Η γειτονιά (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Όταν η άκρη του μαστίγιου της Άντας ακούμπησε ελαφρά τα τρυφερά μουνόχειλα της Φωφώς, η μικρόσωμη κούκλα ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά το σώμα της και σαν από ένστικτο έκανε ένα δυο βήματα πίσω για να αποφύγει αυτό το γαργαλιστικό χάδι.

Οι ρώγες της την έτσουζαν απ’ την πρώτη βουρδουλιά που έφαγε και δεν είχε καμιά διάθεση να νιώσει κάτι ανάλογο και πάνω στα μουνόχειλά της. Πριν όμως προλάβει ν’ απομακρυνθεί περισσότερο από δυο βήματα οι γάμπες της ακούμπησαν αναπάντεχα στην άκρη του κρεβατιού.

Η Άντα την είδε που τρόμαξε κι άρχισε να χαχανίζει κοροϊδευτικά. Το αίμα της Φωφώς πάγωσε στις φλέβες της. Χωρίς να το θέλει είχε πέσει στο κρεβάτι. Αμέσως μετά η Άντα άρχισε να τη χτυπάει αλύπητα. Η Φωφώ λίγο έλειψε να χάσει τις αισθήσεις της. Έτσι ζαλισμένη όπως ήταν ένιωσε τα χέρια της να αιχμαλωτίζονται με δυο σιδερένια βραχιόλια που τα κλείδωσε με γρήγορες κινήσεις η οικοδέσποινα του σπιτιού. Μετά της έβγαλε και τα παπούτσια και τα πέταξε στο πάτωμα.

Η Άντα άρχισε να την χτυπάει στις πατούσες αλύπητα. Τα πόδια της την πονούσαν και έτρεμαν. Η Φωφώ πίστεψε ότι μετά απ’ αυτό το μαρτύριο δεν θα μπορούσε πλέον να σταθεί στα πόδια της και να περπατήσει.

-    «Στηρίξου τώρα στους αγκώνες σου!»

Της είπε επιτακτικά η Άντα. Η Άντα συνέχισε να της μαστιγώνει τις πατούσες με μανία και χωρίς οίκτο. Η Φωφώ, βογκούσε κι έσκουζε απ’ τον πόνο που της παρέλυε τα γόνατα. Τιναζόταν λες και περνούσε απ’ το σώμα της ηλεκτρικό ρεύμα. Τα χέρια της είχαν ακινητοποιηθεί απ’ τα ατσάλινα, βραχιόλια που της είχε φορέσει η Άντα. Κάθε λίγο, την ώρα που το κορμί της έκανε συσπάσεις, ο κώλος της σηκωνόταν στον αέρα και η Άντα έπαιρνε μάτι την κωλοχαράδρα της.

-    «Βλέπω ότι είσαι πολύ καλή μαθήτρια. Μαθαίνεις γρήγορα. Αυτό θα σε γλιτώσει από πολλά βάσανα». Έλεγε χαιρέκακα η Άντα.

Η Φωφώ έτρεμε πανικόβλητη. Καλά, σε τι της είχε φταίξει και τη βασάνιζε; Αναρωτιόταν ο άντρας της που ήταν και δεν ερχόταν να τη βοηθήσει; Οι άλλοι προσκεκλημένοι τι έκαναν, που ήταν; Ήξεραν τα φριχτά βασανιστήρια στα οποία την υπέβαλε η Άντα;

Κάποια στιγμή η άκρη του μαστίγιου άρχισε να γλιστράει πάνω στην τρυφερή κι ευαίσθητη κωλοχαράδρα της και την γαργαλούσε προκλητικά. Η κωλοτρυπίδα της σφίχτηκε και το κρεάτινο δαχτυλίδι της πετάχτηκε σαν καυλωμένη ρώγα που ζητάει κάποια χείλια να τη φιλήσουν. Λίγο πιο κάτω πετιούνταν τα ροδαλά νεανικά μουνόχειλά της με τις λιγοστές μεταξωτές τριχούλες που της έδιναν μια ξεχωριστή χάρη. Ανάμεσά τους ξεχώριζε η πεταχτή ροδοκόκκινη κλειτορίδα της που πετούσε κι αυτή φλόγες. Κάθε φορά που η άκρη του μαστίγιου ακουμπούσε την κωλοτρυπίδα της, η κλειτορίδα της φούσκωνε και καύλωνε περισσότερο.

-    «Έτσι μπράβο κούκλα μου!», έλεγε κατενθουσιασμένη η Άντα. «Μαθαίνεις γρήγορα να γίνεσαι σκλάβα κι αυτό μ’ αρέσει. Γουστάρω τις γκόμενες που εύκολα μαθαίνουν το ρόλο τους. Έχε υπόψη σου ότι εσένα σε βλέπω σαν ένα μουνί, δυο βυζάκια, δυο καυλωμένες ρώγες και σαν μια σφιχτή και τρυφερή κωλοτρυπίδα»

-    «Όχι! κάνεις λάθος! Δεν είμαι αντικείμενο ηδονής. Είμαι κι εγώ άνθρωπος». Έλεγε διαμαρτυρόμενη η Φωφώ. Δεν μπορούσε να δεχθεί ότι ήταν φτιαγμένη μόνο για γαμήσι απ’ όλες τις τρύπες του κορμιού της.

-    «Είσαι φτιαγμένη μόνο για γαμήσι. Τι νόμισες;»

Επέμενε η Άντα και ταυτόχρονα άρχισε να ρίχνει δυνατές απανωτές βουρδουλιές πάνω στα πεταχτά και πλούσια κωλομάγουλά της. Η Φωφώ βογκούσε τσίριζε και ούρλιαζε απ’ τον πόνο. Η Άντα δεν της έδινε καμιά σημασία και προτιμούσε να συνεχίσει το βάρβαρο έργο της. Κάθε φορά που η Φωφώ έχανε την ισορροπία της κι έπεφτε με την κοιλιά στο κρεβάτι η Άντα άρχιζε να τη χτυπάει με το μαστίγιο της στα πόδια και της έλεγε ότι δεν θα σταματούσε αν δεν στηνόταν όπως προηγουμένως.

-    «Αυτές τις μαλακίες να τις ξεχάσεις! Τώρα  πλέον είσαι σκλάβα μας και σε κάνουμε ότι θέλουμε». Της  είπε και ξαφνικά άρχισε να της τρίβει τα μουνόχειλα.

-    «Σε λίγο σε περιμένει ο μεγάλος φραμπαλάς. Οι τρύπες σου θα γεμίσουν με καυτά και πηχτά χύσια. Θα φας τις ψωλές τις ζωής σου. Θα πιεις τα χύσια της ζωής σου για να δυναμώσεις και λίγο μιας και είσαι ακόμη μυξιάρικο».

