Η παρτούζα γενεθλίων της Ελπίδας

Δημοσιεύθηκε από vyro
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.67 (3 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Το φαντασιωνόμουν καιρό και τελικά έγινε πραγματικότητα. Η παρτούζα που ετοίμασα για τα γενέθλια της γυναίκας μου ήταν καλύτερη κι από τη φαντασία μου.

Κάθε χρόνο, για τα γενέθλια της Ελπίδας, κανονίζω μία συγκέντρωση φιλικών ζευγαριών στο σπίτι μας την οποία αναλαμβάνω να διοργανώσω εγώ, ώστε να εμπεριέχει το στοιχείο της έκπληξης για την Ελπίδα όσον αφορά τα πρόσωπα, αλλά και το ύφος του «πάρτι». Φέτος, μετά και τις εξελίξεις στη σχέση μας, αποφάσισα να διοργανώσω το πάρτι των ονείρων μου, κάνοντας δώρο στη γυναίκα μου μία παρτούζα «υπερπαραγωγή»! Ένα δώρο που φυσικά θα απολάμβανα κι εγώ όσο κανένα άλλο. Στην Ελπίδα βέβαια δεν είπα τίποτα και κράτησα κρυφή την απόλαυση που ετοίμαζα και για τους δύο μας. Το Σάββατο που πέρασε, ήταν η μέρα του πάρτι. Την είδα να ντύνεται και να φοράει ένα μαύρο μακρύ φόρεμα με ραντάκια, αλλά της ζήτησα, για χάρη μου, να φορέσει κάτι πολύ πιο σέξι γιατί της είπα ότι ξέρει πολύ καλά πόσο με καυλώνει να βλέπω τους άλλους άντρες να καυλώνουν μαζί της.

Μου είπε ότι μπορεί οι άντρες να την έβρισκαν με το θέαμα, δεν θα την έβρισκαν καθόλου οι γυναίκες τους όμως, που για ακόμα μία φορά θα λοξοκοιτούσαν την Ελπίδα που δεν τις σέβεται (όπως οι ίδιες της είχαν πει κάποιες φορές). Της ζήτησα να τις γράψει στο μουνί της και να κάνει αυτό που γουστάρει ο άντρας της, που είναι άλλωστε αυτό που γουστάρει και η ίδια. Επειδή φυσικά καύλωνε στην ιδέα και μόνο ότι θα τους έκανε να τρέχουν τα σάλια τους, αποφάσισε να με ακούσει. Πέταξε το μαύρο φόρεμα και διαλέξαμε μαζί ένα κοντό (λίγο κάτω από το κώλο) και φαρδύ λευκό, πολύ χαλαρό επάνω της, με εξαιρετικά βαθύ ντεκολτέ, πολύ λεπτά ραντάκια που με το ζόρι συγκρατούσαν τις βυζάρες της, πλάτη ανοικτή μέχρι την αρχή της σχισμής της κωλάρας της (τόσο ανοιχτή και χαλαρή που από πίσω και πλάι έβλεπες χαλαρά τα βυζιά της και προς τα κάτω τα κωλομέρια της).

Κάθε φορά που έσκυβε έστω κι ελάχιστα, το φόρεμα ήταν τόσο χαλαρό που έβλεπες από μπροστά τα βυζιά μέχρι και το μουνί της. Ήταν μάλιστα τόσο διάφανο που φαίνονταν ξεκάθαρα θηλές, ρώγες και το βρακάκι της. Βασικά ήταν σαν να μην φορούσε τίποτα, ήταν το ιδανικό ντύσιμο για να καυλώσει τους πάντες και να τους ανάψει τη φαντασία. Το βρακάκι της ήταν ένα λευκό, πολύ μικρό και διάφανο τρίγωνο μπροστά, με μόνο ένα μπορντό κορδόνι γύρω από τη μέση και μέσα από το κώλο της. Το τρίγωνο μπροστά άφηνε έξω, από πάνω, το μισό μαύρο της μουνί, αλλά και το υπόλοιπο που ήταν μέσα σε αυτό ξεχώριζε εύκολα, ακόμα και έξω από το φόρεμα. Τα πάντα φαίνονταν σε πλήρη διαφάνεια. Ήταν το τέλειο καβλωτικό ντύσιμο που συμπληρώθηκε από 10ποντες λευκές γόβες και το μαλλί τραβηγμένο πίσω και κάτω σε wet look. Αν πραγματικά έρχονταν και γυναίκες στο σπίτι, θα υπήρχε τεράστιο πρόβλημα. Ήταν ότι πιο τραβηγμένο είχε φορέσει η Ελπίδα.

