Όργιο στο γραφείο της γυναίκας μου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Η Μαρία, η γυναίκα μου, δουλεύει στο αεροδρόμιο, σε μια αεροπορική εταιρεία, γραμματέας τώρα πια Διευθύνσεως, μαζί με άλλες δύο κοπέλες.

Η ίδια είναι η μεγαλύτερη, τριάντα περίπου χρονών, καστανή, με μεγάλα βυζιά και πεταχτό κωλαράκι. Γενικά μικροδείχνει... Κάτι σαν εικοσάρα. Εγώ, είμαι 34 ετών.

Οι άλλες δύο, η Τζούλια και η Ρενάτα, είναι εποχιακό προσωπικό, δεκαεννιά και είκοσι χρονών αντίστοιχα. Τίποτα το ιδιαίτερο, πλην του ότι ως πιτσιρίκες, είναι κορμάκια και πεταχτούλες. Ο διευθυντής τους, ένας καλοβαλμένος πενηντάρης, ο Γιώργος, είναι κι αυτός παντρεμένος με τη Θάλεια, (σαράντα δύο χρονών, μελαχρινή), τα τελευταία είκοσι χρόνια.

Έχουμε βγει τα δύο ζευγάρια αρκετές φορές μαζί κι έχουμε μεγάλη οικειότητα. Ψιλο-φλερτάρουμε πότε - πότε ο ένας τη γυναίκα του άλλου, αλλά μέχρις εκεί...

Μερικές φορές, στο κρεβάτι, μέσα στις φαντασιώσεις που ανταλλάσσουμε με τη Μαρία, είχαμε «πάρει», πότε τα κορίτσια και πότε το Γιώργο με τη γυναίκα του. Πάντα, έψηνα τη Μαρία, να φοράει στο γραφείο κάτι απ’ αυτά που φορούσε όταν βγαίναμε, κοντά και κολλητά φορεματάκια, αλλά μου απαντούσε ότι ο κώδικας του γραφείου, της το απαγόρευε...

Φέτος λοιπόν, κάνα δυο μέρες πριν τα Χριστούγεννα, ο Γιώργος αποφάσισε πριν κλείσουν το γραφείο για τις γιορτές, την τελευταία μέρα το μεσημέρι, να κάνουν πάρτι για το καλό, στο γραφείο...

Το προηγούμενο βράδυ, είδα τη Μαρία στο μπάνιο, να αφαιρεί με μεγάλη προσοχή τις τριχούλες απ’ τα πόδια της και να φροντίζει με το ψαλιδάκι ιδιαίτερα την περιοχή γύρω απ’ το μπικίνι της. Το θέαμα με «ανέβασε» και έσκυψα κι άρχισα να της το γλείφω. Μόλις είχε φτιαχτεί για τα καλά, της είπα:

-    «Θέλω να το δούνε όλοι μωρό μου αύριο...»

-    «Τότε να το ξυρίσω τελείως!» μου απάντησε αστειευόμενη, αλλά με λιγωμένο βλέμμα.

Δεν ήθελα και πολύ, για να πάρω το ξυραφάκι και να της το κάνω σαν μικρού κοριτσιού.

Το πρωινό, της διάλεξα εγώ τα ρούχα που έβαλε. Το πιο μικρό σλιπάκι που της είχε ξεμείνει απ’ τον καιρό που ήταν πολύ μικρότερη, το πιο μικρό σουτιέν που ίσα που στήριζε τις βυζάρες της, μία καρό κοντή φουστίτσα, ένα άσπρο διάφανο πουκαμισάκι, και κοντά άσπρα καλτσάκια, με παπούτσια του τένις. Επειδή έκανε σχετικά κρύο, φόρεσε από πάνω ένα χοντρό τζάκετ, που ανέδειχνε περισσότερο το φουστάκι και τα γυμνά μπουτάκια της...

Εγώ έφτασα στο γραφείο της, καλεσμένος, κατά τις δύο η ώρα. Ήταν όλοι εκεί κι ακόμη περισσότεροι. Και η Θάλεια, η γυναίκα του Γιώργου, και οι άλλες κοπέλες, καθώς και τρεις μηχανικοί εδάφους, καμιά εικοσιπενταριά με τριάντα χρονών ο καθένας. Είχαν φέρει κασετόφωνο, φαγητά και ποτά.

Η Μαρία με υποδέχτηκε με ένα πολύ ζεστό φιλί στη πόρτα. Η ανάσα της μύριζε ποτό.

-    «Από τι ώρα τα πίνετε;», ρώτησα.

-    «Απ' τις έντεκα, έχουμε βάλει μπρος...», μου απάντησε.