Η Φωφώ άρχισε να σκούζει απ’ τον πόνο, καθώς η επόμενη βουρδουλιά φυτεύτηκε πάνω στα ζουμερά νεανικά μουνόχειλά της. Η άκρη του μαστίγιου χτύπησε με δύναμη πάνω στην κλειτορίδα της και η Φωφώ ούρλιαξε απ’ τον πόνο. Η κλειτορίδα της φούσκωσε και έγινε σαν καρύδι. Ποτέ άλλοτε δεν την είχε νιώσει τόσο πρησμένη, ούτε είχε φανταστεί ότι θα πάθαινε τόσα πολλά απ’ την γειτόνισσά της.

Τα τρυφερά και βελούδινα κωλομάγουλά της είχαν χαραχτεί από κοκκινίλες που άφηναν πάνω τους οι δυνατές βουρδουλιές της Άντας. Η Φωφώ βογκούσε απ’ τον πόνο και το κορμί της έκανε συσπάσεις.

Κάποια στιγμή το μαστίγιο έπαψε να τη χτυπάει κι η Φωφώ ένιωσε την άκρη του να φυτεύεται μέσα στη μουνότρυπά της.  Δεν χρειάστηκε πολλή προσπάθεια απ’ το μέρος της Άντας γιατί το μουνί της Φωφώς είχε μουσκέψει με τα υγρά του. Σιγά-σιγά άρχισε να στριφογυρίζει μέσα της και να κάνει εξερευνήσεις στα βάθη του τούνελ της ηδονής της.

Η Φωφώ ένιωσε μια κάποια ανακούφιση καθώς το μαστίγιο της Άντας βγήκε απ’ την τρύπα της. Αμέσως μετά την περίμενε μια άλλη έκπληξη. Η μύτη του μαστίγιου άρχισε να σπρώχνει τη ροδέλα της κωλοτρυπίδας της και να προσπαθεί να χωθεί μέσα της. Μετά από λίγη προσπάθεια η Άντα της κάρφωσε στον κώλο το μαστίγιό της κι άρχισε να το περιστρέφει. Το μαστίγιο γλιστρούσε εύκολα αφού μόλις πριν ένα λεπτό είχε μουσκέψει απ’ τα ζουμιά της μουνότρυπας της Φωφώς. Η Άντα ακάθεκτη σφήνωσε το μαστίγιό της μέσα στην κωλοτρυπίδα της Φωφώς. Πρέπει σιγά-σιγά να της είχε φυτέψει μέσα της ίσα με 23 πόντους. Η Φωφώ ένιωθε ένα πρωτόγνωρο γαργαλητό μέσα στον πάτο του κώλου της και ταυτόχρονα έτρεμε γιατί φοβόταν μήπως και την περίμεναν χειρότερες περιπέτειες στη συνέχεια.

Ο Τάκης δεν μπορούσε να πιστέψει τίποτε απ’ όλα όσα γίνονταν στο σπίτι της Άντας. Τα πράγματα δεν είχαν έρθει όπως τα περίμενε. Χωρίς να το καταλάβει είχε βρεθεί με την πουτσάρα του χωμένη μέχρι τη ρίζα μέσα σε μια καυτή και καυλιάρα μουνότρυπα.

-    «Τελικά κούκλε μου δεν είπες αν γουστάρεις τη μουνότρυπά μου». Είπε χαμογελαστά η Ελένη. «Φανταζόσουν ποτέ ότι δίπλα στο σπίτι σου έμενε μια ξεκωλιάρα που ψοφάει για πούτσο; Ήξερες ότι εμένα το μουνί μου δεν χορταίνει ποτέ το γαμήσι;»

Την ώρα που του μιλούσε κουνιόταν και λυγιόταν για να κάνει τον πούτσο του να στριφογυρνά μέσα στη μούνα της. Ο Τάκης κόντεψε να τσιρίξει απ’ το πόνο, καθώς κάποια στιγμή η Ελένη δίπλωσε έτσι το μουνί της που κόντεψε να κόψει τον πούτσο του σαν καλάμι. Δεν χρειάστηκε πολλή φιλοσοφία για να καταλάβει ότι ο πούτσος του ήταν αιχμάλωτος του μουνιού της κι ότι μόνο αν ήθελε η Ελένη μπορούσε να τον αφήσει να βγει από κει μέσα.

Η Ελένη κουνιόταν σε ξέφρενο ρυθμό και ταυτόχρονα χασκογελούσε που έβλεπε τον Τάκη να απορεί πώς είχαν έρθει έτσι τα πράγματα. Ποτέ του δεν είχε τόσο ανήμπορος να αντιδράσει λες κι ήταν πρωτάρης.

-    «Βλέπω ότι ξέρεις καλά να γαμιέσαι κι αυτό σε πληροφορώ ότι με καυλώνει πολύ». Είπε κάποια στιγμή ο Τάκης.

Η Ελένη ήταν ξαπλωμένη πάνω σ ένα στρογγυλό τραπέζι και ο Τάκης ήταν όρθιος με τον πούτσο του μέσα στη μήτρα της. Το πουτσοκέφαλό του είχε καρφωθεί πάνω στη μήτρα της και δεν έλεγε να ξεκολλήσει.

-    «Και που να δεις τι θα γίνει στη συνέχεια…!» Είπε χαχανίζοντας η Ελένη και παράλληλα κουνούσε το φιδίσιο κορμί της σαν ελατήριο.

-    «Θα σου μάθω όλα τα κόλπα που έχει μάθει το μουνί μου μετά απ’ τις τόσες ψωλές που έχει φιλοξενήσει μέσα του. Ακόμη το πάρτι δεν άρχισε. Στη συνέχεια η ψωλή σου θα πρέπει να περάσει από μουνιά, κωλοτρυπίδες, στόματα κι όλα τα καλά. Αυτό που ζητάμε από σένα είναι να σπάσεις τον τσαμπουκά της γυναίκας σου που μας παριστάνει την δύσκολη και την παρθένα».

-    «Δηλαδή; Θέλεις να πεις ότι είναι στο κόλπο κι η Φωφώ;;;» Ρώτησε ξαφνιασμένος ο Τάκης.

Απάντηση δεν πήρε αλλά ούτε και τον ενδιέφερε. Γιατί το μουνί της Ελένης διπλώθηκε και σφίχτηκε και μαζί μ’ αυτό κι ο ατσάλινος πούτσος του. Τα τρυφερά και μουσκεμένα μουνόχειλα της Ελένης σφίχτηκαν γύρω απ’ το παλαμάρι του σαν ένα εφαρμοστό γάντι. Λες και το μουνί της ήταν ηλεκτρική σκούπα και του ρουφούσε όλο το καυλί μέχρι τον πάτο της.

-    «Αν συνεχίσεις έτσι δεν πρόκειται ν αντέξει το καυλί μου. Προβλέπω να φεύγω από δω μέσα άψωλος!». Της είπε.

Ταυτόχρονα τα μουνόχειλά της σφίχτηκαν πάνω στο πέος του σαν ατσάλινες τανάλιες που απειλούσαν να του το κόψουν. Απ’ την πουτσότρυπά του είχαν αρχίσει να γλιστρούν μέσα στο μουνί της τα πρώτα, πηχτά χύσια του.

