Το κέρατο (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Δεν θέλαμε να βγούμε απ’ το μπάνιο, αλλά το νερό είχε παγώσει και είχαμε μουλιάσει. Είμαστε παραπάνω από δυο ώρες μέσα στη μπανιέρα αγκαλιά.

-    «Έχω μια ιδέα.» είπε και σηκώθηκε, αφήνοντας κρύες σταγόνες νερού να πέφτουν απ’ το κορμί της πάνω μου.

Πήρε τον αφρό του άντρα μου και ένα ξυραφάκι και έκατσε ξανά μέσα στη μπανιέρα γονατιστή. Άνοιξα τα πόδια μου παιχνιδιάρικα, καταλαβαίνοντας τις προθέσεις της. Μου άπλωσε τον αφρό στο μουνάκι χαϊδεύοντας το απαλά.

-    «Αν δε με σκοτώσει ο άντρας μου, σου υπόσχομαι πως δεν πρόκειται να σ’ αφήσω ποτέ» είπα φέρνοντας το γεμάτο με αφρούς χέρι της στο στήθος μου σφίγγοντας το στα χέρια μου δυνατά.

Γέλασε και άρχισε να με ξυρίζει προσεχτικά, τρίβοντας την κλειτορίδα μου με το άλλο της χέρι. Η καύλα μου ήταν απερίγραπτη.

-    «Αν δεν σταματήσεις γρήγορα, θα χύσω ξανά…» είπα καθώς χτυπιόμουν σαν το ψάρι μέσα στη μπανιέρα.

Πήρε λίγο νερό και με ξέπλυνε, αποκαλύπτοντας τη φαλακρή σχισμούλα μου. Πέρασα το χέρι μου πάνω της, ήταν τόσο απαλή. Μια καινούρια αίσθηση, φοβερά ερωτική. Αισθανόμουν εντελώς γυμνή.

-    «Σειρά μου νομίζω τώρα..» είπα και την έσπρωξα πίσω με δύναμη.

Γελούσε δυνατά και δεν μπορούσε να κρατηθεί.

-    «Αν δεν ησυχάσεις και δεν κλείσεις το στόμα σου, θα στο κλείσω με το ζόρι!» είπα γεμίζοντας με αφρό το ξανθό της τρίχωμα, αλλά και τα βυζιά της.

Πήρε τον αφρό απ’ τα στήθη της και τον άπλωσε πάνω τους ως την κοιλιά της.

-    «Έλα λοιπόν, τι περιμένεις;» είπε και έγειρε για λίγο μπροστά παίρνοντας τη μια μου ρώγα στο στόμα της.

-    «Μην αφήνεις την άλλη παραπονεμένη» είπα σφίγγοντας το κεφάλι της πάνω στα στηθάκια μου.

Άφησε τη σκληρή μου ρώγα και πήρε την άλλη κοντά της δαγκώνοντας την ελαφρά.

-    «Θα περιμένω πολύ ακόμα;» ρώτησε.

Τραβήχτηκα κι άρχισα να ξυρίζω το χρυσό τριγωνάκι της. Το ξέπλυνα με νερό, όπως είχε κάνει κι εκείνη και το χάιδεψα με πάθος. Μια μικρή αμυχή φάνηκε κοντά στην πρησμένη κλειτορίδα της. Μια σταγόνα αίμα ίσα που φάνηκε.

-    Είδες τι έκανες; Με πλήγωσες!» είπε με προσποιητό θυμό.

-    «Θα το φιλήσω να γίνει καλά» είπα στοργικά κι έσκυψα και το φίλησα.

Μου πίεσε το κεφάλι πάνω στο ξυρισμένο της μουνάκι. Πέρασα τη γλώσσα μου πάνω του. Ήταν τρομερή η αίσθηση. Έγλειφα και ρουφούσα τη ροδαλή της σχισμή που παλλόταν μανιασμένα στο στόμα μου. Βογκούσε από ηδονή και με τρέλαινε. Όταν έχυσε ανέβηκα από πάνω της όρθια και έκλεισα το κεφάλι της μέσα στα πόδια μου. Με ρουφούσε καυλωμένη πιάνοντας με σφιχτά απ’ τα κωλομάγουλα. Τελείωσα κρατώντας το κεφάλι της στα χέρια μου και δεν τα άφηνα. Έπεσα ξανά μέσα στη μπανιέρα και στην αγκαλιά της.

-    «Πρέπει να βγούμε από δω μέσα πριν πιάσουμε καμιά πνευμονία» είπε γελώντας.

Δε χορταίναμε η μία την άλλη, σαν παιδάκια που δεν αποχωρίζονται την αγκαλιά της μαμάς τους. Με σκούπισε ευλαβικά και κατευθυνθήκαμε στην κουζίνα γυμνές να φτιάξουμε πρωινό.

-    «Πεινάω σαν λύκος», είπε ανοίγοντας το ψυγείο να βγάλει τα αυγά και τα λουκάνικα.

