Μενέλαος και Νατάσα

Δημοσιεύθηκε από Fantomias
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.50 (10 Votes)
Ο κύριος Μενέλαος είχε φτάσει πια στην ηλικία της φαλακρίτσας, της κοιλίτσας και της καλοπέρασης. Είχε όμως μια γυναίκα που δεν πέρναγε απαρατήρητη όταν έβγαιναν μαζί. Ήταν δέκα χρόνια νεώτερη του, αλλά κρατιόταν τόσο καλά που θα μπορούσε να θεωρηθεί κόρη του. Η Νατάσα φρόντιζε επιμελώς τη σιλουέτα της, έτρωγε υγιεινά και γυμναζόταν καθημερινά. Ξανθιά κι όμορφη στο πρόσωπο, με μεγάλα σιλικονιασμένα κι ολοστρόγγυλα βυζιά, που άνετα ανατίναζαν το οποιοδήποτε σουτιέν, με κολάν που τόνιζαν την προκλητική κωλάρα της, ιδιαίτερα όταν έριχνε κάτι μυστήρια διχτυωτά από πάνω για να στραβολαιμιάζουν τα αρσενικά προσπαθώντας να πάρουν μάτι μέσα απ’ τις τρύπες το camel-toe της, που το τακτοποιούσε πριν από κάθε έξοδό της μπροστά στον καθρέφτη με ιδιαίτερη προσοχή. Στις βόλτες τους τραβούσε αμέσως όλα τα βλέμματα, πράγμα που ευχαριστούσε τον Μενέλαο που κοίταζε συνέχεια γύρω του σαν να έλεγε… «Σας αρέσει, έ; Ναι, εγώ την πηδάω μάγκες...»

Ίσως είναι περίεργο, αλλά η Νατάσα αγαπούσε κι εκτιμούσε τον Μενέλαο, ιδιαίτερα αφού αυτός δεν της χάλαγε ποτέ χατίρι. Έτσι ο Μενέλαος είχε άφθονο σεξ. Η Νατάσα δεν μπορούσε να κλείσει τα πόδια της κι ο Μενέλαος γαμούσε όποτε ήθελε κι όπως ήθελε, η Νατάσα ήταν πάντα πρόθυμη. Του άρεσε να της τον χώνει στο όμορφο στόμα της και να την πνίγει, τα έβλεπε πως έβγαιναν απ’ τις άκρες των χειλιών της και τότε τον έσπρωχνε λίγο πιο βαθιά για να βγουν κι άλλα. Η Νατάσα κατάπινε με λαιμαργία και με πολύ θόρυβο παίζοντας συνάμα με μανία την κλειτορίδα της. Του άρεσε επίσης να την πηδάει σε όλες τις στάσεις, αλλά κυρίως στον κώλο, αφού είχε σχετικά μικρό πουλί. Η Νατάσα χρησιμοποιούσε βοηθήματα, τα οποία όμως δεν ήταν πάντα απαραίτητα, καθώς ο Μενέλαος, κόντρα στο τι θα περίμενε κανείς, ήταν καλός εραστής.

Άριστος στο γλειφομούνι, την έφερνε πολύ συχνά σε οργασμό με την γλώσσα του, τεχνίτης στα χέρια, αφού η Νατάσα ένιωθε συχνά σα να την χουφτώνουν δέκα χέρια μαζί και να την παραβιάζουν εκατό δάχτυλα από παντού, και το πιο βασικό, ήξερε πάντα από ένστικτο τι ακριβώς ήθελε εκείνη τη στιγμή η γυναίκα του και της το έκανε. Αν η Νατάσα τον ήθελε ξαφνικά στο στόμα της, αρκούσε να το σκεφτεί κι αμέσως η ντελικάτη, αλλά όμορφη, ψωλή του Μενέλαου εμφανιζόταν μπροστά της ζητώντας να χωθεί στα τσιμπουκόχειλα της. Μόλις το πετύχαινε, χωνόταν βαθιά, μέχρι μπουκώματος στον λαιμό της, ήταν το παιχνίδι τους. Πολλές φορές πάλι όταν την πηδούσε στα τέσσερα, τον ήθελε ξαφνικά από πίσω, και, ώ του θαύματος! Με μια χωσιά της τον έχωνε στον εξασκημένο της κώλο μέχρι τη ρίζα, ενώ το στόμα της Νατάσας άνοιγε διάπλατο απ’ την ηδονή της κατάκτησης. Με δυο λόγια οι δυο τους είχαν πλήρη και καλή σεξουαλική ζωή.

