Η γειτονιά (3ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Ο Τάσος κλώτσησε στην άκρη της πολυθρόνας του τα ρούχα του κι άνοιξε διάπλατα τα σκέλια του. Η Αυγή κι η Άντα την έσπρωξαν πιο κοντά του αλλά η πούτσα του Τάσου δεν έφτανε ακόμη να μπει στο στόμα της.

Η Άντα έστριψε την αλυσίδα που είχε στο λαιμό της η Φωφώ κι εκείνη δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Μετά την έσπρωξε προς τα μπρος κι έπεσε με το μάγουλο πάνω στο ψωλοκέφαλό του.

-    «Όχι! Μη αφήστε με!» άρχισε να διαμαρτύρεται η Φωφώ.

Στο σαγόνι της είχε κολλήσει το σκληρό ματσούκι του Τάσου που σε λίγο θα φυτευόταν μέσα στο στόμα της. Η έντονη αρρενωπή μυρωδιά του πούτσου του της έφερνε αηδία και νόμιζε ότι από στιγμή σε στιγμή θα έκανε εμετό.
-    «Άνοιξε μωρή καριόλα το στόμα σου και πάρε του τον πούτσο μέσα» ούρλιαξε θυμωμένη η Άντα.

-    «Έλα μανάρι μου, πάρε λίγο το καυλί μου στο στόμα σου, θα σου κάνει καλό» της είπε χαμογελαστά ο Τάσος και την ίδια στιγμή έπιασε την πούτσα του με το χέρι του και την έτριβε πάνω στο πρόσωπό της.

Η Φωφώ ήθελε να βάλει τις φωνές, να διαμαρτυρηθεί, αλλά καταλάβαινε ότι αν έκανε κάτι τέτοιο θα απόβαινε σε βάρος της. Η πλάτη της, τα πλευρά, τα βυζιά της, τα κωλομάγουλά της κι οι τρύπες της πονούσαν απ’ το μαστίγιο. Αν προσπαθούσε να τους ανατρέψει τα σχέδια σίγουρα θα έτρωγε περισσότερο ξύλο.

Χωρίς να το περιμένει η Αυγή άρχισε να τη μαστιγώνει. Η Φωφώ άρχισε να βογκάει και αναγκαστικά το στόμα της άνοιγε για να βγουν οι κραυγές της. Όταν σταματούσε, άθελα της τα χείλια της έκλειναν και έπιαναν μέσα τους το χοντρό καυλί του Τάσου, κοντά στη βάση του. Μετά προσπάθησε να κάνει πίσω αλλά η Άντα την έσπρωχνε δυνατά με το πόδι της προς τα μπρος.

Η Φωφώ δεν είχε άλλη επιλογή. Η πούτσα του Τάσου της στοκάριζε τα μάγουλα, το μέτωπο και τα χείλια της. Κάποια στιγμή ό Τάσος χαμήλωσε λίγο κι έτσι η πούτσα του ακούμπησε με το κεφάλι της πάνω στη γλώσσα της.

Η διαφορά σε όγκο και μέγεθος της πούτσας και του κεφαλιού την έκαναν να τα χάσει. Όταν είχε κατά λάθος βάλει τη βάση του καυλιού του στο στόμα της, το δέρμα της ήταν απαλό όσο και η επιδερμίδα κάθε άλλου μέρους. Η επιφάνεια όμως του πουτσοκέφαλου ήταν λεία, ζεστή, και έμοιαζε με τεντωμένο καουτσούκ.
Εκτός αυτού το πουτσοκέφαλό του δεν είχε καθόλου γεύση. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες και για να μη φάει το ξύλο της χρονιάς της αποφάσισε να του πάρει πίπα. Στο κάτω-κάτω τι κακό θα πάθαινε αν έπαιρνε ένα πούτσο στο στόμα της;.

Η Φωφώ όμως δεν είχε υπολογίσει με ποιο τρόπο θα αντιδρούσε η πούτσα του Τάσου μετά τα καυλιάρικα γλειψίματα που θα του έκανε. Έτσι λοιπόν, δοκίμαζε την έκπληξη της ζωής της όταν είδε ότι το κρέας αυτό συνεχώς τέντωνε, γινόταν πιο ζεστό και πιο ευαίσθητο. Μόλις το πουτσοκέφαλο του Τάσου μπήκε στο στόμα της, αμέσως έγινε πιο χοντρό και μεγάλο και απειλούσε να της κλείσει το στόμα.

Στην αρχή η Φωφώ νόμιζε ότι το πρόβλημα θα λυνόταν με το να του γλύφει απαλά τα πλάγια του πούτσου του. Τώρα όμως ο Τάσος της είχε σφηνώσει το μισό παλαμάρι του μέσα στο στόμα και ζητούσε να της το χώσει όλο, μέχρι τη ρίζα. Ξαφνικά κάτι μέσα της έσπασε. Νόμιζε ότι είχε φτάσει το τέλος της. Με ένα τόσο μακρύ και χοντρό καυλί μέσα στο στόμα δεν θα μπορούσε να πάρει ανάσα και θα έσκαγε. Τα χείλια της δεν είχαν ανοίξει ούτε είχαν τεντωθεί τόσο πολύ ποτέ άλλοτε.

-    «Έλα μανάρι μου, πάρε μου όλο τον πούτσο μέσα» έλεγε με φωνή πνιγμένη απ’ τον πόθο ο Τάσος. «Γουστάρω το τσιμπούκι όσο τίποτε άλλο. Άνοιξε τα χειλάκια σου κι άλλο να μου ρουφήξεις όλο τον πούτσο μέσα».

Ο Τάσος ήταν ανυπόμονος. Της άρπαξε τα μαλλιά και τα τραβούσε για να τη φοβίσει και να την αναγκάσει να πάρει τον πούτσο του μέσα στο στόμα της μέχρι τη ρίζα. Την ίδια στιγμή η Αυγή της έτριβε την πλάτη με το μαστίγιό της.

-    «Ρούφα του τον πούτσο μωρή καριόλα!», ούρλιαξε η Άντα μέσα στο αυτί της Φωφώς. «Άντε και θα δεις ότι θα σου χύσει ένα κουβά χύσια να τ’ απολαύσεις».

-    «Το καλό που σου θέλω», είπε η Αυγή απειλώντας τη με το μαστίγιο, «να πάρεις σωστό τσιμπούκι στον άντρα μου γιατί αλλιώς καημένη μου θα σου ξεριζώσω τα βυζιά και θα στα χώσω στον κώλο».

Η Φωφώ άνοιξε το στόμα της και πήρε πιο βαθιά τον πούτσο του Τάσου. Η σκληρή πουτσάρα του άρχισε να γδέρνει τα τρυφερά κα βελούδινα χείλια της και το πουτσοκέφαλό του έφτασε μέχρι τον ουρανίσκο της.
Κάποια στιγμή ο Τάσος τράβηξε τον πούτσο του προς τα πίσω και η Φωφώ βρήκε την ευκαιρία να πάρει μιαν ανάσα.

-    «Πάρε μου τον πούτσο μωρή ψωλού και κάνε με να καυλώσω» φώναξε αγριεμένος ο Τάσος. «Δεν θέλω απλώς να μου τον σαλιώσεις, αλλά και να μου τον ρουφήξεις».