Έβαλε το τηγάνι στη φωτιά όσο εγώ έστρωνα το τραπέζι. Της φόρεσα πάνω απ’ το γυμνό της κορμί μια άσπρη κοντή υφασμάτινη ποδιά και την έδεσα πίσω της, πάνω απ’ το γυμνό της κώλο. Η ποδιά ήταν πολύ μικρή και έσφιγγε τα βυζιά της, αφήνοντας το μουνάκι της γυμνό στα διεστραμμένα μου μάτια. Γύρισα κι έσκυψα λίγο να βάλω πιάτα στο τραπέζι όταν αισθάνθηκα κάτι λιπαρό και κρύο στα μουνόχειλα μου. Δεν κουνήθηκα καθόλου, περιμένοντας με αγωνία να μπει μέσα μου το άγνωστο αντικείμενο. Το πίεσε ελαφρά και χώθηκε τουλάχιστον δέκα πόντους μέσα μου. Ρίγησα απ’ την αίσθηση και πριν πέσω πάνω στο τραπέζι, άνοιξα διάπλατα και κοίταξα ανάμεσα στα πόδια μου. Μου είχε χώσει ένα λουκάνικο στο μουνάκι και το ‘παιζε μέσα έξω σαν αντρικό όργανο. Πήρε άλλο ένα, το ‘βαλε κι αυτό στο στόμα της και μετά το έχωσε μέσα μου.

-    «Θα ‘θελες να είχες δυο τέτοια πέη στο καυτό σου μουνάκι;» με ρώτησε καθώς με δυσκολία τα κουνούσε μέσα έξω.

-    «Ναι, μ’ αρέσει, μη σταματάς. Γάμησε με μωρό μου!» απάντησα τραβώντας την πάνω μου απ’ τα μαλλιά της.

Έχυσα πάνω στο τραπέζι εξαντλημένη με ορθάνοιχτα τα πόδια και τα βυζιά μου πάνω στα πιάτα και τα μαχαιροπήρουνα, πασαλειμμένη με το βούτυρο, που είχα σερβίρει νωρίτερα στο τραπέζι, σ’ όλο το σώμα. Κατάφερα και κάθισα στην καρέκλα και την άφησα να σερβίρει, έχοντας τα μάτια μου πάνω στα πλούσια στήθη της που κρέμονταν ξεδιάντροπα απ’ τις άκρες της ποδιάς σαν να ‘ταν στριπτιτζού. Ταΐζαμε η μια την άλλη τα λουκάνικα που μέχρι πριν είχα στον κόλπο μου, σίγουρα τα πιο νόστιμα που είχαμε φάει ποτέ.

-    «Θέλω να σε πάρω ξανά, αλλά δεν έχω άλλη δύναμη πάνω μου…» είπα αποκαμωμένη.

-    «Πρέπει να φύγω αγάπη μου. Ο Ανδρέας με περιμένει στο μαγαζί» είπε στεναχωρημένη.

-    «Πότε θα σε ξαναδώ;» ρώτησα απελπισμένη.

Κόντευαν να με πάρουν τα κλάματα. Το κατάλαβε και ήρθε και κάθισε πάνω στα πόδια μου. Με αγκάλιασε, με φίλησε στο στόμα και στα υγρά μου μάτια.

-    «Θα μ’ έχεις συνέχεια. Θα σε δω το βράδυ. Δεν πρόκειται να χωρίσουμε ποτέ πια» είπε φιλώντας με στο λαιμό και τα αυτάκια.

-    «Μμμ… μη φύγεις, σε παρακαλώ…» είπα αναστενάζοντας απ’ τον πόθο.

Φιλιόμασταν μπροστά στην πόρτα αρκετή ώρα. Ήμουν ολόγυμνη και είχα περάσει τα χέρια κάτω απ’ την πουκαμίσα της χουφτώνοντας τα μεγάλα της βυζιά, ενώ εκείνη μου είχε χώσει δυο δάχτυλα στο μουνάκι. Δεν την άφηνα να φύγει. Φοβόμουν πως θα την έχανα. Μ’ άφησε απότομα, άνοιξε την πόρτα κι έτρεξε προς τη σκάλα. Ασυναίσθητα βγήκα στο διάδρομο γυμνή και ξυπόλητη πίσω της. Γύρισε και με κοίταξε δακρυσμένη. Έκλαιγα κι εγώ. Την κοιτούσα όσο κατέβαινε γρήγορα τα σκαλοπάτια μέχρι που χάθηκε από εμπρός μου. Γύρισα κι έκλεισα δυνατά την πόρτα πριν με δει κανείς. Έπεσα πάνω στην πόρτα κλαίγοντας. Ήμουν ερωτευμένη. Μια γυναίκα με είχε κατακτήσει, με είχε κάνει κτήμα της. Δεν άντεχα απ’ το συναίσθημα που κυρίευε το μυαλό και την καρδιά μου. Σκέφτηκα τον Χρήστο. Ένιωθα αγάπη γι’ αυτόν, αλλά ερχόταν σε σύγκρουση με την αγάπη που ένιωθα για τη Σούλα. Έμεινα ώρες γυμνή στην εξώπορτα μου, να κλαίω σα μικρό κορίτσι. Όταν βρήκα το κουράγιο να ηρεμήσω απ’ το κλάμα, σηκώθηκα και ντύθηκα για να πάρω τον μικρό απ’ το σχολικό.

-    «Θα πάμε στο χωριό, στη γιαγιάκα σήμερα αγόρι μου» του είπα. «Η μαμάκα δεν είναι καλά και θα μείνεις εκεί λίγες μέρες».