Το ζεύγος δεν είχε παιδιά, όμως η Νατάσα επέμενε να πάρουν έναν σκύλο, ένα μεγάλο μολοσσό που τον αγαπούσε σαν παιδί της κι όλο τον αγκάλιαζε, τον βούρτσιζε και τον χάιδευε. Ο Μενέλαος γκρίνιαζε καθώς το γιγαντόσωμο ζώο έτρωγε τον αγλέορα.

-    Μενέλαε, ξέρεις πόσες ληστείες γίνονται στην εποχή μας; Δεν αισθάνεσαι πιο σίγουρος με το μικρό μας το Μπόμπυ εδώ να μας προστατεύει;

Ο Μενέλαος δούλευε δεκαοκτώ χρόνια τώρα στην Εταιρεία. Οι συνάδελφοί του εκτιμούσαν πάντα τη συνέπεια και την εργατικότητά του, καθώς δε δημιουργούσε ποτέ προβλήματα. Τον τελευταίο χρόνο είχε αποκτήσει κάποια οικειότητα με τον προϊστάμενό του, ο οποίος άρχισε να του μιλάει με χαμόγελο και να τον χτυπάει στην πλάτη. Ο Μενέλαος ενέτεινε τις προσπάθειές του για να πετύχει ακόμα καλύτερη επίδοση κι ο προϊστάμενός του συνέχιζε να τον χτυπάει φιλικά - και λίγο κοροϊδευτικά, του φάνηκε - στην πλάτη κάθε φορά που ολοκλήρωναν κάποια συνεργασία τους. Τελικά, μόλις πριν από ένα μήνα του ανακοίνωσαν την προαγωγή του. Δεκαοκτώ χρόνια ήταν στο ίδιο πόστο, τώρα όμως ρώτησε να μάθει τα καινούρια του καθήκοντα.

-    Θα έχετε τα ίδια καθήκοντα και τον ίδιο μισθό, τον πληροφόρησε η γραμματέας του προϊσταμένου, όμως τώρα στο καρτελάκι μπροστά σας θα προσθέσετε τη λέξη «υπεύθυνος» μπροστά απ’ τη λέξη «λογιστής». Από σήμερα είσαστε «υπεύθυνος λογιστής»κι όχι πια απλός υπάλληλος, δεν είναι αυτή μια εξέλιξη με σημασία;

Η Νατάσα έρχονταν τον τελευταίο καιρό συχνά και περίμενε τον Μενέλαο να τελειώσει τη δουλειά του. Ο Μενέλαος το θεώρησε πολύ γλυκό που η πιστή του γυναικούλα τον περίμενε υπομονετικά. Μετά το ζευγάρι έφευγε μαζί για να ψωνίσει και να επιστρέψει σπίτι του.

Μια μέρα ο Μενέλαος τελείωσε με επιτυχία μία ώρα νωρίτερα μια δύσκολη δουλειά που του είχαν αναθέσει. Αμέσως κατευθύνθηκε προς τον προϊστάμενο για να αναγγείλει το αίσιο τέλος. Η Νατάσα δεν ήταν στον προθάλαμο, μάλλον δεν θα είχε έρθει ακόμα. Ο Μενέλαος προχώρησε σταθερά προς το γραφείο του προϊσταμένου. Δεν ήταν κανείς μέσα. Την ώρα όμως που έκλεινε την πόρτα, το αυτί του αντιλήφθηκε ήχους από το ιδιαίτερο δωματιάκι στο πλάϊ. Προχώρησε κι άνοιξε την πόρτα.