-    «Τάκη χώνεψε το! Η γυναίκα σου πρέπει να μάθει να γίνει μια έμπειρη πουτάνα για την πάρτι σου». Του είπε η Ελένη κι άρχισε να χαχανίζει ασταμάτητα. «Πρέπει να γίνει σκλάβα σου και σκλάβα μας. Πρέπει να μάθει να κάνει ότι της πεις κι ότι της πούμε. Αν πάρεις το μέρος μας θα δεις ότι στο τέλος αυτό θα σου βγει σε καλό. Λοιπόν άρχισε τώρα να με ξεσκίζεις κανονικά και θα σου πω στη συνέχεια τι εννοώ. Τώρα είναι η σειρά μου ν’ απολαύσω γαμήσι βαρβάτο απ’ την πουτσάρα σου. Έλα αγόρι μου, είμαι δική σου. Γάμησέ με και δώσε μου τη μήτρα στο χέρι».

-    «Έννοια σου μωρή ψωλού και θα σε φτιάξω εγώ!» Είπε ο Τάκης κι άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα της σαν πιστόνι.

Η πούτσα του είχε τεντώσει τόσο πολύ που έμοιαζε με ρόπαλο. Το πουτσοκέφαλό του είχε χοντρύνει τόσο που έμοιαζε με μήλο φιρίκι. Τα μουνόχειλά της είχαν ανοίξει σαν τριαντάφυλλο και δέχονταν την βαρβάτη και λυσσαλέα επίθεση της πουτσάρας του Τάκη. Τα βαριά αρχίδια του χτυπούσαν με δύναμη πάνω στα πλούσια και ολοστρόγγυλα κωλομάγουλά της και μάζευαν μέσα τους τα χύσια της ζωής τους.
Κάθε φορά που τ αρχίδια του χτυπούσαν πάνω στην κωλοχαράδρα της Ελένης πρήζονταν και γέμιζαν με πηχτά και καυτά χύσια.

Η Φωφώ δεν είχε ποτέ άλλοτε υποστεί τόσες ταπεινώσεις. Εκεί που την είχε χτυπήσει το μαστίγιο της Άντας την έτσουζε κα την πονούσε φριχτά. Ένιωθε φωτιές να πετάγονται απ’ την κλειτορίδα, την κωλοτρυπίδα και το μουνί της. Τo ίδιο συνέβαινε και με τις ρώγες της που από την ώρα εκείνη μέχρι τώρα είχαν μείνει συνέχεια καυλωμένες.

Αυτά όμως δεν ήταν αρκετά για να ικανοποιήσουν το πάθος της Άντας. Κάποια στιγμή της έλυσε τα χέρια και την έσυρε στο πάτωμα. Η Φωφώ έπεσε μπρούμυτα πάνω στο πάτωμα και τα μεγάλα και πεταχτά βυζιά της ζορίστηκαν κάτω απ’ το βάρος του κορμιού της. Πριν καλά-καλά καταλάβει τι συμβαίνει, η Άντα έπεσε πάνω της και την καβάλησε σαν να ήταν άλογο.

Η Φωφώ δυσκολευόταν τώρα ακόμη και ν’ αναπνεύσει. Η Άντα της έδεσε γύρω απ’ το λαιμό ένα σκοινί και την τραβούσε λες κι ήταν χαλινάρια. Η Φωφώ ήταν τελείως ανήμπορη να αντιδράσει. Το βάρος της νταρντανογυναίκας που είχε πέσει πάνω της την είχε καθηλώσει τελείως. Κάποια στιγμή τα πράγματα γύρω της άρχισαν να γυρίζουν περίεργα κι άρχισε να ζαλίζεται.

Μετά από λίγο το βάρος ελαττώθηκε και μπόρεσε κάπως να πάρει μια ανάσα. Το σχοινί στο λαιμό της υπήρχε ακόμη. Μετά είδε τη Άντα που άνοιξε ένα συρτάρι κι έβγαλε από μέσα μια αλυσίδα.

Η Φωφώ άρχισε να φωνάζει. Κατάλαβε ότι η Άντα σκόπευε να της περάσει γύρω απ’ το λαιμό της την αλυσίδα. Η Άντα όπως δεν της έδωσε σημασία της έδεσε το λαιμό με την αλυσίδα και την άφησε δεμένη στο πάτωμα..

-    «Σήκω τώρα πάνω κι άρχισε να μπουσουλάς!» Της είπε επιτακτικά η Άντα. Το ύφος της δήλωνε ότι δεν αστειευόταν καθόλου.

-    «Σε παρακαλώ, μη μου κάνεις κακό…» Άρχισε να την παρακαλάει η Φωφώ. Ταυτόχρονα η ανάσα της κοβόταν καθώς η βαριά αλυσίδα σφιγγόταν γύρω απ’ το λαιμό της.

Η Άντα άρχισε να μαστιγώνει στα πεταχτά της κωλομάγουλα που εξείχαν σαν καλοθρεμμένα πεπόνια πάνω στο πάτωμα. Η Φωφώ άρχισε και πάλι να βογκάει καθώς το μαστίγιο χάραζε βαθιά την τρυφερή σάρκα των κωλοβάρδουλών της.

-    «Θα πρέπει να μάθεις να υπακούς μωρή καριόλα, ότι κι αν σου κάνουν!», ούρλιαξε η Άντα. « δέχομαι από παλιομουνιά σαν και σένα να μου υποδείξουν τι να κάνω. Θα κάνεις ότι θέλω εγώ ή αλλιώς κακό του κεφαλιού σου. Αλίμονο σου αν δεν υπακούς».

Η Φωφώ κατατρομοκρατήθηκε. O πόνος που ένιωθε κι η βροντερή απειλητική φωνή της Άντας δεν της άφηναν και πολλά περιθώρια για ν αντιδράσει. Οι τρύπες της την πονούσαν και το κορμί της είχε χαραχθεί απ’ τις βάρβαρες βουρδουλιές που είχε φάει.
Η κωλοτρυπίδα και το μουνί της την έτσουζαν μετά την ξαφνική κι αναπάντεχη εισβολή του χοντρού μαστίγιου.

-    «Και τώρα άρχισε να μπουσουλάς και να με ακολουθείς όπου πηγαίνω». Είπε η Άντα με αγριεμένο ύφος.

Η Φωφώ τα είχε χαμένα. Η Άντα της συμπεριφερόταν σαν να ήταν κανένα σκυλί. Τα γόνατά της κι οι παλάμες της την πονούσαν καθώς ήταν υποχρεωμένη να σέρνεται και να μπουσουλάει πάνω στο πάτωμα. Κάποια στιγμή που κοίταξε λοξά προς τα πίσω της είδε τις πυκνές μαύρες μουνότριχες της Άντας που ξεπρόβαλλαν απ’ τις άκρες του μικροσκοπικού μπικίνι που φορούσε.