Ευτυχώς αντέδρασε καλά. Ποιο παιδί θα έλεγε όχι; Οι γονείς μου τον υπεραγαπούσαν και δεν του χάλαγαν χατίρι. Τον άφησα βιαστικά στη μητέρα μου, που με είχε πρήξει στις ερωτήσεις για την υγεία μου.

-    «Απλά είμαι λιγάκι κουρασμένη ψυχολογικά και δεν θέλω να με βλέπει και να στεναχωριέται το παιδί. Αν χρειαστείς κάτι, πάρε με στον αριθμό που σου άφησα. Είναι κινητό» απάντησα για τελευταία φορά και ξαναμπήκα στο ταξί.

-    «Πίσω στην Αθήνα κυρία;» ρώτησε ο ταξιτζής.

-    «Ναι, πίσω παρακαλώ» είπα κι έσκυψα μην καταλάβει πως κλαίω.

Άνοιξα την εξώπορτα της πολυκατοικίας κι έκανα να μπω μέσα όταν πήρε το μάτι μου κάποιον να καπνίζει στο σκοτάδι ακουμπισμένος σ’ ένα ακριβό μαύρο αυτοκίνητο. Μέσα στο σκοτάδι μου φάνηκε γνωστός, αλλά σκέφτηκα πως θα ‘ταν η ιδέα μου. Μπήκα βιαστικά και έκλεισα ερμητικά την εξώπορτα. Ποιος ξέρει τι έκανε εκεί τέτοια ώρα; Ήταν προχωρημένες δύο και το κρύο ήταν τσουχτερό για να περιμένει καμιά κοπελίτσα μέσα στη νύχτα. Όταν άνοιξα την πόρτα του ασανσέρ στον όροφο μου, έμεινα έκθαμβη. Η Σούλα είχε κάτσει στο κατώφλι της πόρτας μου κι έκλαιγε με αναφιλητά. Πέσαμε η μια στην αγκαλιά της άλλης και φιλιόμασταν χωρίς να έχουμε αίσθηση του χώρου και του χρόνου.

-    «Φοβήθηκα. Δε σ’ έβρισκα και τρελάθηκα. Φοβήθηκα μην κάνεις καμιά βλακεία…» είπε μη μπορώντας να ανακτήσει την αναπνοή της. «Σ’ αγαπώ» πρόσθεσε.

-    «Κι εγώ σ’ αγαπώ» απάντησα κλαίγοντας. «Άφησα τον μικρό στη μητέρα μου για μερικές μέρες, να συνέλθω».

-    «Έλα, περιμένει ο Ανδρέας κάτω. Θα έχει παγώσει ο καημενούλης. Είμαστε ώρες εδώ» είπε τραβώντας με απ’ το χέρι.

-    «Όχι, δεν γίνεται. Δεν μπορώ. Δεν είμαι έτοιμη για τον Ανδρέα. Δεν ξέρω αν θα είμαι έτοιμη ποτέ μου. Δεν θα έρθω…» απάντησα εκνευρισμένη.

-    «Σε παρακαλώ, δεν μπορώ να σε αφήσω, αλλά δεν μπορώ και να αφήσω τον άντρα μου πάλι μόνο του. Έχει κατανόηση, θα δεις. Δεν πρόκειται να σ’ αγγίξει. Θα είμαστε οι δυο μας. Σε παρακαλώ…» είπε ξεσπώντας ξανά σε αναφιλητά.

Υποχώρησα και την ακολούθησα, αν και αισθανόμουν άβολα. Την ήθελα τόσο πολύ, που αναρωτιόμουν ως που μπορούσα να φτάσω. Κρατώντας με απ’ το χέρι σφιχτά, πλησιάσαμε τον Ανδρέα.

-    «Αγάπη μου, αυτή είναι η Κατερίνα. Θα κοιμηθεί μαζί μας σήμερα, γιατί είναι χάλια. Θα πάρουμε εμείς οι δυο την κρεβατοκάμαρα κι εσύ θα πας στον ξενώνα. Σε πειράζει; Μόνο για σήμερα, σε παρακαλώ…» είπε κρατώντας με σφιχτά πάνω της.

-    «Γεια σου Κατερίνα. Είσαι κούκλα από κοντά. Σε αδικούσαν οι φωτογραφίες που έστειλες» είπε κοιτάζοντας με στα μάτια χαμογελαστός και συνέχισε προς τη Σούλα: «Δεν είμαι κανένας άγριος αγάπη μου. Εξάλλου σου έχω χαλάσει χατίρι ποτέ;»

Τον φίλησε στο στόμα κρατώντας με απ’ το χέρι και μπήκαμε στο πίσω κάθισμα. Όση ώρα οδηγούσε η Σούλα απλά μου κρατούσε το χέρι. Καμιά άλλη κίνηση. Φαινόταν άνετος με όσα συνέβαιναν, αν και γι’ αυτούς ήταν κάτι πρωτόγνωρο, αλλά εγώ ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί. Σαν πουτάνα που την πάνε για την πρώτη της βίζιτα, με κατεβασμένο το κεφάλι, προχώρησα στο σπίτι τους. Ήταν τεράστιο, με πανάκριβα έπιπλα και υπέροχο κήπο. Ο πλούτος δεν κρυβόταν σε τίποτα μέσα σ’ αυτό το σπίτι. Έμοιαζε πιο πολύ με παλάτι, παρά με σπίτι. Με οδήγησαν στο σαλόνι τους κι έκατσα σ’ ένα δερμάτινο μαύρο καναπέ, δίπλα στο τζάκι.