Ο προϊστάμενός του ήταν στα τέσσερα στο πάτωμα. Γυμνός. Η Νατάσα ήταν πίσω του. Φορούσε δερμάτινη στολή, απ’ αυτές που πωλούνται στα καταστήματα ερωτικών ειδών, ενώ στο χέρι της κρατούσε ένα μαστίγιο. Τα βυζιά της, οι ολοστρόγγυλες βυζάρες της ήταν ελεύθερες και ταλαντεύονταν πέρα-δώθε ταλαιπωρούμενες απ’ τη βαρύτητα, ενώ απ’ το υπογάστριό της εξείχε κάτι σαν φαλός. Γύρισε ξαφνικά και τον κοίταξε με λάγνα μάτια και μισάνοιχτα χείλια, χωρίς να σταματήσει τις κινήσεις της. Γαμούσε αργά τον προϊστάμενο στον κώλο, αλλά κουνιόταν κάπως περίεργα, μάλλον πάνω-κάτω παρά μπρος-πίσω. Ο Μενέλαος κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά και τότε διέκρινε ότι η γυναίκα του είχε από κάτω της ένα sybian, πάνω στο οποίο ήταν παλουκωμένη, σε έναν τεράστιο μαύρο φαλλό βιδωμένο πάνω του. Μαλακιζόταν περισσότερο για την δικιά της ευχαρίστηση, γαμιόταν πάνω στον σκληρό πούτσο του sybian που μπαινόβγαινε γυαλίζοντας μέσα της, γαμώντας παράλληλα και τον προϊστάμενο, ο οποίος μάλλον παλουκωνόταν από μόνος του πάνω στον φαλλό του strap-on με μανία.

Από καιρό σε καιρό η Νατάσα τον χτύπαγε με το καμτσίκι, πότε στην πλάτη του και πότε, με μια εξαιρετικά επιδέξια κίνηση κι από κάτω, στ’ αρχίδια του και τον πούτσο του, που αιωρούνταν με κάθε γαμησιά σαν το εκκρεμές του Φουκώ. Ο προϊστάμενος έβγαζε τσιριχτές πουστροφωνούλες με κάθε καμτσικιά, αλλά δεν φάνηκε να αντιλήφθηκε τον Μενέλαο. Απολάμβανε το γαμήσι του με κλειστά μάτια κι ανοιχτό το στόμα του, αναστενάζοντας και ξεφυσώντας με αδερφίστικες κραυγούλες κάθε φορά που ο χοντρός φαλλός καρφωνόταν μέχρι την ρίζα στον πάτο του, ανοίγοντάς τον σαν ποτήρι.

Η Νατάσα κοίταζε πάντα με μισόκλειστα μάτια προς το Μενέλαο. Η αναπνοή της είχε δυναμώσει, οι καμτσικιές στ’ αρχίδια του επίσης, ενώ ήταν φανερό ότι έφτανε στον οργασμό της όσο ο μηχανικός μαύρος φαλλός τη γαμούσε σταθερά, ρυθμικά, αλύπητα και σκληρά. Άρπαξε με το χέρι που είχε το μαστίγιο και τα αρχίδια του θύματός της δυνατά, ενώ με το άλλο τον γράπωσε απ’ το σβέρκο. Με μια βίαιη κίνηση τον τράβηξε δυνατά προς το μέρος της και τον κάρφωσε τελειωτικά βαθιά πάνω στο strap-on. Αυτός έβγαλε ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό, κάτι σαν σκύλος που του πατάνε την ουρά κι άρχισε να ξεροχύνει πάνω στο χέρι της που τον έσφιγγε. Η Νατάσα αφέθηκε τότε κι αυτή, χαρίζοντας τον οργασμό της λαγνοχαμογελώντας στον αντρούλη της που τους κοίταζε πάντα απ’ τη χαραμάδα της πόρτας.

