Η γειτονιά (1ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Αύριο το απόγευμα έχουμε κανονίσει μια συγκέντρωση και σκεφτήκαμε να καλέσουμε κι εσένα να έρθεις με την Φωφώ θα έρθουν και η Σοφία με τον άντρα της που μένουν απέναντί μας. Αυτοί είναι τώρα τελευταία μέλη του συλλόγου μας. Η Αυγή του μιλούσε μεν αλλά ταυτόχρονα τον καύλωνε. Το παίξιμο της ψωλής του με την χούφτα της τον ξετρέλαινε. Αν δεν του έπαιρνε και πάλι τον πούτσο μέσα στο στόμα, δεν θα αργούσε να ραντίσει με χύσια όλη την κουζίνα.

-    «Καλά. Θα το πω στην Φωφώ και θα δούμε αν θα έρθουμε…», της είπε και ταυτόχρονα της έσπρωξε το κεφάλι προς το πουτσοκέφαλο του. «Λοιπόν, τώρα δεν αφήνουμε τη φιλοσοφία και να γυρίσουμε και πάλι σε κείνο το υπέροχο τσιμπουκάκι που μου έκανες προηγουμένως;»

Η Αυγή πήρε και πάλι τον πούτσο του μέσα στο στόμα της και του τον ρούφηξε.

-    «Αν δεν μου υποσχεθείς ότι θα πάρεις την Φωφώ και θα έρθεις οπωσδήποτε, δεν θα συνεχίσω το τσιμπούκι».

Μαλάκας ήταν να πει όχι; Της υποσχέθηκε ότι θα ερχόταν αύριο στο πάρτι τους. Ποιος ξέρει; Σκέφτηκε. Μπορεί να βγει κάτι το θετικό απ’ όλη αυτή την υπόθεση. Η Φωφώ άλλωστε δεν ήταν από τις γυναίκες που κώλωναν. Στο κάτω - κάτω τι θα πάθαινε; Μήπως ήταν παρθένα; Το πολύ - πολύ να την έβαζαν να πλύνει πιάτα! Και λοιπόν; Δεν άξιζε η γυναίκα του να κάνει τη δούλα για να δώσει αυτός στην Αυγή ένα σωστό τσιμπούκι και να ξαλαφρώσει τ’ αρχίδια του;

-    «Καλά, θα έρθουμε. Στο υπόσχομαι. Μόνο πες μου τι ώρα και που θα γίνει η συνάντηση;»

-    «Στο σπίτι του Ιωάννου στις οκτώμισι. Ελάτε και θα δείτε τι ωραία θα περάσουμε!», του είπε και του έριξε μια καυλιάρικη ματιά.

Αμέσως μετά το στόμα της άνοιξε διάπλατα και πήρε μέσα το χοντρό και σκληρό απ’ την καύλα ματσούκι του. Το πουτσοκέφαλο του έφτασε με μιας στο λαρύγγι της. Μετά έσφιξε τα χείλια της γύρω απ’ το πουτσόκρεας του κι άρχισε να ρουφάει με δύναμη. Αμέσως μετά άρχισε να κουνάει το κεφάλι της πάνω κάτω και να του παίρνει όσο πιο βαθιά μπορούσε το χοντρό καυλί του και τον έκανε να βογκάει. Λεπτό με το λεπτό η αρχιδοσακούλα του βάραινε καθώς τ’ αρχίδια του γέμιζαν με πιο πολλά χύσια. Η Αυγή συνέχισε τα τσιμπουκογλειψίματα για λίγο ακόμη και κάποια στιγμή έγινε το μπαμ. Η πρώτη καυτή και πηχτή χυσιά πετάχτηκε λίγο πάνω απ’ τις αμυγδαλές της. Η Αυγή βόγκηξε σαν άγριο ζώο απ’ την ηδονή που την πλημμύρισε. Καθώς η μια μετά την άλλη οι χυσιές τινάζονταν μέσα στο λαρύγγι της και γλιστρούσαν προς το στομάχι της η Αυγή φούντωνε όλο και πιο πολύ από ηδονή και καύλα. Παράλληλα φρόντισε να κλείσει τα χείλια της για να μην χάσει ούτε σταγόνα απ’ τα υπέροχα χύσια που συνέχιζαν να εκσφενδονίζονται σαν από πυροσβεστικό κρουνό. Τα ρουφούσε, τα έγλειφε, τα έφερνε μια  βόλτα μέσα στο στόμα της και μετά τα κατάπινε.

Ούτε σταγόνα απ’ τα ψωλoχύματα του δεν της ξέφυγε. Δεν πήγε ούτε μια στάλα χαμένη. Του τα στράγγισε όλα! Ο Πέτρος και η Ελένη έμεναν σε ένα σπίτι ανάμεσα στα σπίτια του Τάκη και της Φωφώς και της Αυγής. Η πούτσα του Πέτρου είχε γίνει πολύ σκληρό ματσούκι μέσα στο εφαρμοστό του παντελόνι καθώς σκεφτόταν το πάρτι που είχε κανονισθεί για το βράδυ. Στο μεταξύ ο Πέτρος κι η Αυγή είχαν καταστρώσει ένα σχέδιο σύμφωνα με το οποίο ο πρώτος που θα πηδούσε το νέο σφιχτό μουνάκι της γειτονιάς θα ήταν εκείνος κι ενώ η Αυγή έκανε ότι έκανε για να πείσει τον Τάκη να έρθει στο πάρτι, ο Πέτρος πήγε στο σπίτι της Φωφώς. Πήγε από την πίσω πόρτα και τη χτύπησε ελαφρά με το χέρι του.