Μετά έριξε μια ματιά απέναντί του και είδε τον Βαγγέλη.

-    «Βαγγέλη, είσαι να της ανοίξεις λίγο τη μήτρα την ώρα που θα μου παίρνει εμένα τσιμπούκι;».

-    «Και το ρωτάς; Η πούτσα μου έχει γίνει παλούκι και κάπου πρέπει να μπει για να ηρεμήσει» είπε χαμογελώντας ο Βαγγέλης.

Η Φωφώ προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί βάζοντας τις φωνές αλλά δεν τα κατάφερε γιατί με μια απότομη κι επιδέξια κίνηση ο Τάσος της μπούκωσε τον πούτσο του μέσα στο στόμα. Όταν η Φωφώ προσπάθησε τα τραβηχτεί πίσω, δέχτηκε μια κλωτσιά στο σβέρκο απ’ τη Άντα που στεκόταν πίσω της. Παράλληλα τα χέρια του Τάσου άρχισαν να τραβούν τα μαλλιά της δυνατά κι η Φωφώ φοβήθηκε ότι θα της τα ξερίζωνε. Ταυτόχρονα η Αυγή άρχισε να τη μαστιγώνει στα πλευρά και την πλάτη και λίγο αργότερα πάνω στα αφράτα κι ολοστρόγγυλα κωλομάγουλά της.

Κάποια στιγμή ένιωσε δυο στιβαρά χέρια να της χουφτώνουν τα κωλομάγουλα και να της τα ανοίγουν. Τα μουνόχειλά της άνοιξαν και φάνηκε η εσωτερική ροδαλή πλευρά τους. Η κωλοτρυπίδα της φαινόταν σαν μικροσκοπικός κρατήρας ηφαιστείου που ήταν έτοιμος ν’ ανοίξει και να πετάξει έξω τη λάβα του. Χωρίς καν να το περιμένει ένιωσε ένα χοντρό δάχτυλο να της σφηνώνεται στο μουνί και να κάνει εξερευνήσεις.

-    «Εγώ νόμιζα ότι η γκόμενα θα ήταν στεγνή» είπε έκπληκτος ο Βαγγέλης. «Αυτή εδώ όμως έχει ήδη μουσκέψει. Φαντάζομαι ότι ούτε η ίδια δεν θα περίμενε να μουσκέψει τόσο η μούνα της με το να πάρει ένα τόσο αδέξιο τσιμπουκάκι. Μου φαίνεται ότι πρέπει να της φερθούμε ακόμη πιο βάρβαρα για να βάλει λίγο μυαλό».

-    «Περιμένετε να της δώσω τις βουρδουλιές της χρονιάς της!», είπε η Αυγή. «Τότε θα δείτε αν η γκόμενα θα απολαμβάνει αυτό που κάνει».

Η Φωφώ ήθελε πολύ να φωνάξει. Αυτά που της έκαναν όχι μόνο δεν την ικανοποιούσαν αλλά την ταλαιπωρούσαν. Αυτά που πάθαινε μέσα σ’ αυτό το σπίτι μόνο σε κάποιο εφιαλτικό όνειρο θα μπορούσε να τα δει. Τώρα ήταν η δεύτερη φορά που θα τη γαμούσαν απ’ το μουνί παρά τη θέλησή της και η σκέψη μόνο της προκαλούσε πανικό. Πριν λίγη ώρα είχε δει την πούτσα του άντρα της να ψωλοστοκάρει με τα χύσια της το πρόσωπο της Σοφίας χωρίς να ντρέπεται κανείς απ’ τους δυο τους. Αλήθεια τι επεδίωκαν να κάνουν όλοι αυτοί μέσα σ ‘ αυτό το σπίτι;.

Κάποια στιγμή το πουτσοκέφαλο του Βαγγέλη ακούμπησε τα μισάνοιχτα μουνόχειλα της Φωφώς. Μόλις της το φύτεψε μέσα στο μουνί της, η Φωφώ κόντεψε να μείνει απ’ το ξάφνιασμα και τον πόνο.
Τα μουνόχειλά της ζορίστηκαν για να δεχθούν ανάμεσά τους το παλαμάρι του ενώ ταυτόχρονα τα χείλια της τεντώνονταν για να δεχθούν το καυλί του Τάσου. Ο Τάσος της τραβούσε δυνατά τα μαλλιά για να την κάνει να κρατήσει μέσα στο στόμα της τον πούτσο του και την απειλούσε ότι αν δεν τον έπαιρνε όλο μέσα θα της τα ξερίζωνε.

-    «Μη τυχόν και μου δαγκώσεις τον πούτσο μωρή καριόλα, γιατί κάηκες!», είπε ο Τάσος απειλητικά. «Αν μου ξαναδαγκώσεις έστω και λίγο τον πούτσο, τότε θα πω στον Βαγγέλη να σου ξεριζώσει τα βυζιά. Κατάλαβες;».

Και ήταν ικανός να το κάνει! Η Φωφώ ήταν σίγουρη γι αυτό και πιο σίγουρη ότι όλοι όσοι ήταν παρόντες, ακόμη κι ο ίδιος ο άντρας της, θα απολάμβαναν αυτό το θέαμα. Ξαφνικά η Φωφώ ένιωσε τόσο μόνη, τόσο απομονωμένη που της ερχόταν να βάλει τα κλάματα. Ο Βαγγέλης της το έχωνε βαθιά μέσα στο μουνί κι ο Τάσος της μπούκωνε το στόμα με την πουτσάρα του. Ο Τάσος κουνούσε απότομα και βίαια την πούτσα του και της κάρφωνε το πουτσοκέφαλό του στο λαρύγγι. Την ίδια στιγμή ο Βαγγέλης της πίεζε με δύναμη τη μήτρα και απειλούσε να της την ξεσκίσει.

-    «Μη τη λυπάστε! Αντέχει το άγριο γαμήσι! Ξεσκίστε τη!», τους παρότρυνε χαιρέκακα η Άντα.

-    «Καλά σας λέει η Άντα», σιγοντάριζε από δίπλα της η Αυγή. «Ξεσκίστε της τη μούνα και το λαρύγγι για να μη μας παριστάνει πλέον την παρθένα».

Από κάποια στιγμή και μετά όλοι οι καλεσμένοι είχαν συγκεντρωθεί γύρω από την Φωφώ και έβλεπαν που τη γαμούσαν από μουνί και στόμα ο Τάσος και οι Βαγγέλης με τις καυλάτες και χοντρές πουτσάρες τους.

-    «Μανάρι μου καύλωσες μ’ αυτά που σου κάνουμε;» ρώτησε ο Τάσος και της τράβηξε δυνατά το τσουλούφι.

-    «Εγώ πάντως», είπε ο Βαγγέλης, «είμαι σχεδόν έτοιμος να την ποτίσω με τα χύσια μου».

Τα νύχια του καρφωνόταν με λύσσα πάνω στα ολοστρόγγυλα και αφράτα κωλομάγουλά της καθώς την τραβούσε προς το μέρος του για να της φυτεύει όλο και πιο βαθιά την πουτσάρα του. 
-    «Αν είναι έτσι περίμενε κι εμένα λίγο για να χύσουμε μαζί και να την πνίξουμε με τα ψωλοχύματά μας!», είπε βογκώντας από καύλα ο Τάσος.