Συνέχεια, μέχρι να αρχίσουν να έρχονται οι καλεσμένοι, κοιταζόταν στους καθρέπτες και μου εξέφραζε τις ανησυχίες της για τις γυναίκες-καλεσμένες που θα έπαιρναν τους άντρες του και θα έφευγαν. Δεν ήξερε τι την περίμενε, αλλά το κατάλαβε μάλλον γρήγορα. Πρώτος έφτασε ο ένας μας κουμπάρος (πάντα τον έπιανα να χαζεύει κρυφά την Ελπίδα και μια φορά τον είχα πιάσει να κάνει μάτι. Του εξήγησα ότι δεν υπήρχε πρόβλημα και μπορούσε να παίρνει όσο μάτι ήθελε όποτε είχε την ευκαιρία. Είχα αποφασίσει στο πάρτι να του δώσω την ευκαιρία του και του είχα εξηγήσει να μη φέρει τη γυναίκα του γιατί αυτή η βραδιά θα ήταν μόνο για άντρες). Έπαθε σοκ μόλις είδε τη γυναίκα μου και της εξήγησε ότι η γυναίκα του έπρεπε να μείνει με τα μωρά τους. Κατόπιν έφτασε το αφεντικό της (με αυτόν είχαμε συνεννοηθεί για τα πάντα, άλλωστε αυτός την παρτούζωνε τακτικά...) με τέσσερις φίλους του, ακόμα τρεις κολλητούς πελάτες που ήξεραν καλά την Ελπίδα και κυρίως με έξι μαύρους (οι τρεις δούλευαν στο εργοστάσιο και τους ήξερε η Ελπίδα και οι άλλοι τρεις ήταν φίλοι τους).

Η Ελπίδα φυσικά έπαθε κάτι μόλις είδε όλους αυτούς τους άντρες μόνους τους και τότε ήταν που κατάλαβε ότι κάτι πονηρό είχα οργανώσει. Μόλις πέρασαν όλοι και κάθισαν στην τραπεζαρία και το σαλόνι και η Ελπίδα τους κέρασε ποτά κλπ. (περιττό να αναφέρω ότι όλοι είχαν μείνει μαλάκες και δεν ήξεραν που να πρωτορίξουν πάνω της τα μάτια τους, οι δε μαύροι είχαν μείνει μάρμαρα και ξερογλείφονταν χαζεύοντας τα βυζιά και το μουνί της). Μου ζήτησε να πάμε μέσα στη κουζίνα όπου με ρώτησε τι συνέβαινε και τι είχα οργανώσει. Της είπα να χαλαρώσει και να απολαύσει αυτή τη βραδιά γιατί ήταν φτιαγμένη για εκείνη, ότι όλοι αυτοί οι άντρες και όποιοι ακόμα έρχονταν ήταν σήμερα στην υπηρεσία του κορμιού της και θα είχε την ευκαιρία να βγάλει όλα της τα απωθημένα.

-    Πήγαινε μέσα τώρα και καύλωσε τους μωρό μου. Πρέπει να τους ετοιμάσεις να σε ξετινάξουν σήμερα...

της είπα και αφού στην αρχή με κοίταξε διστακτικά, μετά γέλασε και έφυγε μέσα. Πήγαινε κι ερχόταν ανάμεσά τους σερβίροντας, σκύβοντας, χαριτολογώντας. Κάθε φορά που έσκυβε όσοι βρίσκονταν μπροστά της χάνονταν μέσα στα βυζιά και το μουνί της και όσοι ήταν πίσω της έβλεπαν τα κωλομάγουλα της και το μπορντό κορδόνι του βρακιού της ανάμεσά τους. Μετά από λίγο ήρθε και ο άλλος μου κουμπάρος με δύο φίλους του (μου είχαν εκμυστηρευθεί σε μία γιορτή, αφού τους έπεισα ότι δεν είχα πρόβλημα, πόσο πολύ τους καύλωνε η Ελπίδα) και ακολούθησαν δύο γείτονες (του ενός το μπαλκόνι τους είχε θέα στη κρεβατοκάμαρά μας και τον είχα πιάσει να παίρνει μάτι την Ελπίδα) και τελευταίος ο γκόμενος της μάνας μου (ένας 55άρης που δεν έχανε ευκαιρία όποτε μπορούσε να χουφτώνει «κατά λάθος» την Ελπίδα).

