Έλενα και Πόπη, η συνέχεια

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Έπεσα ξέπνοος δίπλα στα κορίτσια. Ένα χαμόγελο διέκρινα στα πρόσωπα τους που ήταν λουσμένα με τα χύσια μου. Αλλά και μια ύποπτη ματιά μεταξύ τους. Ήταν σχεδόν μία το πρωί. Χρειαζόμουν άμεσα κάτι παγωμένο. Μια μπίρα, λίγο νερό. Αλλά οι καύλες είχαν άλλες διαθέσεις…

-    «Τι έγινε; Αυτό ήταν Πάνο;», αναφώνησε η Έλενα.

-    «Έλα καβαλάρη, μην το παίζεις κουρασμένος. Μόλις αρχίσαμε…», συμπλήρωσε η Πόπη.

Πράγματι. Παρόλη την ένταση, κάτι τα ριζότα με θαλασσινά, κάτι οι καυλίτσες απέναντί μου, άρχισε να με πιάνει πάλι μια αναταραχή.

-    «Μμμμμ… καυλώνουμε πάλι; E, μωρό; Κάτσε λοιπόν να σε αποτελειώσουμε».

Τα μωρά απλώθηκαν κατά μήκος του κρεβατιού και άρχισε να ξερογλείφει η μία την άλλη σε ένα απίστευτο 69. Οι γλώσσες τους πήραν φωτιά. Άκουγα τους αναστεναγμούς του χωρίς να κινούμαι με το καυλί μου να αρχίζει την μεγάλη άνοδο.

-    «Μμμμ… καύλα μου. Γάμησε με, με τη γλωσσίτσα σου!», ούρλιαζε η Πόπη.

-    «Αχχχ! Ναι! Τι πουτανίτσα έχεις γίνει!»

Η γλώσσα της Ελένης έσκαβε με δύναμη τα μουνόχειλα της Πόπης δίχως ανάσα. Ήμουν τελείως απορροφημένος στο θέαμα. Άρχισα να χαϊδεύω τα αρχίδια μου, να χουφτώνω το καυλί μου και να το παίζω αργά αλλά δυνατά. Η Ελένη γύρισε προς το μέρος μου.

-    «Σου αρέσει μωρό το θέαμα; Σε φτιάχνει;»

-    «Μμμμ… με τρελαίνει! Θέλω να σας σκίσω ξανά. Να σας ξεπατώσω!»

-    «Ωωωω… μμμμ… θα περιμένεις μπάσταρδε…», ψιθύρισε η Πόπη.

Και άρχισε πάλι εκείνους τους απίστευτους σπασμούς καθώς από τη μία η Ελένη την στέγνωνε στο γλειφομούνι, από την άλλη είχε αρχίσει να σκαλίζει την πίσω τρυπούλα της με τα δάχτυλα της. Δεν θα άντεχα για πολύ. Πλησίασα και με επιτακτικό ύφος είπα:

-    «Εδώ κάνω κουμάντο εγώ καύλες μου».

Παραμέρισα την Ελένη και άρχισα να ρουφάω με τη σειρά μου την Πόπη. Το μουνάκι της έσταζε νέκταρ και αποφάσισα να την αποτελειώσω. Άρχισα να ρουφάω με δύναμη τα μουνόχειλα της ενώ η γλώσσα μου καρφώθηκε σαν δονητής με ορμή στην τρυπίτσα της.

-    «Ααααχ! Ναι! Ναι! Έτσι καύλα μου, ρούφα με. Ααααχχ! Ναι!»

Η Ελένη είχε βουτήξει κάτω από τα αρχίδια μου και τα έγλειφε. Τα δάγκωνε ελαφρά, καμιά φορά και λίγο πιο δυνατά. Πόνος και ηδονή έγιναν ένα. Θυμάμαι ότι ήθελα να ουρλιάξω, να φωνάξω, αλλά έσφιξα τα δόντια.

-    «Φτάνει καριόλη, έχω και εγώ σειρά!», αναφώνησε η Έλενα.

Πήρα αμέσως το μήνυμα. Σηκώνομαι, αρπάζω στον αέρα την Έλενα και την βάζω δίπλα στην Πόπη, που εντωμεταξύ λες και είχε πέσει σε νιρβάνα, μονάχα αναστέναζε με κλειστά μάτια.