-    «Τάκη είσαι μέσα;», φώναξε χαμηλόφωνα για να μην  τον ακούσουν αυτοί που έμεναν δίπλα.

Η πόρτα της κουζίνας άνοιξε αλλά ο Πέτρος δεν μπορούσε να δει ποιος ήταν γιατί απ’ έξω υπήρχε μια άλλη πρόχειρη πόρτα με σίτα για τις μύγες και τα κουνούπια.

-    σ«Έλα Τάκη, άνοιξε τέλος πάντων!», είπε ανυπόμονα ο Πέτρος και συνέχισε να χτυπάει την πόρτα. «Τάκη εσύ είσαι;»

Η πούτσα του Πέτρου τεντώθηκε ακόμη περισσότερο. Τώρα ήταν τόσο χοντρή και σκληρή που θα έλεγε κανείς ότι ήταν σαν κλομπ αστυνομικού. Ο Πέτρος ήταν σίγουρος ότι η σιλουέτα που φαινόταν πίσω απ’ την σήτα ήταν της Φωφώς αλλά παρόλα αυτά ένιωθε μια έκπληξη, μια ανησυχία. Η Φωφώ ήταν μεν νεαρή κοπέλα αλλά το κορμί της ήταν πολύ ώριμο, σαν μιας πολύ μουνάρας γυναίκας. Μόλις τον περασμένο χρόνο είχε παντρευτεί.

-    « Έλα Φωφώ, άνοιξε μου να μπω μέσα!», είπε ο Πέτρος και χτύπησε την πόρτα. «Ο άντρας σου μου είπε να έρθω να φτιάξω το συρτάρι σας που είχε χαλάσει».

Η Φωφώ άνοιξε την πόρτα μηχανικά. Αμέσως μετά έτριψε τα χείλια της με τα δάχτυλά της κι έκανε δυο βήματα προς τα πίσω. Ακόμη κι η ίδια απορούσε κι αναρωτιόταν τι ήταν αυτό που την έκανε να ξαφνιαστεί. Τον Πέτρο τον ήξερε. Ήταν γείτονάς τους, φίλος του Τάκη και μάλιστα είχε έρθει πολλές φορές στο σπίτι τους να τσιμπήσουν κάποιο μεζεδάκι και να πιει κάποια μπιρίτσα με τον άντρα της. Ο Πέτρος μόλις την είδε τα έχασε. «Σαν παιδούλα μοιάζει η καριόλα!», σκέφτηκε. «Τα βυζιά της μεγάλα και λίγο χαλαρά μετά από δυο γέννες. Κι απ’ ότι βλέπω δεν φοράει σουτιέν». Η Φωφώ τον κοιτούσε και της ερχόταν να γελάσει. Το ύφος του της φαινόταν αστείο. Πρόσεξε ακόμη ότι το βλέμμα του είχε προσηλωθεί απ’ τη μέση και κάτω, πάνω στο κορμί της. Όταν κατάλαβε τι είχε κάνει, έμεινε άφωνη. Λίγη ώρα προτού φύγει ο Τάκης απ’ το σπίτι την είχε ξεμουνιάσει. Η Φωφώ μετά ξάπλωσε στο κρεβάτι φορώντας απλώς ένα κάπως μακρύ μπλουζάκι του άντρα της.

-    «Πέτρο να με συγχωρείς που με βρίσκεις έτσι…», του είπε και προσπάθησε να τραβήξει το κάτω μέρος της μπλούζας για να μακρύνει και να καλύψει τη γύμνια της. «Περίμενε ένα λεπτό να πάω να ρίξω κάτι πάνω μου».

-    «Καλά, τρελάθηκες;», της είπε και της έκλεισε με το κορμί του την πόρτα. «Ντράπηκες που μου έδειξες λίγο μουνάκι; Ε, και τι έγινε; Δείξε μου το συρτάρι που θέλει φτιάξιμο».

Η Φωφώ τα είχε χαμένα και δεν μπορούσε να αρθρώσει κουβέντα. Μπροστά της είχε κάποιο γείτονά της που έπαιρνε μάτι το μουνί της. Τι θα έλεγε που την είδε σ’ αυτή την κατάσταση! Τελικά βρήκε τη μιλιά της και είπε:

-    «Ο Τάκης από στιγμή σε στιγμή θα γυρίσει. Βγήκε για λίγο κι όπου να ‘ναι θα έρθει».

-    «Ο Τάκης πήγε στο σπίτι της Αυγής!», Της είπε χαχανίζοντας. «Κι αν δεν κάνω λάθος; Αν πάει εκεί, η Αυγή δεν θα τον αφήσει να φύγει γρήγορα. Λοιπόν, θέλεις να σας φτιάξω το συρτάρι ή όχι;

-    «Όχι, δεν χρειάζεται. Δεν πειράζει».

Του είπε και προσπάθησε να φύγει και να πάει στο δωμάτιό της να φορέσει κάτι. Ο Πέτρος όμως δεν την άφηνε να φύγει. Η Φωφώ δεν μπορούσε να αντέξει πλέον. Έκανε μια απόπειρα να του ξεφύγει, αλλά ο Πέτρος πιο δυνατός και πιο γρήγορος από εκείνη, την πρόλαβε, την έπιασε γερά απ’ την μέση και την τράβηξε πάλι στην κουζίνα. Η Φωφώ γλίστρησε, σκόνταψε κι έπεσε πάνω στο τραπέζι. Πριν προλάβει να πατήσει τα γυμνά πόδια της στο πάτωμα, ο Πέτρος την άρπαξε γερά με την παλάμη του απ’ το σβέρκο και την καθήλωσε εκεί που ήταν.