-    «Πάω να φέρω κάτι να πιούμε. Πεινάς αγάπ- Κατερίνα; Να σου φέρω κάτι;» είπε κοκκινίζοντας απ’ τη βλακεία που έκανε.

-    «Ναι, αν είναι εύκολο…» είπα με το κεφάλι πάντα χαμηλωμένο.

«Αγάπη μου ανάβεις το τζάκι σε παρακαλώ; Ξεπάγιασα» είπε προς τον Ανδρέα κι έφυγε για την κουζίνα.


Εκείνος σηκώθηκε αμέσως και πήγε ν’ ανάψει το τζάκι. Τον παρακολουθούσα όσο ασχολιόταν με τη φωτιά. Ήταν όμορφος. Της ταίριαζε, πράγματι. Χωρίς περιττά κιλά, με καλοφτιαγμένο σώμα. Αν αδικούσαν κάποιον οι φωτογραφίες, αυτός ήταν ο Ανδρέας! Κάθισε απέναντι μου μόλις άναψε για τα καλά η φωτιά στο τζάκι. Θα μπορούσα άραγε να κάνω έρωτα μ’ αυτόν τον άνθρωπο; Μάλλον όχι. Μου φαινόταν απίθανο. Ίσως να μην μπορούσα να ξανακοιμηθώ με άντρα ξανά. Ούτε καν με τον άντρα μου. Σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις μου με ρώτησε:

-    «Τον αγαπάς τον άντρα σου Κατερίνα;»

-    «Ναι, έτσι νομίζω.» είπα προσπαθώντας να ο πιστέψω κι εγώ η ίδια.

-    «Εγώ τη λατρεύω τη Σούλα. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να της αλλάξω γνώμη, φαίνεται ερωτευμένη μαζί σου. Από τότε που επικοινωνήσατε μου μιλάει συνεχώς για σένα. Αν την πάρεις μακριά μου όμως θα σκοτωθώ…» συνέχισε κρατώντας στα χέρια του το κεφάλι του.

Είχε δακρύσει. Την αγαπούσε παθολογικά. Εγώ όμως τι γύρευα εκεί; Δεν κολλούσα στο κάδρο.

-    «Ίσως θα ‘ταν καλύτερα να πάω σπίτι. Αν μπορείς να καλέσεις ένα ταξί…» είπα ξεσπώντας σε κλάματα.

Σηκώθηκε απότομα και με συγκράτησε καθώς κατευθυνόμουν προς την εξώπορτα. Μου κρατούσε σφιχτά τα χέρια και μου είπε:

-    «Συγνώμη, ήταν λάθος μου. Φάνηκα αγενής. Δεν φταις εσύ. Αν η Σούλα μ’ αφήσει θα ‘ναι γιατί φταίω εγώ κι όχι εσύ. Αν δεν ήσουν εσύ, ίσως να ‘ταν κάποια άλλη στη θέση σου. Εγώ διάλεξα εσένα, γιατί πίστευα πως ίσως γυρνούσες στον άντρα σου και απογοητευόταν. Αν τη χάσω, δε θα ‘χω τίποτα που να με κρατάει ζωντανό».

Τον διέκοψε η Σούλα που μπήκε κρατώντας μια πιατέλα με ποτήρια και μεζέδες.

-    «Έχασα κάτι;» είπε ανυπόμονα.

Καθίσαμε κι οι δυο τάχα αδιάφοροι στις θέσεις μας.

-    «Όχι. Να… τα λέγαμε με την Κατερίνα. Εγώ είμαι λιγάκι κουρασμένος, πάω για ύπνο» είπε και σηκώθηκε.

Φιλήθηκαν με πάθος, σαν να βλεπόντουσαν ξανά μετά από χρόνια, κι ύστερα την άφησε κι ανέβηκε τις σκάλες που οδηγούσαν στα υπνοδωμάτια. Καθόμασταν στα σκοτεινά, αγκαλιά με την Σούλα, μπροστά στο τζάκι απορροφημένες απ’ τη θέα των ξύλων που καιγόντουσαν, όταν πέρασε το χέρι της μέσα απ’ την παντελόνα μου. Άγγιξε το ξυρισμένο μου γατάκι και μ’ έκανε να ριγήσω. Την ήθελα. Ήθελα να την πάρω στο στόμα μου μπροστά στο τζάκι και να την κάνω δικά μου. Πετάξαμε τα ρούχα από πάνω μας μανιασμένες και κυλιόμασταν πάνω στο χαλί γυμνές. Ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο ανοίγοντας όσο πιο πολύ τα πόδια μου και την άφησα να χωθεί στο μουνάκι μου, κρατώντας την απ’ τα μαλλιά. Αναστενάζαμε βαριά κι οι δύο. Έχυνα βογκώντας δυνατά έχοντας το χέρι της σχεδόν όλο μέσα στο μουνί μου κι αυτή είχε σηκωθεί και μου ρουφούσε τις ρώγες όταν διέκρινα μια σκιά στο βάθος.