Έτσι έκλεισε η ομάδα των καλεσμένων. Είκοσι ένας άντρες που καύλωναν λεπτό με το λεπτό, όλο και περισσότερο, κάνοντάς με να ελπίζω πως σήμερα επιτέλους θα απολαύσω το θέαμα της ζωής μου, στους χώρους του σπιτιού μου που πάντα φανταζόμουν την Ελπίδα να παρτουζώνεται με πολλαπλούς τρόπους. Είχα κάτσει σε ένα καναπέ και απολάμβανα το θέαμα. Θα προσπεράσω γρήγορα τη διαδικασία της τούρτας και των κεριών για να πάω στα πιο ζουμερά που ακολούθησαν. Σύμφωνα με το σχέδιο που είχαμε κάνει με το αφεντικό της, αυτός θα έλεγε να χορέψουμε την εορταζόμενη και θα φρόντιζε ο ίδιος να κάνει την αρχή προκειμένου να «βάλει τους πάντες στο κλίμα». Η Ελπίδα του έδωσε χωρίς να το γνωρίζει τη κατάλληλη πάσα ρωτώντας μες το κέφι κάποια στιγμή:

-    Τι θα κάνω ρε παιδιά με όλους εσάς τους άντρες μόνη μου; πως θα σας διασκεδάσω που δεν μου φέρατε καμία γυναίκα για βοήθεια;

-    Εγώ λέω να μας χορέψεις όλους Ελπιδάκι...

είπε αμέσως το αφεντικό της και εγώ αμέσως υποστηρίζοντας το ίδιο σηκώθηκα, πήγα στο ηχοσύστημα και έβαλα ένα σετ κομματιών που είχα ετοιμάσει, όλα αργά και αισθησιακά, και για να φτιάξω ατμόσφαιρα. Όπως είπα, χαμήλωσα λίγο και τον φωτισμό, όχι τόσο βέβαια που να μας περιορίζει το θέαμα. Υπό τους ήχους της μουσικής, αυτός που σηκώθηκε πρώτος και την άρπαξε να την χορέψει ήταν ένας πελάτης από τη δουλειά της, σαραντάρης, πολύ καλοβαλμένος. Από την πρώτη στιγμή την έσφιξε πάνω στο σώμα του φροντίζοντας να περάσει το ένα του χέρι πίσω από τη πλάτη της και μέσα από το φόρεμα αγγίζοντας το βυζί της από το πλάι και το άλλο, κατευθείαν μέσα από το τελείωμα του φορέματος χαμηλά στη πλάτη και πάνω από τη χαραμάδα του κώλου της. Την είχε κολλήσει πάνω του χορεύοντας έχοντας το πόδι του ανάμεσα από τα δικά της, τρίβοντας διαρκώς το μηρό του πάνω στο μουνί της.

Εκείνη λικνιζόταν σαν φίδι πάνω του απολαμβάνοντας τη στιγμή. Η θερμοκρασία ανέβαινε λεπτό με λεπτό. Οι μαύροι κάθονταν όλοι στη τραπεζαρία και ο ένας από αυτούς, που φαινόταν να έχει πιο πολύ θάρρος, σηκώθηκε και άρχισε να λικνίζεται επί τόπου, μόνος του, λέγοντας στην Ελπίδα στα αγγλικά να κουνήσει το κορμί της να τους φτιάξει. Την προτροπή του την ασπάστηκαν και άλλοι στη παρέα που με επιφωνήματα και σχόλια άρχισαν να στολίζουν την Ελπίδα ζητώντας της να τους φτιάξει και να τους κάνει να περάσουν όμορφα. Ο τύπος που χόρευε την Ελπίδα την είχε τραβήξει εντελώς επάνω του και τη χάιδευε με το χέρι του πίσω χαμηλά ακριβώς πάνω από τον κώλο της, με τέτοιο τρόπο, που το φόρεμά της είχε σηκωθεί αφήνοντας σε κοινή θέα τα μισά της κωλομέρια.

Ο μαύρος που λικνιζόταν όρθιος πιο πίσω από αυτούς φορούσε μία λεπτή, μπεζ παντελόνα και οι κινήσεις που έκανε με τη μέση του πάνω-κάτω αποκάλυπταν, όχι μόνο ότι ήταν εντελώς καυλωμένος, αλλά και ότι «οπλοφορούσε» με κάτι απόλυτα «φονικό»! Σήκωσα το χέρι μου να του τραβήξω τη προσοχή και μόλις με κοίταξε του έκανε νόημα με το κεφάλι να πάει πίσω από την Ελπίδα, κάτι που έκανε αμέσως. Κρατώντας την με τα δύο χέρια από τη μέση, κόλλησε τον πούτσο του πάνω στον κώλο της και άρχισε να λικνίζεται πάνω της, πάνω-κάτω, ανεβάζοντας αυτή τη φορά το φόρεμα εντελώς πάνω από τον κώλο της. Τα πράγματα έπαιρναν σιγά-σιγά καυτή τροπή.

