Το κέρατο

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Με λένε Κατερίνα και είμαι είκοσι τριών ετών, κάτοικος Γαλατσίου, είμαι παντρεμένη εδώ και τέσσερα χρόνια με τον 26χρονο Χρήστο, και αμάρτησα. Κάπως έτσι θα ξεκινούσα την απολογία μου αν καταλάβαινε ποτέ ο άνδρας μου τι κάνω όταν αυτός πηγαίνει φορτίο στη Γερμανία με το φορτηγό. Όπως καταλάβατε είναι φορτηγατζής και επιβεβαιώνει την εντύπωση που έχουν όλοι γι’ αυτόν τον τύπο του άνδρα. Είναι ψηλός και γεροδεμένος, ευγενικός και πράος, παρ' όλα τα "μούσκουλα", κουβαρντάς, μιας και η δουλειά αφήνει καλά λεφτά, αλλά... από τα δεκαοκτώ μου που τον γνώρισα συνεχίζει να έχει την ίδια συμπεριφορά στο κρεβάτι.

Πρώτη φορά που έκανα έρωτα ήταν μαζί του, μέσα στο κουπέ του φορτηγού του, και ήταν αρκετή για να μείνω έγκυος στο γιο μας τον Δημήτρη που σε λίγες μέρες κλείνει τα πέντε του. Δεν είχα κοιμηθεί ποτέ μου με άλλον άντρα και όσα ήξερα για τον έρωτα μου τα έμαθε ο άντρας μου. Μόνο που δεν μου έμαθε και πάρα πολλά, γιατί έχει ένα "μικρό" πρόβλημα. Ο "ανδρισμός" του είναι κάπως μικρός! Καπάκι σ’ αυτό του το πρόβλημα έρχεται και η γρήγορη εκσπερμάτιση. Από τότε που με «πήρε» για πρώτη φορά στο φορτηγό του, η πιο μεγάλη σε διάρκεια επαφή μας ήταν δέκα λεπτά. Κι αυτό αν είμαι απαθής στα αγγίγματα του. Γιατί αν κάνω πως αντιδρώ λιγάκι παραδείγματος χάριν, να του χουφτώσω το πουλί, γεμίζουν τα χέρια μου με τους "κόπους" του.

Η μόνη στάση που έχουμε κάνει έρωτα είναι η ιεραποστολική. Όσο για προκαταρκτικά, ούτε να τα ακούσει δεν μπορούσε! Φυσικά στην αρχή δεν ήξερα, νομίζοντας πως έτσι έπρεπε να είναι. Άκουγα τις φίλες μου να λένε πως με τους άντρες τους πηδιόντουσαν όλο το βράδυ ή πως τους παίρνανε πίπα και δεν έλεγαν να χύσουν και μου φαινόντουσαν υπερβολές. Αλλά όταν του μπήκε η ιδέα να πηδιόμαστε μπροστά στην καλωδιακή βλέποντας τσόντες και είδα πως λίγο μετά τους πρώτους τίτλους τελείωνε, δεν άντεξα και τον ρώτησα…

-    «Μοντάζ!», έτσι μου απάντησε!

Πάλι καλά όμως, γιατί οι τσόντες αυτές μου δώσανε μια κάποια λύση στο πρόβλημα μου... Έτσι αγόρασα ένα δονητή και κάθε βράδυ που λείπει ο άντρας μου, μόλις κοιμάται ο μικρός, κάθομαι μπροστά στην τηλεόραση και απολαμβάνω κι εγώ τον έρωτα με το άψυχο πέος χωμένο στο μουνάκι μου. Ο άντρας μου δεν κατάλαβε τίποτε, αλλά εγώ ένιωσα για πρώτη φορά οργασμό με το πονηρό μου "παιχνίδι". Έβλεπα τις πρωταγωνίστριες να παίρνουν στο στόμα κάτι τεράστια πέη και να τα καταβροχθίζουν και ονειρευόμουν πως ήμουν εγώ στη θέση τους. Εννοείται πως ούτε κουβέντα να σκεφτώ να πάω στ' αλήθεια με κάποιον άλλο. Μπορεί να είχε κάποια προβλήματα ο Χρήστος στο κρεβάτι, αλλά ήταν ο καλύτερος σύντροφος στον κόσμο. Ποτέ του δε μου αντιμίλησε, ποτέ δεν σήκωσε χέρι πάνω μου ή στο παιδί, και ήταν πάντα γεμάτος κατανόηση και στοργή. Μπορεί να τον παντρεύτηκα επειδή ήμουν έγκυος στο παιδί του, αλλά ήταν από έρωτα.

Καλύτερα όμως να έρθω στο προκείμενο… Η ιδέα να αγοράσω υπολογιστή ήταν της φίλης μου της Ρένας, που έχει με τον άντρα της κατάστημα ηλεκτρικών στη γειτονιά. Περισσότερο ήθελα να βγω από την υποχρέωση, γιατί κάποιες φορές της άφηνα το Δημήτρη για να πάω στο κομμωτήριο ή στην αισθητικό, αλλά με βοήθησε αρκετά να περνάω τις ατελείωτες ώρες που έλειπε ο άντρας μου από κοντά μου. Μου έκαναν δώρο και μια τρίμηνη σύνδεση στο ίντερνετ! Άρχισα να κάνω chat και να γνωρίζω κόσμο μέσα από το IRC. Σε κάποια φάση ξεθάρρεψα και έκανα και cyber sex αλλά δεν ήταν αρκετό για να σβήσει την περιέργεια που είχα. Ένα βράδυ, εκεί που ήμουν έτοιμη να κλείσω τον υπολογιστή και να πάω για ύπνο, διάβασα για μια τρομερή διεύθυνση με "μωρά" και ιστορίες, το xstream. Καμιά πορνοσελίδα θα είναι, φαντάστηκα. Αυτό το site σας με είχε κάνει να χάσω τα λογικά μου. Σταμάτησα να διαβάζω αχόρταγα μόνο όταν άκουσα το Δημήτρη, τον πεντάχρονο γιο μου να έρχεται κοντά μου. Είχε πάει εννέα το πρωί! Γαμότο, ήμουν σχεδόν γυμνή. Φορούσα μόνο το κιλοτάκι μου, κι αυτό μισοκατεβασμένο, και μέσα μου είχα το δονητή!

-    «Μαμά, γιατί είσαι γυμνή;», ρώτησε ο μικρός, γεμάτος περιέργεια.

Άφησα το δονητή μέσα μου, τράβηξα ψηλά το κιλοτάκι μου και σηκώθηκα όρθια με ένα χαζό χαμόγελο αμηχανίας.

-    «Ζεσταινόμουν αγόρι μου… Έλα, η μανούλα να σου ετοιμάσει το γάλα σου…», είπα και τον πήρα στη γυμνή αγκαλιά μου, για να μην αντιληφθεί το δονητή που προεξείχε σαν αντρικό όργανο μέσα από το βρακάκι μου.

Με μεγάλη δυσκολία έφτασα στην κουζίνα κι έφτιαξα το γάλα του, έχοντας τον πάντα στην αγκαλιά μου. Ο ερεθισμός μου ήταν φοβερός! Τον άφησα να πίνει το γάλα του μπροστά στην τηλεόραση και μπήκα καυλωμένη στο μπάνιο. Είχα εξαντληθεί. Ο ένας οργασμός έφερνε τον άλλο. Ήμουν πάνω από μία ώρα στο μπάνιο "παίζοντας" με το δονητή, όταν τον άκουσα να με φωνάζει. Με όση δύναμη μου είχε μείνει φόρεσα το μπουρνούζι μου και πήγα κοντά του. Η υπόλοιπη μέρα μου πέρασε βασανιστικά αργά, περιμένοντας την ώρα που θα έπεφτε πάλι για ύπνο και θα έμπαινα ξανά στο xstream. Το βράδυ συνέχισα απτόητη αυτό που είχα αφήσει μισοτελειωμένο την προηγούμενη. Το είχα αποφασίσει πως θα έστελνα κι εγώ φωτογραφία, όσο τρελό κι αν μου φαινόταν αρχικά. Αρκεί να έβρισκα μια φωτογραφία, καθώς δεν είχα ούτε μια που να ήταν λιγάκι αποκαλυπτική. Το επόμενο πρωί, λίγο πριν ξυπνήσει ο μικρός, πετάχτηκα ως το περίπτερο κι αγόρασα ένα φιλμ. Όταν ξύπνησε ο μικρός, του τραβούσα φωτογραφίες φορώντας μόνο το νυχτικό μου.