Στα βήματα του Ανδρέα που έφευγε, τινάχτηκε και έτρεξε να τον προλάβει. Πιθανότατα όλη αυτήν την ώρα μας παρακολουθούσε, απ’ την άλλη άκρη του σαλονιού, χωρίς να τον αντιληφθούμε. Ένιωθα σαν τσούλα, που χώθηκα στο ζευγάρι κι έκλεψα όχι τον άντρα, αλλά τη γυναίκα. Ο Ανδρέας έκλαιγε ακόμα όταν τραβώντας τον απ’ το χέρι η Σούλα τον έφερε κοντά μου. Είχα κρύψει όσο μπορούσα τη γύμνια μου με τα χέρια μου, χωρίς να τα καταφέρνω και πολύ καλά, μέσα στην ταραχή μου.

-    «Αγάπη μου γλυκιά, δεν πρόκειται να σ’ αφήσω ποτέ. Απλά πρέπει να με μοιράζεσαι με την Κατερίνα στον έρωτα. Θα μάθεις να με μοιράζεσαι;» τον ρώτησε μπροστά μου.

Ο Ανδρέας με κοίταξε κατάματα κι ύστερα γύρισε στη Σούλα, την κράτησε με τα δυο του χέρια απ’ τη γυμνή μέση της και είπε:

-    «Σε θέλω μωρό μου. Σε θέλω τρελά. Θα σε μοιραζόμουν ακόμα και με άλλον άντρα, αρκεί να μη μ’ αφήσεις ποτέ σου. Δεν μπορώ να σε βλέπω στην αγκαλιά της, ενώ εγώ κάθομαι μόνος σε μια γωνία…»

-    «Έλα, μπορείς να μ’ έχεις κι εσύ. Σας αγαπώ και τους δύο. Σας θέλω και τους δυο.. μαζί. Αρκεί να μου υποσχεθείς πως δεν πρόκειται ν’ αγγίξεις την Κατερίνα, ούτε να την προσβάλεις…» είπε και μ’ άφησε με το στόμα ανοιχτό.

Ο Ανδρέας φορούσε μόνο ένα παντελόνι πιτζάμας και ο ερεθισμός του φάνηκε αμέσως στα λόγια της Σούλας. Του το κατέβασε εντελώς κι όπως ήταν όρθιος του χούφτωσε με τα δυο της χέρια το ερεθισμένο του όργανο. Δεν είχα ξαναδεί από κοντά τόσο μεγάλο πέος. Το έβαλε στο στόμα της και το ρουφούσε αχόρταγα. Αυτός έκλεισε τα μάτια κι αφέθηκε στα χέρια της αναστενάζοντας. Όλη αυτή την ώρα κοιτούσα αποσβολωμένη το νεαρό ζευγάρι και σκεφτόμουν πως να φύγω. Το θέαμα όμως με είχε ερεθίσει. Έκανα να σηκωθώ, αλλά εκείνη τη στιγμή η Σούλα γύρισε προς τα πίσω και ξάπλωσε πάνω στο χαλί τραβώντας κυριολεκτικά με το χέρι της τον Ανδρέα απ’ την πούτσα. Ξάπλωσε στα πόδια μου και με τράβηξε και μένα με δύναμη κοντά της. Τον άφησε και με πήρε στην αγκαλιά της. Με φιλούσε παράφορα. Ανέβηκε πάνω μου, και με πλάκωσε με τα στήθια της. Είχα ακόμη τα χέρια μου στα απόκρυφα σημεία μου και δυσκολευόμουν να αναπνεύσω. Μου πήρε τα χέρια και τα τύλιξε πάνω της. Έτρεμε από την καύλα και μου δάγκωνε τα χείλη. Αφέθηκα στα φιλιά της και έπιασα τα κωλομάγουλα της. Χτυπιόμασταν η μία πάνω στην άλλη, ξεχνώντας πάλι τον Ανδρέα.

-    «Έλα μωρό μου, πάρε με…» είπε στον Ανδρέα γυρίζοντας το κεφάλι της μόνο για μια στιγμή προς εκείνον.

Άνοιξε τα πόδια της κι ανέβηκε πάνω στο κεφάλι μου. Έκατσε στα τέσσερα, αφήνοντας τα μεγάλα στήθη της να κρέμονται ελεύθερα και έφερε το υγρό της μουνάκι στα χείλη μου. Της έγλειφα την κλειτορίδα, όταν αισθάνθηκα την παρουσία του Ανδρέα πολύ κοντά μου. Είδα την τεράστια πούτσα του να έρχεται απειλητικά προς το στόμα μου. Πήγα να μιλήσω αλλά είδα το χέρι της Σούλας να του την πιάνει και να την οδηγεί μέσα της. Έβγαλε έναν υπόκωφο ήχο που έμοιαζε περισσότερο με οίστρο άγριου ζώου καθώς την έπαιρνε όλη μέσα της. Συνέχισα να της γλείφω την κλειτορίδα και να δέχομαι σκαμπίλια απ’ τα χοντρά του αρχίδια στο πηγούνι, ενώ εκείνη σφάδαζε από ηδονή. Έλεγε ακαταλαβίστικα πράγματα, δεν μπορούσα να την καταλάβω. Τα πρώτα της χύσια πλημμύρησαν τα αρχίδια του καθώς μπαινόβγαινε με δύναμη μέσα της και τραβήχτηκε για να τελειώσει κι αυτός. Έχυσε πάνω στα κωλομέρια της και τα χύσια του στάζανε απ’ τα ανοιχτά πόδια της πάνω στα χείλη μου.