-    Να τη χορέψει και κανένας άλλος;

διέκοψε τον μπροστινό της ο ένας μου κουμπάρος. Αυτός που τη χόρευε απομακρύνθηκε, αφήνοντας μόνο τον μαύρο πίσω της να τρίβεται πάνω στον κώλο της και ο οποίος πέρασε κατευθείαν τα χέρια του μέσα από το άνοιγμα του φορέματος στη πλάτη, χουφτώνοντας τα δύο της βυζιά μέσα από αυτό. Ο κουμπάρος μου λικνιζόταν μπροστά της, κοιτάζοντάς τη στα μάτια και μετά χαζεύοντας κάτω, ανάμεσα στα πόδια της το μικρό λευκό τριγωνάκι από το βρακάκι της που είχε πλέον αποκαλυφθεί πλήρως, αφήνοντας φυσικά ελεύθερο στα μάτια όλων και το τριγωνικό μαύρο τριχωτό της μουνάρας της. Απλώνοντας τα χέρια του, έπιασε το φόρεμα και το τράβηξε πάνω από το κεφάλι της. Η Ελπίδα λικνιζόταν πλέον γυμνόστηθη, φορώντας μόνο το σχεδόν ανύπαρκτο βρακάκι της, μπροστά στα μάτια όλων μας, με έναν μαύρο κολλημένο στον κώλο της, σχεδόν να τη γαμάει.

Η Ελπίδα τύλιξε τα χέρια της πίσω από τον σβέρκο του κουμπάρου μου και τον τράβηξε πάνω της. Αυτός έσκυψε κατευθείαν και κατάπιε στο στόμα του τη μία της θηλή, ολόκληρη, ρουφώντας και δαγκώνοντας. Με το άλλο του χέρι, αρχικά της μάλαζε το άλλο βυζί και μετά άρχισε να της παίζει το μουνί, εναλλάσσοντας μέσα στο στόμα του τις θηλές της. Ο γκόμενος της μάνας μου βρήκε την ευκαιρία και πήγε εκεί καταπίνοντας και αυτός ένας βυζί, ξεκουμπώνοντας ταυτόχρονα το παντελόνι του και ακουμπώντας το καυλωμένο του πούτσο στο πλάι του κωλομεριού της. Οι παρευρισκόμενοι, άρχισαν ο ένας μετά τον άλλο να ξεκουμπώνουν τα παντελόνια τους. Οι πρώτες πούτσες έκαναν την εμφάνισή τους, με τις χούφτες των κατόχων τους να αρχίσουν να τις «περιποιούνται» απολαμβάνοντας το θέαμα.

Ο μαύρος πίσω της έλυσε το κορδόνι της παντελόνας του και την άφησε να πέσει αποκαλύπτοντας έναν μαύρο σωλήνα περίπου 20-25 πόντους, που κατευθείαν πήρε θέση μέσα στη χαραμάδα του κώλου της Ελπίδας, ανεβοκατεβαίνοντας σε όλο του το μεγαλείο. Ο κουμπάρος μου ανακάλυψε το κλιψάκι που ένωνε το μπορντό κορδόνι με το λευκό τριγωνάκι στο βρακί της γυναίκας μου και με μία κίνηση το ξεκούμπωσε, τραβώντας και πετώντας μακριά τα απομεινάρια, αφήνοντας την Ελπίδα μόνο με τις λευκές της γόβες. Στο απλανές της πλέον βλέμμα έβλεπες ζωγραφισμένη αυτή τη παραζάλη της καύλας. Με το ένα της χέρι τρίβει το τεράστιο πούτσο του μαύρου που ανεβοκατεβαίνει πάνω στη κωλάρα της και απλώνοντας το άλλο, μπροστά της, προς τον κουμπάρο μου που τη χαζεύει, του χαμογελάει πονηρά και του λέει:

-    Ελα να μου δώσεις αυτό που τόσο καιρό θέλεις αλλά είσαι τόσο μαλάκας που δεν το έχεις κάνει.

Αυτός την πλησιάζει, ξεκουμπώνει το παντελόνι του, το κατεβάζει λίγο, βγάζει το πούτσο του έξω και της τον δίνει στο απλωμένο της χέρι. Εκείνη αρχίζει να του τον παίζει, παράλληλα με τον πούτσο του μαύρου πίσω της και τον πούτσο του γκόμενου της πεθεράς της.