-    «Έλα να βγάλεις κι εσύ μία τη μανούλα, αγόρι μου. Να εδώ, κοντά στο τηλέφωνο. Θέλεις να πάρουμε το μπαμπάκα τηλέφωνο;», του είπα.

Ήταν αρκετό για να τον ξετρελάνω. Μ’ έβγαλε μια φωτογραφία με το ακουστικό στο χέρι. Εντελώς αθώα! Έτσι κι αλλιώς όλο το υπόλοιπο φιλμ είχε το μωρό. Πήγα στο φωτογράφο της γειτονιάς, για να μην τραβήξω την προσοχή του άντρα μου, αν καταλάβαινε πως πήγα αλλού.

-    «Να, κάτι φωτογραφίες του μωρού έχω, αλλά τις θέλω και σε cd για να μας μείνουν, μπορείτε;», έκανα όλο νάζι στο νεαρό φωτογράφο.

-    «Μα τι λέτε; Μια γειτονιά είμαστε! Σ’ εσάς;», μου απάντησε όλο ευγένεια.

Κανείς δεν θα καταλάβαινε τίποτα. Κι αν κανείς έλεγε μετά στον άντρα μου πως είδε τη γυναίκα του ημίγυμνη σε τέτοια σελίδα στο Ίντερνετ, θα έλεγα πως μου την "βούτηξε" ο φωτογράφος! Όταν πήγα να πάρω τις φωτογραφίες, ο νεαρός μου έπιασε το χέρι και μου είπε όλο νόημα:

-    «Κάνουμε και άλμπουμ με πιο τολμηρές φωτογραφίσεις Ξέρετε, από αυτές που "ζωντανεύουν " τα ζευγάρια».

-    «Θα το έχω υπόψη μου. Θα σας προτιμήσω, αν χρειαστεί…», απάντησα δίνοντας όλη την πουτανιά μου.

Το είχα παραξηλώσει πια. Ετοίμαζα το κέρατο για τον άντρα μου και είχα αρχίσει να δέχομαι τις πρώτες μου προσφορές! Μόλις έφτασα σπίτι έγραψα ένα σύντομο γράμμα κι έστειλα την φωτογραφία στη σελίδα. Είχα τρομερή αγωνία. Ερχόταν κι ο Χρήστος εκείνη τη μέρα κι έπρεπε να προσέχω, μην προδοθώ. Έβαλα ένα κόκκινο κρασί κι έκατσα να τον περιμένω. Ευτυχώς δεν είχε αλλάξει καθόλου. Οι ίδιες κλασσικές κολόνιες, τα ίδια κλασσικά αρκουδάκια και αυτοκινητάκια για τον Δημήτρη, το ίδιο κλασσικό πήδημα. Το μυαλό μου έτρεχε στις ιστορίες που είχα διαβάσει εδώ στο xstream. Τον είχε πάρει ο ύπνος πάνω μου, γυμνό. Τον γύρισα στο πλάι χωρίς να τον ξυπνήσω. Έπεσα στα πόδια του. Το μικρό του πουλί "κοιμόταν" ανάμεσα στα πόδια του. Το πήρα προσεχτικά στο στόμα μου, με μια δόση αηδίας, καθώς είχε πάνω του τα χύσια του. Μετά από πέντε χρόνια μαζί του ήταν η πρώτη μου φορά που του έπαιρνα πίπα. Είχε αρχίσει να σκληραίνει όταν κατάλαβα πως επιτέλους τον ξύπνησα. Το έπαιρνα όλο μέσα στο στόμα μου με μεγάλη ευκολία, ενώ αυτός μου κουνούσε το κεφάλι πάνω κάτω σα να μου γαμούσε το στόμα. Είχε ξαφνιαστεί απ’ το απροσδόκητο "δώρο" μου. Είχε σκληρύνει επιτέλους και βογκούσε σα να γεννούσε!

-    «Μην τυχόν και σκεφτείς να τελειώσεις!!!», είπα επιτακτικά και κάθισα πάνω στο πουλί του.

Πέρασε τα χέρια του στα κωλομέρια μου και τα έσφιγγε σαν τρελός. Είχε καυλώσει φοβερά. Κουνιόμουν σαν πουτάνα και έχωνα τα δάχτυλα μου στο στόμα του. «Επιτέλους!», σκέφτηκα. «Τώρα θα σε πηδήξω όπως θέλω εγώ!». Το ήθελα η πουτάνα. Δεν άντεξε ούτε πέντε λεπτά. Όμως εγώ δεν σταματούσα. Μέχρι που του έπεσε εντελώς… Ξανακατέβηκα στα πόδια του φέρνοντας τον κώλο μου στα μούτρα του. Του έγλειφα τ' αρχίδια και το πουλί, αλλά αυτός τίποτα. Ούτε του σηκωνόταν, αλλά ούτε έπαιρνε και καμιά πρωτοβουλία να με αγγίξει. Είχε σκληρύνει ελαφρά, όχι όμως αρκετά για να τον ξαναπάρω μέσα μου. Εγώ εκεί όμως… Συνέχιζα απτόητη. Τον ήθελα μέσα μου και περίμενα αγωνιωδώς να αισθανθώ τη γλώσσα του στο μουνάκι μου. Καθόταν και κοιτούσε σα χάνος. Αντιθέτως, αισθάνθηκα τα πηχτά του χύσια πάνω στη γλώσσα μου.

Αυτό ήταν. Είχε καταφέρει ο πούστης να χύσει με την πούτσα μισοπεσμένη! «Μεγάλε έχασες!», σκέφτηκα απογοητευμένη. «Δεν το γλιτώνεις το κέρατο!». Είχαν περάσει αρκετές μέρες, με το Χρήστο να έχει αυτά τα πεντάλεπτα ξεσπάσματα κι είχα ξεχάσει τη φωτογραφία. Μόλις όμως έκλεισα την πόρτα πίσω του, σχεδόν έτρεξα στον υπολογιστή και άνοιξα το e-mail μου. Κατέβαζε πάνω από μισή ώρα και νόμισα πως είχε χαλάσει. Όταν τελείωσε, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Μου είχαν στείλει τόσα πολλά mail που δεν το πίστευα. Άρχισα να σβήνω όσα δεν είχαν φωτογραφία και όσα μ’ έβριζαν απροκάλυπτα, όταν έφτασα σ' ένα εντελώς πρόστυχο. Έδειχνε ένα γυναικείο κώλο, με μια τεράστια πούτσα μισοβαλμένη μέσα του και δυο τεράστια αρχίδια να κρέμονται σα βυζιά από κάτω. «Δεν μπορεί να είναι αληθινό αυτό…!», σκέφτηκα.

Διάβασα το μήνυμα. Ήταν πολύ μικρό: «Αυτό παθαίνουν όσες τολμήσουν να απαντήσουν». Κι από κάτω: «Ανδρέας - Σούλα». Έμεινα εκστασιασμένη να κοιτώ την τεράστια πούτσα και τον πρόθυμο κώλο. Μου είχε πάρει παραπάνω από τέταρτο να συνέλθω. Απάντησα στο γράμμα ζητώντας να μου πουν περισσότερα γι’ αυτούς, έκλεισα τον υπολογιστή και χώθηκα στο μπάνιο παρέα με το δονητή… Αυνανιζόμουν καθώς σκεφτόμουν την απειροελάχιστη πιθανότητα να βρεθεί αυτή η πούτσα στο δικό μου κώλο. Στον παρθένο δικό μου κώλο, για μεγαλύτερη ακρίβεια. Τις μέρες που πέρασαν η μοναδική μου έγνοια ήταν ο Ανδρέας και η Σούλα. Μα πως μπορούν; Τι θέλουν από μένα; Δε μπορεί να ήταν αληθινό αυτό.

