. Δεν ήξερε τι να πει, τι να υποθέσει και τι να κάνει. «Αυτή η καριόλα η Αυγή πρέπει να είναι θεότρελη!», σκέφτηκε. Ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει τόση ταπείνωση στη ζωή της. Η τιμή κι η υπόληψή της είχαν καταρρακωθεί απ’ τη βραδιά εκείνη που πείστηκε απ' τον Τάκη να πάνε σ’ εκείνο το καταραμένο πάρτι στο σπίτι της Άντας. Από τότε, κάθε λεπτό που είχε περάσει ήταν και μια χειρότερη ταπείνωση για κείνην.

Τώρα βρισκόταν αλυσοδεμένη μέσα στο υπνοδωμάτιο της Αυγής και μέσα στο μουνί της Αυγής που απείχε μόλις δέκα πόντους απ' το στόμα της υπήρχε ένα κομμάτι κρέας, κι η καημένη η Φωφώ είχε να βάλει κάτι στο στόμα της τρεις ολόκληρες μέρες. Παρόλο που το κρέας θα είχε γίνει βρωμερό και σιχαμερό απ' τα ζουμιά της μουνότρυπας της Αυγής, ήταν αποφασισμένη να το φάει αφού ήταν τόσο πολύ πεινασμένη το στομάχι της γουργούριζε ασταμάτητα και τα σάλια της έτρεχαν ποτάμι.

-    «Ζήτησε απ’ τον Τάσο να σου ξεσκίσει την κωλοτρυπίδα και θα σου δώσω το κρέας», της έλεγε και κουνούσε το μουνί της που είχε το κρέας. «Προτιμάς να σε ξεμουνιάσω και να σ’ αφήσω τρεις ακόμη μέρες νηστική ή μήπως θες να σε γαμήσω απ’ τον κώλο και να φας λίγο φαί να λαδώσει το έντερο σου;».

-    «Δέχομαι, δέχομαι!», είπε αμέσως η Φωφώ.

-    «Δηλαδή τι δέχεσαι;», ρώτησε η Αυγή ενώ ταυτόχρονα, έβαζε κι έβγαζε το κομμάτι του κρέατος μέσα στο μουνί της.

-    «Ω!!  Δέχομαι να μου τον βάλεις…», είπε η Φωφώ με παράπονο.

-    «Που να σου τον βάλω;», ρώτησε ο Τάσος και της φύτεψε με μια απότομη κίνηση όλη την πουλάρα του μέχρι τον πάτο. «Δεν αρκεί μόνο να μου το πεις ότι δέχεσαι, πρέπει να μου πεις που θέλεις να σου σφηνώσω την καυλάρα μου και μάλιστα να με παρακαλέσεις».

-    «Χώσε μου την ψωλάρα σου στην κωλοτρυπίδα μου!», ούρλιαξε αμέσως η Φωφώ. «Ξέσκισέ τη μου και χώσ’ την μου μέχρι τον πάτο. Στο μεταξύ εγώ μπορώ να κάνω γλυφομούνι και στη γυναίκα σου».

Η Αυγή έσκασε στα γέλια. Το ίδιο κι ο άντρας της. Η Φωφώ δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά της.
Ξαφνικά η πούτσα του Τάσου βγήκε απότομα και με δύναμη απ’ τη μουνότρυπά της. Το πουτσοκέφαλό του γυάλιζε τόσο πολύ που θα έλεγε κανείς ότι το είχε γυαλίσει με παρκετίνη. Μετά από δευτερόλεπτα το μουσκεμένο πουτσοκέφαλο του ακούμπησε το κρεάτινο δαχτυλίδι της κωλοτρυπίδας της Φωφώς και το πίεσε προς τα μέσα. Οι μυς της σκατότρυπάς της άρχισαν να ζορίζονται αλλά σε λίγο το πουτσοκέφαλό του φυτεύτηκε μέσα της κάνοντας ένα δυνατό γλουπ.

-    «Αχ! Θα με σκίσεις πουτσαρά μου!», βόγκηξε η Φωφώ καθώς νόμιζε ότι είχε φτάσει το τέλος της.

Ο πόνος ήταν τόσο έντονος που το κορμί της παρέλυσε. Μετά από λίγο ο Τάσος έσπρωξε πιο δυνατά και φύτεψε πιο βαθιά την καυλάρα του μέσα στην κωλοτρυπίδα της.
Η Αυγή δεν έμεινε αδιάφορη. Πλησίασε το μουνί της κοντά στα χείλια της Φωφώς και το έστησε προκλητικά στον αέρα. Η Φωφώ άρχισε το γλύψιμο και σε λίγο μ’ ένα δυνατό ρούφηγμα έβαλε το κρέας στο στόμα της, τη στιγμή που άρχισε να μασάει λαίμαργα το κρέας και τα δόντια της έγδερναν και δάγκωναν την πεταχτή και ερεθισμένη κλειτορίδα της Αυγής. Η Αυγή βόγκηξε απ’ τον ξαφνικό, κι αναπάντεχο πόνο που ένιωσε στη μουνότρυπά της ενώ ταυτόχρονα η μούνα της μούσκεψε μ’ ένα σωρό μουνοχύματα.