-    Που είναι και ο άλλος μαλάκας; Θέλω και τον άλλο μου κουμπάρο εδώ…

λέει, ψάχνοντας με το βλέμμα της ολόγυρα στο χώρο, ενώ αυτός έχει σηκωθεί και πλησιάζει προς αυτούς ξεκουμπώνοντας και αυτός τη βερμούδα που φορούσε. Η Ελπίδα, γυρίζει, γονατίζει και αρχίζει να τσιμπουκώνει μία τον ένα και μία τον άλλο, παίζοντας κάθε φορά με τα χέρια της τους δύο πούτσους που δεν είχε στο στόμα της. Τριγύρω αρχίζουν όλοι και απαλλάσσονται από παντελόνια, βερμούδες, μπλουζάκια, πουκάμισα, εσώρουχα και συνωστίζονται γύρω από τη γονατισμένη Ελπίδα που πλέον εναλλάσσει χέρια και στόμα σε πολλούς πούτσους. Έχω γύρει πίσω στο καναπέ, έχω ξεκουμπώσει τη βερμούδα μου και παίζω το πούτσο μου απολαμβάνοντας το θέαμα, αν και δεν βλέπω λεπτομέρειες, παρά μόνο όρθιους άντρες γύρω από τη γονατισμένη γυναίκα μου, και ακούω σχόλια του τύπου, «ρούφα τον πουτάνα!», «τι καριόλα είναι αυτή;», «θα σε ξεσκίσουμε σήμερα ξεκωλιάρα!», «τι μουνάρα είσαι εσύ;», «φα ‘τον το μαύρο στύλο πουτανάκι!», «τι βυζιά είναι αυτά που έχει ρε παιδιά η γυναίκα!», «να δεις τη παρτούζα που θα φας σήμερα βρωμιάρα!» και ένα σωρό άλλα που είναι αδύνατο να θυμηθώ.

Δεν ξέρω ποιος, πάντως κάποιος άρχισε να βαριανασαίνει και να φωνάζει «χύνω, χύνω στη μάπα σου ξεφτυλισμένη, παρ’ τα μωρή καριόλα, παρ’ τα και στις βυζάρες σου άρρωστη...» και φωνάζοντας έτσι, άρχισε να την χύνει. Από το σημείο εκείνο και μετά, αφού μετακίνησαν την Ελπίδα στον μεγάλο καναπέ του σαλονιού, και με τους πάντες κρεμασμένους και κολλημένους από πάνω της σαν τις μύγες, να προσπαθούν να αγγίξουν ή να τριφτούν πάνω σε οτιδήποτε μπορούν, όλοι μαζί ξεκίνησαν έναν μαραθώνιο γαμησιού. Ένας από τους μαύρους πρόλαβε και χώθηκε ανάμεσα στα πόδια της και άρχισε να της τρώει το μουνί ενώ οι υπόλοιποι καβάλα από πάνω της, έπαιρναν σειρά, την τσιμπούκωναν και την έκαναν να τους μαλακίζει. Κατόπιν ο ένας μου κουμπάρος τη πήρε πάνω του καβάλα στον πούτσο του με το πρόσωπο προς αυτόν και άρχισε να της γαμάει το μουνί, με τους υπόλοιπους να περνάνε ένας-ένας και να γαμάνε το κώλο της ή το μουνί της μαζί με τον κουμπάρο μου.

Η φάση που με καύλωσε ιδιαίτερα ήταν όταν είδα τους δυο μας κουμπάρους να τη γαμάνε μαζί από το μουνί και να της λένε ότι από εδώ και πέρα, τώρα που έμαθαν πόσο πουτάνα και ξεκωλιάρα είναι θα έρχονται όποτε θέλουν να τη γαμάνε, με τον έναν μάλιστα να της λέει ότι θέλει να τη πηδάει από το κώλο στο ένα δωμάτιο και στο άλλο να είναι η φιλενάδα της (η γυναίκα του). Την ίδια στιγμή ο γκόμενος της μάνας μου της γάμαγε το στόμα και της το έχυνε. Αφού, κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης, χύσανε αρκετοί πάνω της ή μέσα στο στόμα της, μετά την έβαλαν να κάτσει με τον κώλο πάνω στον μαύρο με τον τεράστιο πούτσο έχοντας τη πλάτη της προς αυτόν. Η κωλοτρυπίδα της άνοιξε στα όριά της και τον πήρε στο πάτο της μέχρι τα αρχίδια. Μετά ξεκίνησε νέος κύκλος από διπλοπηδήματα, που αυτή τη φορά περιλάμβανε και πολλούς διπλούς πούτσους στη κωλοτρυπίδα, κάτι που την έκανε κάθε φορά να υποφέρει και να φωνάζει ότι τη σκίζουν λόγω του ότι ήδη μέσα στον κώλο της ήταν ο τεράστιος πούτσος του μαύρου.