Ανταλλάξαμε κι άλλα mail και μου έστειλαν κι άλλες φωτογραφίες. Έμαθα τα πάντα γι’ αυτούς. Αυτή ήταν είκοσι δύο χρονών και δούλευε σαν γραμματέας του. Αυτός ήταν τριάντα ενός χρονών και ήταν έμπορος περσικών χαλιών. Είχε κληρονομήσει τον πατέρα του που του άφησε μια τεράστια περιουσία και τη μικρή Σούλα για γραμματέα. Είχε πιάσει δουλειά από τα δεκαοκτώ της, μόλις τελείωσε το σχολείο, στο μαγαζί τους και όταν ανέλαβε ο Ανδρέας γνωριστήκανε και ερωτευθήκανε παράφορα ο ένας τον άλλο. Εδώ και δυο χρόνια είναι παντρεμένοι κι αυτή ήταν η πρώτη τους προσπάθεια να γνωρίσουν κάποια από το ίντερνετ. Επέμεναν να τους στείλω κι εγώ πιο αποκαλυπτικές φωτογραφίες, αλλά τους εξήγησα την κατάσταση.

Αρχίσαμε να κάνουμε chat με τις ώρες. Ήταν κι οι δυο τους πολύ προσεχτικοί σ’ αυτά που έλεγαν. Δεν το περίμενα να μου συμβεί αυτό, αλλά η Σούλα κατάφερνε να με καυλώνει πιο πολύ από τον Ανδρέα. Όχι ότι ξεχνούσα ποτέ την τεράστια του πούτσα, που φρόντιζε να μου θυμίζει κάθε τόσο με φωτογραφίες της. Μια μέρα μου έστειλαν δέκα φωτογραφίες που τράβηξαν με αυτόματη μηχανή ενώ έκαναν έρωτα και μου έγραψαν πως έπρεπε επειγόντως να τους στείλω δικές μου αν ήθελα να συνεχίσουν. Ήμουν σε αδιέξοδο. Τι να έκανα, να σταματούσα εκεί; Δεν ήξερα αν μπορούσα πια. Είχα εθιστεί. Ποιος θα τραβούσε γυμνές φωτογραφίες μου; Δεν μπορούσα να βάλω το γιο μου να τραβάει τέτοιες φωτογραφίες, αλλά ούτε μπορούσα να αναφέρω κάτι τέτοιο στον άντρα μου.

Τελικά σκέφτηκα το φωτογράφο κι αυτά που μου είχε πει. Ίσως να ήταν η καλύτερη λύση. Δε σκέφτηκα τίποτε καλύτερο. Στη χειρότερη περίπτωση θα έλεγα στο Χρήστο πως ήταν έκπληξη για τα γενέθλια του, που κόντευαν, και πως ήταν ένας τρόπος, αυτές οι γυμνές φωτογραφίες, να μ’ έχει "κοντά" του όταν λείπει για δουλειά. Έκλεισα ραντεβού με τον Ηλία, το νεαρό φωτογράφο, για το ίδιο απόγευμα, λέγοντας του πως ήθελα ένα αναμνηστικό άλμπουμ του μικρού. Άφησα το Δημήτρη στη Ρένα με την πρόφαση πως πάω στο γυναικολόγο μου κι αφού έκανα ένα τους και φτιάχτηκα τον περίμενα στο σαλόνι…

Είχα φορέσει ότι πιο πρόστυχο εσώρουχο είχα στη γκαρνταρόμπα μου. Από πάνω έβαλα μια σιθρού μαύρη μπλούζα και ένα καυτό εφαρμοστό μίνι. Ετοίμασα και κάποια εσώρουχα ακόμη για μεγαλύτερη ποικιλία και τα άφησα πάνω στον καναπέ. Αισθανόμουν σαν πρωτάρα μοντέλα στο πρώτο της δοκιμαστικό. Όταν χτύπησε η πόρτα το είχα ήδη μετανιώσει. Σκεφτόμουν τι δικαιολογία να βρω για να τον διώξω, χωρίς να πάρει είδηση τους σκοπούς μου. Σιγά μη ξεβρακωνόμουν μπροστά σ' έναν άγνωστο, για να βγάλω γυμνές φωτογραφίες, που θα έστελνα σ’ ένα άγνωστο ζευγάρι. Άνοιξα την πόρτα με ένα ψεύτικο χαμόγελο, αλλά ο Ηλίας σχεδόν μ’ αγνόησε, βαρυφορτωμένος όπως ήταν με κάτι τρίποδες και ομπρέλες, και πέρασε κατευθείαν μέσα στο σαλόνι πετώντας ένα ξερό: «Γεια σας!». Τον ακολούθησα στο σαλόνι χωρίς να προλάβω να αντιδράσω καθόλου.

-    «Ένα νεράκι αν είναι δυνατόν. Δε δούλευε το καταραμένο το ασανσέρ κι ανέβηκα με τις σκάλες…», είπε όσο άφηνε τα εργαλεία του.

Κατευθύνθηκα ασυναίσθητα στην κουζίνα να του βάλω νερό. «Χριστέ μου! Τι θα νομίσει ο άνθρωπος;», σκεφτόμουν. Όταν επέστρεψα τον βρήκα να κάθεται στον καναπέ, παραγκωνίζοντας τα εσώρουχα που είχα αφήσει εκεί.

-    «Τελικά, την πήρατε την απόφαση, για το άλμπουμ που λέγαμε!», είπε κρατώντας ένα μαύρο τάνγκα μου στα χέρια του.

«Πλέον είναι αργά να κάνω πίσω…», σκέφτηκα. «Όσο ήταν να ρεζιλευτώ, ρεζιλεύτηκα. Τώρα, ας το απολαύσω…».

-    «Ναι, αλλά, δεν το έχω ξανακάνει ξέρετε και ντρέπομαι κάπως. Είναι για τα γενέθλια του άντρα μου. Δώρο, αν με καταλαβαίνετε…», είπα μαζεμένη.

-    «Ααα! Δεν χρειάζεται άλλο ο πληθυντικός, δε νομίζετε; Βάλε, λοιπόν Κατερίνα κάτι να πιούμε, έτσι να ζεσταθεί η ατμόσφαιρα και όταν είσαι έτοιμη αρχίζουμε».

Μιλούσαμε περίπου είκοσι λεπτά κι είχαμε αδειάσει όλο το μπουκάλι με το κρασί. Είχαμε φουντώσει απ’ το αλκοόλ και την κουβέντα που όλο γυρνούσε γύρω απ’ το σεξ. Σηκώθηκε και πήρε τη μηχανή κι άρχισε να τραβά, ενώ εγώ έπαιρνα πόζες γελώντας, στην αρχή σεμνές, άλλα σιγά - σιγά πιο ερωτικές. Έφτιαχνε τις ατέλειες στα μαλλιά μου με επαγγελματική προσοχή και με κατεύθυνε στις πόζες που έπρεπε να πάρω. Ανοίξαμε κι άλλο κρασί και συνεχίσαμε. Σε μια στιγμή ήρθε και πέρασε τα χέρια του κάτω από το μπλουζάκι μου, ξεκουμπώνοντας με μια κίνηση το σουτιέν μου. Ήταν τόσο κοντά μου που ένιωθα το ερεθισμένο του όργανο να με ακουμπά στην κοιλιά, πάνω απ’ το τζιν του.