-    «Έτσι καύλες! Τώρα θα δείτε γλείψιμο!»

Βουτάω λοιπόν αποφασισμένος αυτά τα δυο μουνάκια να χύσουν στο στόμα μου. Δεν θυμάμαι πόση ώρα τα έγλειφα εναλλάξ. Μονάχα οι φωνές του ακουγόταν σε συνδυασμό με τα γλωσσόφιλα που ανταλλάσσανε. Εκεί κατάλαβα ότι ήταν πολύ καιρό ζευγάρι. Ήξερε η μία ακριβώς τι ήθελε η άλλη. Ένα ζευγάρι λεσβίες που δεν χόρταινε μόνο του και αναζητούσε ένα καλό καυλί για παρέα.

Τι μουγκρητά και τι αναστεναγμοί ήταν αυτοί! Τα αρχίδια μου πονάγανε από καύλα. Κρατιόμουν να μην ξεροχύσω. Η γλώσσα μου έτρεχε με ταχύτητα στα μουνάκια τους, δάγκωνα ελαφρά τα μουνόχειλα τους. Σταμάταγα… ξανά άρχιζα… κάποιες φορές έπαιζα με τους αφαλούς και τις κοιλίτσες τους. Φτιαχνόμουνα με τις μικρές άναρθρες κραυγές τους.

-    «Ααααχχχ… μμμμ… ναι! Ναι! Φφφ… έτσι καυλιάρη, γλείφε!», φώναζαν με μια φωνή.

Πρώτη άρχισε να χύνει, ποια άλλη; Η Πόπη. Θέαμα ανεπανάληπτο! Το κορμί της σχημάτισε ένα τόξο, κόλλησε τα μουνόχειλα της στο στόμα μου, και άδειασε μέσα του ποτάμια χύματος. Μια αλμυρή και συνάμα γλυκιά γεύση με πλημμύρισε. Η Έλενα της χάιδευε τα μαλλιά.

-    «Χύνω μωρό μου… τελειώνω. Αχ! Έτσι, ναι! Πάρ’ τα όλα άντρα μου! Πάρ’ τα! Έλα… χύνω! Ααααχχ!»

Οι φωνές της κάλυψαν τη στιγμή. Η Έλενα άρχισε να γλείφει στα κλεφτά κι αυτή την Πόπη. Σταμάτησα… ήμουν ανάμεσα στα πόδια της εγκλωβισμένος. Η Έλενα ήρθε ξανά πίσω μου…

-    «Μην την κοιτάς. Σκίσ’ την! Το θέλει. Χώσ’ τον όσο δεν πάει άλλο…»

Αυτό ήταν. Με μια απότομη κίνηση, χωρίς να σκεφτώ προφυλάξεις και αντίμετρα (μετά βέβαια είχα ψιλοχεστεί, το ομολογώ), της καρφώνω με δύναμη το καυλί μου σαν να ήθελα να την ανοίξω στα δύο. Μια ζεστή τρύπα, υγρή κατακόκκινη, υποδέχθηκε τον εισβολέα. Άρχισα να την γαμάω με δύναμη. Η Έλενα σηκώθηκε όρθια, κάθισε με χάρη πάνω στο πρόσωπο της Πόπης και άφησε το μουνάκι της έρμαιο στα χείλια της. Ήταν κάτι το ανεπανάληπτο! Εγώ εκεί, να σφυροκοπάω την Πόπη την ώρα που η Έλενα είχε καρφώσει τα μάτια της στα δικά μου.

-    «Είσαι φοβερός Πάνο. Μας έχεις τρελάνει. Σε θέλω... Θέλω μετά να με γαμήσεις με δύναμη!»

-    «Ναι καύλα μου. Για σένα είναι. Μετά έρχεται η σειρά σου, όσο αντέξω…»

Η Πόπη γαμιόταν άλαλη. Δεν άκουγες παρά μόνο τη βαριά ανάσα της. Κρατιόμουν συνεχώς, δεν ήθελα να χύσω. Συνέχιζα την τρελή πολιορκία. Το κορμί μου έτρεμε όλο. Χρειαζόμουν μια αλλαγή. Τραβήχτηκα από την Πόπη, έπιασα τα μαλλιά της Έλενας με δύναμη και κατέβασα το στόμα της πάνω στο καυλί μου που έσταζε από το μουνόχυμα της Πόπης.