Μισάνοιξε το στόμα της, καρφώθηκε βαθιά στο μαύρο φαλλό, τράβηξε τον ξεκωλιαζόμενο σφιχτά πάνω της για να νιώθει τη ζεστασιά του και το τρέμουλο του οργασμού του. Άνοιξε για λίγο την χούφτα της παίρνοντας στην παλάμη της όσα από τα χύσια του γινόταν και την ξανάσφιξε δυνατά, μαλάζοντάς ξανά δυνατά τα αρχίδια του με τα γλοιώδη του υγρά, αφρίζοντάς τα. Αφέθηκε τότε στον επερχόμενο οργασμό της ξεφυσώντας δυνατά και κουνώντας διαβολεμένα άγρια τη λεκάνη της, αφενός καρφωμένη βίαια στο μαύρο φαλλό που συνέχιζε αμείλικτα το έργο του κι αφετέρου πρωκτοδιατρώντας τελεσίδικα τον ουρλιάζοντα σκλάβο της, που είχε γίνει μπλαβί απ’ τον πόνο στον κώλο του και στ’ αρχίδια του. Τα ουρλιαχτά του οφείλονταν βασικά στο ότι η Νατάσα είχε την φαεινή ιδέα να προσπαθήσει να αυνανίσει για τις τελευταίες προοργασμικές στιγμές της δυνατά την κλειτορίδα της πάνω στ’ αφρισμένα του αρχίδια, που τα είχε ξεχειλώσει τόσο τραβώντας τα, ώστε τα είχε ήδη πλησιάσει στο άνοιγμα του strap-on, ακριβώς κάτω απ’ τον προσαρμοσμένο φαλλό. Ήταν θέμα δευτερολέπτων πλέον να τα συνθλίψει πολτοποιώντας τα από το τρίψιμο πάνω στην εξέχουσα και καυλωμένη της κλειτορίδα.

Ο Μενέλαος αισθάνθηκε ξαφνικά άβολα. Τραβήχτηκε κι έκλεισε γρήγορα την πόρτα. Κοίταξε γύρω του, κανείς. Προχώρησε βιαστικά προς την έξοδο και χωρίς καν να πάρει τα πράγματά του απ’ το γραφείο, επέστρεψε σπίτι του. Δύο ώρες αργότερα εμφανίστηκε και η Νατάσα. Ο Μενέλαος τόλμησε να ξεστομίσει την λέξη «απιστία».

-    Είσαι με τα καλά σου Μενέλαε; απάντησε η Νατάσα. Απιστία είναι όταν ο άντρας είναι από πάνω. Στην περίπτωσή μας αυτός ήταν από κάτω κι εγώ ήμουν η αφέντρα. Είναι απιστία αυτό; Κι άλλωστε δεν θα ήθελες να το κάνεις θέμα, τώρα που πετύχαμε την προαγωγή σου, ε;

Ο Μενέλαος δεν αντέδρασε, είχε ήδη προσθέσει τη λέξη «υπεύθυνος» στο ταμπελάκι του. Άλλωστε δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει για την τιμιότητα της Νατάσας, ποτέ δεν τον είχε εκθέσει, ενώ απ’ την άλλη τον ικανοποιούσε απόλυτα σεξουαλικά. Σα να κατάλαβε τις σκέψεις του η Νατάσα, έσκυψε αποφασιστικά και του ξεκούμπωσε το παντελόνι. Ο πούτσος του ήταν ήδη μισό-όρθιος απ’ όσα συνέβησαν πριν από λίγες ώρες και ξεπρόβαλε μοσχομυριστός και χαρούμενος που ελευθερώθηκε επιτέλους απ’ το εσώρουχο. Σα να τρεμόπαιξε και λίγο, σαν να ανασκίρτησε απ’ την χαρά του, ενώ η πρώτη διάφανη σταγόνα εμφανίστηκε στην άκρη του.

Η Νατάσα ζαλίστηκε απ’ την τρεμουλιαστή όψη και τη μυρωδάτη βαρβατίλα. Με ένα λιγωμένο «μ…» άνοιξε αργά και παθιάρικα τα τσιμπουκόχειλα της κι έβαλε ίσα-ίσα λίγο μέσα την άκρη της κεφαλής. Μετά έσφιξε τα χείλια της και τα σάλιωσε από μέσα με όσο περισσότερο σάλιο μπορούσε. Άρχισε στη συνέχεια να σπρώχνει τον πούτσο του Μενέλαου αργά προς τα μέσα, σφίγγοντάς τα χείλια της όσο περισσότερο μπορούσε.