-    «Ξέρεις, αυτά τα μπλουζάκια δεν τα φοράνε με στηθόδεσμο. Είναι για να δείχνουν, όχι για να κρύβουν…», είπε κοιτάζοντας με κατάματα.

Με είχε πιάσει ταχυπαλμία καθώς μου έβγαζε αργά το σουτιέν και αποκάλυπτε τις ερεθισμένες μου ρώγες. Τις χάιδεψε απαλά πάνω από το μπλουζάκι κι έκανε δυο τρία βήματα προς τα πίσω..

-    «Έτσι!», είπε μόνο και τράβηξε μια φωτογραφία ακόμη.

Είχα καυλώσει φοβερά και το ήξερε, αλλά συνέχιζε τη δουλειά του σαν καλός επαγγελματίας. Πέρασα τα χέρια μου κάτω από το διάφανο μπλουζάκι και άρχισα να τρίβομαι μπροστά του. Τον είχα τρελάνει. Κάθε τόσο έπινε μια γουλιά κρασί, προσπαθώντας να κρύψει τους κομπασμούς του, ενώ εγώ σαν σε παραλήρημα συνέχιζα ακάθεκτη. Με μια κίνηση έβγαλα τη φούστα μου κι έμεινα με το κιλοτάκι. Ευτυχώς ήταν μαύρο και δεν φαινόταν πόσο υγρή ήμουν παρά μόνο λίγες τριχούλες που ξεπρόβαλλαν από τις άκρες.

-    «Δεν το ξυρίζεις, έτσι δεν είναι;», ρώτησε και πλησίασε προς το μέρος μου.

-    «Όχι, θα με σκοτώσει ο άντρας μου αν το ξυρίσω!», είπα κατεβάζοντας βασανιστικά το κιλοτάκι μου.

-    «Αυτός χάνει!», είπε τραβώντας ασταμάτητα φωτογραφίες.

Ήμουν εντελώς γυμνή πια. Μπροστά σ’ έναν ξένο άνθρωπο, φοβερά καυλωμένη και κουδούνι από το κρασί. Αν με άγγιζε έστω και λίγο θα του ορμούσα, χωρίς αμφιβολία! Έγειρα πάνω στον καναπέ αποκαμωμένη, κρύβοντας μόνο το μουνάκι μου με το ένα χέρι.

-    «Ααα, δε θέλω ντροπές τώρα!», είπε χαμογελαστά και μου άνοιξε με μεγάλη προσοχή τα πόδια.

Δεν αντιστάθηκα καθόλου. Μπορώ να πω πως μου άρεσε έτσι που με άγγιζε. Με άφησε με ορθάνοιχτα τα πόδια, ολόγυμνη, απέναντι του και συνέχισε να τραβά φωτογραφίες. Πέρασα τα χέρια μου πάνω από τις ρώγες μου κι ύστερα έβαλα τα δάχτυλα μου στο στόμα, σα μικρή παιδούλα. Αμέσως μετά σήκωσα τα πόδια μου ψηλά και άρχισα να τρίβω ξεδιάντροπα την κλειτορίδα μου. Είχα χάσει κάθε έλεγχο του κορμιού μου. Τα χύσια μου έτρεχαν πια προς το κωλαράκι μου έτσι που είχα σηκώσει τα πόδια στον αέρα, ενώ εγώ βογκούσα από ηδονή μπροστά στον ξένο άνθρωπο. Έχυσα φωνάζοντας τόσο δυνατά που έπεσε πάνω μου για να μου κλείσει το στόμα, μη μας ακούσει όλη η γειτονιά.

-    «Ελπίζω να έχεις κάτι καλύτερο για να μου μπουκώσεις το στόμα από τα χέρια σου…!», είπα σαν μια του δρόμου.

Το αλκοόλ με είχε απελευθερώσει από κάθε αναστολή. Αυτόν τον άντρα τον ήθελα σα σκύλα. Σηκώθηκε και ξεκούμπωσε το παντελόνι του αποκαλύπτοντας μια καυλωμένη πούτσα δυο φορές το μήκος αυτής του άντρα μου και χοντρή όσο τον καρπό μου. Ήρθε απειλητικά από πάνω μου και την έφερε πάνω στα χείλη μου.

-    «Αυτή είναι πούτσα!», μου ξέφυγε καθώς την έβαζα όσο μπορούσα πιο βαθιά στο στόμα μου.

-    «Ξέρεις… Μη!!!», είπε κι έχυσε αμέσως.

«Γκαντεμιά που με δέρνει…», σκέφτηκα και τραβήχτηκα αφήνοντας τον να χύσει πάνω στα βυζιά μου. Ούτε που πρόλαβα να τη βάλω στο στόμα κι έχυσε. Τι πάθανε όλοι και χύνουν έτσι; Τι πρέπει να κάνω για να βρω κάποιον που να αντέχει λίγο παραπάνω; Αυτός πια ήταν ακόμη χειρότερος κι απ’ τον άντρα μου.. τσάμπα το κέρατο! Σηκώθηκα απογοητευμένη κι έπιασα μερικές χαρτοπετσέτες, που βρήκα πρόχειρες, από τα κεράσματα που είχα βγάλει, για να σκουπιστώ από τα χύσια του. Ένιωθα μια τρομερή αηδία με όλα αυτά τα χύσια πάνω μου. Είχα απορροφηθεί και δεν έδωσα σημασία στον Ηλία… Μ’ έσπρωξε πάνω στον τοίχο και με βία μου σήκωσε το ένα πόδι στον αέρα. Σαν ηλεκτροσόκ που διαπερνά το σώμα, αντέδρασα στον κρύο τοίχο, που ήρθε σε επαφή με τα "λεκιασμένα" ακόμη βυζιά μου. Μου σήκωσε τα χέρια πάνω από το κεφάλι, σφίγγοντας τα με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο έχωσε την πούτσα του στο μουνάκι μου.

Κόντευα να λιποθυμήσω. Συνηθισμένη καθώς ήμουν από το Χρήστο, φαντάστηκα πως μόλις έχυσε θα του είχε πέσει και εκτός από την έκπληξη της καυλωμένης του πούτσας μέσα στο μουνάκι μου, πονούσα από τη διαφορά του μεγέθους της καθώς με "εμβόλιζε" αναπάντεχα. Δεν άντεχα άλλο έτσι. Με έπαιρνε στα όρθια σαν να ήμουν πουτανάκι, αλλά μου άρεσε. Τούρλωνα επίτηδες τον κώλο μου για να χωθεί όσο πιο βαθιά μπορούσε. Είχε αφήσει πια τα χέρια μου και χούφτωνε με μανία τα βυζάκια μου. Με γαμούσε αλύπητα και το ευχαριστιόμουν. Επιτέλους ένας άντρας που ξέρει να κάνει τη δουλειά του. Όταν χαλάρωσε κάπως την πίεση, κατάφερα και γύρισα ξαφνιάζοντας τον. Πέρασα τα πόδια μου στη μέση του και κρεμάστηκα πάνω του.

-    «Στο κρεβάτι!», είπα και άρχισα να τον φιλάω παθιασμένα στο στόμα.