-    «Καλά, πού είναι ο Τάκης;» Αναρωτήθηκε η Φωφώ. «Γιατί αυτοί εδώ δεν ξαφνιάστηκαν μ’ αυτά που βλέπουν;»

Η Φωφώ τους κοιτούσε τον ένα μετά τον άλλο αλλά δεν έβλεπε σε κανένα ούτε ίχνος απορίας ή έκπληξης. Όλοι έδειχναν ότι το θέαμα που έβλεπαν ήταν πολύ φυσικό κι ότι το περίμεναν. Κάποια στιγμή είδε και τον άντρα της που βρισκόταν στην απέναντι πλευρά του δωματίου.

Τον είδε και δεν πίστευε στα μάτια της. Καθόταν  ολόγυμνος σε μια καρέκλα με τα σκέλια του διάπλατα ανοιχτά ενώ μπροστά του ήταν γονατισμένη η Σοφία  και του έπαιρνε ένα σωστό και βαρβάτο λαρυγγοτσίμπουκο. Η Φωφώ νόμιζε ότι ονειρευόταν. Όταν όμως πρόσεξε το κεφάλι της Σοφίας να ανεβοκατεβαίνει και τα χείλια της να σφίγγονται σαν τανάλιες πάνω στο μακρύ παλούκι του άντρα της, κατάλαβε ότι δεν ονειρευόταν.

-    «Γεια σου κούκλα μου!». Της είπε ο Τάκης καθώς είδε το λαχταριστό κορμί της γυναίκας του ολόγυμνο μπροστά του. «Πάνω που είχα αρχίσει να ανησυχώ γιατί αργούσες».

-    «Τάκη έλα να με βοηθήσεις!». Είπε παρακλητικά η Φωφώ.

-    «Πολύ θα το ήθελα μανάρι μου, μόνο που μερικές φορές μου είναι αδύνατο ν’ αφήσω τη γλύκα στη μέση. Δεν βλέπεις τι κάνω;». Της είπε και τελειώνοντας τη φράση του κάρφωσε το χοντρό του πουτσοκέφαλο στο  λαρύγγι της Σοφίας.

-    «Ξέχασε τον άντρα σου κυρά μου». Είπε ο Τάσος γελώντας. «Αν δεν ξεμουνιάσει όλες τις γκόμενες εδώ μέσα δεν πρόκειται να ξεκαυλώσει και να έρθει να σε βοηθήσει». 

Η Φωφώ έβλεπε, άκουγε και δεν πίστευε ούτε στα μάτια της ούτε στ’ αυτιά της. Μπροστά στα μάτια της κάποια απ’ τις γειτόνισσές της έπαιρνε πίπα στον άντρα της. Οι άλλοι κοιτούσαν την αλυσοδεμένη Φωφώ και χαχάνιζαν σε βάρος της. Ήξερε ότι όλοι είχαν δει τις κοκκινίλες στο κορμί της κι είχαν καταλάβει ότι η Άντα την είχε μαστιγώσει αλύπητα.

Όλοι βέβαια την περίπτωση την έβλεπαν αστεία και φυσιολογική, μόνο που η Φωφώ πονούσε και βλέποντας τους να γελούν σε βάρος της  τους μισούσε.

Κάποια στιγμή που σήκωσε το κεφάλι της είδε τη Άντα να προσπαθεί με το ένα της χέρι να κατεβάσει το φερμουάρ απ’ το πέτσινο κιλοτάκιπου φορούσε ενώ παράλληλα κοιτούσε την Φωφώ και χασκογελούσε.

-    «Και τώρα ήρθε η στιγμή που θα πρέπει να με ανταμείψεις για το καυλιάρικο μαστίγωμα που σου έκανα». Είπε η Άντα. «Κάτσε κάτω! Γρήγορα. Παλούκωσε τον κώλο σου!»

Στη συνέχεια η Άντα κατέβασε ηδονικά το κιλοτάκιτης και το άφησε να πέσει στο πάτωμα. Η Φωφώ τα έχασε. Το τριχωτό μουνί της Άντας βρισκόταν μόλις δέκα πόντους μακριά απ’ το στόμα της. Τα μουνόχειλα της Άντας ήταν κατακόκκινα, ανοιγμένα σαν τριαντάφυλλο και μουσκεμένα απ’ τα ζουμιά του μουνιού της.

-    «Λοιπόν, άρχισε το γλυφομούνι μωρή καριόλα!». Τη διέταξε η Άντα και η Φωφώ αμέσως αρνήθηκε να κάνει οτιδήποτε.

Η Άντα έκανε νόημα στη Αυγή να σηκωθεί απ’ τη θέση της κι όταν την πλησίασε της έδωσε το μαστίγιο που κρατούσε.

-    «Άρχισε να τη μαστιγώνεις αλύπητα μέχρι να βάλει μυαλό και ‘ν αρχίσει να μου γλύφει το μουνί!». Είπε η Άντα θυμωμένη.

Η Αυγή άρχισε να γελάει δυνατά και να χτυπάει με το μαστίγιο την Φωφώ στην πλάτη. Σε λίγο ήταν σίγουρη ότι απ’ την πολλή ηδονή που ένιωθε δέρνοντας την θα έχυνε. Η Άντα άνοιξε τα μουνόχειλά της με τα δυο της χέρια και πλησίασε τη μουνότρυπά της κοντά στο στόμα της Φωφώς. Ανάμεσά τους ξεπρόβαλε η κατακόκκινη και προκλητικά πεταγμένη κλειτορίδα της που έμοιαζε με φιστίκι αράπικο. Η Άντα ήταν πανέτοιμη να δεχθεί τα τρυφερά χάδια της γλώσσας της Φωφώς πάνω στα μουνόχειλα και την κλειτορίδα της.

-    «Κάνε μου γλυφομούνι μωρή καριόλα!». Ούρλιαξε αφρισμένη απ’ την καύλα η Άντα και πλησίασε ακόμη περισσότερο προς το στόμα της Φωφώς.

Την ίδια στιγμή το μαστίγιο της Αυγής ανεβοκατέβαινε με λύσσα και χτυπούσε αλύπητα την πλάτη και τους ώμους της αλυσοδεμένης Φωφώς.

-    «Άρχισε να μου γλύφεις τη μούνα για να μη σε σπάσουμε στο ξύλο!». Την πρόσταξε αγριεμένη η Άντα.

Η Φωφώ βογκούσε και έσκουζε απ’ τον πόνο που της προκαλούσαν οι χαραματιές που άφηναν στο σώμα της οι βουρδουλιές.
Η Φωφώ κράτησε την ανάσα της γιατί δεν ήθελε να μυρίσει το μουνί της Άντας που απείχε απ’ τη μύτη και το στόμα της σε απόσταση αναπνοής. Το κοίταξε και νόμισε ότι ήταν κάποιο βάραθρο στο οποίο θα έπεφτε και θα χανότανε. Πως ήταν δυνατόν να το γλύψει αυτό το πράγμα που τόσο πολύ το φοβόταν.

-    «Γλύψε τα μουνόχειλά μου μωρή παλιοξεκωλιάρα!»

Η Φωφώ βόγκηξε δυνατά σαν να της είχε σπάσει το μαστίγιο κάποιο πλευρό. Χωρίς να το περιμένει ένιωσε στο σβέρκο ένα δυνατό σπρώξιμο με το μαστίγιο που την ανάγκασε ν’ ακουμπήσει το στόμα της πάνω στο φουντωμένο κι ανυπόμονο μουνί της Άντας.