-    «Σε λέρωσε μωρό μου;» είπε και άρχισε να καθαρίζει με τη γλώσσα της τα χύσια του άντρα της από το πρόσωπό μου.

Μόλις τελείωσε ανέβηκε από πάνω μου και ανοίγοντας μου τα πόδια, χώθηκε με μανία στο ξυρισμένο μουνάκι μου, φέρνοντας για άλλη μια φορά το δικό της πάνω στη γλώσσα μου. Ένιωθα πιο άνετη, συνεπαρμένη από τον ερωτισμό του ζευγαριού και λησμόνησα τη γύμνια μου. Εξάλλου αυτοί δεν είχαν κανένα ενδοιασμό να το κάνουν μπροστά μου, γιατί να έχω εγώ; Έγλειφα με μανία το υγρό μουνάκι της Σούλας, που μέχρι πριν λίγο είχε το καυλωμένο πουλί του άντρα της. Σίγουρα του χαρίζαμε μια πολύ ερεθιστική θέα, καθώς γλειφόμασταν με ανοιχτά τα πόδια μπροστά του, γιατί τον ένιωσα για άλλη μια φορά να έρχεται απειλητικά από πάνω μου. Έφερα τη μέση της Σούλας πιο κοντά μου, ανοίγοντας της τα κωλομέρια και της έγλειφα την τρυπούλα, κρύβοντας κάθε οπτική επαφή στον Ανδρέα. Αφού τη σάλιωσα καλά, έχωσα το μεσαίο μου δάχτυλο στον κώλο της.

-    «Μμμ…» αναστέναξε η Σούλα. «Άνοιξε μου το κωλαράκι γλυκιά μου. Έλα… ο άντρας μου είναι έτοιμος πάλι. Μην τον κάνεις να περιμένει…» είπε κι απ’ την καύλα, μου δάγκωνε με δύναμη τα μπούτια.

Έβαλα κι άλλο δάχτυλο στο κωλαράκι της και της το άνοιξα καλά.

-    «Είμαι έτοιμη αγάπη μου. Έλα.. πάρε με…» είπε στον Ανδρέα.

Πήρε κι αυτός την καυλωμένη του πούτσα και την πίεσε στον κώλο της. Έχωσε πρώτα τη χοντρή του βάλανο και συνεχίζοντας την πίεση με τα δάχτυλα του έβαλε ολόκληρη την πούτσα του μέσα της.

-    «Αααα! Σκίσε με! Με πονάς! Γάμησε με επιτέλους!» φώναξε.

Άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα της με δυσκολία και κάθε τόσο έφτυνε την πούτσα του για να γλιστρά. Καύλωσα αφάνταστα με τις φωνές της. Η ιδέα της πούτσας του, που έσκιζε τον κώλο της, ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι μου, μ’ έκανε να ριγήσω για πρώτη φορά από τότε που κάναμε για πρώτη φορά έρωτα με τη Σούλα. Κρυφά μέσα μου ζήλεψα. Ήθελα κι εγώ να την αισθανθώ μέσα μου. Δεν ήμουν τελικά λεσβία. Μέσα στις σκέψεις μου, δεν κατάλαβα πως ο Ανδρέας τελείωνε ξανά και όταν τον είδα να βγάζει την πρησμένη του πούτσα απ’ τον κώλο της Σούλας άνοιξα σαν πουτάνα το στόμα διάπλατα. Απορημένος από αυτή μου την κίνηση με κοίταξε στα μάτια για λίγα δευτερόλεπτα, αλλά ήταν πλέον αργά, γιατί τα πρώτα του χύσια είχαν τιναχτεί με φόρα πάνω στην ανοιχτή κωλοτρυπίδα της Σούλας. Τα επόμενα όμως βρήκαν το στόχο τους και γέμισαν το στόμα μου. Έβγαλα τη γλώσσα μου έξω κι έγλειφα το πουλί του σαν το πιο γλυκό γλειφιτζούρι στον κόσμο. Μου το έχωσε με δύναμη στο στόμα να του το στραγγίσω. Δεν χωρούσαν παρά μόνο λίγα εκατοστά, γιατί και το πάχος αυτής της πούτσας ήταν μεγάλο.

-    «Έλα μωράκι μου να βοηθήσεις τη φίλη σου. Έλα να με ρουφήξεις μωρό μου!» είπε αναστενάζοντας ο Ανδρέας στη Σούλα που αντιλήφθηκε κάπως αργά που εξαφανίστηκαν τα πηχτά υγρά του.