-      «Πω πω πω! Τι κώλος είναι αυτός μανάρι μου;», της είπε γελώντας. «Ομολογώ ότι τόσο καυλιάρικο κώλο έχω χρόνια να δω. Γουστάρω τα υπέροχα κωλοβάρδουλα σου! Μοιάζουν μεταξένια και θα ήθελα σαν τρελός να στα γλείφω και να χώσω την μούρη μου μέσα στην κωλοχαράδρα σου».

-    «Όχι! Σε παρακαλώ…», είπε έντρομη η Φωφώ και προσπάθησε να καλύψει τον κώλο της τραβώντας προς τα κάτω το μπλουζάκι που φορούσε.

Ο Πέτρος όμως της απομάκρυνε τα χέρια με το ζόρι  και της τα έσφιξε τόσο δυνατά που πόνεσε.

-    «Μείνε εκεί!», της είπε κι αμέσως μετά της χούφτωσε γερά το ένα κωλομάγουλο.

Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν και κόντεψαν να καρφωθούν στην τρυφερή σάρκα της.

-    «Πω πω πω! Τι γλυκιά κωλοτρυπίδα είναι αυτή που βλέπω!», είπε χαχανίζοντας ο Πέτρος. «Έχει πεταχτεί έξω λες και θέλει να της δώσω ένα καυλιάρικο φιλί. Μετά, κοίτα τις μεταξένιες τρίχες έχει το μουνάκι σου. Γουστάρω να βλέπω τόσο τριχωτά μουνάκια!»

-    «Σε παρακαλώ Πέτρο… άσε τις βλακείες! Δεν γουστάρω αηδίες μέσα στο σπίτι μου!», του πέταξε θυμωμένη η Φωφώ.

Ξαφνικά ο Πέτρος την άρπαξε απ’ τα μαλλιά και με δύναμη της χτύπησε το κεφάλι πάνω στο τραπέζι. Η Φωφώ είδε αστεράκια και τα αφτιά της άρχισαν κουδουνίζουν.

-    «Δεν θέλω αντιρρήσεις! Κατάλαβε πλέον ότι θα κάνεις ότι σου ζητήσω!», της είπε θυμωμένος ο Πέτρος. «Έχε υπόψη σου ότι αν βάλεις τις φωνές, θα σε κάνω να το μετανιώσεις!»

Η Φωφώ τον άκουγε έντρομη. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά και ένας κρύος ιδρώτας άρχισε να λούζει το κορμί της. Την ίδια στιγμή ένα χοντρόπετσο μακρύ χέρι της χούφτωνε πότε το ένα και πότε το άλλο κωλομάγουλο και τα έσφιγγε με μανία. Καθώς η παλάμη του γλιστρούσε πάνω κάτω στην κωλοχαράδρα της, της έχωνε μουνοδάχτυλα και κωλοδάχτυλα με το κιλό. Η Φωφώ τα είχε χάσει. Ποτέ άλλοτε δεν είχε υποστεί τέτοια ταπείνωση και τώρα παρακαλούσε τον Θεό να επιστρέψει γρήγορα ο Τάκης να την απαλλάξει απ’ την παρουσία του γείτονά της. Ενός γείτονα που μέχρι πριν λίγη ώρα θεωρούσε φίλο, αλλά αυτός ήταν βιαστής.

-    «Μ’ αυτήν την υπέροχη κωλοτρυπίδα που βλέπω», είπε μουγκρίζοντας ο Πέτρος, «..είναι δυνατόν να μην καυλώσω; Φαντάζομαι θα είναι πολύ σφιχτή και ικανή να κόψει ακόμη και την πιο καυλάτη ψωλή που θα μπει μέσα της».

Η Φωφώ τα χρειάστηκε. Βέβαια δεν φανταζόταν ότι θα της έκανε τίποτα απ’ όλα όσα έλεγε. Απλώς ανατρίχιαζε με την σκέψη και μόνο ότι μπορεί αν ήταν κάποιος άλλος στη θέση του να τα έκανε πραγματικότητα.

-    «Προς το παρόν δεν με ενδιαφέρει να γαμήσω κωλοτρυπίδα, αλλά μουνότρυπα. Κι απ’ ότι βλέπω κι από μουνί πας καλά. Βλέπω ότι είναι και το πρώτο!»

Η Φωφώ άρχισε να τρομοκρατείται. Αν δεν ερχόταν έγκαιρα ο άντρας της, σίγουρα μέσα στο μουνί της θα φυτευόταν κάποιος ξένος πούτσος.

-    «Για να δούμε.. από καύλες πως πάει η μούνα σου;», είπε ο Πέτρος και της έχωσε χωρίς καθυστέρηση ένα μουνοδάχτυλο.

Τα υγρά μουνόχειλα της υποχώρησαν εύκολα και δέχτηκαν το χοντρό και ροζιασμένο του δάχτυλο.

-    «Τελικά εσύ θα με τρελάνεις!», της είπε απορημένος κι έκπληκτος ο Πέτρος. «Το μουνί σου είναι μούσκεμα λες κι είσαι καυλωμένη στο φουλ!»

Έκανε μερικές βυθομετρήσεις με το δάχτυλό του και μετά το έβγαλε απ’ το μουνί της. Αμέσως μετά έφερε το μουσκεμένο απ’ τα ζουμιά του μουνιού της δάχτυλό του στη μύτη του και το μύρισε.