-    «Έλα καριόλα, γλείφ’ τον τώρα. Πάρτον όλο στο στόμα! Αυτό δεν θες;»

Η Έλενα με τεχνική που θα ζήλευαν πορνοστάρ, εξαφάνισε το μεγάλο καυλί μου στο λαρύγγι της.

-    «Τι πίπα Θεέ μου!», αναφώνησα.

Τα μάτια μου καρφώθηκαν στο ταβάνι. Η Πόπη μάλαζε με τη σειρά της τα αρχίδια μου όσο αυτά εμφανιζόντουσαν έξω από το στόμα της Έλενας. Γαμούσα με δύναμη το στόμα της. Η Έλενα άρχισε να κοκκινίζει. Είχε κουραστεί από τη δυνατή πίπα. Σχεδόν πνιγόταν. Σταμάτησα. Την σήκωσα όρθια και τύλιξα τα πόδια της γύρω από τη μέση μου. Τα μουνόχειλα της υγρά και ζεστά υποδέχθηκαν τον πούτσο μου. Άρχισα να τη γαμάω στο όρθιο ξεστομίζοντας απίστευτες βρισιές.

-    «Πάρ’ τα καριόλα! Σε γαμάω. Είστε οι πουτάνες μου! Θα σας χύνω όλη νύχτα. Θα σας ξεπατώσω τα κωλαράκια!»

Θα την πηδούσα κανένα πεντάλεπτο θυμάμαι, όταν με μια απότομη κίνηση ξεγαντζώθηκε και έκανε το μεγάλο κόλπο. Έπεσε στα τέσσερα ανάμεσα σε ρούχα, σεντόνια, καπότες και άλλα συναφή, άνοιξε με τα χέρια της τα κωλομάγουλά της, και μου πρόσφερε στο πιάτο έναν από τους πιο όμορφους κώλους που έχω δει ποτέ μου! «Εάν δεν έσκαγαν τώρα τα αρχίδια μου θα πηδούσα για ένα μήνα!», σκέφτηκα.

-    «Χώσ’ τον ρε μπάσταρδε! Τι περιμένεις;», τσίριξε η κατά τα άλλα εξουθενωμένη Πόπη.

-    «Θέλω να ακούσω να το ζητάς πορνίδιο!», είπα στη Έλενα.

-    «Μμμμ… έλα, μην με αφήνεις. Σκίσε μου το κωλαράκι. Το θέλω. Έλα… Βάλτον όλον. Χτύπα με, χαστούκισε με. Δεν με νοιάζει, μονάχα σκίσε με!»

Μπήκα αργά αλλά σταθερά. Ούτε λιπαντικό υπήρχε ούτε τίποτα. Ακόμα και το στόμα μου είχε ξεραθεί. Ήταν σφιχτός, ροδαλός. Άρχισα να της τον γαμάω σιγά - σιγά. Η Πόπη ήρθε από πίσω και με έσπρωχνε με δύναμη μέσα της. Εκεί αφήνιασα! Χούφτωσα τις βυζάρες της Έλενας και έσπρωχνα πλέον με απίστευτη δύναμη.

-    «Με ξεπάτωσες καριόλη! Αχχχχ! Ναι, έτσι! Πιο σιγά, πονάω…»

Δεν άκουγα τίποτα. Μεθυσμένος από τις παροτρύνσεις της Πόπης, κάρφωνα στον πάτο της το καυλί μου σαν να γαμούσα για τελευταία φορά.

-    «Μμμμ… ναι! Δώστα όλα μωρό μου. Έλα, χύσε με την πουτάνα!»

Η μουνάρα της Έλενας άρχισε να στάζει. Ήμουν έτοιμος να εκραγώ. Ένας ήχος από κινητό έκοψε για λίγο την ατμόσφαιρα… Το κινητό του συγκατοίκου μου που δουλεύαμε μαζί ήταν, το είχε ξεχάσει εκεί. Τι ήχος Θεέ μου! Μια ψαλμωδία από γνωστό σκετς του Χάρι Κλυνν: δοξάστε με. Αλληλούια, αλληλούια. Απίστευτο σκηνικό. Τα βογγητά διαδέχτηκαν το τρανταχτό γέλιο των κοριτσιών.