Με το που άγγιξε την μουνότρυπά της τα χείλια, η μύτη, το σαγόνι της και τα μάγουλά της μούσκεψαν με μουνοχύματα. Η Φωφώ αηδίασε καθώς μύρισε τη βαριά μπόχα των ζουμιών του μουνιού της Άντας.

Την ίδια στιγμή ένιωσε αηδία και, ντροπή για τον εαυτό της που μπροστά στα μάτια τόσων άλλων γνωστών της ατόμων έκανε γλυφομούνι σε μια άλλη γυναίκα.
Στ’ αυτιά της έφτασαν τα χαχανητά, τα γέλια και τα παλαμάκια των θεατών της. Δεν μπορούσαν ούτε αυτοί να πιστέψουν ότι η σεμνή και ταπεινή Φωφώ είχε φτάσει μέχρις σ’ αυτό το σημείο. Χτύπα την πάλι για ν αρχίσει σωστό γλυφομούνι ούρλιαξε αφρισμένη η Άντα και έσπρωξε το μουνί της πάνω στο πρόσωπο της Φωφώς.

-    «Αν δεν της δώσεις ξύλο θα κάθεται εκεί σαν κούτσουρο και θα μας κοιτάζει σαν ούφο. Χτύπα την γιατί δεν μπορώ να περιμένω άλλο. Θέλω να νιώσω τη γλώσσα της πάνω στα μουνόχειλα και στην κλειτορίδα μου».

Η Αυγή υπάκουσε στις  εντολές της οικοδέσποινας κι άρχισε να μαστιγώνει αλύπητα τη Φωφώ. Της άρεσε να χτυπάει άλλες γυναίκες γιατί μ’ αυτό τον τρόπο την έβρισκε και καύλωνε κι η ίδια. Κάποια στιγμή  σήκωσε πολύ ψηλά το μαστίγιο και μετά το κατέβασε με όλη της τη δύναμη πάνω στους γυμνούς ώμους της Φωφώς.

Η Φωφώ προτού προλάβει να αντιδράσει είχε καρφωθεί με το στόμα πάνω στο μουνί της Άντας. Η Άντα άρχισε να χαχανίζει καθώς η μύτη της Φωφώς χτύπησε με δύναμη πάνω στην ερεθισμένη της κλειτορίδα.

Το μαστίγιο της Αυγής συνέχισε ν ανεβοκατεβαίνει αλύπητα. Η Φωφώ πονούσε φριχτά αλλά δεν μπορούσε να βγάλει άχνα έτσι φυτεμένο που ήταν το στόμα της μέσα στο μουνί της Άντας. Από κάποια στιγμή και μετά η Φωφώ συνειδητοποίησε ότι δεν θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα μ αυτά τα τέρατα. Χωρίς να το θέλει, το αίσθημα της αυτοσυντήρησης την έκανε να αρχίσει να κουνάει τη γλώσσα της πάνω κάτω και να γλύφει ατζαμίδικα τα μουνόχειλα της Άντας. Την ίδια στιγμή η Άντα έσπρωχνε τη μουνότρυπά της προς το στόμα της για να νιώθει πιο έντονα τα κουνήματα της γλώσσας της Φωφώς.

-    «Μπράβο! Αυτό είναι κούκλα μου». Βόγκηξε από πόθο η Άντα. «Γλύψε με κανονικά. Μη σταματήσεις ούτε λεπτό. Ξέρεις μέσα στη μουνότρυπά μου έχουν απομείνει μερικά χύσια του Σάκη που με γάμησε το πρωί και θα ήθελα να μου τα καθαρίσεις».

Η Φωφώ κόντευε να κάνει εμετό. Η γλώσσα της έγλυφε τα ζουμιά του μουνιού της Άντας και τα ψωλοχύματα του Σάκη που είχαν μείνει εκεί απ’ τα πρωί. Το στομάχι της είχε δεθεί κόμπος το μαστίγιο όμως την έκανε να λογικευθεί και να παίξει το παιχνίδι αυτής της παλιοβρόμας της Άντας. Έτσι άρχισε να γλύφει πιο έντονα και πιο ρυθμικά τα μουνόχειλα της Άντας μήπως και φιλοτιμηθεί αυτή η κουφάλα και πει στη Αυγή να σταματήσει τις βουρδουλιές.

Από κάποια στιγμή και μετά κατάλαβε ότι αυτό που έκανε δεν ήταν και τόσο αηδιαστικό όσο είχε νομίσει στην αρχή. Η γεύση των ψωλοχυμάτων και των ζουμιών του μουνιού της δεν ήταν αποκρουστική. Ήταν κάπως ξινή αλλά στο βάθος είχε και μια έντονα ερωτική γεύση.

Λίγο αργότερα άρχισε να φυτεύει τη γλώσσα της βαθιά μέσα στα μουνόχειλα της Άντας σαν να ήταν ο Γούντυ ο τρυποκάρυδος. Τα μουνόχειλα άρχισαν να τρέμουν απ’ την καύλα. Λίγο αργότερα ανακάλυψε ότι το μουνί της Άντας ήταν σωστό πηγάδι κι ότι εκεί μέσα άνετα θα χωρούσαν τρεις καυλάτες ψωλές. Η γλώσσα της άρχισε να περιστρέφεται σαν προπέλα και ακουμπούσε ηδονικά τα εσωτερικά τοιχώματα των μουνόχειλων της βασανίστριάς της. Κάθε στιγμή και κάθε λεπτό που περνούσε, τα μουνόχειλα της Άντα άνοιγαν πιο πολύ και πάνω στις μακριές μουνότριχές της μαζεύονταν σταγόνες από μουνοχύματα, όλα έτοιμα για να τα γλύψει και να τα καταπιεί η  Φωφώ.

-    «Άρχισε τώρα να μου γλύφεις και να μου ρουφάς την κλειτορίδα». Τη διέταξε η Άντα και ταυτόχρονα έπιασε απ’ το τσουλούφι την Φωφώ.

Της τραβούσε με δύναμη τα μαλλιά για να τη φέρει κοντά στην κλειτορίδα της και να τη ρουφήξει. Η κλειτορίδα της είχε πρησθεί κι είχε φουσκώσει σαν μπαλάκι του πινγκ πονγκ.

-    «Γλύψε μου την κλειτορίδα μωρή ξεκωλιάρα!». Ούρλιαξε και πάλι η Άντα.

Η Φωφώ δεν είχε περιθώρια για ν’ αρνηθεί. Η Άντα της τραβούσε αλύπητα τα μαλλιά και απείλησε να της τα ξεριζώσει ενώ ταυτόχρονα η Αυγή της μαστίγωνε την πλάτη και τα πλευρά. Το κορμί της ολόκληρο είχε χαραχθεί από ένα σωρό κόκκινες χαραματιές που άφηναν πάνω του οι αλλεπάλληλες βουρδουλιές.