Ο πούτσος του είχε γίνει σίδερο. Βρίσκοντας αντίσταση, αλλά διακορεύοντάς σιγά-σιγά τα σφιχτά χείλια, διεισδύοντας χιλιοστό-χιλιοστό στο στενό και υγρό αυτό διαβολεμένο στοματόμουνο, νιώθοντας τώρα τα χείλια της να κλείνουν γύρω απ’ τη βάλανο και να τον σφίγγουν σαν λαστιχάκι στην ευαίσθητη περιοχή ακριβώς κάτω απ’ το μανιτάρι, ένιωθε έτοιμος να εκραγεί. Νόμιζε πως ο πούτσος του είχε γίνει τώρα τουλάχιστον 20 εκατοστά.

Η Νατάσα όχι μόνο δε χαλάρωσε το ρούφηγμα για να τον πάρει μέσα, και το σφίξιμο για να τον βασανίσει, αλλά άρπαξε το Μενέλαο σταθερά απ’ τα αρχίδια, χώνοντας παράλληλα τα νύχια της στο όσχεο, πάντα με τρυφεράδα, τραβώντας τον αργά αλλά αποφασιστικά προς το μέρος της, προσθέτοντας έτσι λίγη ακόμα πίεση στη διείσδυση. Παράλληλα, μιας που η βάλανος είχε πια διεισδύσει στα χείλια της κι ήταν μέσα στο στόμα της, έφερε την γλώσσα της κι αγκάλιασε την ψωλή σφιχτά, τυλίγοντάς την όσο μπορούσε δυνατότερα και σπρώχνοντάς την προς τα πάνω, μικραίνοντας έτσι στο ελάχιστο τον διαθέσιμο χώρο. Το στόμα της ήταν πια ένα στενόμουνο, η γλώσσα της είχε αγκαλιάσει επιδέξια το κάτω μέρος της ψωλής και τρεμόπαιζε πάνω στον χαλινό, αφού η τεχνίτισσα Νατάσα ήξερε να τη δουλεύει, στέλνοντας ρίγη καύλας στην ραχοκοκαλιά του Μενέλαου που είχε την εντύπωση ότι διακόρευε παρθένα, υγρή, στενή και δεκτική.

Όμως και η Νατάσα από την πλευρά της απολάμβανε αυτή την διείσδυση. Με κλειστά μάτια αισθάνονταν τον πούτσο να διακορεύει το στόμα της, ενώ με το ελεύθερο χέρι της έπαιζε ήδη την κλειτορίδα της. Δεν τον άφησε καθόλου να οπισθοχωρήσει, τον ρουφούσε μόνο προς τα εμπρός, πολύ αργά, πολύ υγρά και πολύ σφιχτά, αλλά πάντα σταθερά προς τα μέσα. Ένιωθε τον πούτσο του όλο και πιο σκληρό. Σε λίγο, όταν είχε πια μπει ο μισός μέσα, ένιωθε και το αίμα στις φλέβες του να χτυπάει, ένιωθε το λάγνο τρέμουλό του, το φούσκωμά του και τα ζουμιά του που κόχλαζαν κι ήταν έτοιμα να εκραγούν. Τσίμπησε δυνατά μέχρι πόνου την κλειτορίδα της και τράβηξε λίγο περισσότερο τα αρχίδια του. Ένα ξεψυχισμένο «αχ…» βγήκε απ’ τα χείλια του Μενέλαου, όπως αυτός προσπάθησε ενστικτωδώς να απαλύνει το τράβηγμα, ωθώντας ελαφρά προς τα εμπρός τη λεκάνη του και σπρώχνοντας ακόμα πιο βαθιά στη μέγγενη που είχε μαγκώσει την ψωλή του. Ήταν ώρα, καθώς η άκρη της είχε ήδη φτάσει στο λάρυγγα της γυναίκας του.