Η πούτσα του έγινε πιο σκληρή και πιο χοντρή από προηγουμένως και το πουτσοκέφαλό του σφηνώθηκε βαθιά μέσα στο λαρύγγι της.

Δευτερόλεπτα αργότερα οι δυο καμαρωτές ψωλάρες άρχισαν να τινάζουν μέσα της τα χύσια τους και να την καίνε. Ξαφνικά η μουνότρυπα της Φωφώς πλημμύρισε με πηχτά και καυτά χύσια που πετούσε με δύναμη πυροσβεστικού κρουνού η πούτσα του Βαγγέλη. Την ίδια στιγμή ο Τάσος άρχισε να εκσφενδονίζει τα ψωλοχύματά του μέσα στο λαρύγγι της βογκώντας από ηδονή και καύλα. Η Φωφώ τα είχε χάσει τελείως. Νόμιζε ότι είχε πέσει σε μια πισίνα γεμάτη με χύσια και έμπαζε απ’ όλες τις τρύπες του κορμιού της τα δραστικά αυτά υγρά. Όταν μετά από λίγο οι δυο γαμιάδες της έβγαλαν απ’ τις τρύπες της τις ψωλές τους, τα χύσια του Τάσου και του Βαγγέλη είχαν μουσκέψει τα μπούτια, την κωλάρα της, το πρόσωπο και τα μεγάλα πληγωμένα βυζιά της. Τα μουνόχειλά της είχαν μείνει ανοιχτά κι έσταζαν τα χύσια του Βαγγέλη που ξεγλιστρούσαν από μέσα.

Ξαφνικά όλες οι ψωλές, τα χέρια και το μαστίγιο απομακρύνθηκαν από κοντά της κι η εξουθενωμένη πλέον Φωφώ σωριάστηκε σαν σακί με άμμο στο πάτωμα.


Πριν καλά-καλά ξημερώσει, η Φωφώ είχε φάει τις ψωλές της χρονιάς της κι ήταν σκέτο ράκος. Το μουνί της την πονούσε και την έτσουζε γιατί οι ψωλές που είχε δεχθεί ήταν χοντρές, βαρβάτες, βίαιες και τη γαμούσαν αλύπητα και με μανία. Ακόμη κι ο Τάκης την ξεμούνιασε αφού πρώτα την υποχρέωσε να του πάρει ένα σωστό λαρυγγοτσίμπουκο και να του γλύψει καλά όλα τα μουνοχύματα της Αυγής. Η γλώσσα της Φωφώς είχε πρησθεί απ’ το πολύ γλύψιμο και την πονούσε φοβερά. Και τι δεν είχε γλύψει, ψωλές, μουνιά, αρχίδια, κλειτορίδες. Όλοι οι προσκεκλημένοι της Άντας ψοφούσαν για να νιώσουν πάνω στα γεννητικά τους όργανα την τρυφερή και βελούδινη γλώσσα της Φωφώς.

Τα σαγόνια της την πονούσαν στις αρθρώσεις γιατί οι πουτσαράδες την υποχρέωναν να ανοίγει συνεχώς διάπλατα το στόμα της για να τους παίρνει σωστά τσιμπούκια. Μόνο στο Σάκη δεν είχε πάρει ακόμη τσιμπούκι. Αυτός προτιμούσε να κάνει μπανιστήρι ενώ όλοι οι άλλοι έκαναν ότι ήθελαν στη νεαρή μουνάρα.

Όταν τελείωσε αυτή η περιπέτεια, η Φωφώ ήταν πεσμένη σαν πτώμα στη μέση του σαλονιού και γύρω της ήταν όλοι οι άλλοι που την έβλεπαν σαν περίεργο ζώο. Το κορμί της την πονούσε απ’ την κορυφή ως τα νύχια. Οι τρύπες της όλες την πονούσαν και την έτσουζαν γιατί όλες είχαν δεχθεί την βίαια επίθεση κάποιου ανθρωπόμορφου τέρατος απ’ αυτά που είχαν μαζευτεί εκεί μέσα. Σε κάθε γωνιά του κορμιού της είχαν πέσει χύσια που είχαν ξεραθεί και βρωμούσαν. Τα μαλλιά της είχαν κολλήσει με την λακ απ’ τις ψωλές των ανδρών που είχαν χύσει πάνω της.

Γύρω της τώρα βρίσκονταν εννέα γυμνά άτομα. Μόνο ο Σάκης ήταν ακόμη ντυμένος. Η Σοφία καθόταν ολόγυμνη σε μια πολυθρόνα με τα μπούτια ανοιγμένα διάπλατα και σηκωμένα προς τα πάνω κατά τρόπο που ν’ αποκαλύπτονται τα μουνόχειλά της, η κωλοτρυπίδα της και οι πλούσιες και μυτερές βυζάρες της. Πότε-πότε έτριβε τα μουνόχειλά της και την κλειτορίδα της. Ο άντρας της, ο Βαγγέλης, καθόταν δίπλα της και έτριβε συνέχεια το μισοπεσμένο καυλί του. Η Άντα ακουμπούσε στον τοίχο, ήταν ολόγυμνη και οι πεταχτές τεράστιες βυζάρες της πετιούνταν πάνω στο στήθος της σαν πεπόνια. Οι περισσότεροι άντρες κάθε λίγο την έπαιρναν μάτι και οι ψωλές τους σηκώνονταν σαν παλούκια.

Η Ελένη καθόταν στο μπράτσο της πολυθρόνας που καθόταν ο άντρας της και του έπαιζε συνεχώς τον πούτσο. Η Αυγή φορούσε ένα μικροσκοπικό σουτιέν από μαύρο δέρμα και καθόταν δίπλα στον Τάσο ο οποίος είχε ξαναφορέσει το μικρό κι αποκαλυπτικό σλιπάκι του. Ο Τάκης με τον πούτσο πάντα όρθιο σαν κολώνα της ΔΕΗ καθόταν δίπλα στον Σάκη. Όλοι τους κοιτούσαν την ξεθεωμένη Φωφώ που ήταν ολόγυμνη και πεσμένη στο πάτωμα.

-    «Και τώρα τι κάνουμε;», ρώτησε ανυπόμονη η Άντα.

-    «Δε μου λες Τάκη;», είπε ο Σάκης γυρίζοντας προς το μέρος του. «Είπες ότι τις επόμενες δυο βδομάδες σχεδίαζες να πάρεις τη γυναίκα σου να πάτε διακοπές;».

Ο Τάκης κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και συνέχισε να κοιτάζει επίμονα της γιγάντιες και προκλητικά στημένες βυζάρες της Άντας. Πότε-πότε κοιτούσε και κανένα μουνί. Η πούτσα του, παρόλο που είχε χύσει κάμποσες φορές εκείνο το βράδυ, δεν έλεγε να του πέσει.

-    «Ωραία λοιπόν. Δεν νομίζεις ότι είναι καλή ιδέα να  κάνουμε συνέχεια τέτοια πάρτι και να τη βρίσκουμε;», ρώτησε ο Σάκης. «Σιγά σιγά θα μπει στο κόλπο κι η υπόλοιπη γειτονιά κι έτσι θα έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε νέα μουνιά, νέα στόματα κι άλλες κωλοτρυπίδες».