Η Φωφώ όμως δίσταζε να κάνει αυτό που της ζητούσε. Η σκέψη και μόνο την έκανε να ζαλίζεται. Κατά καιρούς ο Τάκης της είχε ζητήσει να του πάρει τον πούτσο μέσα στο στόμα της και κείνη του το αρνιόταν συστηματικά. Παρόλο που η κλειτορίδα ήταν πολύ πιο μικρή από μια ψωλή και θα μπορούσε να την πάρει μέσα στο στόμα της, η Φωφώ δεν ήθελε.

-    «Είπα: κάνε μου σωστό γλυφομούνι!». Την πρόσταξε και πάλι η Άντα.

Αμέσως μετά τράβηξε τα τσουλούφια της και την ανάγκασε να χώσει το στόμα της ανάμεσα στα μουνόχειλά της. Τα χείλια της Φωφώς άθελά της ακούμπησαν την ερεθισμένη κλειτορίδα της Άντας και άρχισαν να τη γλείφουν. Χωρίς να το καταλάβει κι η ίδια άρχισε να σφίγγει τα χείλια της γύρω απ’ το ερεθισμένο μπαλάκι του μουνιού της βασανίστριάς της.

-    «Έτσι σε θέλω μωρή καριόλα. Ρούφα την κλειτορίδα μου και γλύψ’ την σαν να πρόκειται για ψωλή». Βόγκηξε απ’ την καύλα η Άντα.

Η Φωφώ ήθελε να φωνάξει και να διαμαρτυρηθεί ότι δεν ήξερε τι είναι η κλειτορίδα κι αν πρέπει να τη γλύφουν και να τη ρουφούν το στόμα της όμως είχε γεμίσει με το ερεθισμένο αυτό κι ευαίσθητο κρεατάκι που άθελά της το ρουφούσε, το έγλυφε και προκαλούσε την καύλα και την ηδονή στη Άντα. Η κλειτορίδα της Άντας ήταν τόσο μεγάλη και πεταχτή που ξαφνικά αναρωτήθηκε αν αυτό εδώ το μικροσκοπικό καυλί είχε επιχειρήσει η αφεντικίνα του να το χώσει σε κάποιο άλλο καυλιάρικο μουνί.

Η Φωφώ άρχισε να της ρουφάει και να της βυζαίνει την κλειτορίδα σαν να ήταν πιπίλα. Την ώρα που την έγλυφε ένιωθε τα μουνόχειλα της Άντας να σφίγγονται γύρω απ’ τα χείλια της λες και ήθελε να της δείξει ότι ήθελε πολύ πιο δυνατό βύζαγμα. Ταυτόχρονα την τραβούσε απ’ τα τσουλούφια για να μην επιχειρήσει και απομακρυνθεί από κοντά της και της κόψει στο καλύτερο σημείο την καύλα της.

-    «Είσαι πολύ καριόλα. Μου έλεγες ότι δεν ήξερες να κάνεις γλυφομούνι και τώρα διαπιστώνω ότι είσαι και γαμό τις μουνογλύφτρες!». Είπε χαχανίζοντας η Άντα.

Η Φωφώ αντί να εκνευρισθεί απ’ τα λόγια της, το πήρε πάνω της κι άρχισε να κάνει ακόμη καλύτερη δουλειά! Τώρα πλέον το μαστίγωμα και το τράβηγμα των μαλλιών της είχε σταματήσει. Υπέθεσε ότι αν άρχιζε να γλύφει και να ρουφάει πιο γρήγορα και πιο δυνατά τα πράγματα θα έπαιρναν μια πιο ευνοϊκή τροπή για κείνην. Τα ζουμιά της Άντας που έσταζαν στο στόμα της Φωφώς γίνονταν ολοένα και πιο καυτά. Τώρα είχε μουσκέψει απ’ το πρόσωπο μέχρι τα βυζιά της. Η μουνότρυπα της Άντας έσταζε σαν να ήταν πηγή και απειλούσε να μουσκέψει ολόκληρη την Φωφώ.

-    «Αν συνεχίσει έτσι αυτή εδώ η καριόλα θα με κάνει να χύσω…». Είπε η Άντα στη Αυγή που στεκόταν δίπλα της.

Μετά άρχισε να τρίβει από μόνη της το μουνί της πάνω στο πρόσωπο της Φωφώς. Ξαφνικά τα μουνόχειλά της άρχισαν να ανοιγοκλείνουν σπασμωδικά και ρυθμικά και απ’ τα βάθη του μουνιού της έτρεχαν ποτάμια τα μουνοχύματα. Την ίδια στιγμή και το μουνί της Φωφώς άρχισε να ανοιγοκλείνει και να χύνει κι αυτή ηδονικά. Τα ζουμιά της κυλούσαν σαν ρυάκια πάνω στα καλλίγραμμα και αφράτα μπούτια της. Άρχισε να απορεί κι η ίδια πως έφτασε τόσο γρήγορα στον οργασμό με το να γλύφει και να ρουφάει την κλειτορίδα και τα μουνόχειλα μιας άλλης.

-    «Άντα, νομίζω ότι της κούρασες πολύ το στόμα της γκόμενας». Είπε ο Τάσος κι άρχισε να χαχανίζει. «Κοίτα τη γλώσσα της πως κρέμεται σαν γραβάτα!»

Η Φωφώ τον άκουγε και κατακοκκίνιζε απ’ τη ντροπή της. Για άλλη μια φορά συνειδητοποιούσε ότι είχε πέσει θύμα σε μια πρόστυχη παγίδα που είχε σαν σκοπό τον εξευτελισμό, την ταπείνωση και τη χρησιμοποίησή της απ’ τους ίδιους της τους γειτόνους.

Καθόταν οκλαδόν στη μέση του μεγάλου σαλονιού, του σπιτιού της Άντας κι όλοι οι άλλοι γύρω της την κοιτούσαν σαν να ήταν κάποιο ζώο του τσίρκου. Τα βυζιά της τρεμόπαιζαν πάνω στο στήθος της, ενώ το κορμί της ολόκληρο ήταν μουσκεμένο απ’ τα μουνοχύματα της Άντας. Εκείνη τη στιγμή απ’ την τροπή της παρακαλούσε το θεό ν ανοίξει η γη και να την καταπιεί.

Είχε κουλουριαστεί όσο μπορούσε για να κρύψει τη γύμνια της. Η Άντα όμως δεν της άφησε και πολλά περιθώρια. Μόλις την είδε ότι προσπαθούσε να κουλουριαστεί, τράβηξε απότομα την αλυσίδα και την ανάγκασε να σταθεί με το κορμί κατακόρυφο. Η Φωφώ σαν να ήταν τας μιας μαριονέτας που έπαιρνε που αποφάσιζε ο καραγκιοζοπαίχτης.