Αντέδρασε ακαριαία και έπεσε με τα μούτρα δίπλα μου, φιλώντας και ρουφώντας, μια τα αρχίδια του και μια τα χύσια που έτρεχαν στο λαιμό μου. Όταν πια ηρέμησε ο Ανδρέας κουβαριαστήκαμε και οι τρεις μαζί σαν μια μάζα στο χαλί του σαλονιού τους. Το πρωινό μας βρήκε στο κρεβάτι τους. Μ’ είχαν βάλει στη μέση και μ’ είχαν αγκαλιάσει σφιχτά κι οι δυο τους. Ένιωσα την πούτσα του Ανδρέα να μεγαλώνει σιγά - σιγά ανάμεσα στα κωλομέρια μου. Συνέχισα να κάνω πως κοιμάμαι ακούγοντας την αναπνοή του να αυξάνεται με γοργούς ρυθμούς. Κουνήθηκα λίγο για να αποφύγω τον ερεθισμό του, που μου ζέσταινε επικίνδυνα τα κωλομέρια, αλλά βρέθηκα σε ακόμη πιο δεινή θέση φέρνοντας τον κατά λάθος ανάμεσα στα μουνόχειλα μου. Τώρα ήταν η δική μου αναπνοή που έπαιρνε τρελούς ρυθμούς, ενώ σε λίγο τα υγρά μου θα φτάνανε στην πούτσα του και θα καταλάβαινε τον ερεθισμό μου. Με μια μόνο κίνηση μπορούσε να βρεθεί μέσα μου, μόνο που αντί για αυτόν την έκανα εγώ. Τούρλωσα λίγο τον κώλο μου σαν να ‘θελα να γυρίσω μέσα στον ύπνο μου φέρνοντας τον μέσα μου. Αναστέναξα από την καύλα καθώς είχε μπει πάνω από τη μισή του πούτσα μέσα μου με μια μόνο κίνηση. Από τον αναστεναγμό μου ξύπνησα τη Σούλα.

-    «Πουτανάκι, πηδιέσαι με τον άντρα μου στο ίδιο μου το κρεβάτι;» ρώτησε και έπιασε αμέσως την πούτσα του Ανδρέα που ήταν μισο-βαλμένη μέσα μου. «Έλα αγόρι μου, πάρτη. Σκίσε την, την πουτάνα! Κάν’ την να νιώσει την πουτσάρα σου!»

Συνέχισε πιάνοντας τον απ’ τα κωλομέρια και ωθώντας τον να χωθεί μέσα μου. Οι προτροπές της Σούλας ήταν αρκετές για να εξαγριώσουν τον Ανδρέα που τώρα με γαμούσε σα σκύλα όσο αυτή μου βύζαινε τις ρώγες. Εντελώς αναπάντεχα όμως, σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και πήγε στη σιφονιέρα της. Έβγαλε ένα πλαστικό πέος από ένα συρτάρι και το έδεσε στη μέση της, ενώ εγώ μην μπορώντας ν’ αντέξω τις ορμές του Αντρέα, τον γύρισα ανάσκελα και ανέβηκα πάνω στην πουτσάρα του. Μου χούφτωνε τα βυζάκια ενώ εγώ τον γαμούσα με το μουσκεμένο μου μουνάκι. Κοιτιόμασταν κατάματα γεμάτοι πάθος, πράγμα που μ’ έκανε να σκύψω να τον φιλήσω στα χείλη. Έχυσα κι έπεσα πάνω του χωρίς να σταματήσω να τον φιλώ. Μ’ έσφιξε απ’ τα κωλομέρια κι άρχισε να ανεβοκατεβάζει με μίσος τον κώλο μου πάνω στην πούτσα του, ενώ εγώ συνέχισα να τον φιλάω, κλείνοντας τον σφιχτά στην αγκαλιά μου. Η Σούλα όμως είχε άλλο σκοπό…

-    «Θα σε πονέσει λίγο. Χαλάρωσε και θα το συνηθίσεις…» είπε και με άλειψε την κωλοτρυπίδα με βαζελίνη.

-    «Όχι, σε παρακαλώ, όχι από πίσω!» είπα τσιρίζοντας, αλλά ήταν αργά.

Είχε χώσει το δάχτυλο της στον κώλο μου και παράλληλα ρούφαγε τα αρχίδια του άντρα της. Την ένιωσα να παίρνει θέση πίσω μου και μετά να μπαίνει μέσα μου. Πονούσα αφόρητα, αλλά εκείνη συνέχιζε ακάθεκτη. Με τρομπάρανε κι οι δυο μαζί, με δυσκολία, αλλά τα καταφέρνανε. Δεν ήξερα αν ήταν πόνος ή καύλα αυτό που με κυρίευσε αλλά βρέθηκα στην ίδια θέση που ήταν το προηγούμενο βράδυ η Σούλα. Έλεγα ασυναρτησίες ασταμάτητα, ενώ όσα λόγια μου έβγαζαν νόημα, σίγουρα δεν είχα το θάρρος να τα πω σε ανθρώπινο πλάσμα ποτέ μου. Με ανακούφιση δέχτηκα το δυνατό σπρώξιμο του Ανδρέα που με ελευθέρωνε απ’ το καυλί του για να χύσει, αλλά η Σούλα συνέχιζε να μου πηδάει τον κώλο χτυπώντας με δυνατά σκαμπίλια στα καπούλια. Κατάφερα κι έφτασα την πούτσα του και την έκλεισα στα πεινασμένα μου χείλη, ρουφώντας τα υγρά μου μαζί με τα δικά του. Δεν τον άφηνα να φύγει από το στόμα μου, παρόλο που με είχε πλουτίσει με μια μεγάλη ποσότητα από τα χύσια του.