-    «Μα αν δεν δεχθούν οι άλλοι γείτονες;» ρώτησε ο Βαγγέλης.

-    «Θα δεχθούν. Οι μόνοι που είναι μαλάκες και πουριτανοί είναι ο Λακόπουλος κι ο Γεωργίου με τις γυναίκες  τους. Πιστεύω πάντως ότι αν επιμείνουμε λιγάκι τον Γεωργίου μπορούμε να τον υπολογίζουμε. Τον Λακόπουλο μπορούμε να τον στριμώξουμε αλλιώς. Χρωστάει πολλά λεφτά στην τράπεζα που δουλεύω και αν θέλω μπορώ να τον εκβιάσω».

Τελικά η ιδέα του Σάκη φάνηκε ότι άρεσε σε όλους.

-    «Λοιπόν Τάκη, τι λες; Γουστάρεις;», τον ρώτησε ο Σάκης.

-    «Δεν ξέρω τι να πω…;», είπε και η απορία ήταν έντονα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.

-    «Ένα πράγμα να θυμάσαι Τάκη. Αν δεχθείς, επί δυο βδομάδες συνέχεια θα γαμάς και θα τσιμπουκώνεις όποια γειτόνισσα γουστάρεις», επέμενε δελεαστικά ο Σάκης.

-    «Δηλαδή θα μπορώ να γαμάω και να δίνω τσιμπούκια σε όποια γειτόνισσα θέλω;» είπε ο Τάκης.

-    «Βεβαίως! Θα χτυπάς μια πόρτα, θα λες ότι θες να γαμήσεις κι αμέσως θα σου ανοίγουν τα μπούτια. Εγώ σου λέω ότι αν δουν πόσο πουτσαράς είσαι δεν θα σ’ αφήνουν σε χλωρό κλαρί. Και τι σου ζητάμε γι αυτό; Να αφήσεις μόνο τη γυναίκα σου να τη γαμούν κι όλοι οι άλλοι γείτονες».

-    «Τάκη, μη το κάνεις. Δεν με λυπάσαι;», τον ρώτησε απελπισμένη η Φωφώ η οποία δεν μπορούσε πλέον να αντέξει το παζάρεμα για το τομάρι της χωρίς να τη λαμβάνουν υπόψη.

Ο Σάκης γύρισε απότομα προς το μέρος της και της είπε:

-    «Σκάσε μωρή παλιοξεσκισμένη! Από δω και στο εξής κάθε φορά που θα λες μαλακία θα την πληρώνεις ακριβά. Ο άντρας σου μας έδωσε πριν λίγο το ελεύθερο να σε γαμάμε, να σε τσιμπουκώνουμε και να σου ζητάμε να γλύφεις τα μουνιά των γυναικών μας όποτε θέλουμε».

-    «Τελικά ποιος θα την αναλάβει πρώτος;», ρώτησε η Αυγή χαϊδεύοντας ταυτόχρονα τις ρώγες της.

-    «Σωστά!», είπε ο Βαγγέλης. «Αυτό πρέπει να το ρυθμίσουμε προκαταβολικά. Εδώ χρειάζεται τιμιότητα, ισοπολιτεία και δικαιοσύνη».

-    «Γλύψε μου τα μουνόχειλα μωρή παλιοκαριόλα» ούρλιαξε θυμωμένη η Σοφία η οποία είχε στηθεί πάνω απ’ το στόμα της Φωφώς.

Η Σοφία άνοιγε διάπλατα τα μουνόχειλά της κι άφηνε τη χοντρή κι ερεθισμένη κλειτορίδα της να φαίνεται. Η Φωφώ βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής απ’ το πηγαδομούνι της Σοφίας. Τα μουνόχειλα της Σοφίας ήταν ήδη μουσκεμένα από τα ζουμιά του μουνιού της που είχε καυλώσει.
Η Φωφώ ήταν καθηλωμένη σ’ ένα κρεβάτι και   δεν μπορούσε να αντιδράσει. Τα πόδια της ήταν ανοιγμένα διάπλατα όπως και τα χέρια της κι ήταν αλυσοδεμένα στις άκρες του κρεβατιού.

-    «Στην αρχή θα μου κάνεις ένα σωστό γλυφομούνι», είπε η Σοφία, «και μετά, αν είσαι καλή θα σου δώσω να μου γλύψεις και την κωλοτρυπίδα. Μετά θα σου αναθέσω να μου ρουφήξεις ηδονικά την κλειτορίδα και θα σου ζητήσω να μου χώσεις τη γλώσσα σου όσο πιο βαθιά μπορείς μέσα στη μουνότρυπά μου».

-    «Όχι! Μη!», φώναζε και διαμαρτυρόταν η Φωφώ.

-    «Σκάσε και γλύψε μου τη μουνοχαράδρα μου», της έλεγε απειλητικά η Σοφία κι άνοιγε με τα χέρια της τα μουνόχειλά της διάπλατα. «Εδώ μέσα το φαγητό σου θα είναι μουνί, πούτσες, κλειτορίδες και κωλοτρυπίδες».

Μετά το χτεσινοβραδινό πάρτι την Φωφώ την είχαν μεταφέρει στο σπίτι του Βαγγέλης και της Σοφίας. Την είχαν μεταφέρει αλυσοδεμένη σαν να ήταν σκυλί. Παρόλο που ήταν πολύ αργά το βράδυ η Φωφώ φοβόταν ότι κάποιος γείτονας θα την έβλεπε και ανησυχούσε ότι θα γινόταν ρεζίλη σ’ αυτά τα χάλια που ήταν. Στο δρόμο είδε το σπίτι της, είδε και τον τόπο των βασανιστηρίων της και κουνούσε απελπισμένη το κεφάλι της. Εκείνη τη νύχτα την κλείδωσαν μέσα στην εφεδρική τουαλέτα του σπιτιού τους, την άφησαν να κάνει ένα μπάνιο και το πρωί την έβγαλαν στο σαλόνι. Το ίδιο απόγευμα άρχισε ο νέος κύκλος των ταπεινώσεων και των βασανιστηρίων της Φωφώς.

-    «Ξέρεις τελικά γιατί σε έδωσαν πρώτα σε μένα;», τη ρώτησε χλευαστικά η Σοφία ενώ ταυτόχρονα χάιδευε και τσιμπούσε δυνατά την κλειτορίδα της ενώ η μούνα της απείχε μόλις δέκα πόντους απ’ τη μύτη της Φωφώς. «Γιατί εδώ και έξι μήνες εγώ ήμουν η γκόμενα που έπαιζε για όλη τη γειτονιά το ρόλο που θα παίζεις από δω και πέρα εσύ. Σ‘ όλο αυτό το διάστημα πουτσώθηκα και τσιμπουκώθηκα τόσο πολύ που δεν το βάζει ο νους σου. Απ’ το στόμα τον πήρα, απ’ το μουνί τον πήρα, κι απ’ την κωλοτρυπίδα τον πήρα. Δεν λέω, φάρδυνα, απόλαυσα γαμήσι, χόρτασα όλων των ειδών τις ψωλές, αλλά έπρεπε κι εγώ να δω κάποτε μια άσπρη μέρα. Και απ’ ότι βλέπεις, αυτή η μέρα ήρθε. Τώρα πλέον ανήκεις σε μένα και τον άντρα μου, κι επειδή οι τραυματικές αυτές εμπειρίες που είχα είναι για μένα πολύ πρόσφατες, θα σε κάνω να φτύσεις αίμα. θα σου κάνω ότι μου έκαναν κι εμένα».