-    «Μωρή ψωλού, χύσια μυρίζει το μουνί σου!», είπε έκπληκτος. «Φαίνεται μωρή καριόλα ότι πηδιόσουν με κάποιον πριν από λίγο. Έννοια σου και θα σου ρίξω κι εγώ έναν πούτσο και θα χύσω μέσα να κάνω κοκτέιλ με τα χύσια μου και τα χύσια του προηγούμενου γαμιά σου».

-    «Όχι! Σε παρακαλώ…», του έλεγε ικετευτικά η Φωφώ.

Εκείνος όμως δεν της έδωσε σημασία. Τράβηξε κάτω το φερμουάρ του παντελονιού του και το τζιν που φορούσε έπεσε στη στιγμή στο πάτωμα της κουζίνας. Το επόμενο πράγμα που ένιωσε η Φωφώ ήταν ένα χοντρό και σκληρό πουτσοκέφαλο που ακουμπούσε απειλητικά πάνω στα μουνόχειλα της.

-    «Πέτρο σε παρακαλώ, δεν είναι σωστό να με γαμήσεις!», του είπε και προσπαθούσε να του ξεφύγει.

Ο  Πέτρος όμως την άρπαξε με τα δυο του χέρια απ’ το λαιμό και την τράβηξε προς τα πίσω. Η Φωφώ αναγκάστηκε να στήσει πιο προκλητικά την κωλάρα της προς το μέρος του. Μέσα σε δευτερόλεπτα ο Πέτρος έσπρωξε με δύναμη προς τα μπρος το καυλί του και της το φύτεψε μέσα στη μούνα. Δεν χρειάστηκε πολλή φιλοσοφία για να καταλάβει η Φωφώ ότι η πούτσα του Πέτρου ήταν πολύ πιο χοντρή απ’ την πούτσα του Τάκη. Καθώς η πουτσάρα του την παλούκωνε, η Φωφώ βογκούσε από πόνο. Τα μουνόχειλα της άνοιξαν διάπλατα ενώ το ατσάλινο ψωλοκέφαλο του της έτριβε άγρια τα εσωτερικά τοιχώματα της μουνότρυπας της. Ξαφνικά, με μια απότομη κίνηση της φύτεψε άλλους δέκα πόντους απ’ το χοντρό του παλαμάρι. Η Φωφώ βόγκηξε απ’ τον πόνο. Ποτέ άλλοτε δεν της είχαν καρφώσει στο μουνί ένα τόσο χοντρό και ατσάλινο ματσούκι. Σε λίγο όλη η μουνότρυπα της είχε γεμίσει με το τεντωμένο πουτσόκρεας του Πέτρου που το πουτσοκέφαλο του απειλούσε να ξεσκίσει τη μήτρα της.

-    «Τι συμβαίνει μανάρι μου; Δεν σ’ αρέσει το χοντρό καυλί μου;»

«Μ’ αρέσει ρε μαλάκα, αλλά πονάω!», είπε μέσα της η Φωφώ. Ακόμη δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο γείτονάς της την πηδούσε μέσα στο ίδιο το σπίτι της. «Και πού λες; Πάνω στο τραπέζι της κουζίνας της! Και ποιος ήταν αυτός που τη γαμούσε; Αυτός που μέχρι χτες ο άντρας της τον θεωρούσε σαν τον καλύτερό του φίλο!».

-    «Εγώ πάντως κούκλα μου δεν έχω πρόβλημα. Όποτε γουστάρεις μπορείς να με φωνάζεις για να σε πουτσώνω!», της είπε ο Πέτρος κι άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα της σαν πιστόνι. «Όποτε γουστάρεις γαμήσι φώναξε με κι εγώ θα έρθω τρέχοντας να στον καρφώσω στο μουνί, στον κώλο στο στόμα, όπου θες!»

«Καλά τι λέει αυτός; Τρελάθηκε;», σκέφτηκε η Φωφώ. Δεν μπορούσε ακόμη να συνειδητοποιήσει ότι όλα αυτά γίνονταν στην πραγματικότητα. Ο Πέτρος μπαινόβγαινε μέσα της, άνοιγε τη μουνότρυπα της, την φάρδαινε, την ξέσκιζε. Η Φωφώ τέτοια κόλπα δεν τα είχε συνηθίσει. Όποτε γαμιόταν με τον άντρα της, έπαιρνε τον πούτσο του αργά - αργά, απολαυστικά σαν να ήταν παρθένα και φοβόταν μη χάσει την παρθενιά της. Αυτό εδώ το γαμήσι την ξετρέλαινε. Η πούτσα του Πέτρου δεν αστειευόταν. Κάθε φορά που έμπαινε μέσα της πήγαινε μέχρι τον πάτο και απειλούσε να της ξεσκίσει τη μήτρα.

-    «Μανάρι μου με καύλωσες τόσο που δεν θ αντέξω για πολύ και θα χύσω…», βόγκηξε κάποια στιγμή ο Πέτρος και της έσφιξε αλύπητα τα κωλομάγουλα με τα δάχτυλα του λες κι ήθελε να της τα τρυπήσει.

Μετά της άνοιξε τα μπούτια ακόμη περισσότερο κι άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα στο μουνί της με ξέφρενο ρυθμό. Η πούτσα του κάθε φορά που της καρφωνόταν μέσα στο μουνί της γινόταν πιο σκληρή και πιο χοντρή.

-    «Πάρτα μωρή ξεκωλιάρα!», ούρλιαξε κάποια στιγμή ο Πέτρος κι απ’ την άκρη του πουτσοκέφαλου του άρχισαν να εκσφενδονίζονται τα ψωλοχύματα του.