Την πήδηξαν ανελέητα κατ’ αυτό τον τρόπο, ενώ πολλές φορές καβάλαγε και τρίτος από πάνω για να της βάλει το πούτσο του στο μουνί της με δύο πούτσους ήδη να της γεμίζουν τη κωλοτρυπίδα. Ταυτόχρονα είχε αρχίσει να ασκεί και τα όρια του στόματός της, στο οποίο προσπαθούσαν πολλές φορές να βολευτούν δυο-δυο μαζί. Όσο τη γαμούσαν και την έχυναν με οποιοδήποτε πιθανό και απίθανο τρόπο, ήμουν ο μόνος απομακρυσμένος, αφού καθόμουν στον απέναντι καναπέ, χωρίς πουκάμισο, με κατεβασμένο λίγο το παντελόνι, τρελά καυλωμένος, απολαμβάνοντας μία αισθησιακή μαλακία. Τότε είδα τον ένα μου κουμπάρο να σηκώνει την Ελπίδα από το καναπέ και να τη παίρνει στα χέρια πηγαίνοντας προς τη κρεβατοκάμαρά μας, λέγοντάς της πως θέλει να την πηδήξουν στο κρεβάτι μας και να το γεμίσουν με τα χύσια τους για να ξαπλώνει κάθε βράδυ πάνω τους. Φυσικά όλοι ακολούθησαν από πίσω… ή σχεδόν όλοι.

Τη στιγμή που έκανα να σηκωθώ για να πάω κι εγώ να απολαύσω το θέαμα, οι δύο από τους μαύρους ήρθαν κι έκατσαν αριστερά και δεξιά μου. Προφανώς ήξεραν για τις… «προτιμήσεις» μου, δασκαλεμένοι από το αφεντικό της Ελπίδας, γιατί μόλις έκατσαν έσκυψαν πάνω στα βυζιά μου και άρχισαν να με πιπιλάνε στις θηλές και να μου δαγκώνουν τις ρώγες. Ήταν εκτός ελέγχου, δαγκώνοντας και ρουφώντας με τα τεράστια στόματά τους, τόσο δυνατά, που με έκαναν να φωνάζω από πόνο και καύλα ταυτόχρονα. Δεν είχα νιώσει ποτέ μου τόση καύλα. Πήρα στα χέρια μου τους πούτσους τους και άρχισα να τους παίζω με μανία, ενώ στο βάθος είχα αρχίσει να ακούω τις κραυγές ηδονής της Ελπίδας που προφανώς, με άπλετο πλέον χώρο στο κρεβάτι μας, τους είχε όλους πάνω της να της ξεσκίζουν ότι τρύπα έχει και δεν έχει. Στη παρέα μας προστέθηκε και ένας τρίτος μαύρος, ο οποίος μου έβγαλε το παντελόνι, μου σήκωσε τα πόδια και άρχισε να γλείφει και να σαλιώνει τη κωλοτρυπίδα μου.

Καύλωσα απίστευτα. Λίγο αργότερα κάποιοι άρχισαν να επιστρέφουν από τη κρεβατοκάμαρα για να πιούν λίγο ποτό ή νερό και να ξαναπάνε, όμως βρέθηκαν μπροστά σε άλλο θέαμα. Έχοντας βάλει τις γάμπες μου στους ώμους, ο ένας μαύρος μου γαμούσε ανελέητα τη κωλοτρυπίδα, ενώ ο άλλος μου έδινε τον πούτσο του τσιμπούκι και ο τρίτος ξέσκιζε με το στόμα του τα βυζιά μου. Άκουσα κάποιον να σχολιάζει πως στην οικογένεια δεν υπάρχει μόνο μία πουτάνα, αλλά δεν με απασχολούσε καθόλου. Ήμουν χαμένος σε ένα ταξίδι καύλας χωρίς επιστροφή. Άκουγα την Ελπίδα στη κυριολεξία να σκούζει μέσα και δεν ήξερα αν πρέπει να ανησυχήσω, όταν ένας έσκυψε από πάνω μου και μου είπε να μην ανησυχώ που κάνει έτσι η πουτάνα μου, είναι που της χώνουν τρεις πούτσους μέσα στη κωλάρα της και της τη σκίζουν.