Σημειωτέον, ότι σπάνια πίνει πάνω από ένα ποτό όταν βγαίνουμε έξω... Κέφι, πολύ κέφι, τραγουδάγανε όλοι μαζί και κάποια στιγμή, με παίρνει η Θάλεια να χορέψουμε ένα ψιλο-αργό κομμάτι.. Στις τρεις στροφές, είχε κολλήσει το σώμα της απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια επάνω μου... Προσπάθησα να τραβηχτώ και να το παίξω αδιάφορος, μέχρι που
μου ψιθύρισε:

-    «Μην είσαι μαλάκας. Εδώ θα γίνει της πουτάνας σήμερα! Το ‘χουμε συζητήσει και με το Γιώργο και είναι μέσα. Ψήσε και τη γυναικούλα σου κι ότι φέρει η μέρα...»

Ο πούτσος μου, μου έφτασε στο στόμα και νόμισα πως όλοι τον κοιτούσαν. Της χάιδεψα το κώλο και μου χάιδεψε το πούτσο, έχοντας κολλήσει το στόμα της στο λαιμό μου. Γύρισα και κοίταξα το Γιώργο. Μας έβλεπε και χαμογέλαγε. Έστριψα το βλέμμα μου να δω τις αντιδράσεις της Μαρίας.

Ήταν καθισμένη πάνω σε ένα απ' τα γραφεία, με ένα ποτήρι στο χέρι, περιστοιχιζόμενη από δύο μηχανικούς, που ο ένας είχε ακουμπήσει αδιάφορα το χέρι του στη μέση απ' το μπούτι της και ο άλλος της χάιδευε το λαιμό. Η φούστα της έμοιαζε ανύπαρκτη...

Οι μικρές ήταν ακριβώς απέναντι της και χασκογελάγανε απ’ αυτά που τους έλεγε ο άλλος μηχανικός που βρισκόταν πίσω τους και τις κράταγε απ’ τη μέση. Και των τριών τους το βλέμμα, δεν ξεκόλλαγε απ’ το θέαμα που τους προσέφεραν τα ανοιχτά μπούτια της Μαρίας.

Ξαφνικά το κασετόφωνο άρχισε να παίζει το old time classic, το θέμα απ' τις εννιάμισι εβδομάδες με τον Joe Cocker. Οι δύο μηχανικοί, έπιασαν την Μαρία κάτω απ' τις μασχάλες, την ανέβασαν όρθια πάνω στο γραφείο και οι πάντες άρχισαν να φωνάζουν ρυθμικά:

-    «Θέλουμε στριπτίζ. Θέλουμε στριπτίζ!!!»

Μαζί μ' αυτούς κι εγώ, πιο δυνατά απ' όλους! Είχε γίνει κατακόκκινη, κάτι απ' τη ντροπή, κάτι απ' το ποτό... Με κοίταξε και διάβασε στα μάτια μου: «Προχώρα!!». Το βλέμμα της έλαμψε!

Άρχισε να κουνιέται ρυθμικά, γυρίζοντας αργά γύρω - γύρω. Το παράθυρο πίσω της έριχνε το φως του και σχεδίαζε τα βυζιά της κάτω απ' το πουκάμισο. Το πουκάμισο, που άρχισε να ξεκουμπώνει, μέχρι που το πέταξε στο πάτωμα. Τα βυζιά της κόντευαν να πεταχτούν έξω! Ανασήκωσε το φουστάκι, αποκαλύπτοντας το βρακάκι της, που δεν έκρυβε σχεδόν τίποτα...

Όλοι κολλήσαμε πάνω στο γραφείο. Δεν ξέρω αν ξεκούμπωσε η ίδια το σουτιέν της, ξέρω όμως ότι η Θάλεια της τράβηξε με δύναμη κάτω το φουστάκι. Έκρυψε με μια ενστικτώδη κίνηση τις ρώγες της και πήγε να κατέβει. Όλα τα χέρια τη σπρώξανε ξανά προς τα επάνω.

Ο Γιώργος (που πρέπει να θελε να την γαμήσει όλο τον καιρό που δούλευε μαζί του), έχωσε το δάχτυλό του ανάμεσα στο μουνί της και το σλιπάκι τραβώντας το, μαζί με τον ένα μηχανικό που το κατέβαζε από πίσω.

Την πετάξανε πάνω στο γραφείο, με τα πόδια ορθάνοιχτα, και το κεφάλι της πεσμένο απ' έξω του. Ο Γιώργος της τον έχωσε στο στόμα, την ώρα που η Θάλεια ρούφηξε το ξυρισμένο μουνί της, έχοντας τον πούτσο του ενός μηχανικού στο δικό της. Εγώ με τον άλλον, πήραμε από μία από τις μικρές, και τους χώσαμε τα κεφαλάκια τους, ένα από κάθε πλευρά του γραφείου, πάνω στις ρώγες της Μαρίας καθώς τους τον χώναμε πισωκολλητά.

Ο Γιώργος της πλημμύρισε το στόμα και τραβήχτηκε για να δώσει τη θέση του στον άλλον. Δεν προλάβαινε να πάρει αναπνοή και ο επόμενος πούτσος χωνότανε στο στόμα της, γεμίζοντάς το με χύσια...