-    «Είδατε τι μεγάλα βυζιά που έχει αυτή η γκόμενα;». Είπε κάποια στιγμή ο  Βαγγέλης που καθόταν δίπλα στον Τάκη που εδώ και ώρα έδινε τσιμπούκι στη γυναίκα του, τη Σοφία. «Έχω την εντύπωση ότι βυζάρες σαν κι αυτές μπορώ να τις γλύφω και να τις βυζαίνω μια βδομάδα ολόκληρη μέχρι που θα τους αφήσω πάνω δαγκωματιές που θα κάνουν να σβήσουν μήνες».

Η Φωφώ τρομοκρατήθηκε ακούγοντας τα λόγια του  και προσπάθησε να κουλουριαστεί κοντά στα πόδια της Άντας. Εκείνη όμως χωρίς καθυστέρηση της έδωσε μια δυνατή βουρδουλιά πάνω στα βυζιά και την έσπρωξε από κοντά της. Η Φωφώ προσπάθησε να κρυφτεί και ν’ απομακρυνθεί. Η αλυσίδα όμως της Άντας την κρατούσε  πολύ κοντά και δεν της άφηνε περιθώρια να απομακρυνθεί. Μετά προσπάθησε να σταθεί με την πλάτη κατακόρυφη για να μπορεί τουλάχιστον ν’ αναπνέει αφού σε κάθε άλλη στάση η θηλιά στο λαιμό της την έπνιγε. Με μια δυνατή κλωτσιά στα πισινά η Άντα έστειλε την Φωφώ στα πόδια του Βαγγέλη. Όταν ανασηκώθηκε η Φωφώ διαπίστωσε ότι βρισκόταν μπροστά στα ανοιγμένα σκέλια του. Μετά πλησίασε κι η Άντα η οποία αφού την άρπαξε από το τσουλούφι τη σήκωσε όρθια για να δει τα σωματικά της προσόντα ο Βαγγέλης.

-    «Βαγγέλη  γιατί δεν δοκιμάζεις λίγο τις βυζάρες της να δεις τι γεύση έχουν», είπε η  Άντα. «Η γκόμενα τώρα ανήκει σε σένα».

-    «Βοήθεια! Μη! Δεν θέλω να με βασανίσετε άλλο…» άρχισε να διαμαρτύρεται η Φωφώ. Το ύφος της έδειχνε ότι ήταν κατατρομοκρατημένη.

Ο Βαγγέλης την κοιτούσε, χασκογελούσε και σιγά-σιγά πλησίαζε το στόμα του κοντά στη μια στις δυο καυλωμένες της ρώγες. Μόλις την άγγιξε άρχισε να τη δαγκώνει με μανία λες κι ήθελε να την κόψει. Η Φωφώ άρχισε να τσιρίζει απ’ τον πόνο. Ο  Βαγγέλης της άφησε τη ρώγα και όταν την είδε η Φωφώ πρόσεξε ότι της είχε αφήσει μια έντονη δαγκωματιά.

-    «Σας παρακαλώ, μη μου κάνετε κακό. Γιατί με βασανίζετε;», διαμαρτυρόταν η Φωφώ και τη στιγμή που πήγε να προστατέψει τις ρώγες της με τις παλάμες της η Αυγή της έδωσε μια δυνατή κλωτσιά για να τις αφήσει ακάλυπτες.

-    «Σάκη τι λες εσύ; Θα δοκιμάσεις το βυζάκι της γκόμενας;», είπε στη συνέχεια η Άντα στον άντρα της».

Το βλέμμα της Φωφώς στράφηκε προς το μέρος του Σάκη με την κρυφή ελπίδα ότι αυτός θα ήταν λιγότερο βάρβαρος  απ’ τον Βαγγέλη. Εκείνος την κοιτούσε ερευνητικά και χασκογελούσε.

-    «Εγώ λέω να δοκιμάσω λίγο το μουνί της. Δεν φαίνεται να έχει πολλές μουνότριχες...»

Η Άντα έσυρε την Φωφώ μέχρι την άλλη άκρη του δωματίου που καθόταν ο άντρας της. Μόλις έφτασαν κοντά, η Άντα έδωσε μια γερή κλωτσιά στην Φωφώ και την ξάπλωσε ανάσκελα στο πάτωμα. Η Άντα άρπαξε με δύναμη το ένα της πόδι, η Αυγή το άλλο και τα άνοιξαν διάπλατα μπροστά στο Σάκη. Μετά την ανασήκωσαν και ακούμπησαν τον κώλο της πάνω στα γόνατα του Σάκη.

-    «Καλά το κατάλαβα…», είπε ο Σάκης καθώς άρχισε να χαϊδεύει τις λεπτές και λιγοστές μουνότριχες της Φωφώς. «Δεν πρέπει να είναι μεγάλη η Φωφώ. Πόσων χρονών είπατε ότι είναι;».

-    «Αρκετά μεγάλη. Για μικρή την πέρασες;», είπε η Άντα εκνευρισμένη και κατέβασε την Φωφώ στο πάτωμα.

Στο μεταξύ ο Σάκης τραβούσε τις λεπτές μουνότριχες της λες κι ήθελε τις ξεκολλήσει πάνω απ’ το μουνί της.

-    «Αχχχχ! Πονάωωωωω!» ούρλιαξε η Φωφώ απ’ τον πόνο καθώς οι μουνότριχες της ξεκολλούσαν απ’ το τρυφερό μουνάκι της.

Μόλις έσκασε τον κώλο κάτω στο πάτωμα βόγκηξε απ’ τον πόνο.

-    «Εσύ Πέτρο αυτό το μουνί το γάμησες  έτσι; Μήπως θες να το ξαναελέγξεις;» ρώτησε Η Άντα.

-    «Εγώ γειτόνισσα θα ήθελα να ρίξω μια ματιά στην κωλοτρυπίδα της. Αν δε κάνω λάθος μου φάνηκε πολύ προκλητική και καυλιάρικη», είπε χαμογελαστά ο Πέτρος.

Η Φωφώ καταντράπηκε καθώς σι γυναίκες την έσυραν και την έφεραν με τον κώλο προς τη μεριά του Πέτρου που περίμενε να κάνει τις δικές του εξετάσεις. Ο Πέτρος της άνοιξε τα κωλομάγουλα και μετά της έχωσε μέσα στην κωλοτρυπίδα τον αντίχειρά του που ήταν χοντρός σαν λουκάνικο Φραγκφούρτης.

-    «Μη!! Πονάω!», βόγκηξε διαμαρτυρόμενη η Φωφώ.

-    «Μα πρέπει να πονάς γλυκά μου», είπε ο Πέτρος. «Αφού δεν σου έχουν ξεσκίσει ακόμη την κωλοτρυπίδα σου. Φαντάσου όμως πως θα βογκάς αν σου χώσω την πουτσάρα μου μέσα στην παρθενική σου σκατότρυπα».

Ξαφνικά ο Πέτρος έβγαλε το δάχτυλό του κι Φωφώ προσπάθησε να κλείσει σφιχτά τα κωλοβάρδουλά της γιατί υπέθετε ότι την περίμενε και κάποια νέα επίθεση. Μετά το βλέμμα της έπεσε σε κάποια άλλη σκηνή που διαδραματιζόταν στην απέναντι γωνιά του σαλονιού και η μασέλα της έπεσε στο πάτωμα απ’ την έκπληξη.