Δεν τον άφησα να του πέσει, παίρνοντας του την καλύτερη πίπα που είχα πάρει στη ζωή μου. Αυτό παρακίνησε τη Σούλα ν’ ανέβει πάνω του και να κρύψει μέσα της την τεράστια του πούτσα. Αυτός όμως είχε άλλα σχέδια. Ενώ εγώ έλυνα το πλαστικό πέος απ’ τη μέση της, η γύρισε ανάσκελα και την ξέσκιζε παράφορα. Έμεινα με το πλαστικό πουλί να ορθώνεται στα σκέλια μου, χωρίς να έχω κάπου να το βάλω. Μέσα στο παραλήρημα μου, το άλειψα κι εγώ με βαζελίνη και πήρα θέση πίσω απ’ το σφιχτό κώλο του Ανδρέα. Δεν ήξερα αν θα ήθελε να τον πάρουν παρά φύση αλλά ποιος ρώτησε ποτέ εμένα; Χώθηκα βίαια μέσα του κρατώντας τον δυνατά από τη μέση και αμέσως έβγαλε μια δυνατή κραυγή πόνου.

-    «Πουτάνα, θα σε σκοτώσω! Βγες αμέσως! Αααχ, βγες μαλακισμένη! Με πονάς!» φώναζε προσπαθώντας να με απωθήσει.

Η Σούλα όμως τον κράτησε δυνατά μέσα της και δεν του άφησε περιθώρια για άλλες κινήσεις.

-    «Νομίζεις πως εμείς αισθανόμαστε διαφορετικά όταν μας σκίζουν το κωλαράκι; Θα δεις, θα σου αρέσει στο τέλος…» του είπε ειρωνικά.

Πήρα θάρρος και συνέχισα, παρά τα βογκητά του. Είχε χαλαρώσει και δεχόταν ακίνητος την πλαστική πούτσα μου στον κώλο του. Εμένα πάλι με κατέβαλε μια επιθυμία να τον πονέσω επίτηδες σαν τιμωρία για το γαμήσι που μου είχε ρίξει λίγο πριν η Σούλα. Το κατάλαβε όμως η Σούλα και με παρακάλεσε να σταματήσω.

-    «Νομίζω πως μπορούμε να αλλάξουμε ρόλους τώρα. Αρκετά μου πήδηξες τον άντρα…» είπε και βγήκα φοβισμένη για τις επιπτώσεις.

-    «Έλα αγόρι μου, πήδα την ξανά την πουτάνα που σου γάμησε το όμορφο σου κωλαράκι!» είπε και με ξάπλωσε ανάσκελα με ανοιχτά τα πόδια.

Έβγαλε το πλαστικό πουλί από μένα, έπιασε την πούτσα του και φιλώντας με στο στόμα τον οδήγησε μέσα μου. Με γαμούσε σαν πόρνη, χωρίς οίκτο, καυλώνοντας με τόσο που είχα χάσει τον έλεγχο μου και έχυνα ασταμάτητα. Κάθε τόσο έλεγα:

-    «Σκίσε με! Μη με λυπάσαι. Τιμώρησε με. Είμαι η πουτάνα σου!» και τον φούντωνα ακόμα πιο πολύ.

Ένιωσα τα χύσια της Σούλας στο στόμα μου, καθώς είχε ανεβεί εδώ και λίγη ώρα πάνω μου, ενώ εκείνη με τη σειρά της πότε έγλειφε το μουνάκι μου όσο με γαμούσε ο Ανδρέας και πότε έβγαζε την πούτσα του και την έπαιρνε στο στόμα της. Περίμενα τη στιγμή που θα ένιωθα τον Ανδρέα να βγαίνει από μέσα μου για να τον πάρουμε με τη Σούλα στα στόματα μας να τον αποτελειώσουμε, αλλά αυτός έχυσε μέσα μου τιμωρώντας με για την αταξία μου. Μείναμε όπως ήμασταν, χωρίς να κουνηθεί κανείς μας για λίγα λεπτά και μετά ξαναμπλέξαμε σαν κουβάρι ώσπου μας ξαναπήρε ο ύπνος.

Μέσα σε λίγες μέρες είχα κοιμηθεί με το φωτογράφο της γειτονιάς μου, είχα αποκτήσει ερωμένη, είχα πηδηχτεί με τον άντρα της σε ένα παράλογο ερωτικό τρίγωνο, είχα χάσει την παρθενιά απ’ τον κώλο μου, αλλά είχα πάρει και την παρθενιά ενός άντρα και της γυναίκας του. Το ξυρισμένο μου μουνάκι, οι πίπες που είχα πάρει και τα χύσια που είχα καταπιεί, ήταν μια σταγόνα στον ωκεανό μπροστά σ’ όλα τα άλλα που είχα κάνει. Καταραμένο xstream με την κωλοσελίδα σου! Μου έφερες τα πάνω κάτω στη ζωή μου. Με κατάντησες από απλή νοικοκυρά σε πόρνη πολυτελείας, αλλά μου άρεσε. Άμα σε πετύχω πουθενά θα σε κλείσω σ’ ένα δωμάτιο με την ερωμένη μου και θα σε κατασπαράξουμε.

Το σίγουρο ήταν πως το κέρατο που φόρεσα στον άντρα μου, σίγουρα θα τον δυσκόλευε να περάσει ακόμα και κάτω απ’ τον πύργο του Άιφελ. Και δυστυχώς είχε σκοπό να τον επισκεφτεί!

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")