Απ’ τη θέση που βρισκόταν η Φωφώ  η Σοφία φαινόταν τεράστια και πανύψηλη. Τα μουσκεμένα κι ερεθισμένα της μουνόχειλα της φαίνονταν σαν μια μεγάλη δαγκάνα κάβουρα που θα της έκοβε τη γλώσσα με το που θα επιχειρούσε να  της τα γλύψει. Αντίθετα όμως με το δασύτριχο δασάκι του μουνιού της Άντας, το μουνί της Σοφίας ήταν μάλλον.. καραφλό.

Οι μουνότριχες της Σοφίας ήταν λεπτές και καστανές και ήταν φυτρωμένες μόνο γύρω απ’ τα μουνόχειλά της. Η κωλοτρυπίδα της ήταν τελείως άτριχη. Η κοιλιά της ήταν λεία και τρυφερή και χωρίς, ίχνος χαλάρωσης. Τα εσωτερικά μουνόχειλά της ήταν πεταχτά και ροδαλά και μόνιμα μουσκεμένα απ’ τα ζουμιά του μουνιού της. Στην κορυφή, εκεί που ενώνονταν  φαινόταν ξεκάθαρα η κλειτορίδα της που ήταν πεταχτή και κόκκινη σα κερασάκι πάνω σε σαντιγί.

Ολόκληρο το κορμί της Σοφίας είχε μια απαλή, μπρούτζινη επιδερμίδα που σ’ έκανε να υποθέτεις ότι αυτή η γυναίκα έκανε ολόγυμνη ηλιοθεραπεία. Πάνω στο στήθος της προεξείχαν δυο στρογγυλά στητά αλλά σχετικά μικρά βυζιά με δυο ρώγες πεταχτές σαν να ήταν καρφιά. Τα μακριά καστανά μαλλιά της Σοφίας έπεφταν πότε μπρος πότε πίσω απ’ τους ώμους της και παιχνίδιζαν με τις σκουρόχρωμες ρώγες της.

Ξαφνικά η Σοφία κατέβασε κι άλλο το μουνί της προς το στόμα της Φωφώς. Η Φωφώ ίσα- ίσα που πρόλαβε να πάρει μιαν ανάσα γιατί την επόμενη κιόλας στιγμή τα μουνόχειλα της Σοφίας ακούμπησαν βαριά-βαριά πάνω στα χείλια της. Το πρώτο πράγμα που διαπίστωσε η Φωφώ ήταν ότι το μουνί της Σοφίας δεν βρωμούσε. Φαίνεται ήταν φρεσκοπλυμένο.

Η Φωφώ ήξερε τι είχε να αντιμετωπίσει.  Ήταν μια γυναίκα αποφασισμένη να την αναγκάσει να της λείψει τα μουνόχειλα και να την κάνει να χύσει. Αμέσως μετά θυμήθηκε ότι αυτή τη ίδια ιστορία   είχε κάνει και στη Άντα. Η Φωφώ δεν είχε καμιά απολύτως διάθεση για τέτοιου είδους ερωτικά παιχνιδίσματα μετά απ’ τα τόσα που της είχαν συμβεί την προηγούμενη νύχτα.

-    «Άντε μωρή μαλακισμένη! Θα μου γλύψεις καμιά φορά τη μούνα μου;» φώναξε αγριεμένη η Σοφία ενώ ταυτόχρονα άρχισε να πιέζει το μουνί της πάνω στο στόμα της Φωφώς και να στριφογυρίζει τη μέση της αριστερά δεξιά σαν να ήθελε να το χώσει ολόκληρο μέσα στο στόμα της γειτόνισσάς της.

Τα μουσκεμένα μουνόχειλα της Σοφίας τρίβονταν πάνω στα χείλια, τη μύτη και το πηγούνι της Φωφώς.
Η Φωφώ προσπάθησε να αντιδράσει. Τα αλυσοδεμένα χέρια και πόδια της δεν της άφηναν πολλά περιθώρια. Δεν μπορούσε καν να στρίψει το λαιμό της για να αποφύγει την επίθεση της Σοφίας με το μουνί της. Αφού είδε κι αποείδε, η Φωφώ υπέκυψε και άνοιξε ελαφρά τα χείλια της. Η ζεστή, υγρή, τρυφερή κα βελούδινη γλώσσα της βγήκε έξω κι άρχισε να γλύφει αργά-αργά τα εσωτερικά μουνόχειλα της Σοφίας.

-    «Μπράβο μανάρα μου!», βόγκηξε από ηδονή και καύλα η Σοφία. «Αυτό είναι. Συνέχισε έτσι. Κάνε τη μούνα μου να καυλώσει άτσαλα και ν’ αρχίσει ν’ ανοιγοκλείνει απ’ την ηδονή. Πρόσεξε μόνο να μου κάνεις σωστή δουλειά γιατί αλλιώς θα σ’ αφήσω αλυσοδεμένη μια ζωή πάνω σ’ αυτό το κρεβάτι».

Η γλώσσα της Φωφώς άρχισε να κινείται πιο γρήγορα και πιο ρυθμικά ενώ ταυτόχρονα μούσκευε απ’ τα ζουμιά της μούνας της Σοφίας. Χωρίς να το θέλει ή να μπορεί να τ’ αποφύγει τα έπαιρνε στο στόμα της και τα κατάπινε. Η Σοφία άρχισε να χοροπηδάει σε ξέφρενο ρυθμό πάνω στο στόμα της Φωφώς λες και ήθελε να χωθεί ολόκληρο το μουνί της μέσα στο στόμα της γειτόνισσάς της. Ξαφνικά η γλώσσα της βρήκε την ερεθισμένη και πεταχτή κλειτορίδα της κι η Σοφία τινάχτηκε ολόκληρη σαν να πέρασε απ’ το κορμί της ηλεκτρικό ρεύμα. Η Φωφώ κατάλαβε ότι είχε βρει το κουμπί της ηδονής της βασανίστριάς της και αποφάσισε να συνεχίσει εκεί τα μουνογλυψίματά της.

Η γλώσσα της άρχισε να στριφογυρνάει πάνω στην κλειτορίδα της και να την κάνει να τεντώνεται και να φουσκώνει όλο και πιο πολύ. Σε λίγο έσφιξε τη γλωσσά της και την κάρφωνε συνέχεια εκεί πάνω.
Η Φωφώ ρουφούσε την ερεθισμένη κλειτορίδα της Σοφίας λες κι ήταν καμιά ψωλή που την έπαιρνε τσιμπούκι. Τα μπούτια της Σοφίας έτρεμαν απ’ την καύλα και τα ζουμιά του μουνιού της έσταζαν συνέχεια. Τα μουνοζούμια της Σοφίας έσταζαν και μούσκευαν το στόμα, το λαιμό και τα βυζιά της Φωφώς.

-    «Και τώρα ήρθε η σειρά των μουνόχειλων μου. Άσε μου την κλειτορίδα και γλύψε τα!», την πρόσταξε αγριεμένα η Σοφία.