Ο Τάκης ήταν τελείως γυμνός απ’ τη μέση και κάτω. Η πούτσα του στημένη σαν παλούκι στεκόταν στον αέρα και από πάνω του η Σοφία ανεβοκατέβαζε το κεφάλι της και του τον έπαιρνε στο στόμα της. Ο Τάκης κουνιόταν απότομα προς τα μπρος και της έστελνε το πουτσοκέφαλό του στο βάθος του λαρυγγιού της.

Η Φωφώ τα έχασε. Δεν ήθελε να πιστέψει στα μάτια της. Ένα χρόνο που ήταν παντρεμένη με τον άντρα της δεν είχε καν φιλήσει ούτε είχε δεχθεί να πάρει την ψωλή του άντρα της στο στόμα της. Η στάση του Τάκη έδειχνε ότι ο άντρας της το ήθελε πολύ το τσιμπούκι και γι αυτό το έδινε με τόσο πάθος στη γειτόνισσά τους τη Σοφία. Αντί λοιπόν να πάρει αυτή τσιμπούκι στον άντρα της, τώρα τον περιποιούταν μια γειτόνισσα.

Απ’ το ύφος της η Σοφία έδειχνε ότι γούσταρε πολύ αυτό το λαρυγγοτσίμπουκο. Η Φωφώ δεν μπορούσε να καταλάβει που έβρισκε η γειτόνισσά της όλη αυτή τη γλύκα και την ηδονή. Με γρήγορες κι επιδέξιες κινήσεις της γλώσσας και των χειλιών της έγλυφε το  παλαμάρι του Τάκη και ήταν πρόθυμη κι ανυπόμονη να ρουφήξει και να καταπιεί μέχρι την τελευταία σταγόνα όλα τα ψωλοχύματα των αρχιδιών του. Η αρχιδοσακούλα του Τάκη ήταν πρησμένη και απ’ τα βογκητά   του η Φωφώ κατάλαβε ότι ο άντρας της κόντευε να χύσει. Ξαφνικά η Σοφία έβγαλε το καυλί του Τάκη απ’  το στόμα της κι άφησε μόνο το ψωλοκέφαλό του ανάμεσα στα χείλια της. Μετά άρχισε να ρουφάει δυνατά και στα μάγουλά της σχηματίζονταν βαθιά λακκάκια.

Δευτερόλεπτα αργότερα έβγαλε το πουτσοκέφαλό του απ’ το στόμα της και η πρώτη του χυσιά την πέτυχε στη μύτη και της βούλωσε τα ρουθούνια. Η Σοφία έπιασε σαν μάνικα την ψωλάρα του και κατεύθυνε τα χύσια του προς το πρόσωπό της, στο μέτωπο, στα μάτια, στα φρύδια, στα μάγουλα, παντού. Οι χυσιές του Τάκη τινάζονταν η μια μετά την άλλη προς όλες τις κατευθύνσεις και ψωλοστοκάριζαν το πρόσωπο της Σοφίας. Όταν η πούτσα του Τάκη άδειασε, η Σοφία γύρισε προς την Φωφώ, την κοίταξε και χαμογέλασε ενώ απ’ το πρόσωπό της έσταζαν τα πηχτά και καυτά χύσια του γείτονά της.

-    «Όχι! Μη! Δεν είναι δυνατό», άρχισε να στριγγλίζει η Φωφώ.

Τα γόνατά της λύγισαν και σωριάστηκε πάλι στο πάτωμα. Ο Τάκης κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα του κι η Σοφία κοιτούσε την Φωφώ κι έσπαγε πλάκα μαζί της. Ξαφνικά έβγαλε τη μακριά και ροδαλή γλώσσα της κι άρχισε να γλύφει λαίμαργα τα χύσια του Τάκη που της είχαν μπει μουστάκι στο πάνω χείλι.

Κάποια στιγμή η Φωφώ ένιωσε κάτι χέρια να την τραβούν και να την πηγαίνουν στον Τάσο, τον άντρα της Αυγής. Ο Τάσος καθόταν σε ένα αναπαυτικό καναπέ. Ήταν ο μόνος που ήταν ακόμη ντυμένος. Φορούσε ένα σφιχτό τζην παντελόνι κι ένα κοντομάνικο πουκάμισο. Απ’ το «V» που σχηματιζόταν στο στήθος του ξεπεταγόταν πολλές κατσαρές και πυκνές τρίχες. Με μια ματιά καταλάβαινε κανείς ότι ο Τάσος ήταν ένας γεροδεμένος άντρας με πολύ αθλητικό σώμα.

-    «Εσύ Τάσο δεν θα δοκιμάσεις το πράμα που έχουμε σήμερα;», είπε χαχανίζοντας η Άντα.

-    «Σας παρακαλώ, σταματήστε αυτό το μαρτύριο», είπε ικετευτικά η Φωφώ.

-    «Εσείς κορίτσια δεν μας είπατε, πως τη βρίσκετε τη γκόμενα;», είπε ο Τάσος χαμογελώντας.

-    «Έχουμε κι εμείς τα σχέδιά μας», είπε η Άντα. «Έχουμε πάρα πολλά σχέδια. Προς το παρόν είναι η σειρά σου».

-    «Εγώ να σας πω, δεν είμαι πλεονέκτης ούτε περίεργος στα γούστα. Μου αρκεί ένα ωραίο μασάζ στον πούτσο με τα χειλάκια, τη γλώσσα και τα ούλα της γκόμενας».

Η Άντα κι η Αυγή έσκασαν αμέσως στα γέλια αλλά η Φωφώ χρειάστηκε αρκετό χρόνο για να καταλάβει το νόημα των λόγων του Τάσου. Όταν συνειδητοποίησε τι σήμαινε αυτό που άκουσε, την έπιασε πανικός. Τα χείλια της σφίχτηκαν δυνατά και δεν ήθελαν να ανοίξουν. Οι παλάμες της σφίχτηκαν σε γροθιές.

-    «Κοιτάτε κορίτσια πόσο ανυπομονεί να μου πάρει τσιμπούκι η μικρή!», είπε ο Τάσος καθώς έβγαζε τις μπότες και τη ζώνη του. «Φαντάσου  βιασύνη! Και να σκεφθεί κανείς ότι μέχρι τώρα δεν είχε πάρει ούτε τον άντρα της τσιμπούκι».

Η Φωφώ προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί αλλά δεν της έδωσε σημασία κανείς. Την έσυραν ανάμεσα στα σκέλια του Τάσου ο οποίος κατέβασε το παντελόνι του και το σλιπάκι του. Μόλις κατέβηκε και το σλιπάκι του πετάχτηκε έξω μια καυλάτη ψωλή γεμάτη φουσκωμένες φλέβες. Το πουτσοκέφαλό του έμοιαζε με μήλο φιρίκι το οποίο ήταν τεντωμένο, κόκκινο και γυάλιζε σαν να του είχαν παρκετίνη.

Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 8320 "Erotic stories archive")