Χωρίς να χάσει ούτε μια στιγμή, με ανασήκωσε λίγο, κρατώντας με τα χέρια του τα κωλομέρια μου να μην πέσω, και φέρνοντας την πούτσα του πάνω στα μουνόχειλα μου, καρφώθηκε μέσα μου. Έβγαλα μια κραυγή πόνου, από την απρόσμενη κίνηση του και του δάγκωσα τα χείλη με μίσος. Με πήγαινε προς το υπνοδωμάτιο και σε κάθε του βήμα, η πούτσα του έβγαινε ελαφρά και ξανακαρφωνόταν στο μουνί μου σαν σουβλί, ενώ κόντευε να μου σκίσει με τα χέρια στα δύο τον κώλο. Με ακούμπησε πάνω στο κρεβάτι ανάσκελα και ανέβηκε ανάποδα από πάνω μου. Χώθηκε ανάμεσα στα πόδια μου φέρνοντας τη μουσκεμένη του πούτσα στα μούτρα μου. Αυτή τη φορά θα έκανα πάσο. «Δεν έχω και τόσο καλές σχέσεις με τις πίπες μεγάλε», σκέφτηκα, αλλά με μίσος του την άρπαξα στο στόμα, μόλις πέρασε τη γλώσσα του πάνω από τα υγρά μου μουνόχειλα, πιέζοντας παράλληλα με το πηγούνι του την κλειτορίδα μου. Την άφησα από το στόμα μου μόνο για μια στιγμή, γιατί κόντευα να πνιγώ, καθώς ήθελα απεγνωσμένα να φωνάξω.

-    «Χύνω, μη σταματάς! Γλείψτο όλο μωρό μου!!!», φώναξα και ξανάρχισα το έργο μου παίρνοντας τ' αρχίδια του στο στόμα μου. «Έλα, σε θέλω μέσα μου, Τώρα!»

Ήταν αρκετό για να σηκωθεί και να με γυρίσει μπρούμυτα. Σήκωσε μόνο λίγο τη μέση μου, ανοίγοντας τα κωλομέρια μου εντελώς και χώθηκε ξανά μέσα μου, με μίσος.

-    «Ώστε σου αρέσει από πίσω, ε; Έχεις κάποια άλλη στο μυαλό σου και δε θέλεις να με κοιτάζεις στο πρόσωπο ή θέλεις να με πάρεις από τον κώλο;», είπα, μη μπορώντας να καταλάβω από που μου βγαίνουν τέτοιες χυδαίες εκφράσεις.

-    «Ναι μωρή, από τον κώλο θέλω να σε πάρω. Σε έχει πάρει ο άντρας σου από τον κώλο ποτέ;», ξεσπάθωσε ο Ηλίας, ενώ συνέχισε να μου γαμάει το μουνί.

-    «Έλα τότε, τι περιμένεις; Σκίσε με! Πάρε την παρθενιά μου. Αφού δε θέλει ο άντρας μου να μου σκίσει τον κώλο, σκίσε με εσύ αν μπορείς…», τον προκαλούσα χωρίς να ξέρω τις επιπτώσεις...

Τραβήχτηκε απότομα και χωρίς να το σκεφτεί πολύ, τον κάρφωσε μέσα στον κώλο μου. Γκάριξα από τον πόνο. Ούτε βαζελίνη, ούτε έστω μια προσπάθεια να με προετοιμάσει λίγο; Με είχε σκίσει σα φύλλο στα δύο. Έπεσα σαν νεκρή πάνω στο κρεβάτι, ενώ εκείνος προσπάθησε να βγει. Τον παρέσυρα όμως μαζί μου, έχοντας την πούτσα του στο στεγνό μου κωλαράκι. Με κρατούσε από το κεφάλι με τα δυο του χέρια και με πίεζε προς τα κάτω. Την ίδια στιγμή ένιωσα τις συσπάσεις του μέσα μου. Έχυνε μέσα στο κωλαράκι μου. Πέρασε τα χέρια του πάνω στα κωλομέρια μου και πιέζοντας έβγαλε την πούτσα του από μέσα μου. Συνέχισε να χύνει παίζοντας την πάνω στο ξεπαρθενιασμένο μου κωλί και ένιωθα τα χύσια του να στάζουν πάνω στην παραβιασμένη μου κωλοτρυπίδα. Είχα μουδιάσει. Τόση ώρα δεν είχα πει τίποτα. Δεν μπορούσα και να πω. Η φοβερή καύλα που είχα δεν έφευγε, απλά μείωνε το τσούξιμο στον κωλαράκο μου.

-    «Δεν ήθελα να σε πονέσω. Ήταν μια παρόρμηση της στιγμής. Ήταν η πρώτη μου φορά κι εμένα που έπαιρνα κώλο…»

«Γαμότο!», σκέφτηκα. «Τον δικό μου κώλο βρήκε να ξεπαρθενιάσει ο μαλάκας;». Δεν απάντησα όμως. Δεν είχα το κουράγιο. Τον άκουγα που ντυνόταν και μετά που μάζευε τα πράγματα του, ώσπου αποκοιμήθηκα. Με ξύπνησε το επίμονο κουδούνι της πόρτας. Σηκώθηκα τρομερά κουρασμένη και εξαντλημένη απ’ το ποτό και το γαμήσι και φόρεσα ότι βρήκα μπροστά μου. Ήταν η Ρένα με τον μικρό.

-    «Δεν ησυχάζει… Χριστέ μου! Είσαι χάλια! Τόσο πολύ πονάς;», είπε τρομάζοντας κι εμένα ακόμη.

-    «Ε, ναι. Να, ξέρεις τώρα. Έχω χαλάρωση και πονάει πολύ…», απάντησα κρατώντας την πόρτα δυνατά μην πέσω.

-    «Αύριο να μου τον στείλεις πάλι, να ξεκουραστείς λιγάκι. Να προσέχεις. Τρως καλά;», συνέχισε.

-    «Ευχαριστώ, δεν πειράζει. Θα έρθει ο Χρήστος αύριο το πρωί. Να είσαι καλά που μου τον κράτησες απόψε…», απάντησα κι επιτέλους έφυγε.

Κόντευα να πέσω στο κατώφλι και να λιποθυμήσω! Μάζεψα όσες δυνάμεις μου είχαν απομείνει κι έπεσα στο κρεβάτι αγκαλιά με το μωρό. Ξύπνησα το επόμενο πρωί από τα φιλιά του Χρήστου.

-    «Αν δεν σ’ έβρισκα αγκαλιά με το μωρό, θα νόμιζα πως με κερατώνεις!», είπε γελώντας.

Κοκκίνισα. Κοιτάχτηκα καλύτερα κι είδα πως δε φορούσα τίποτα παρά μόνο τη ρόμπα που είχα βάλει για ν’ ανοίξω την πόρτα στη Ρένα. Ξεροκατάπια.

-    «Μπαμπά, η μαμάκα είναι άρρωστη. Πήγε στο γιατρό χθες. Πονάει πιπί της…», πετάχτηκε ο μικρός.

«Αγόρι μου γλυκό, τώρα έσωσες τη μανούλα!», σκέφτηκα. Ο Χρήστος τρόμαξε.

-    «Είσαι καλά; Τι έχεις; Τι έπαθες;», είπε αλαφιασμένος.

-    «Δεν είναι τίποτα, απλά έχω μια μικρή χαλάρωση μήτρας και πρέπει να ξεκουραστώ λίγες μέρες…», έκανα παίρνοντας το πιο αθώο ύφος που διέθετα.

Τα είχα καταφέρει! Με πίστεψε, δεν κατάλαβε Χριστό και ένιωθε κι ένοχος που δεν ήταν κοντά μου όταν τον χρειαζόμουν. Αχ, να μπορούσε και να με πηδήξει κι αυτός όπως ο Ηλίας. Οι μέρες πέρασαν γρήγορα με μένα κατάκοιτη στο κρεβάτι και το Χρήστο να φροντίζει το μικρό και το σπίτι. Περνούσα δεύτερο μήνα του μέλιτος, μόνο που αυτή τη φορά αντί να πηδιόμαστε για πέντε δέκα λεπτά όπως τότε κι εγώ να μένω ανικανοποίητη, στα κρύα του λουτρού, τον "εκβίασα" να μου γλείφει το μουνάκι μέχρι να τελειώνω κι εγώ. Άρχισα να αυνανίζομαι όσο κάναμε έρωτα δείχνοντας του, πως πρέπει κι εγώ να ικανοποιούμαι από αυτόν και προσαρμόστηκε καλά στις νέες μου απαιτήσεις, αν και παραξενεύτηκε στην αρχή. Ευτυχώς είχα για άλλοθι ότι τα είδα στις τσόντες της καλωδιακής. Όταν πια σηκώθηκα από το κρεβάτι, αποφάσισε πως μπορούσε να επιστρέψει στη δουλειά.