Τα χύσια του καυτά και πηχτά καρφώνονταν στα τοιχώματα του μουνιού της και την έκαναν να σκούζει. Η Φωφώ δεν άντεξε κι αυτή τέτοια καύλα κι άρχισε το μουνί της να κάνει συσπάσεις και να χύνει. Το κορμί της ταρακουνιόταν βίαια πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Μετά από λίγο και αφού η αρχιδοσακούλα του Πέτρου είχε στραγγίσει μέσα της, ένιωσε την πούτσα του να χαλαρώνει και να γλιστράει αργά - αργά απ’ την ξεχειλωμένη πλέον μουνότρυπα της. Όταν προσπάθησε να ακουμπήσει τα πόδια της στο πάτωμα και να στηριχτεί, ένιωσε μια ζαλάδα και αναγκάστηκε να ξαπλώσει και πάλι στο τραπέζι. Όταν συνήλθε και στάθηκε στα πόδια της, γύρισε να δει που βρισκόταν ο Πέτρος αλλά δεν τον έβλεπε πουθενά. Είχε γαμήσει και είχε φύγει σαν καλός κύριος. Η Φωφώ άγγιξε με το δάχτυλό της τα μουνόχειλα του στενού μουνιού της. Στο άγγιγμά της άρχισε να νιώθει κάποια πρωτόγνωρη παράξενη αίσθηση. Απορούσε κι αυτή η ίδια πως ήταν δυνατόν αυτό το μικρό κομμάτι σάρκας να είναι τόσο ευαίσθητο και να δίνει τόση ηδονή.

Σκεφτόταν ότι έπρεπε να πει στον άντρα της για αυτό που της έκανε ο Πέτρος. Δεν μπορούσε να χωνέψει ότι είχε έρθει ο γείτονας και φίλος τους, έτσι στα καλά καθούμενα και την γάμησε μέσα στο σπίτι τους. Μέχρι να επιστρέψει ο Τάκης, η Φωφώ σκεφτόταν να κάνει ένα μπάνιο και μετά να φορέσει τα ρούχα της. Πήγε στο λουτρό, μπήκε στη μπανιέρα, ξάπλωσε και τέντωσε τα πόδια της. Έτσι μικρόσωμη που ήταν η μπανιέρα φαινόταν γιγάντια και χωρούσε κι έναν άλλο μέσα. Όταν κάποια στιγμή η Φωφώ σταμάτησε το τρίψιμο με αργές και βαριεστημένες κινήσεις πήρε ένα μαλακό σφουγγάρι κι άρχισε να σκουπίζει ελαφρά τα μουνόχειλα της. Με το που τα άγγιξε, το κορμί της τινάχτηκε λες και την πέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Ένιωθε όπως την ώρα που την γαμούσε ο Πέτρος. Σκέφτηκε να συνεχίσει το τρίψιμο των μουνόχειλων της μήπως και υποχωρήσει εκείνο το παράξενο γαργαλητό που ένιωθε.

-       «Πω πω πω! Τι πράγμα είναι αυτό που νιώθω!», μούγκρισε καθώς έκλεισε τα μάτια της και συνέχισε να τρίβει τα μουνόχειλα της με το σφουγγάρι.

Κάποια στιγμή ακούμπησε την κλειτορίδα της και παρατήρησε ότι το γαργαλητό έγινε πιο έντονο. Την εποχή που ήταν μαθήτρια συνήθιζε να κόβει τα μαλλιά της πολύ κοντά κι έμοιαζε σαν αγόρι. Απ’ την εποχή που παντρεύτηκε όμως τον Τάκη τα άφησε να μακρύνουν γιατί του άρεσαν μακριά. Τα φρύδια της ήταν καμπυλωτά, τα μάτια της είχαν αμυγδαλωτό σχήμα και το πρόσωπό της υπέροχο. Τα στήθια της ήταν μεγάλα και σφιχτά αλλά είχαν χαλαρώσει λίγο μετά από δυο παιδιά. Αλλά οι ρώγες της ήταν πάντα πεταχτές και προκλητικές.

Οι κύκλοι γύρω απ’ τις ρώγες της ήταν πολύ σκούροι κι έρχονταν σε μεγάλη αντίθεση με την ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα της. Τα μπούτια της σφιχτά, με πλούσιες καμπύλες και τρυφερή επιδερμίδα. Τα μουνόχειλα της ροδαλά και με λίγες κατσαρές ξανθές τρίχες που έμοιαζαν μετάξι. Το νερό της μπανιέρας έγλειφε καυλιάρικα τα ερεθισμένα της μουνόχειλα και γαργαλούσε την πεταχτή κι ερεθισμένη κλειτορίδα της. Κάθε άγγιγμα της κλειτορίδας της με το δάχτυλό της την έκανε να νιώθει ρίγη που ήταν πρωτόγνωρα γι’ αυτήν. Κάποια στιγμή η Φωφώ σταμάτησε το τρίψιμο της κλειτορίδας της, έβγαλε το χέρι της απ’ το νερό κι ακούμπησε την άκρη του δακτύλου της στην γλώσσα της. «Καλύτερα να σταματήσω τα τριψίματα γιατί αν συνεχίσω έτσι δεν θα μπορώ να κλείσω μάτι όλη τη νύχτα…», είπε σκεφτική.. «Ή μάλλον όχι! Αν δεν ηρεμήσω δεν θα μπορώ να πάω στο πάρτι που γίνεται απόψε και ο Τάκης θα μου βάλει τις φωνές…».