Η Φωφώ δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά. Η Σοφία πάνω στην καύλα και την τρέλα της, της είχε φυτέψει όλο το μουνί μέσα στο στόμα και το στριφογυρνούσε σαν να ήθελε να το βιδώσει στα χείλια της. Η γλώσσα της Φωφώς συνέχισε να γλύφει ακούραστα τη μουνότρυπά της και να κάνει βυθομετρήσεις. Κατά διαστήματα η Σοφία κατέβαινε προς τα κάτω με δύναμη για να πάρει τη γλώσσα της Φωφώς όσο πιο βαθιά μπορούσε μέσα στη μούνα της. Κάποια στιγμή, καθώς η Σοφία ταλαντευόταν κι έτριβε τα μουνόχειλα της πάνω στα δόντια της Φωφώς, γλίστρησε κι η γλώσσα της γειτόνισσας της ακούμπησε πάνω στην σφιχτή της κωλοτρυπίδα.

Κάποια στιγμή η Φωφώ ένιωσε κάτι ζεστό ν’ ακουμπάει στον αριστερό της γλουτό. Ήταν τα γερά και ροζιασμένα δάχτυλα του Βαγγέλη που είχε εμφανισθεί τελείως ξαφνικά στο προσκήνιο κι ήθελε να πάρει και αυτός μέρος στα  δρώμενα. Η Φωφώ, όπως άλλωστε ήταν φυσικό τα έχασε.

Η Φωφώ ήξερε ότι ο Βαγγέλης ήταν καθηγητής της Αγγλικής γλώσσας στο Γυμνάσιο της περιοχής. Τον θεωρούσε σοβαρό και σεμνό άνθρωπο μέχρι που τον συνάντησε μέσα στο σπίτι της Άντας που ουσιαστικά είχε μετατραπεί σε άντρο οργίων. Τελικά αποδείχτηκε ότι κι αυτός ήταν σεξομανιακός όπως κι όλοι οι άλλοι γείτονές της που γνώρισε το προηγούμενο βράδυ. Επομένως δεν ήλπιζε να του ζητήσει βοήθεια και να την πάρει.

-    «Λοιπόν, το πράγμα έτοιμο!», είπε ξαφνικά στη γυναίκα του. «Να βάλουμε μπρος την υπόθεση;».

-    «Βεβαίως!», είπε η Σοφία ανάμεσα σ’ ένα βογκητό κι ένα αναστεναγμό. «Βάλτο μπρος ενώ αυτή η τσούλα μου κάνει γλυφομούνι».

Η Φωφώ δεν είχε καταλάβει ακόμη για πιο πράγμα μιλούσαν. Η Σοφία κεντράρισε επιδέξια τη μουνότρυπά της πάνω στο στόμα της Φωφώς και τη διέταξε ε να καρφώσει όσο πιο βαθιά μπορούσε τη γλώσσα της μέσα στο πυρακτωμένο μουνί της. Η Φωφώ έσφιξε τη γλώσσα της, την έκανε σαν παλούκι κι άρχισε να τη βάζει και να τη βγάζει μέσα στη μουνότρυπα της Σοφίας σαν να ήταν έμβολο.

Στο μεταξύ ο Βαγγέλης ελευθέρωσε το δεξιό πόδι της Φωφώς. Ύστερα το σήκωσε πάνω και την υποχρέωσε να το κρατάει κοντά της όσο πιο ψηλά μπορούσε. Κατ’ αυτό τον τρόπο το μουνί της Φωφώς σηκώθηκε ψηλότερα κι άνοιξε ελαφρά σαν ανοιξιάτικο τριαντάφυλλο. Μετά ένιωσε τον Βαγγέλη που άρχισε να της τρίβει το μουνί μ’ ένα υγρό πανί, αλλά δεν καταλάβαινε τι νόημα είχε αυτή η ενέργειά του.

Η Φωφώ έτσι που ήταν ξαπλωμένη δεν μπορούσε να δει τίποτε άλλο εκτός απ’ το μουνί και τον αφαλό της Σοφίας. Το κορμί της, της έκλεινε τη θέα. Ξαφνικά ακούστηκε κάποιο «φςςς» και αμέσως μετά ένιωσε κάποια δάχτυλα να αλείφουν το μουνί της με κάποια κρέμα. Η Φωφώ ένιωσε τον αφρό που απλώθηκε απ’ τη μουνότρυπά της μέχρι την περιοχή της κωλοτρυπίδας της. Δευτερόλεπτα αργότερα η απορία της Φωφώς λύθηκε. Ο Βαγγέλης άρχισε να της ξυρίζει το μουνί. Η Φωφώ προσπάθησε ν’ αντιδράσει φωνάζοντας και σπαρταρώντας κάτω απ’ το βάρος της Σοφίας και τα δεσμά της. Η Σοφία όμως πίεσε με δύναμη το μουνί της προς τα κάτω για να βουλώσει το στόμα της και να την αφήνει να σκούζει. Οι κινήσεις του Βαγγέλη ήταν τόσο επιδέξιες που η Φωφώ ήταν σχεδόν σίγουρη ότι αυτή την τακτική την είχε ακολουθήσει και με πολλές άλλες γυναίκες που είχαν πέσει στα χέρια του.
Σε λίγο το μουνί της Φωφώς είχε μείνει τελείως άτριχο. Στην κατάσταση που βρισκόταν τώρα ήταν και τότε που ήταν παιδούλα και δεν είχε βγάλει μουνότριχες.

-    «Τελειώσαμε!» ,είπε κατενθουσιασμένος ο Βαγγέλης και σκούπισε μ’ ένα πανί το μουσκεμένο απ’ τους αφρούς μουνί της Φωφώς. «Σοφία, το μουνί της μοιάζει με μουνί παρθένας παιδούλας και είναι έτοιμο για γλυφομούνι».

Η Σοφία άρχισε να τρίβεται έντονα πάνω στο στόμα της Φωφώς ενώ τα ζουμιά του μουνιού της πότιζαν πιο πολύ το στόμα της. Κι ενώ η Φωφώ προσπαθούσε να μην πνιγεί απ’ τα μουνοζούμια της Σοφίας, εκείνη έκανε μια επιδέξια κίνηση και σηκώθηκε όρθια πάνω στο κρεβάτι. Αμέσως μετά η Φωφώ τέντωσε το λαιμό της, έγειρε το κεφάλι της μπροστά όσο της επέτρεπαν σι αλυσίδες για να δει το ξυρισμένο της μουνί. Ξαφνιάστηκε που το είδε έτσι γυμνό. Ποτέ άλλοτε δεν το θυμόταν σ’ αυτή την κατάσταση το μουνί της. Τώρα είχε πάρει μια ελαφρά ροδοκόκκινη απόχρωση εξαιτίας του ξυρίσματος. Ποτέ άλλοτε δεν είχε ντραπεί τόσο στη ζωή της. Αυτή η αλητοπαρέα των γειτόνων της την είχε ταπεινώσει, την είχε βασανίσει, την είχε ξευτελίσει και την είχε γαμήσει απ’ όλες της τις τρύπες.. 
Δεν ήθελε να πιστέψει ότι είχαν φτάσει μέχρι αυτό το σημείο. Άρχισε να ουρλιάζει και να τινάζεται διαμαρτυρόμενη αλλά ήταν τελείως άσκοπο κι ανώφελο. Όταν ήταν μικρή αγωνιούσε πότε να μαλλιάσει το μουνί της σαν όλων των άλλων κοριτσιών της ηλικίας της. Και τώρα, αυτά τα κτήνη της είχαν κόψει αυτό το πολύτιμο και πολύ σημαντικό για αυτήν τρίχωμα.