Την ώρα που μασούσε το κρέας τα χείλια, η γλώσσα και τα δόντια της έκαναν ένα πρωτότυπο μασάζ στα μουνόχειλα και την κλειτορίδα της Αυγής. Η Αυγή έχυσε πολύ γρήγορα κι από μέσα απ’ τα μουνόχειλά της έτρεξε ένας καταρράκτης από μουνοχύματα. Η Φωφώ την ώρα που κατάπινε το κρέας κατάπινε και τα ζουμιά του μουνιού της Αυγής που εκείνη τη στιγμή στην πείνα της, της θύμιζαν γαλλική σαμπάνια.

Η πούτσα του Τάσου βρισκόταν μόλις μέχρι τη μέση του μήκους της στην κωλοτρυπίδα της Φωφώς. Εκείνος συνέχισε να σπρώχνει δυνατά και το κρεάτινο παλαμάρι του φυτευόταν αργά-αργά αλλά σταθερά όλο και πιο βαθιά στη σκατότρυπά της. Το κρεάτινο δαχτυλίδι της κωλοτρυπίδας της Φωφώς είχε τεντωθεί απελπιστικά και η Φωφώ έσκουζε απ’ τον πόνο.

Από κάποια στιγμή και μετά την έτσουζε ολόκληρος ο κώλος της και απ’ την πολλή πίεση που δεχόταν νόμιζε ότι η πούτσα του θα την ξεκώλιαζε. Ποτέ άλλοτε στη ζωή της δεν είχε νιώσει τόσο δυνατό και φρικιαστικό πόνο.

Το στόμα της Φωφώς είχε ανοίξει διάπλατα απ’ τον πόνο κι έτσι η Αυγή με μια κίνηση κατάφερε και της έχωσε όλο το μουνί της μέσα στο στόμα της. Τα ζουμιά του μουνιού της συνέχισαν να τρέχουν ποτάμια μέσα στο στόμα της Φωφώς κι εκείνη ανήμπορη να αντιδράσει τα κατάπινε μέχρι την τελευταία σταγόνα. Η Αυγή της έχωσε ένα κομμάτι κρέας μέσα στο στόμα κι η Φωφώ άρχισε να το μασάει λαίμαργα. Ταυτόχρονα η πούτσα του Τάσου έκανε αλλεπάλληλες επιθέσεις στην κωλοτρυπίδα της, αλλά η πείνα της Φωφώς είχε διώξει τελείως κάθε πόνο ή άλλη σκέψη. Μόλις της φύτευε όλο το καυλί του μέχρι τη ρίζα άρχισε να μπαινοβγαίνει γρήγορα σαν πιστόνι.

Τώρα ακούγονταν και τα βογκητά της καύλας του Τάσου ο οποίος απολάμβανε αυτό το γαμήσι στο έπακρο. Τα βαριά και τριχωτά αρχίδια του χτυπούσαν ρυθμικά και με δύναμη πάνω στα ερεθισμένα και μουσκεμένα μουνόχειλα της Φωφώς η οποία συνέχιζε να μασάει ανενόχλητη και ξένοιαστη. Η κωλοτρυπίδα της είχε ξεχειλώσει απ’ το παλαμάρι που είχε δεχθεί μέσα της και την έτσουζε φοβερά. Ο Τάσος δεν έπαψε ούτε στιγμή να μπαίνει μέσα της μέχρι τον πάτο λες κι ήθελε να της σπρώξει το στομάχι μέχρι το στόμα και να κάνει εμετό το κρέας που έτρωγε.

Η Φωφώ πονούσε φοβερά. Η πούτσα του Τάσου ήταν σαν λοστός μέσα στην κωλοτρυπίδα της. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν δυνατόν μια αντρική ψωλή να την κάνει να πονάει τόσο πολύ.

Στο μεταξύ η Αυγή άρχισε να χοροπηδάει με λύσσα πάνω στο πουφ και να χώνει συνέχεια και πιο βαθιά τα μουνόχειλά της μέσα στο στόμα της Φωφώς. Η Φωφώ προσπαθούσε να τους ικανοποιήσει όσο πιο πολύ μπορούσε για να τους πείσει ότι άξιζε να φάει κάτι και να μην πεθάνει της πείνας. Η γλώσσα της κουνιόταν ρυθμικά ανάμεσα στα μουνόχειλα της Αυγής και τα δόντια της τρίβονταν πάνω στην φουσκωμένη απ’ την καύλα κλειτορίδα της. Η Αυγή βογκούσε καθώς η καύλα της φούντωνε για μια ακόμη φορά και το μουνί της ετοιμαζόταν να χύσει και πάλι. Η Φωφώ τελικά κατάφερε να πείσει τη Αυγή ότι άξιζε να της δώσει ένα ακόμη κομμάτι κρέας.