Η Φωφώ κατάλαβε ότι θα έβρισκε το μπελά της μέσα στο σπίτι του Ιωάννου απ’ την στιγμή που άνοιξε η πόρτα κι εμφανίστηκε η καυλιάρα Άντα ντυμένη μ’ ένα πέτσινο μπλουζάκι που αποκάλυπτε τις πλούσιες και χυμώδεις καμπύλες της. Η Φωφώ την Άντα Ιωάννου καλά - καλά δεν την ήξερε. Στην πραγματικότητα δεν την ήξερε γιατί την απέφευγε. Η Άντα ήταν μια νταρντανογυναίκα, τουλάχιστον 30 πόντους πιο ψηλή απ’ την Φωφώ κι όταν η Φωφώ την έβλεπε πάθαινε την πλάκα της. Μόλις λοιπόν η Φωφώ είδε τα ολοστρόγγυλα κωλομάγουλα της Άντας να ξεπροβάλλουν κάτω απ’ το μικροσκοπικό πέτσινο παντελόνι που φορούσε, τα έχασε ακόμη πιο πολύ.

-    «Καλώς τα πιτσουνάκια μας!», είπε χαμογελαστή η Άντα και γύρισε να κοιτάξει τους υπόλοιπους καλεσμένους της. «Φαντάζομαι θα γνωρίζεστε κι επομένως δεν χρειάζεται να σας συστήσω ή να ντρέπεστε».

Ανάμεσά τους ήταν η λεβεντογυναίκα Αυγή με ένα μακρύ μαύρο εφαρμοστό φόρεμα που αποκάλυπτε τις πλούσιες καμπύλες της και κυρίως τις στητές και πεταχτές πλούσιες βυζάρες της. Οι ρώγες της ήταν ήδη καυλωμένες και απειλούσαν να σκίσουν το λεπτό ύφασμα του φορέματός της. Οι περιφέρειες της ζορίζονταν μέσα στο εφαρμοστό σατινένιο φόρεμα που φορούσε. Η Φωφώ πρόσεξε ότι η Αυγή δεν φορούσε κιλοτάκι παρά μόνο ένα ζευγάρι μαύρες λεπτές κάλτσες. Ακόμη και μέσα σ’ αυτό το υποτονικό φως η Φωφώ, διέκρινε το μαύρο δασάκι με τις μουνότριχες της. Δίπλα της στον καναπέ καθόταν ο Τάσος, ένας νταγλαράς δυο μέτρα με γυμνασμένο και μυώδες κορμί, που ήταν ο άντρας της. Το ύφος του ήταν παράξενο Όταν τον κοίταξε η Φωφώ εκείνος της χαμογέλασε και της έκλεισε πονηρά το μάτι. Απ’ την άλλη πλευρά, δίπλα στην Αυγή ήταν ο Σάκης Ιωάννου, ο σύζυγος της Άντας. Η Φωφώ ποτέ άλλοτε δεν είχε δει ένα τόσο αταίριαστο ζευγάρι. Ενώ η Άντα ήταν νταρντανογυναίκα, ο Σάκης ήταν μικρόσωμος λεπτός ίσως πιο κοντός κι απ’ την Φωφώ.

Στην άλλη γωνιά του δωματίου είδε τον Πέτρο και τη γυναίκα του. Ο Πέτρος καθόταν σε μια πολυθρόνα σαν πασάς ενώ η Ελένη η γυναίκα του, καθόταν οκλαδόν στο πάτωμα, μπροστά του. Ο Πέτρος ήταν βαρβάτος κι άγριος ενώ αντίθετα η Ελένη φαινόταν πιο ήρεμη και πιο λογική απ’ αυτόν κι όμως η Φωφώ δεν θυμόταν ποτέ να είχε δει την Ελένη να χαμογελάει. Την έβλεπε πάντοτε σοβαρή. Το άλλο ζευγάρι των προσκεκλημένων της Άντας ήταν ο Βαγγέλης μαζί με τη γυναίκα του τη Σοφία που έμεναν απέναντι. Ο Βαγγέλης φαινόταν κι αυτός σοβαρός. Ήταν καθηγητής των Αγγλικών στο γειτονικό σχολείο, με μια πεταχτή μύτη και με μια μόνιμα καλοχτενισμένη χωρίστρα στη μέση των μαλλιών του. Η Σοφία, η γυναίκα του, ήταν σωστή, καθαρόαιμη Αμαζόνα κουκλάρα σκέτη κι ατελείωτη. Τα μαλλιά της μακριά και καστανά, με χωρίστρα στη μέση, έπεφταν πάνω στους ώμους της. Φορούσε ένα μικροσκοπικό δερμάτινο μπικίνι που ήταν ιδιαίτερα τολμηρό κι αποκαλυπτικό ακόμη κι αν το φορούσε στην πλαζ.

-    «Εγώ λέω να του δίνουμε!», είπε ξαφνιασμένη η Φωφώ στον Τάκη.

Ο Τάκης όμως την κρατούσε σφιχτά απ’ το αριστερό της μπράτσο κι έδειχνε ότι δεν σκόπευε να το κουνήσει ρούπι από ‘κει.

-    «Φωφώ μη λες σαχλαμάρες. Μόλις τώρα ήρθαμε. Δεν είναι σωστό να φύγουμε!»