Κάποιος ξαφνικά ήρθε και τον έπαιζε από πάνω μου, χύνοντάς με στο πρόσωπο. Μετά με σήκωσαν, ο ένας μαύρος έκατσε από κάτω μου και με έβαλε να τον καβαλήσω με τη πλάτη μου προς αυτόν. Με τσιμπούκωναν διάφοροι, ενώ έβλεπα τον κόσμο πλέον να έρχεται να παίρνει μάτι το γαμήσι που μου έκαναν και μετά να πηγαίνει πάλι μέσα στην Ελπίδα που συνέχιζε να φωνάζει.

-    Κι εγώ νόμιζα ότι μου κάνουν πλάκα… κάνεις και τέτοια καριόλη;

γύρισα και είδα τον κουμπάρο μου να κοιτάει με το στόμα ανοιχτό.

-    Πάντα υποψιαζόμουν ότι τον έπαιρνες πούστρα… τώρα θα στον δώσω κι εγώ…

είπε και ήρθε από μπροστά μου, σήκωσε τα πόδια μου γύρω από τη μέση του και λέγοντάς μου πως θα δούμε τώρα αν, όπως κι η γυναίκα μου, μπορώ να πάρω παραπάνω από ένα πούτσο στο κώλο, άρχισε να σπρώχνει τον πούτσο του μέσα στη κωλοτρυπίδα μου που φιλοξενούσε ήδη τον ένα μαύρο. Τον πήρα και απόλαυσα αυτό το διπλό γαμήσι όσο κανένα άλλο, μέχρι που έβγαλε τον πούτσο του από μέσα μου και άδειασε τα χύσια του μέσα στο στόμα μου, ενώ ταυτόχρονα ο μαύρος έχυνε μέσα στο κώλο μου και κάποιος άλλος πάνω στο πρόσωπό μου. Η κωλοτρυπίδα μου είχε πλέον χαλαρώσει αρκετά και έτσι οι μαύροι συνέχισαν να με διπλογαμάνε, όπως και κάποιοι άλλοι που πήγαιναν κι ερχόντουσαν. Με έχυσαν αρκετές φορές, διάφοροι, μέχρι που σηκώθηκα και με τα χύσια να στάζουν από πάνω μου και από μέσα μου, πήγα στη κρεβατοκάμαρα.

Η Ελπίδα ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα στο γεμάτο χύσια κρεβάτι μας, με το πρόσωπό της χωμένο σε μία λίμνη σπέρματος. Ήταν πραγματικά σαν να την είχαν λούσει με χύσι πάνω στο κρεβάτι της. Εκείνη τη στιγμή ήταν από πάνω της και τη γαμούσε από το κώλο το αφεντικό της, ενώ στο πλάι της, γονατισμένοι στο κρεβάτι, ήταν ο άλλος μου κουμπάρος που την έχυνε στο πρόσωπο και ο ένας μας γείτονας που έτριβε τον πούτσο του στη πλάτη της. Ήταν φοβερό ότι οι περισσότεροι τριγύρω ήταν ακόμα καυλωμένοι και μαλακίζονταν. Μόλις το αφεντικό της μετακινήθηκε για να τη γυρίσουν στο πλάι και να τη γαμήσουν μαζί με το γείτονα, είδα κάτι που με τρέλανε. Στο μουνί και το κώλο της είχαν χώσει από ένα αγγούρι που προφανώς κάποιος έφερε από τη κουζίνα και τη γαμούσαν με αυτά μέσα της. Έτσι όταν τη γύρισαν στο πλάι και άρχισαν να της πηδάνε μαζί το μουνί και το κώλο, ήταν σα να είχε ουσιαστικά τέσσερα καυλιά μέσα της.

Ήταν σε μία ημι-λιπόθυμη κατάσταση αλλά φαινόταν να το απολαμβάνει χωρίς όμως να έχει ιδιαίτερη αίσθηση για το ποιος τη παίρνει και πως. Είχα στηριχτεί στο πλαϊνό της ντουλάπας μας όταν με έπιασε από τον ώμο ο γκόμενος της μάνας μου και τραβώντας με το άλλο του χέρι τη μέση μου προς τα έξω, άρχισε να τρίβει το πούτσο του πάνω στο κώλο μου, λέγοντάς μου:

-    Θέλω να δω πουστράκι, ποιος έχει πιο γλυκιά κωλοτρυπίδα, ο γιος ή η πουτάνα η μάνα;

Μου τον έβαλε, εκεί στα όρθια, κατευθείαν μέχρι τα αρχίδια και άρχισε να λέει πως θα υπερηφανεύεται στους φίλους του ότι μπήκε σε σπίτι που γαμάει μάνα, γιο και νύφη, χωρίς να ξέρει ποιος είναι καλύτερος από τους τρεις.