Η Νατάσα, χωρίς να σταματήσει ούτε στιγμή το ρούφηγμα, μόλις ένιωσε την πίεση στον λάρυγγά της, έκανε το σχετικό αναγούλιασμα για να ανοίξει τον οισοφάγο της. Η βάλανος χώθηκε αμέσως μέσα, λαίμαργα, αργά, υγρά και σφιχτά, όπως πάντα. Η Νατάσα ένιωθε πια πλήρως παλουκωμένη. Το στόμα της ήταν όλο γεμάτο απ’ τον ζεστό και παλλόμενο πούτσο που την έκαιγε, τη γλύκαινε και τη ζάλιζε. Το λαρύγγι της διακορευόταν τώρα με την σειρά του προκαλώντας της την φυσιολογική αναγούλα που την καταπολεμούσε όμως με ανακλαστικές κινήσεις κατάποσης.

Ο Μενέλαος ήταν στον έβδομο ουρανό. Μετά από αυτά τα τρία-τέσσερα λεπτά της διείσδυσης στο σφιχτό στόμα της γυναίκας του, μόλις και μετά βίας είχε επαφή με τον κόσμο. Ένιωθε ότι η γυναίκα του προσπαθούσε να τον καταπιεί γαργαλώντας με τον λάρυγγά της τη βάλανό του όπως αναγούλιαζε, ένιωθε ότι την είχε παλουκώσει αμείλικτα, την είχε κάνει σουβλάκι, αλλά ένιωθε κι απ’ τα βάθη της ραχοκοκαλιάς του τη δικιά του ηδονή να αναβλύζει, χωρίς να μπορεί να την ελέγξει πια. Είχε έρθει η ώρα του. Τα χύσια του λες και πήγαζαν απ’ όλες τις γωνιές του κορμιού του, έτρεχαν μέσα απ’ τις αρτηρίες του προς τον πούτσο του, όπου συσσωρεύονταν όλα μαζί σε ένα πυροτέχνημα σπέρματος που άρχισε να χύνεται με ατέλειωτες ριπές στο λαρύγγι της Νατάσας.

Αυτή είχε κλείσει τα μάτια της και κατάπινε με μανία τα αλμυρά και κολλώδη χύσια που ξεπηδούσαν απ’ τον κρουνό του, απολαμβάνοντας το τρέμουλο και τις λάγνες κραυγές του άντρα της. «Κατάπινε» τρόπος του λέγειν δηλαδή. Τα μισά μόνο κατάπινε, τα υπόλοιπα έβρισκαν το δρόμο τους πίσω για να βγουν απ’ τις άκρες των χειλιών της κι όσα ζορίζονταν έβγαιναν τελικά απ’ την μύτη της. Η Νατάσα το ήξερε αυτό και το περίμενε, γι’ αυτό είχε κρατήσει την αναπνοή της. Όμως ο Μενέλαος φαινόταν σαν να έχυνε λίτρα ολόκληρα, πράγμα που το ένιωθε κι ο ίδιος, καθώς τα κύματα του σπέρματος που ξεκινούσαν απ’ τη ραχοκοκαλιά του δεν έλεγαν να κοπάσουν. Ούτε κι ο πούτσος του έλεγε να ξεφουσκώσει, παρέμενε σφηνωμένος και παλλόμενος στο στόμα της Νατάσας, τόσο που φοβήθηκε ότι κινδύνευε σοβαρά να την στείλει από ασφυξία.