-    «Μα σοβαρά μιλάς; Δεν βλέπεις πόσο πρόστυχα έχουν ντυθεί όλοι εδώ μέσα;»

Ο Τάκης περιέφερε το βλέμμα του μέσα στο δωμάτιο. Η Φωφώ είχε απόλυτο δίκιο. Όλοι οι άντρες φορούσαν ένα μικροσκοπικό δερμάτινο σλιπάκι που ίσα - ίσα κάλυπτε την πούτσα και τ’ αρχίδια τους. Στο μπροστινό μέρος του σλιπ υπήρχε ένα φερμουάρ για να το ανοίγουν και να βγάζουν τις ψωλές τους. Ένας δυο άλλοι φορούσαν ένα μικροσκοπικό δερμάτινο γιλεκάκι και τίποτε άλλο.

-    «Ίσως πρόκειται για κάποιο μασκέ πάρτι…», είπε ο Τάκης. «Αν μου το είχαν πει κι εμένα θα φρόντιζα να ντυθώ κι εγώ ανάλογα».

Ο Πέτρος κοιτούσε την Φωφώ με λαίμαργο βλέμμα και την έγδυνε με τα μάτια. Η Φωφώ τον είδε που την κοιτούσε έτσι και προσπάθησε ν’ αποφύγει το βλέμμα του. Το λεπτό κι αραχνοΰφαντο ριχτό φόρεμα που φορούσε της φαινόταν λίγο και νόμιζε ότι δεν ήταν αρκετό για να καλύψει τη γύμνια της. Όταν πλέον ο Τάκης την έσπρωξε διακριτικά προς τα μέσα, η Φωφώ κατάλαβε ότι ήταν πλέον ανώφελο να τον πείσει να φύγουν. Αμέσως μετά όλοι οι προσκεκλημένοι σηκώθηκαν απ’ τις θέσεις τους κι άρχισαν να περιφέρονται σαν πεινασμένοι λύκοι γύρω απ’ τον Τάκη και την Φωφώ. Η Φωφώ έπαθε την πλάκα της ζωής της.

Ξαφνικά ένιωσε μια παλάμη να σφίγγεται πάνω στα κωλομέρια της και να της τα τρίβει. Όταν γύρισε πίσω της είδε τη Άντα και τη Σοφία αλλά αυτές έδειχναν ότι ήταν αδιάφορες. «Μα είναι δυνατόν να κάνω λάθος;», απόρησε η Φωφώ. Αφού ένιωσα κάποιο χέρι να μου τρίβει τον κώλο; Πριν καλά - καλά, προλάβει να γυρίσει μπροστά της ένιωσε κάποιο χέρι να της χουφτώνει το αριστερό της βυζί. Μετά ένιωσε ένα χέρι με μακριά νύχια να σφίγγεται γύρω απ’ τον καρπό του χεριού της και ένα τράβηγμα προς την άκρη. Γύρισε και είδε ότι αυτή που την τραβούσε ήταν η Άντα. Την ίδια στιγμή η Ελένη τραβούσε προς την άλλη γωνιά του δωματίου τον Τάκη. Η Άντα έριξε μια ερευνητική ματιά στην Φωφώ..

-    «Έλα κούκλα μου. Πάμε κάπου ήσυχα για να ηρεμήσεις λιγάκι…», της είπε.

Η Φωφώ πρόβαλε αντίσταση. Η πρόταση της Άντας αντί να την χαροποιήσει την έκανε ν’ ανησυχήσει περισσότερο. Τώρα όμως που ο Τάκης δεν ήταν στο πλευρό της, ήταν ανήμπορη να αντισταθεί ή να του ζητήσει βοήθεια. Έβλεπε τους γείτονες της σαν τσακάλια που ήταν έτοιμα να την κατασπαράξουν. Τους έβλεπε τόσο αλλαγμένους, τόσο διαφορετικούς και δεν ήξερε που οφειλόταν αυτή η αλλαγή. Μετά σκέφτηκε ότι ήταν προτιμότερο να ακολουθήσει την Άντα γιατί τότε τα τσακάλια θα ήταν μακριά της και θα είχε να κάνει μόνο με τη νταρντανογυναίκα την Άντα.

Τελικά πείστηκε κι ακολούθησε την Άντα προς κάποιο μισοσκότεινο διάδρομο του σπιτιού. Το σπίτι της Άντας Ιωάννου ήταν πολύ μεγάλο. Το μεγαλύτερο της περιοχής. Η Φωφώ ήξερε βέβαια ότι ήταν μεγάλο αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί ότι είχε τόσα πολλά τετραγωνικά. Στην άλλη άκρη του διαδρόμου έστριψαν δεξιά και μετά από πέντε έξι βήματα η Άντα έσπρωξε με δύναμη μια βαριά πόρτα και μπήκαν μέσα. Η Φωφώ ξαφνιάστηκε μόλις είδε το εσωτερικό του δωματίου εκείνου. Προσπάθησε να βγει από κει μέσα αλλά η γιγαντόσωμη Αμαζόνα που τη συνόδευε τη συγκράτησε γερά απ’ το μπράτσο και δεν την άφησε να κάνει βήμα.

-    «Δεν θέλω να μπω μέσα!», διαμαρτυρήθηκε η Φωφώ κι άρχισε να σπρώχνει πιο κοντά της την Άντα.

Η Άντα όμως δεν ήταν κανένα κοριτσόπουλο που μπορούσε να λυγίσει εύκολα. Έσπρωξε με δύναμη τη μικρόσωμη Φωφώ προς τα μέσα και την έριξε στο πάτωμα, πάνω σ’ ένα πλούσιο και παχύ χαλί. Μετά άκουσε το θόρυβο της πόρτας καθώς έκλεινε πίσω της και γυρνώντας προς τα ‘κει είδε την Άντα που έβαλε και την ασφάλεια από μέσα. Τώρα είχαν μείνει μόνες οι δυο τους. Η Φωφώ τα είχε χάσει. Δεν ήξερε τι να πει και τι να υποθέσει. Στους τοίχους εκείνου του δωματίου υπήρχαν κάποιοι μεγάλοι παραστατικοί πίνακες που έδειχναν άντρες και γυναίκες να κάνουν έρωτα με τον πιο ασυνήθιστο και τον πιο πρόστυχο τρόπο.