-    «Την κατάλληλη στιγμή Πάνο!», φώναξε η Έλενα.

Τραβήχτηκα.

-    «Τώρα θα δείτε δόξα!»

Έπεσα πάνω της, ανέβηκα ψηλά, βούτηξα τις θεϊκές βυζάρες της που τόση ώρα μάλαζα. Το καυλί μου χώθηκε ανάμεσα. Τώρα η Πόπη ανέλαβε έργο. Ζούλιξε τα βυζιά της σχηματίζοντας έτσι ένα στενό διάδρομο να γαμάω. Το κινητό να συνεχίζει την δοξασία. Τρελή φάση φίλοι μου. Θυμάμαι γαμούσα για λίγα λεπτά τα βυζιά της Έλενας με τη γλώσσα της σε κάθε κάρφωμα να γλείφει το πουτσοκέφαλό μου. Με μια κραυγή που θα ζήλευε και ο Ταρζάν, άρχισα να χύνω…

-    «Ααααααααααααα! Πάρ’ τα μωρή καριόλα! Πάρε τα χύσια μου!»

Τώρα τεντώθηκα πίσω και το αρχοντικό καυλί μου έφτυνε στο προσωπάκι της άφθονο σπέρμα. Η Πόπη με τη γλώσσα της προσπαθούσε να καθαρίσει το θέαμα αλλά δεν σταμάταγα να χύνω…

-    «Έτσι ρε μωρό! Δώσε πάλι… έλα. Χύσε! Μη σταματάς…»

Τι βραδιά! Είχα κλείσει τα μάτια και απορούσα αν όλα αυτά ήταν ένα όνειρο. Τα δυο μωρά όμως ήταν εκεί. Για μένα. Η νύχτα συνεχίστηκε για πολύ ακόμα με μεγάλα διαλείμματα… και γέλιου αφού το μόνο που άκουγες ήταν: Αλληλούια και χαχανητά. Ήταν πέντε και μισή αν θυμάμαι καλά. Οι καύλες σχεδόν αποκοιμισμένες δίπλα μου. Δεν άντεχα άλλο. Άλλος ένα γύρος και θα εμένα λιπόθυμος. «Πρέπει να την κάνω για παραλία», σκέφτηκα. «Αλλιώς θα με ξεκωλιάσουν». Με ήσυχα βήματα φόρεσα ένα μαγιό. Ανάθεμα και αν ήταν δικό μου αλλά τι με ένοιαζε;

Βγήκα έξω. Τα πόδια μου έτρεμαν. Η παραλία απείχε περίπου τετρακόσια μέτρα. Κοίταξα ξανά τα μωρά. Χυμένα παντού, ξεμουνιασμένα, ξεκωλιασμένα. Κοιμόντουσαν αγκαλιά. Τράβηξα λίγες φωτογραφίες με το κινητό μου. Είχα το θάρρος. Λίγο πριν το τελευταίο γαμήσι το πρότεινα. Η Πόπη δίστασε, η Έλενα έκανε σαν να της έδωσα θησαυρό. Καύλα! Άρχισα να περπατάω προς τη θάλασσα. Είχε μια πανέμορφη βραδιά. Έκανε ψύχρα αλλά φλεγόμουνα. Μπορεί και να χρειάστηκα δέκα λεπτά να φτάσω στη θάλασσα. Σερνόμουνα…
Έπεσα σαν μολύβι στο νερό.

Έμεινα κανένα τέταρτο ίσως. Βγήκα και άραξα σε μια ξαπλώστρα. Αποκοιμήθηκα. Ούτε το δροσερό αεράκι που σε βελόνιαζε με ένοιαζε, ούτε τίποτα. Αν και κρυουλιάρης, σάπισα στον ύπνο. Μέχρι που ένα ωραιότατο μπουγέλο στις οκτώ το πρωί με επανάφερε πίσω. Φυσικά από της δυο καυλίτσες μου. Μαζί με αναφωνητά: «Αλληλούια, αλληλούια!». Έπρεπε να σηκωθώ. Ο συγκάτοικος θα είχε γυρίσει. Και άντε τώρα να εξηγήσεις τα απίστευτα που είχαν γίνει!

Έλενα, Πόπη: Το μπουγέλο θα το λουστείτε κι εσείς…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")