Η Σοφία στο μεταξύ ψαχούλευε κάποιο συρτάρι…

-    «Που στο διάβολο είναι εκείνο;», ρώτησε τον Βαγγέλη εκνευρισμένη κι ανυπόμονη. «Α! Νάτο, το βρήκα!».

Η Φωφώ έστριψε προς τα κει το κεφάλι της να δει τι ήταν αυτό που βρήκε η Σοφία. Όταν το είδε κόντεψε να πάθει συγκοπή.
Ήταν μια πλαστική πούτσα τεραστίων διαστάσεων! Το κεφάλι της ήταν σαν ένα μεγάλο παπίσιο αβγό. Στην άκρη της ψωλής κρέμονταν δυο ογκώδη τριχωτά αρχίδια σαν να ήταν βοδιού. Στο μεταξύ απ’ όλες τις απόψεις αυτή η ψωλή ήταν πολύ μεγαλύτερη απ’ όλες όσες είχε γνωρίσει μέχρι τότε η Φωφώ. Ξαφνικά η Σοφία πάτησε ένα κουμπάκι πάνω στην πλαστική ψωλή κι αμέσως άρχισε να ακούγεται ο ελαφρός θόρυβος από κάποιο μοτεράκι.

-    «Βλέπω ότι οι μπαταρίες είναι ακόμη γεμάτες!», είπε χαχανίζοντας η Σοφία ενώ παράλληλα έτριψε με το πουτσοκέφαλο της πλαστικής πούτσας την αριστερή της ρώγα.

Το βυζί της ταρακουνιόταν σαν να πέρασε από πάνω του ηλεκτρικό ρεύμα. Μετά πλησίασε την Φωφώ και μ’ ένα εχθρικό και γεμάτο κακία χαμόγελο  της είπε:

-    «Λοιπόν μουνάρα μου, το μουνάκι σου το ξύρισα γιατί δεν μπορώ να κάνω γλυφομούνι και να μπαίνουν στο στόμα μου τρίχες».

Η Φωφώ την κοιτούσε απορημένη αλλά και πανικόβλητη. Ήταν αλήθεια αυτό που άκουσε; Θα της έκανε γλυφομούνι κάποια άλλη γυναίκα; Μετά βλέποντας αυτό το πλαστικό καυλί κατάλαβε ότι προοριζόταν για το στενό της μουνάκι κι αμέσως την έλουσε κρύος ιδρώτας.

-    «Βαγγέλη, εσύ αν θες δώσ’ της τον πούτσο σου τσιμπούκι για να μην κάθεσαι έτσι άπρακτος και μας βλέπεις», είπε η Σοφία στον άντρα της.

Ο Βαγγέλης ανέβηκε στο κρεβάτι κι η Σοφία πλησίασε ανάμεσα στα ορθάνοιχτα μπούτια της Φωφώς. Ο Βαγγέλης έδεσε το δεξί πόδι της Φωφώς στη θέση που ήταν προτού το ξύρισμα κι έτσι τα μπούτια της είχαν ανοίξει διάπλατα. Η Φωφώ τώρα έβλεπε τον Βαγγέλη  που γδυνόταν γρήγορα κι άρχισε να τρέμει.

Δευτερόλεπτα αργότερα είδε την ψωλάρα του Βαγγέλη να προβάλει μπροστά της απειλητική σαν λοστός από ατσάλι. Το πουτσοκέφαλό του ήταν στρογγυλό, κόκκινο και μεγάλο σα μπαλάκι του τένις και γυάλιζε σαν να το είχε τρίψει προηγουμένως με παρκετίνη. Στην άκρη της πουτσότρυπας του φαινόταν μια γυαλιστερή πηχτή σταγόνα απ’ τα πρώτα του ψωλοχύματα. Ξαφνικά η Φωφώ ένιωσε μέσα στο μουνί της κάτι γλιστερό και ζεστό και υπέθεσε ότι θα ήταν η μυτερή και μακριά γλώσσα της Σοφίας. Τη στιγμή που πήγε να φωνάξει και να διαμαρτυρηθεί η χοντρή και μακριά ψωλάρα του Βαγγέλη της φυτεύτηκε βαθιά μέσα στο στόμα και της έκοψε το βήχα. Τα μάτια της γούρλωσαν καθώς το πουτσοκέφαλό του έφραξε το λαρύγγι της και δεν μπορούσε να πάρει ούτε ανάσα. Την ίδια στιγμή η μυτερή γλώσσα της Σοφίας της έφραζε την στενή και ξυρισμένη πλέον μουνότρυπά της. Τα μουνόχειλα κι η κλειτορίδα της Φωφώς ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητα. Κάθε φορά που ακουμπούσε πάνω τους η γλώσσα της Σοφίας η Φωφώ τιναζόταν από ηδονή και καύλα.

Παρόλο που το στόμα της ήταν μπουκωμένο με το πουτσόκρεας του Βαγγέλης, η Φωφώ προσπαθούσε να φωνάξει και να διαμαρτυρηθεί. Από κάποια στιγμή και μετά τα μουνόχειλα της άρχισαν να ανοιγοκλείνουν ρυθμικά και να χύνουν τα ζουμιά τους μέσα στο στόμα της Σοφίας. Η Φωφώ πλέον είχε χάσει τον αυτοέλεγχο της. Χωρίς να το θέλει είχε καυλώσει κι είχε χύσει κάτω απ’ τα χάδια και τα βασανιστήρια των γειτόνων της.

-    «Πω πω! πόσο σφιχτή είναι η μούνα αυτής εδώ της γκόμενας!», είπε έκπληκτη η Σοφία. «Πιο σφιχτή κι απ’ τα μπράτσα ενός παλαιστή. Τώρα καταλαβαίνω γιατί όλοι οι πουτσαράδες της γειτονιάς θέλουν να τη γαμήσουν. Κι εγώ αν είχα ψωλή θα ήθελα να την ξεσκίσω.  Έτσι που σφίγγει τα μουνόχειλά της κοντεύει να μου κόψει τη γλώσσα».

Η Φωφώ προσπαθούσε να ουρλιάξει μέσα απ’ το μπουκωμένο στόμα της. Η πούτσα του Βαγγέλη δεν της άφηνε όμως και πολλά περιθώρια. Στο μεταξύ η Σοφία ετοιμαζόταν να της χώσει την τεράστια εκείνη πλαστική πούτσα στη σφιχτή μουνότρυπά της μετά από εκείνο το ξέφρενο γλυφομούνι που της είχε κάνει.

-    «Μάλλον δεν θα την έκανες να χύσει κανονικά», είπε χαχανίζοντας ο Βαγγέλης στη Σοφία ενώ ταυτόχρονα έβγαζε κι έβαζε την πουτσάρα του στο στόμα της αλυσοδεμένης Φωφώς. « Έπρεπε να την είχες καυλώσει περισσότερο με τη γλώσσα σου πριν δοκιμάσεις να της χώσεις το δονητή στο μουνί».