Τα μάτια της δεν είχαν δει ποτέ άλλοτε τέτοιες ερωτικές σκηνές. Σ’ έναν απ’ αυτούς φαινόταν μια γιγάντια κι ατσάλινη ψωλή που χωνόταν ηδονικά μέσα σ’ ένα γυναικείο στόμα. Λίγο πιο πέρα φαινόταν ένας άντρας ξαπλωμένος ανάσκελα με τον πούτσο στημένο σαν παλούκι προς τα πάνω κι από πάνω του καθόταν μια γκόμενα που τον έπαιρνε μέσα στο μουνί της. Στον ίδιο πίνακα η ίδια γκόμενα έπαιρνε ταυτόχρονα τσιμπούκι σε έναν άλλο πουτσαρά που στεκόταν καμαρωτός μπροστά της. Σε ένα άλλο πίνακα φαινόταν μια τεράστια ψωλή που πότιζε τις βυζάρες μιας ξαπλωμένης γκόμενας με τα ψωλοχύματα του που πετάγονταν σαν σφαίρες απ’ την πουτσότρυπα του. Στη μέση του δωματίου υπήρχε ένα τεράστιο κρεβάτι και γύρω - γύρω υπήρχαν ένα σωρό καθρέφτες.

-    «Άσε με να φύγω!», φώναξε έντρομη η Φωφώ κι έσπρωχνε με όλη τη δύναμή της το σύρτη της πόρτας.

Η Άντα στεκόταν ακριβώς πίσω της, σαν τον Γολιάθ έτοιμη να την αρπάξει και να τη λειώσει.

-    «Αυτά που ξέρεις να τα ξεχάσεις! Πάρε τώρα μάτι το μουνί μου και καμάρωσε το. Για να βγεις από ‘δω μέσα θα περάσεις κάποια εκπαίδευση για να στρώσεις!», της είπε με αυταρχικό και κάπως αγριεμένο ύφος η Άντα.

-    «Όχι, δεν είναι δυνατόν! Δεν θέλω καμιά εκπαίδευση!», είπε ουρλιάζοντας η Φωφώ και προσπάθησε να σπρώξει μακριά την Άντα.

Εκείνη όμως δεν της έδωσε καμιά σημασία. Αντίθετα τη σήκωσε απότομα όρθια και την στήριξε στα τρεμάμενα πόδια της. Η Φωφώ ένιωθε αδύναμη κι ανήμπορη να αντιδράσει. Ξαφνικά η Άντα της τράβηξε προς τα κάτω το φόρεμα κι αμέσως οι βυζάρες της Φωφώς αποκαλύφθηκαν.

-    «Χα χα χα! Αυτά εδώ εσύ τα λες βυζιά για μια γυναίκα;», είπε κοροϊδευτικά η Άντα. «Με μια απλή κίνηση θα μπορούσα να τα βάλω και τα δυο μέσα στο στόμα μου».

«Μα είναι στα καλά της αυτή;», αναρωτήθηκε η, Φωφώ. «Γυναίκα πράγμα και να θέλει να μου γλείψει τα βυζιά;».

-    «Για να δούμε και τα υπόλοιπα υπάρχοντά σου…», είπε η Άντα και της έλυσε τη ζώνη που συγκρατούσε το φόρεμά της στη μέση.

Μετά της έριξε μια βουρδουλιά μ’ ένα μικρό μαστίγιο απ’ αυτά που χρησιμοποιούν οι αναβάτες για να χτυπούν τα άλογά τους όταν κάνουν ιππασία. Η πρώτη βουρδουλιά χτύπησε κατά μήκος τα πεταχτά βυζιά της Φωφώς. Αμέσως οι ρώγες της καύλωσαν και η Φωφώ νόμιζε ότι πετούσαν φωτιές. Πάνω στις τρυφερές σάρκες τους σχηματίστηκε μια έντονη κοκκινίλα κι έδειχνε που είχε πέσει η πρώτη βουρδουλιά. Η Φωφώ άρχισε να βογκάει απ’ τον πόνο. Σήκωσε τα χέρια της για να πιάσει τα βυζιά της και την ίδια στιγμή γλίστρησε το φόρεμά της. Έπεσε στο πάτωμα και μέσα σε δευτερόλεπτα το γυμνό κορμί της φιγουράριζε προκλητικά μπροστά στο λάγνο βλέμμα της Άντας. Το μόνο πράγμα που φορούσε τώρα η Φωφώ ήταν τα παπούτσια της.

-    «Απ’ ότι βλέπω, δεν έχεις κι άσχημο κορμί…», είπε η Άντα μόλις αντίκρισε το γεμάτο καμπύλες σώμα της Φωφώς.

Το δέρμα της ήταν τρυφερό, βελούδινο και η σιλουέτα της σφιχτή, νεανική. Σε γενικές γραμμές οι αναλογίες της ήταν υπέροχες. Αυτό σήμαινε ότι η Φωφώ θα είχε μικρό και στενό μουνάκι, τόσο στενό που θα δυσκόλευε τη γλώσσα της Άντας να μπει μέσα και να της κάνει γλειφομούνι, πρώτα απ’ όλα όμως ήθελε να της μάθει μερικά πράγματα.

Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 8320 "Erotic stories archive")