Όμως αυτή, όσο ένιωθε το ζεστό πούτσο να εκσπερματώνει, όσο ένιωθε την ζωογόνα ψωλή να συσπάται, εκτοξεύοντας τα παχύρευστα κι αρωματικά χύσια του που κατέβαιναν καυτά στον οισοφάγο της, όσο τον ένιωθε σκληρό, ζεστό και ζωντανό, τον κράταγε σφηνωμένο μέσα της ρουφώντας τον πάντα με μανία και με τα νύχια της χωμένα σταθερά στο όσχεό του, όπου ένιωθε τα αρχίδια του να κουνιούνται, συμμετέχοντας κι αυτά στο όργιο. Σε μια φάση ελευθερώθηκαν τα ρουθούνια της και πήρε ανάσα, ήταν αρκετή για να τον κρατήσει λίγο ακόμα παλουκωμένο, μέχρι αυτός να τελειώσει και την τελευταία έκρηξη χυσίματος. Τότε μόνο ο Μενέλαος άρχισε να χαλαρώνει, επιτρέποντας στη Νατάσα να απομακρύνει το γλυκό και ζεστό πούτσο απ’ το λαιμό της. Τον κράτησε όμως ακόμα στο στόμα της και συνέχισε να τον γλείφει με λατρεία και να τον καθαρίζει, όσο αυτός είχε ξεραθεί στο πάτωμα με το πουλί του να σπαρταράει ακόμα στο ζεστό στόμα της γυναίκας του. Αυτή το καθάριζε αργά και λάγνα με την λεπτή γλώσσα της, που διείσδυε παντού, στην τρυπίτσα, στο χαλινό, κάτω απ’ το μανιτάρι διεξοδικά γύρω-γύρω, μην αφήνοντας κανένα υπόλειμμα σπέρματος και ρουφώντας τον πάντα γλυκά και σταθερά, εμποδίζοντάς τον έτσι να χαλαρώσει τελείως.

Δε συζητήσανε τίποτα άλλο την υπόλοιπη μέρα. Όμως το επόμενο πρωί, στον δρόμο για το γραφείο του ο Μενέλαος δεν αισθάνονταν καλά. Δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει τον προϊστάμενό του, καθώς δεν ήταν σίγουρος αν αυτός τον είχε αντιληφθεί χθες την ώρα που τον πηδούσε η Νατάσα. Η γυναίκα του όμως σίγουρα θα ήξερε, έστριψε λοιπόν το τιμόνι και ξαναπήρε τον δρόμο για το σπίτι του, να την ρωτήσει. Θα μπορούσε βέβαια να της τηλεφωνήσει, αλλά ήταν ευκαιρία να πάρει κι ένα βαρύτερο παλτό, έκανε κρύο σήμερα. Μπαίνοντας κατευθύνθηκε αμέσως προς την κρεβατοκάμαρα, λογικά η Νατάσα θα κοιμόταν ακόμα.

Έμεινε στην πόρτα. Στο κρεβάτι με τη Νατάσα ήταν η κυρία Νίτσα, η γειτόνισσα απ’ το πάνω διαμέρισμα. Φορούσαν κι οι δύο ελάχιστα, σχεδόν τίποτα, η Νατάσα ήταν από κάτω κι η κυρία Νίτσα από πάνω της. Η γυναίκα του έγλειφε με θόρυβο το μουνί της Νίτσας, η οποία γαμούσε με τα δάχτυλά της την Νατάσα. Φώναζαν και οι δυο καυλωμένες μέχρι εκεί που δεν πάει άλλο και δεν τον πρόσεξαν. Ήταν φανερό ότι η καύλα τους ήταν προχωρημένη, για την ακρίβεια ήταν κι οι δύο τους έτοιμες για οργασμό, αν έκρινε κανείς απ’ τις φωνές, τα γλειψίματα και τα τρέμουλα στα πόδια τους. Ξαφνικά η Νίτσα τσίριξε και ταρακουνήθηκε σηκώνοντας ελαφρά τη λεκάνη της και απομακρύνοντας το μουνί της απ’ το στόμα της Νατάσας. Ποτάμια χύσια ξεπήδησαν απ’ το μουνί της όπως έχυνε δυνατά και προσγειώθηκαν πάνω στα μούτρα της Νατάσας. Μόλις τέλειωσε το πρώτο κύμα ξανακατέβηκε βίαια με ανοιχτό το μουνί της και προσγειώθηκε ξανά πάνω στο πρόσωπο της Νατάσας, σχεδόν καταπίνοντας με αυτό τη μύτη και το στόμα της που εξαφανίστηκαν μέσα στο χάος της, για να ξανασηκωθεί σχεδόν αμέσως ουρλιάζοντας ξανά και να ξαναχύσει το επόμενο squirt.