Η Σοφία προσπαθούσε να σφηνώσει τον δονητή μέσα στην πυρακτωμένη απ’ την καύλα μούνα της Φωφώς και είχε ιδρώσει. Παρόλο που επί έξι μήνες τώρα είχε μάθει όλα τα κόλπα για το σωστό γλυφομούνι, αποδείχτηκε ότι ήταν ανήμπορη να λυγίσει την Φωφώ.

Η Φωφώ άρχισε να τινάζεται σαν ελατήριο πάνω στο κρεβάτι αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει. Το χοντρό ψωλοκέφαλο του Βαγγέλη είχε σφηνωθεί μόνιμα μέσα στο λαρύγγι της και δεν μπορούσε καν να αναπνεύσει. Την ίδια στιγμή τα ξυρισμένα της μουνόχειλα προσπαθούσαν να αντισταθούν στην επίθεση του τεράστιου δονητή που προσπαθούσε να της σφηνώσει η Σοφία στο μουνί.
Το μουνί της Φωφώς είχε κλείσει ερμητικά μάλλον απ’ τον φόβο και την ταραχή της παρά απ’ την ανικανότητα της Σοφίας να της κάνει σωστό γλυφομούνι.

-    «Εγώ θα στον χώσω μωρή πουτάνα στο μουνί ακόμη κι αν χρειαστεί να στο σκίσω!», είπε θυμωμένη η Σοφία και συνέχισε να σπρώχνει το δονητή ανάμεσα, στα τρυφερά μουνόχειλα της Φωφώς.

Σιγά-σιγά ο δονητής γλιστρούσε μέσα στη μουνότρυπα της Φωφώς και την έκανε να βογκάει από τον πόνο. Μόνο που τα βογκητά της πνίγονταν επειδή η πουτσάρα του Βαγγέλη της έφραζε το στόμα. Κάποια στιγμή η πλαστική πούτσα της Σοφίας φυτεύτηκε μέσα στο μουνί της Φωφώς κι άρχισε να σκούζει, να τσιρίζει και να ουρλιάζει απ’ τον πόνο. Τα μουνόχειλά της είχαν γδαρθεί και την έτσουζαν υπερβολικά. Ολόκληρο το κορμί της κόντευε να παραλύσει. Μόνο τα μουνόχειλά της δεν έλεγαν να ανοίξουν διάπλατα, αβίαστα κι ελεύθερα γιατί η Φωφώ είχε τρομάξει κι είχαν κλείσει.

-    «Σε παρακαλώ! Σταμάτα! Πονάω υπερβολικά. Θα μου ξεσκίσεις το μουνάκι!», βογκούσε η Φωφώ αλλά η Σοφία αδιαφορούσε τελείως.

-    «Σκάσε μωρή ψωλού κι άφησε ελεύθερο τον εαυτό σου να σου τον χώσω όλο!», της είπε θυμωμένη και ταυτόχρονα κοιτούσε με γλαρό μάτι τον άντρα της που συνέχιζε να πουτσώνει το στόμα της Φωφώς. «Μη μου πεις  τώρα ότι δεν ξέρω να κάνω σωστό γλυφομούνι».

Η Φωφώ ήθελε να βάλει τις φωνές αλλά της ήταν μάλλον αδύνατο γιατί ο πόνος της είχε πνίξει τη φωνή. Ο Βαγγέλης ακούμπησε και πάλι το πουτσοκέφαλό του πάνω στα τρυφερά χείλια της Φωφώς κι άρχισε να το τρίβει λες και κατ’ αυτό τον τρόπο της έβαζε κραγιόν. Μετά από λίγο της άνοιξε με το ζόρι τις μασέλες και της έχωσε μέσα στο στόμα το καυλί του. Η Φωφώ κόντεψε να πνιγεί. Το ψωλοκέφαλό του της έφραξε και πάλι το λαρύγγι.

Τελικά τον πούτσο που είχε στο στόμα της μπορούσε να τον βολέψει πιο άνετα από κείνη την γιγάντια πλαστική ψωλή που η Σοφία της έσπρωχνε με λύσσα μέσα στο στενό της μουνί. Από κάποια στιγμή και μετά η πίεση του δονητή ήταν τόσο μεγάλη που νόμιζε ότι δεν θα αργούσε να της ξεσκίσει το μουνί και να την αχρηστέψει τελείως.

Λίγο αργότερα η Σοφία έβγαλε απότομα τον δονητή απ’ το μουνί ενώ ο Βαγγέλης της σφήνωσε πιο βαθιά την ψωλάρα του μέσα στο στόμα. Έτσι κάθε περιθώριο για να βογκήξει και να διαμαρτυρηθεί αποκλείστηκε. Τώρα ο αγώνας που έπρεπε να δώσει ήταν για να πάρει μιαν ανάσα κι όχι για να βογκήξει, να τσιρίξει ή να διαμαρτυρηθεί.

-    «Ρούφα μου μωρή καριόλα τον πούτσο!» ούρλιαξε θυμωμένος ο Βαγγέλης κι άρχισε να βγάζει και να βάζει τον πούτσο του μέσα στο στόμα της με μανία. «Σφίξε κι άλλο τα χείλια σου και κάνε το στόμα σου σωστό μουνάκι παρθένας για να γαμήσω με την πουτσάρα μου».

Η Φωφώ τα είχε χάσει. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Το κορμί της την πονούσε, κόντευε να παραλύσει και όλες της οι τρύπες την πονούσαν απ’ τις αλλεπάλληλες επιθέσεις που είχαν δεχθεί μέσα σε τόσες λίγες ώρες. Λίγο-λίγο τα μουνόχειλά της υγράνθηκαν κι έτσι ο χοντρός πλαστικός δονητής μπορούσε να μπαινοβγαίνει πιο άνετα. Παρόλα αυτά ο πόνος στο μουνί της και τα ξεσκισμένα τοιχώματά του δεν υποχωρούσε.

Ο Βαγγέλης συνέχισε να πουτσώνει το στόμα της Φωφώς ενώ ταυτόχρονα η Σοφία προσπαθούσε να μουσκέψει με τα χείλια και τη γλώσσα της τα μουνόχειλά της. Κάποια στιγμή  η γλώσσα της Σοφίας άρχισε να παιχνιδίζει με την κλειτορίδα της Φωφώς, άλλοτε να την γλύφει, άλλοτε να την δαγκώνει και άλλοτε να τη ρουφάει. Και πάνω που η Φωφώ είχε αρχίσει να πιστεύει ότι το μαρτύριό της είχε φτάσει προς το τέλος του, ένιωσε το απότομο μπάσιμο του χοντρού πλαστικού δονητή μέσα στο σφιχτό μουνί της.

Η Σοφία άρχισε να χαχανίζει και να γελάει χαιρέκακα καθώς η πούτσα που έσπρωχνε με το χέρι της άνοιγε διάπλατα τα ξεχειλωμένα μουνόχειλα της Φωφώς. Την ίδια στιγμή που της έχωνε τον δονητή στο μουνί επιχείρησε να της χώσει και κωλοδάχτυλο. Μετά το μετάνιωσε κι άρχισε να τρίβει τα δικά της μουνόχειλα και να μαλακίζεται με ξέφρενο ρυθμό.


Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 8320 "Erotic stories archive")