Η Φωφώ άρχισε να το μασάει καθώς η πούτσα του Τάσου συνέχιζε να της κάνει αυτό το οδυνηρό ψωλομασάζ στην κωλοτρυπίδα. Το πουτσοκέφαλό του είχε καρφωθεί βαθιά μέσα στη σκατότρυπά της και απειλούσε να της σκίσει το παχύ έντερο. Τα βαριά αρχίδια του συνέχισαν να δίνουν σκαμπίλια πάνω στα ροδαλά και μουσκεμένα μουνόχειλα της Φωφώς και πότε-πότε πάνω στην αρχιδοκαθίστρα της.

-    «Πω πω πω! Τι σφιχτή κωλοτρυπίδα είναι αυτή παιδί μου! Σωστή τανάλια!», έλεγε βογκώντας από την ηδονή και την καύλα ο Τάσος. «Νομίζω ότι αυτή είναι η πιο σφιχτή κωλοτρυπίδα που έχω γαμήσει μέχρι τώρα».

Η Φωφώ κατάπιε το κρέας κι άρχισε και πάλι να γλύφει ηδονικά την κλειτορίδα της Αυγής. Η γλώσσα της τώρα κουνιόταν πιο γρήγορα, πιο κεφάτα και με περισσότερη πείρα κι έκανε την Αυγή να βογκάει ασταμάτητα από ηδονή. Μέχρι στιγμής δεν είχε νιώσει ποτέ τόση προθυμία για να κάνει γλυφομούνι σε άλλη γυναίκα. Κάθε φορά που ένιωθε την πουτσάρα του Τάσου να της φυτεύεται μέσα στην κωλοτρυπίδα, έσφιγγε δυνατά τη γλώσσα της και την κάρφωνε με δύναμη και πάθος στο βάθος της μουνότρυπας της Αυγής.

-    «Έτσι σφιχτή που είναι η κωλοτρυπίδα αυτής εδώ της καριόλας», είπε με πνιχτή φωνή ο Τάσος, «σίγουρα θα μου σκίσει τον πούτσο».

Μετά για να τη εκδικηθεί που ήταν τόσο στενή άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα της με πολύ πιο γρήγορες κι απότομες κινήσεις ενώ τ’ αρχίδια του έβραζαν και το ηφαίστειο της πουτσάρας του από στιγμή σε στιγμή θα έκανε έκρηξη και θα πετούσε τη ζουμερή λάβα των αρχιδιών του.

Η Αυγή στο μεταξύ έβαζε συνέχεια κομμάτια κρέας στο στόμα της Φωφώς για να της δίνει κουράγιο να κάνει πολύ καλύτερη περιποίηση και στο μουνί της και στον Τάσο που τη γαμούσε απ’ την κωλοτρυπίδα. Η Φωφώ μόλις κατάπινε τα κομμάτια του κρέατος άρχιζε με περισσότερο κέφι να ρουφάει, να γλύφει και να δαγκώνει την κλειτορίδα της Αυγής. Σε λίγο η πολλή πείνα της Φωφώς άρχισε να υποχωρεί. Η πουτσάρα του Τάσου κόντευε να της ξεσκίσει την κωλοτρυπίδα. Ο Τάσος συνέχισε να μπαινοβγαίνει μέσα της με ξέφρενο ρυθμό και η Φωφώ άρχισε να βογκάει καθώς έκανε άγριο γλυφομούνι στη Αυγή. Κάποια στιγμή ένιωσε μέσα στη σκατότρυπά της να διογκώνεται επικίνδυνα το ψωλοκέφαλο του Τάσου κι απόρησε γιατί συνέβαινε αυτό.

-    «Έλα μωρή καριόλα, πάρ’ τα όλα απ’ τον πούτσο μου!», βόγκηξε δυνατά ο Τάσος και απ’ την πουτσότρυπά του άρχισαν να τινάζονται τα πρώτα καυτά και πηχτά χύσια του.

Τώρα που μούσκεψε η κωλοτρυπίδα της η πούτσα του γλιστρούσε πιο πολύ κι έτσι τον διευκόλυνε να μπαινοβγαίνει μέσα της με πιο γρήγορο ρυθμό.
Ξαφνικά τα μουνόχειλα της Αυγής άρχισαν να κάνουν έντονες συσπάσεις, να σφίγγουν τα χείλια και τη γλώσσα της Φωφώς μέσα τους λες κι ήθελαν να τα κόψουν και δευτερόλεπτα αργότερα η Αυγή άρχισε να χύνει τα μουνοζούμια της μέσα στο λαρύγγια της ανήμπορης ν’ αντιδράσει Φωφώς. Η Φωφώ τα ρουφούσε και τα κατάπινε ενώ η κωλοτρυπίδα της είχε πλημμυρίσει κυριολεκτικά απ’ τα ψωλοχύματα του Τάσου που τινάζονταν μέσα της με τους κουβάδες.


Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 8320 "Erotic stories archive")