Όσο ξαλάφρωνε η Νίτσα, η Νατάσα με τα μούτρα της μούσκεμα, αλλά εμφανώς απολαμβάνοντας την θέα και τα υγρά που την περιέλουζαν, άρπαξε έναν δονητή που ήταν πλάι της στο κρεβάτι και τον έχωσε βαθιά στο μουνί της με τη μία, γαμώντας το βίαια και δυνατά. Ήρθε κι αυτή σχεδόν αμέσως σε οργασμό, παρασυρμένη απ’ την καύλα της στιγμής, το ανοιχτό μουνί της γειτόνισσας που έχυνε από πάνω της και τις κραυγές τους που γέμιζαν το δωμάτιο. Τρίβοντας με μανία την κλειτορίδα της κι ανοίγοντας απ’ την ανατολή μέχρι τη δύση τα πόδια της για να δεχτεί βαθιά τον δονητή, άρχισε κι αυτή να φωνάζει και να συνταράσσεται, ενώ η Νίτσα που είχε κάπως συνέλθει, άρπαξε το εργαλείο απ’ τα χέρια της κι άρχισε να την γαμάει με αυτό άγρια και άσπλαχνα, χώνοντάς το σχεδόν ολόκληρο μέσα της. Το σπαρτάρισμα της Νατάσας κράτησε κοντά δύο λεπτά, ενώ όλη αυτή την ώρα η Νίτσα έπαιζε με το δικό της μουνί στρίβοντας τις ρώγες της, βλέποντάς τη φίλη της από κάτω της να φωνάζει και να σπαρταράει.

Τελικά επικράτησε ηρεμία. Για λίγο. Λες κι ήταν συνεννοημένες, έστρεψαν ξαφνικά κι οι δυο συγχρόνως τα κεφάλια τους προς την πόρτα. Τότε τον είδαν. Πετάχτηκαν όρθιες, η Νίτσα έψαξε να ρίξει επάνω της ένα ρούχο, η Νατάσα τον πλησίασε και τον τράβηξε απ’ το χέρι στο σαλόνι κλείνοντας πίσω της την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Τον έσπρωξε στον καναπέ κι έσκυψε πάνω του. Δεν έκανε τον κόπο να φορέσει κάτι.

-    Δεν κάνει να κρυφοκοιτάζεις γυμνή τη γειτόνισσά μας, τον μάλωσε. Είναι πολύ ντροπαλή η καημένη και στεναχωριέται εύκολα. Προβάρουμε τα καινούρια εσώρουχα της, εσύ τι δουλειά έχεις και κρυφοκοιτάζεις τις γυναικοδουλειές; Δε ντρέπεσαι λίγο; Γιατί δε χτυπάς την πόρτα;

Ο Μενέλαος κοκκίνισε, αλλά δεν είπε τίποτα. Σκεφτόταν μόνο πως ο πούτσος του ήθελε πάλι θεραπεία, αλλά αυτή τη φορά δεν υπήρχε κανείς για να του την κάνει. Απ’ την κουζίνα ήρθε αυτή τη στιγμή ο Μπόμπ κουνώντας την ουρά του. Οσφράνθηκε για λίγο τον αέρα κι αμέσως πλησίασε με σβελτάδα από πίσω την αφεντικίνα του χώνοντας επιτακτικά την μουσούδα του ανάμεσα στα σκέλια της, ρουθουνίζοντας με θόρυβο, όσο αυτή ήταν σκυμμένη και μάλωνε τον κύριο Μενέλαο. Η Νατάσα αρχικά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία, όταν όμως ο γιγαντόσωμος σκύλος ανασηκώθηκε με το τεράστιο σώμα του καβαλικεύοντας την σκυμμένη Νατάσα και με την σουβλερή ψωλή του, τεράστια, παλλόμενη και προτεταμένη να ψάχνει να βρει το στόχο της, αναπήδησε και στράφηκε θυμωμένη προς τον σκύλο.

-    Όχι τώρα! Σου έχω πει εκατό φορές, όχι μπροστά σε κόσμο!



Copyright protected OW ref: 101225