Την επομένη έφυγε για Γαλλία και θα γυρνούσε σε δέκα μέρες. Ήταν καλά τα λεφτά κι ήθελε να μου πάρει και ρούχα από ‘κει. Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω του μ’ έπιασε η αγωνία. Από τη μία, αν ο Ανδρέας και η Σούλα απογοητεύθηκαν και σταμάτησαν να ενδιαφέρονται κι από την άλλη ο Ηλίας, που δεν είχε δώσει σημάδια ζωής, ευτυχώς, μου δημιουργούσαν μια αίσθηση ενοχής και αγωνίας. Άνοιξα τον υπολογιστή, που δεν είχα αγγίξει όσες μέρες ήταν ο Χρήστος σπίτι και διάβασα τα mail μου. Ευτυχώς ακόμα μ’ έψαχναν. Μου είχαν στείλει και καινούριες φωτογραφίες τους και τον αριθμό του κινητού τους. Τα μάτια μου άστραψαν. Διάφορες ιδέες πέρασαν από το μυαλό μου και σίγουρα έπρεπε να ξεκινήσω αμέσως να τις πραγματοποιώ. Έντυσα τον μικρό και τον πήρα μαζί μου. Πήγαμε κατευθείαν στον Παιδικό Σταθμό. Αυτό ήταν! Από την επομένη θα μπορούσα να τον πηγαίνω κάθε πρωί και χωρίς να επιβαρύνομαι και πάρα πολύ οικονομικά. Το θέμα είναι στο Χρήστο τι λέω. Η επόμενη στάση ήταν στο μαγαζί της Ρένας.

-    «Ρένα μου θέλω κινητό, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα!»

Πάει κι αυτό! Πάμε για εσώρουχα. Τα πήρα όλα. Ζαρτιέρες, τάνγκα, σιθρού βρακάκια, διάφανα νυχτικά… Έκανα μια τολμηρή ανανέωση στη γκαρνταρόμπα μου. Εξάλλου τη χρειαζόμουν! Και τώρα, ας κάνουμε μια επίσκεψη στο φωτογράφο. Εξυπηρετούσε μια πελάτισσα όταν μπήκαμε με το Δημήτρη. Χαμογέλασε και μου έκανε νόημα να καθίσω. Γύρισε μετά προς το μέρος μου και χαμογελώντας στον μικρό μου λέει:

-    «Τι μπορώ να κάνω για το μικρό μας φίλο;»

-    «Για τον μικρό τίποτα προς το παρόν. Αν έχετε κάτι για τη μαμά του…», έκανα με νάζι.

-    «Ναι, πως. Θα μπορούσατε να περάσετε κατά τις τρεις που κλείνουμε;»

-    «Θα περάσω αύριο που θα είναι κι ο μικρός στον παιδικό. Ας πούμε το μεσημεράκι…», τον διέκοψα. «Αν και το βιάζομαι αρκετά ξέρετε…», συμπλήρωσα.

-    «Έχω μια ιδέα!», είπε και φώναξε απ’ το εμφανιστήριο τον Νικολάκη, ένα μικρό που τον βοηθούσε. «Νίκο, αγόρι μου, πάρε σε παρακαλώ τον μικρό και πηγαίνετε στο αναψυκτήριο πιο κάτω. Πάρτε από ένα γλυκό να φάτε κι ότι άλλο θέλετε. Έχουμε μια μικρή δουλειά με την κυρία…», είπε και του έδωσε ένα δεκαχίλιαρο. «Ελάτε σε καμιά ώρα, θα έχουμε βρει τις φωτογραφίες που θέλει η κυρία».

Μόλις έφυγαν, κλείδωσε την πόρτα και γύρισε την ταμπέλα. Μου χαμογέλασε πρόστυχα και με συνόδευσε στο πίσω δωμάτιο. Δεν προλάβαμε να μπούμε μέσα και πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

-    «Μου έλειψες μωρό μου!», του είπα.

-    «Είδα το φορτηγό του άντρα σου και δε σε ενόχλησα. Ήθελα να μάθω νέα σου, αν είσαι καλά…», απάντησε όσο με έγδυνε βίαια.

Με άφησε μόνο με τις γόβες και τις ζαρτιέρες που είχα αγοράσει ειδικά γι’ αυτόν. Προσπάθησε να με κατευθύνει στην πούτσα του, αλλά ήμουν αρνητική.

-    «Δε θα χάσω την ώρα μου, παίρνοντας σου πίπα μωρό μου…», είπα με νόημα και τον ξάπλωσα ανάσκελα στο πάτωμα.

Ανέβηκα από πάνω του κι έκατσα πάνω στην καυλωμένη πούτσα του. Χτυπιόμουν σαν δαιμονισμένη πάνω - κάτω για κανένα δεκάλεπτο και βγήκα μόνο όταν μου έκανε νόημα πως θα τελειώσει. Έχυσε πάνω στα χέρια του και την κοιλιά του, πασαλείβοντας τα χύσια του παντού. Τον άφησα να την παίζει μόνος του και κάθισα πάνω στο κεφάλι του.

-    «Γλείφε το μουνάκι μου τώρα! Να μάθεις άλλη φορά να ξεπαρθενιάζεις παντρεμένες κυρίες από τον κώλο!», τον διέταξα.

Απολάμβανα την ελευθερία των κινήσεων που μου έδινε η παράνομη αυτή συνεύρεση διπλασιάζοντας ταυτόχρονα το κέρατο που φορούσα στον άντρα μου. Μου έγλειφε το κωλαράκι βάζοντας τη γλώσσα του όσο πια βαθιά μπορούσε, κι εγώ πότε τον έπαιρνα στο στόμα και πότε του την έπαιζα με αδιαφορία, σαν να ‘ταν παιχνίδι.

-    «Θέλω να σε πάρω ξανά!», κατάφερε να πει.

-    «Έτσι που έχεις λερωθεί, δε νομίζω!», είπα γελώντας ειρωνικά.

-    «Μωρή σκρόφα θα σε σκίσω. Τώρα θα δεις πουτανάκι!», είπε αγριεμένος και μ’ έριξε απότομα από πάνω του στο πάτωμα.

Με γύρισε βίαια μπρούμυτα και μου άνοιξε τα πόδια. Έκανα πως δεν ήθελα κι αυτό τον άναψε πιο πολύ. Χώθηκε όλος μέσα μου και παλλόταν με ξέφρενο ρυθμό. Πέρασε τα χέρια του κάτω από το σώμα μου κι έφτασε τα βυζιά μου. Τα χούφτωσε γερά και κρατιόταν από αυτά όσο πηγαινοερχόταν μέσα μου. Τα τράβηξα κοντά μου και έβαλα τα δάχτυλα του στο στόμα μου. Κόντευε να τελειώσει Καιρός ήταν… εγώ τελείωνα για τρίτη φορά, όταν βγήκε από μέσα μου και με γύρισε τραβώντας με από τα μαλλιά. Έχυσε στο πρόσωπο μου, χτυπώντας με, με την πούτσα του. Μόλις τελείωσε μου άνοιξε με δύναμη τα σαγόνια και μου την έχωσε στο στόμα. Αηδίασα με τη μυρωδιά από τα χύσια του. Έκανα να τραβηχτώ, αλλά επέμενε.

-    «Ρούφα την μωρή. Θα δεις, θα σ αρέσει Ξέρω τι πουτάνα είσαι εσύ. Κάνεις πως δε θέλεις, αλλά μόλις φύγει ο άντρας σου έρχεσαι να τσιμπουκωθείς!», είπε κι έσπρωχνε το κεφάλι μου πάνω στο μισο-πεσμένο του όργανο.