-    Όπως φέρνω τα φιλαράκια μου και παίρνουμε παρτούζα τη πεθερά σου, έτσι θα κανονίσω να έρθουμε να παρτουζώσουμε και το ζευγαράκι… συμφωνείς;

με ρώταγε και γαμούσε με μανία το κώλο μου.

-    Συμφωνείς; Δεν μου απαντάς…

-    Συμφωνώ κανόνισέ το όποτε θέλεις…

του είπα μέσα στη καύλα της ιδέας να συμβεί κάτι τέτοιο. Συνέχισε να με γαμάει στα όρθια ενώ κοιτούσα την Ελπίδα που τώρα την είχαν κάνει σάντουιτς στο κρεβάτι μας, γαμώντας την παντού. Κώλο, μουνί, στόμα, χέρια, βυζιά, όπου μπορούσε ο καθένας ακουμπούσε. Γρήγορα όμως έχασα επαφή με το θέαμα όταν ένας καλεσμένος με έσπρωξε να σκύψω και να του τον πάρω στο στόμα. Μόλις με έχυσαν και οι δύο, άφησα τη κρεβατοκάμαρα και την Ελπίδα να ξεσκίζεται από μία ομάδα αντρών και επέστρεψα στο σαλόνι να χαλαρώσω. Είχα χύσει τέσσερις φορές μέχρι εκείνη τη στιγμή, δύο παίρνοντας μάτι και δύο όταν με γαμούσαν. Στο σαλόνι, ένας μαύρος γαμούσε έναν άλλο καλεσμένο, ο οποίος με τη σειρά του σε τρενάκι, γαμούσε τον πιο μικρό σε ηλικία από τους μαύρους που είχαν έρθει. Πρέπει να ήταν ένας πιτσιρικάς γύρω στα 18.

Κάθισα και τους παρατηρούσα, ακούγοντας από τη κρεβατοκάμαρα τους αναστεναγμούς και τα σχόλια των αντρών που πήδαγαν και έχυναν τη γυναίκα μου ασταμάτητα. Η ώρα είχε πάει 4 το πρωί και η Ελπίδα είχε συμπληρώσει σχεδόν 6 ώρες με πούτσους να τη πηδάνε, όταν ο ένας μετά τον άλλο άρχισαν να ντύνονται και να αποχωρούν. Είχα πιάσει τη κουβέντα με τους κουμπάρους μου και τον ένα γείτονα που μου έλεγαν ότι ανησυχούσαν μην είχε πάρει τίποτα χαμπάρι η μάνα μου από πάνω. Τους είπα ότι ακόμα κι αν καταλάβαινε κάτι, το πολύ-πολύ να ζήλευε, γιατί αυτή είναι χειρότερη από την Ελπίδα. Έμειναν έκπληκτοι, όμως αυτή είναι η πραγματικότητα. Άλλωστε το «μυστικό» της μάνας και της γυναίκας μου, τους είπα, είναι ότι παίρνονται λεσβιακά οι δυο τους.

Η καύλα και η παραζάλη με είχαν κάνει να ανοίξω το στόμα μου και να τους λέω ιστορίες για τη μάνα μου και τη γυναίκα μου που τους καύλωσαν ξανά τρελά. Έτσι μετακινηθήκαμε ξανά στη κρεβατοκάμαρα, όπου βρήκαμε την Ελπίδα να γαμιέται από το κώλο ξαπλωμένη ανάσκελα κάτω από έναν πελάτη της δουλειάς της, με τα πόδια της τυλιγμένα γύρω από τη μέση του.

-    Μάγκες, κάντε ότι θέλετε, εγώ πάω για μπάνιο γιατί είμαι ψόφιος…

τους είπα και τους άφησα εκεί μπαίνοντας στο ντους της κρεβατοκάμαρας. Έμεινα κανένα μισάωρο κάτω από το ντους ακούγοντας από έξω τους άλλους να πηδάνε τη γυναίκα μου ακόμα μία φορά και να τη χύνουν, αποκαλώντας την όλη την ώρα, πουτάνα, ξεκωλιάρα, πόρνη, τσούλα, παρτουζιάρα, άρρωστη και ένα σωρό άλλα που δεν θυμάμαι. Τον έπαιξα κι έχυσα ακόμα μία φορά, εκεί στο ντους. Ήταν η τέλεια ολοκλήρωση μίας τέλειας βραδιάς.

 

(Copyright protected OW ref: 83834)