Την κατεβάσαμε σε λίγο στο πάτωμα, γονατίζοντάς την στα τέσσερα. Ξαπλώσαμε μπροστά στο στόμα της ένα απ' τα μικρά, ανάσκελα. Η μικρή προσπάθησε να ξεφύγει αλλά την κρατούσαμε καρφωμένη.

Η Μαρία, άρχισε να γλείφει σαν τρελή κρατώντας το μουνάκι της μικρής ανοιχτό και με τα δύο της χέρια! Στο στόμα της μικρής κάθισε με ανοιχτά μπούτια η Θάλεια κλείνοντάς της το με το μουνί της, με εμένα όρθιο δίπλα της να την τσιμπουκώνω.

Ο μηχανικός πήγε πίσω απ' τη γυναικούλα μου κι άκουσα μια κραυγή πόνου. Αυτό που δεν άφηνε εμένα να της κάνω, της συνέβαινε εκείνη τη στιγμή... Της είχε σκίσει τον κώλο. Πήγε να σηκωθεί κι αυτός τη χαστούκισε με δύναμη, ξανακατεβάζοντάς τη μέσα στο μουνάκι που έγλειφε. Δεν κουνήθηκε από 'κει. Η άλλη μικρή, ξαπλωμένη δίπλα, έπαιζε μαλακία τσιμπουκώνοντας τον άλλο...

Η Θάλεια, που φαινόταν να έχει το γενικό πρόσταγμα, μ' έσπρωξε, σηκώθηκε, και τράβηξε τα δυο μικρά κοντά της στο γραφείο. Τις ξάπλωσε τη μία πάνω στην άλλη 69 και την ώρα που γλείφανε τα μουνάκια τους, πήρε από δίπλα δύο άδεια μπουκάλια κόκα κόλα, και τους τα ακούμπησε στις κωλοτρυπίδες τους. Άρχισε να τα γαμάει απ' τον κώλο σαν λυσσασμένη, μ' αυτά να τινάζονται σαν ηλεκτρισμένα.

Ξάπλωσα στο πάτωμα ανάσκελα, φέρνοντας τη Μαρία από πάνω μου, ανοίγοντάς της τα κωλομέρια διάπλατα σε κοινή θέα. Σε μισό δευτερόλεπτο ο Γιώργος της τον είχε χώσει στον κώλο. Ένιωθα την πούτσα του να πιέζει τη δική μου και να μπαινοβγαίνει με ταχύτητα. Η Μαρία ούρλιαζε από πόνο και καύλα, αλλά αυτό ήταν μέχρι να της γεμίσει το στόμα η πούτσα ενός απ' τους άλλους...

Άρχισα να χύνω ακατάπαυστα... Τους έσπρωξα από πάνω μου...

Ο Γιώργος, ξάπλωσε με την πλάτη στο πάτωμα, τραβώντας μαζί και τη Μαρία, χωρίς να βγάλει τον πούτσο του απ' τον κώλο της. Όπως ήταν με τα μπούτια ανοιχτά, χώθηκε ο άλλος μέσα στο μουνί της που είχε ένα ανάμεικτο κόκκινο χρώμα απ' τις πούτσες που έτρωγε, μαζί με άσπρο απ' τα χύσια που μάζευε.

Οι άλλοι δύο γονατίσανε από ένα πλάι ο καθένας, και βάλανε στις χούφτες της τους πούτσους τους. Τους έπαιζε μαλακία, με τέτοια ταχύτητα και λύσσα, που εγώ δεν την είχα ξαναδεί... Τη χύσανε, ένας - ένας με τη σειρά του, ο καθένας όπου τον βόλευε...

Σηκωθήκανε και ανάψανε τσιγάρο. Η Μαρία είχε μείνει σχεδόν αναίσθητη στο πάτωμα, μη μπορώντας να κλείσει τα πόδια της και να κουνηθεί, ακούγοντας τα βογκητά απ’ τις μικρές που τις ξεπάτωνε η Θάλεια...

Σε λίγο όλα είχαν τελειώσει... Η Μαρία σηκώθηκε γεμάτη χύσια και πήγε στο μπάνιο, ολόγυμνη, ένα υπέροχο θέαμα στα μάτια μου, τόσο ερωτικό, που δεν είχα ξανά αντικρίσει...

Λίγο λίγο τα πράγματα γύρισαν στη θέση τους...

Είχε τα μάτια στο πάτωμα όταν επέστρεψε... (Πως θα τους αντικρίσω μετά τις γιορτές, μου εξομολογήθηκε στο γυρισμό για το σπίτι...)... Την αγκάλιασα, μαζί με το Γιώργο και τη Θάλεια, που τη φίλησε γλυκά στο μάγουλο...

-    «Σας περιμένουμε σπίτι για Πρωτοχρονιά», μας είπε όταν φεύγαμε. «Θα έρθουν και κάτι φίλοι. Να έρθετε οπωσδήποτε!»

Τα καλύτερα Χριστούγεννα της ζωής μου ίσως…; Ποιος ξέρει...; Ίσως έρθουν και καλύτερα...

(Copyright protected OW ref: 8320 "Erotic stories archive")