Είχαμε ξεφύγει πολύ. Άλλο να κερατώνεις τον άντρα σου κι άλλο να σου συμπεριφέρονται σαν πόρνη της μιας ώρας. Νευρίασα και σηκώθηκα απότομα κλαίγοντας. Έκλαιγα ακόμα όταν μπήκε στο μαγαζί ο γιος μου με το παλικάρι. Προσπαθούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα μου, μη με καταλάβουν. Έκανα να φύγω, όταν μ’ έπιασε απ’ το χέρι και μου έδειξε τις φωτογραφίες που μου είχε τραβήξει στην τσάντα.

-    «Είναι όλες μέσα. Και τ' αρνητικά και όλα. Τα έγραψα και σε cd. Συγνώμη, παραφέρθηκα…»

-    «Νομίζω πως πληρώθηκες διπλά γι’ αυτή τη φωτογράφηση. Ελπίζω να το καταλάβεις και να μετανιώσεις γι’ αυτό που έκανες…», είπα φεύγοντας, κλείνοντας την πόρτα με δύναμη πίσω μου.

Έφυγα βιαστικά με το μωρό στην αγκαλιά, κλαίγοντας και μην μπορώντας να καταλάβω τι έκανα λάθος και μου συμπεριφέρθηκε έτσι. Μόνη μου παρηγοριά τα ξεγυρισμένα γαμήσια που μου έριξε. Τελικά, μεγάλη η θυσία, αλλά ίσως και να άξιζε τον κόπο. Το βράδυ δεν άντεχα άλλο από το κλάμα. Ήθελα να μιλήσω με κάποιον, να του πω τι περνούσα. Σήκωσα το τηλέφωνο και σχημάτισα τον αριθμό του κινητού του Ανδρέα και της Σούλας. Βρήκα μόνο τη Σούλα σπίτι. Ο Ανδρέας είχε βγει για κάποια δουλειά. Στην αρχή δε με κατάλαβε. Μετά δεν το πίστευε. Κατάλαβε πως ήμουν χάλια και με άφησε να μιλάω χωρίς να με διακόπτει. Της τα είπα όλα. Τα προβλήματα που έχουμε με το Χρήστο στο κρεβάτι, που είμαι κλεισμένη όλη μέρα σπίτι με το παιδί, που δεν έχω κάτι να ασχοληθώ να ξεσκάσω. Και φυσικά την αιτία του κακού! Τον Ηλία και τις φωτογραφίες που έβγαλα για να τους στείλω. Μόλις άκουσε για την απιστία μου ξεθάρρεψε. Μου πρότεινε να πάω από εκεί να τα πούμε από κοντά. Της εξήγησα πως δεν μπορούσα γιατί είχα το παιδί. Εκεί με ξανάπιασαν τα κλάματα. Δεν μπορούσα να σταματήσω;

-    «Πες μου διεύθυνση και κλείσε. Έρχομαι!»

Έδωσα τη διεύθυνση μου εντελώς μηχανικά, χωρίς δεύτερη σκέψη. Κούρνιασα δίπλα στο τζάκι, με χαμηλωμένα τα φώτα κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο στο δρόμο τα λιγοστά αυτοκίνητα που περνούσαν. Είχε πάει τρεις πια. Αισθανόμουν τόσο μόνη και ανυπεράσπιστη. Είχε αρχίσει και να χιονίζει. Έκλαιγα σαν μικρό παιδί, χωρίς να έχω να βασιστώ σε κάποιον. Σηκώθηκα μισομεθυσμένη κι άνοιξα την πόρτα. Ήταν η Σούλα, την αναγνώρισα απ’ τις φωτογραφίες που μου είχανε στείλει, μόνο που από κοντά ήταν ακόμα πιο όμορφη. Έπεσα στην αγκαλιά της σαν να είμαστε φίλες χρόνια. Με αγκάλιασε κι αυτή και προσπάθησε να με ηρεμήσει.

-    «Έλα τώρα, μην κλαις. Δεν έκανες και έγκλημα…», μου είπε.

Με οδήγησε στο σαλόνι και καθίσαμε δίπλα - δίπλα συζητώντας τα προβλήματα μου και πίνοντας μέχρι που κοιμήθηκα στην αγκαλιά της. Ξύπνησα από τον Δημήτρη, που με τραβούσε από το μανίκι να σηκωθώ.

-    «Σήκω μαμά. Σήκω να με πας στα παιδάκια».

Σηκώθηκα από τον καναπέ προσεκτικά μην ξυπνήσω τη Σούλα. Του ετοίμασα το γάλα του και τον έντυσα για να τον πάω στον παιδικό.

-    «Μαμάκα, ποια είναι η κυρία που κοιμάται στο σαλόνι μας;», ρώτησε καθώς τον κατέβαζα για να τον πάρει το σχολικό.

-    «Μια καλή κυρία που ήρθε να με βοηθήσει γιατί πονούσα μωρό μου…», απάντησα αδιάφορα για να μην του κινήσω υποψίες.

Όταν επέστρεψα στο σπίτι η Σούλα είχε σηκωθεί και προσπαθούσε να φτιαχτεί, καθώς κοιμήθηκε κι αυτή όπως κι εγώ με τα ρούχα. Γύρισε και μου χαμογέλασε ενώ εγώ την παρατηρούσα υπνωτισμένη. Θεέ μου, ήταν πανέμορφη. Δεν είχα παρατηρήσει πόσο όμορφη ήταν πιο πριν, καθώς είχα απορροφηθεί από τα προβλήματα μου. Οι φωτογραφίες που μου είχαν στείλει την αδικούσαν.

-    «Πες μου…», είπε γελώντας.

-    «Τι ζητά ο άντρας σου που δεν μπορεί να το βρει σε σένα και θέλει κάποια σαν εμένα;», μπόρεσα να ρωτήσω.

-    «Χρυσή μου, δεν είναι ο άντρας μου που ζητά κάτι αλλά εγώ!», απάντησε δημιουργώντας μου ακόμα πιο πολλές απορίες από όσες είχα πριν ρωτήσω. «Πρέπει να του τηλεφωνήσω, του άφησα σημείωμα πως θα είμαι μαζί σου και πρέπει να τον έχει φάει η αγωνία…», είπε και κατευθύνθηκε προς την τσάντα της.

Στο τηλέφωνο μιλούσε ναζιάρικα, δείχνοντας γυναίκα ερωτευμένη. Τι πρόβλημα είχε άραγε που την έκανε να θέλει μια ξένη γυναίκα κοντά της, από τον άντρα της τον οποίο απ’ όσο ήξερα παντρεύτηκε από έρωτα, όπως κι εγώ;

-    «Μπορώ να κάνω ένα ντους; Αν δεν σου γίνομαι βάρος, βέβαια…», είπε μόλις έκλεισε το τηλέφωνο.

-    «Ναι, βέβαια. Καθόλου βάρος!», απάντησα τάχα πρόθυμα.

Πήγα στο υπνοδωμάτιο και έβγαλα δυο καθαρές πετσέτες.

-    «Ξέρεις, αν θέλεις να αλλάξεις, έχω αφόρετα εσώρουχα, τα αγόρασα χθες», είπα καθώς έβγαζα από το συρτάρι τα προκλητικά ψώνια της χθεσινής μέρας.

-    «Μμμ, έχεις καλό γούστο!», είπε και ξεκίνησε να ξεντύνεται μπροστά μου.

Φορούσε μια άσπρη πουκαμίσα που είχε δέσει κόμπο λίγο πάνω απ’ τον αφαλό της κι ένα στενό μπλουτζίν. Βγάζοντας την πουκαμίσα άφησε δυο μεγάλα στήθη που ως τώρα κρύβονταν κάτω απ’ αυτήν, γυμνά εμπρός μου. Μου φάνηκε σαν κάτι γνώριμο, μιας και την είχα ξαναδεί γυμνή, αλλά όχι από κοντά.

-    «Σου αρέσουν;», ρώτησε καταλαβαίνοντας την έκπληξη μου.

-    «Θα έπρεπε;», απάντησα στην ερώτηση της με καχυποψία.

-    «Μην στέκεσαι έτσι. Δε δαγκώνω. Και δεν είμαι καμιά λεσβία, αν σου πέρασε από το μυαλό. Είμαι τρελά ερωτευμένη με τον Ανδρέα, αλλά νιώθω πως μας λείπει κάτι…», συμπλήρωσε ενώ έβγαζε και το στενό της τζιν.

-    «Και σε ποιον δε λείπει κάτι;», αναρωτήθηκα φωναχτά.

-    «Έλα, έλα κοντά μου…», είπε ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια της.

Τα ξανθά της μαλλιά πέφτανε πάνω στους γυμνούς της ώμους καλύπτοντας ελάχιστα το ωραίο της στήθος. Φορούσε μονάχα ένα μικροσκοπικό κιλοτάκι που άφηνε λίγη από την κατάξανθη κώμη της ήβης της να φαίνεται προκλητικά στα γουρλωμένα μου μάτια. Πρώτη φορά ένιωθα τόσο κοντά σε μια γυναίκα, πρώτη φορά έβλεπα τόσο ερωτικά μιαν άλλη. Προχώρησα αργά κι έπεσα στη γυμνή της αγκαλιά. Ξέσπασα σε λυγμούς. Μου χάιδευε τα μαλλιά και με φιλούσε στο λαιμό. Είχε περάσει το ένα της χέρι κάτω από τη μάλλινη μπλούζα μου και μου χάιδευε την πλάτη, τόσο απαλά, που ανατρίχιασα. Έκλαιγα πάνω στο γυμνό της στήθος, που ήταν τόσο σκληρό, όσο ποτέ δεν ήταν το δικό μου.

-    «Έχω κι εγώ την ανάγκη από μια τόσο τρυφερή αγκαλιά, όπως η δική σου», είπε και ξέσπασε κι αυτή σε κλάματα.

Σήκωσα τα μάτια μου και την κοίταξα στα μάτια. Αισθανόμουν τον πόνο της, αν και δεν ήξερα από που προερχόταν. Πέρασα τα χέρια μου στην πλάτη της και τη χάιδευα. Έσκυψε και με φίλησε στο στόμα. Αφέθηκα στα τρυφερά φιλιά της. Άγγιξα απαλά τα στήθη της. Οι ρώγες της σκλήρυναν απότομα και ρίγησε στο άγγιγμα μου. Συνεχίσαμε να φιλιόμαστε αρκετή ώρα τόσο τρυφερά κι ερωτικά, όσο ποτέ μου δεν είχα φιλήσει κανέναν άλλο άνθρωπο στον κόσμο. Η ενοχή που με κυρίευε από το κάθε της άγγιγμα, έσβηνε από τα παθιασμένα της φιλιά. Με μια κίνηση μου έβγαλε τη μπλούζα και με άφησε κι εμένα γυμνόστηθη. Αγκαλιαστήκαμε ξανά, σφιχτά, σαν να είχαμε δεθεί για να μη μας χωρίσει κανείς. Με τράβηξε στο μπάνιο και με έγδυσε εντελώς. Της έβγαλα με τη σειρά μου το μοναδικό ρούχο που φορούσε.

Είμαστε γυμνές μέσα στο μπάνιο, θέλοντας να κατασπαράξει η μία την άλλη, αλλά κρατιόμασταν μετά βίας, μην χαλάσουμε τη μαγεία της στιγμής. Η μέση της ήταν λεπτή και ντελικάτη, τονίζοντας τις καμπύλες που σχημάτιζαν τα καλλίγραμμα μακριά της πόδια. Ανάμεσα στα δυο της πόδια, η ξανθή ήβη της, φωτιά που σιγόκαιγε, "καθόταν" πάνω από τη μικροσκοπική της σχισμή, που ήταν σαν καρπός παραδεισένιος, απαγορευμένος. Ήμουν σαν καταπατητής σε φραγμένο λιβάδι, αγγίζοντας την εκεί που δεν την είχε αγγίξει ποτέ γυναικείο χέρι, αποσβολωμένη στην τόση ομορφιά. Το ζεστό νερό έπεφτε πάνω της και εξοστρακιζόταν στα σκληρά στήθη της ανεβάζοντας τη θερμοκρασία του σώματος της στα ύψη, σαν πυρετός. Την ήθελα, ναι. Κι αυτή με αποζητούσε. Το ένιωθα όλο και περισσότερο σε κάθε της φιλί. Γινόταν πιο μεστό, πιο ώριμο.

Την αμηχανία του πρώτου της φιλιού, την αντικατέστησε ο ερωτισμός και τα χέρια της είχαν γίνει προέκταση του μυαλού της. Με παραβίαζαν από παντού. Κουνιόμουν αργά πάνω στα δάχτυλα της που είχαν χαθεί στη δική μου σχισμή, σαν να έκανα έρωτα με κάποιο ανδρικό μέλος, αναστενάζοντας βαθιά από ηδονή. Κρατιόμουν απ’ τους ώμους της σαν να καβαλούσα άγριο άλογο. Δεν άντεχα άλλο, έπεσα στην αγκαλιά της ξανά και τελείωσα έχοντας τα δάχτυλα της μέσα μου. Όση ώρα "ταξίδευα" πάνω στα δάχτυλα της που είχαν χωθεί στη γλυκιά μου ήβη, είχα πάρει στο στόμα τα δάχτυλα του άλλου της χεριού σαν να ήταν ανδρικό όργανο που μπαινόβγαινε βιάζοντας με. Ήξερα καλά τι σήμαινε ικανοποίηση στον έρωτα και την είχα νιώσει στον ύστατο βαθμό από μια γυναίκα. Τώρα όμως έπρεπε να ανακτήσω τις δυνάμεις μου και να τη χαρίσω και σε κείνη.

Κάθισα στα γόνατα, κι άνοιξα τα δυο της πόδια διάπλατα, ακουμπώντας τα στις δύο πλευρές της λεκάνης του μπάνιου. Είχα μια αγγελική θέα του "έρωτα" της. Με περίμενε υπομονετικά να το κατακτήσω… Να το κάνω δικό μου. Ανακατεμένο με σαπουνάδες στο καυτό νερό, αθώο και ένοχο μαζί, τραντάχτηκε στο άγγιγμα των χειλιών μου και της καυτής μου ανάσας. Ήταν απογυμνωμένο από περιττό τρίχωμα μ’ ένα μοναδικό τρίγωνο χρυσής κώμης να δείχνει το σημείο της λύτρωσης της. Τα χέρια της σαν κουπιά μάγκωσαν μέσα τους το κεφάλι μου που προσπαθούσε να την εμβολίσει σαν πολιορκητικός κριός. Οι βαθιές της ανάσες μου έδειχναν το δρόμο, στην προσπάθεια μου να της παραβιάσω το ακριβό της φυλαχτό.

Λάτρεψα τους χυμούς της που κάλυπταν όλο μου το πρόσωπο, σαν παιδούλα που έτρωγε κρυφά ζουμερή φέτα καρπουζιού, πέφτοντας με τα μούτρα να ρουφήξει και την τελευταία της σταγόνα. Μην αντέχοντας άλλο την ηδονή που της πρόσφερα με τράβηξε πάνω στα ερεθισμένα της στήθια. Αφέθηκα μέσα στην τρυφερή της αγκαλιά, εκστασιασμένη από αυτή τη διάσταση του έρωτα, που μου χάρισε γενναιόδωρα, ερωτευμένη με μια γυναίκα θεϊκή και θνητή συνάμα. Μια γυναίκα που μου χάρισε την ολοκλήρωση και τη ζεστή αγκαλιά που μου έλειπε τόσο καιρό...

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")