Τα γαμήσια της μάνας μου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Υπόθεση: Ο φίλος μας θα πιάσει τη μάνα του να ξεσκίζεται με τον θείο και όχι μόνο…

Η ιστορία:

Πριν δυο μήνες πήγαμε με την μαμά στο χωριό του μπαμπά αφού η μαμά είχε άδεια. Εγώ δεν είχα σχολείο (φέτος πάω Τρίτη λυκείου) αλλά ο μπαμπάς δεν ήρθε από την αρχή μαζί μας γιατί είχε πολλή δουλειά κι έτσι θα ερχόταν μετά από μια εβδομάδα. Το τι έγινε σε εκείνη την εβδομάδα όμως δεν περιγράφεται. Λοιπόν, μην τα πολυλογώ, φτάνουμε στο χωριό και αφού τακτοποιηθήκαμε στα δωμάτια εκείνου του τεράστιου αρχοντικού μαζευτήκαμε να φάμε όλοι μαζί. Στο σπίτι μένει ο θείος του μπαμπά μου ο οποίος είναι ένας 65άρης με μουστάκι, πολύ τριχωτός, ένα φυσιολογικός 65άρης που ζει στο χωριό, αγρότης στο επάγγελμα. Μαζί του έμενε και ο μεγάλος του γιος ο θείος μου ο Αναστάσης.

Ώρα να σας πω και για την μάνα μου. Η μάνα μου λοιπόν είναι μια γυναίκα 44 ετών με μεγάλα βυζιά, βυζάρες όμως, όχι αστεία, φυσιολογική στα κιλά, μαύρα μακριά μαλλιά αλλά αρκετά ήσυχη γυναίκα. Χαμηλών τόνων γενικά αλλά στα μάτια μου, ενός δεκαοκτάρη με τρελές καύλες, ήταν μια milf-άρα που ήθελα πάντα να σκίσω. Ένα απόγευμα λοιπόν καθώς κατέβαινα τις σκάλες κατάλαβα ότι η μάνα μου χαμουρευόταν με τον θείο Γιάννη. Ο θείος με την βαριά χωριάτικη προφορά του, της έλεγε ότι έχει ομορφύνει επικίνδυνα τελευταία και ότι ο μπαμπάς μου θα πρέπει να περνάει καλά. «Τον παλιοπούστη τον πορνόγερο» σκέφτηκα. «Λείπει ο μπαμπάς και της την πέφτει». Σκύβοντας λίγο από τις σκάλες είδα με τρόπο ότι της έπιανε και τα μπούτια. Αυτή είχε ντραπεί πάρα πολύ και φαινόταν αλλά δεν κουνιόταν σαν κατά βάθος να της άρεσε. «Βρε λες;» Σκέφτηκα. Εκείνη τη στιγμή μου έγινε κάγκελο η πούτσα, μόνο που δεν έχυνα στο θέαμα όσο κι αν με τσάντιζε. Μετά της λέει:

-    «Αύριο το απόγευμα πάμε στο χωράφι να το δεις, να γνωρίσεις και τα δυο αλβανάκια που δουλεύουν για μένα» και της έκλεισε το μάτι.

Αυτή είπε ναι έγινε, και μετά έφυγε. Έφυγα κι εγώ τρέχοντας στ δωμάτιο μου όπου την έπαιξα τουλάχιστον τέσσερις φορές. Καύλωνα συνεχώς. «Κοίτα καύλες ο γέρος» σκέφτηκα. «Λες να δω τη μούνα της; Λες να το ξυρίζει;». Όλο αυτά σκεφτόμουν. Μετά από καμιά ώρα της λέω:

-    «Πάμε αύριο βόλτα να δούμε και τον Σάββα και την Νατάσσα;» (δυο μικρά μου ξαδέρφια, από διπλανό χωριό).

Μου απαντά πως θα δει μια παλιά της φίλη. Ψέματα. E, τότε λέω σίγουρα κάτι θα παιχτεί. Σίγουρα όμως. Το άλλο βραδάκι με το που άκουσα την πόρτα και κατάλαβα ότι έφυγαν απ’ το σπίτι, σιγά - σιγά τους ακολούθησα. Το κτήμα με τα χωράφια, τη στάνη και το σπιτάκι που ζούσαν τα αλβανάκια (20 χρονών) ήταν κάνα χιλιόμετρο έξω απ’ το χωριό, πολύ κοντά στο χωριό. Όταν πήγα ανέβηκα σε μια καρέκλα και έβλεπα ολοκάθαρα τα πάντα και τα άκουγα γιατί το παραθυράκι ήταν μισάνοιχτο αλλά εμένα δεν μπορούσαν να με δουν από ‘κει που ήμουν. Τρελάθηκα. Η σιγανοπαπαδιά μάνα μου καθόταν σε ένα κρεβάτι (των αλβανών) δεξιά της ο θείος και αριστερά της οι άλλοι δυο. Ο θείος της χάιδευε τα πόδια. Καλή πουτάνα κι αυτή. Δεν το πίστευα. Σιγά - σιγά έβγαζε τα ρούχα του και τα δικά της. Του πήρε την ψωλή στο στόμα ενώ τα αλβανάκια πήραν θάρρος και άρχισαν σαν λυσσασμένα να της γλείφουν την τριχωτή, τελικά, μουνάρα. Λέει ο θείος:

-    «Γαμήστε την τσούλα! Μυρτώ ξέρεις, τα παιδιά έχουν κάνα χρόνο να γαμήσουν. Θα σε ξεμουνιάσουν».

Εκείνη σαν σωστή πουτάνα συνέχιζε τη δουλειά της απολαμβάνοντας το σαν τρελή και λέει:

-    «Ξεσκίστε την μήτρα μου γαμιάδες μου! Ξεμουνιάστε με την πόρνη!»

Εκεί τα είδα όλα. Μα τόσο πουτάνα λέω και να μην έχω καταλάβει τίποτα; Μετά μπήκαν και τα δυο αλβανάκια (πολύ γυμνασμένα με κάτι ψωλές σαν από τσόντα) ταυτόχρονα στο μουνί της χωρίς καπότα κι αυτή λέει:

-    «Χύστε με μέσα ψωλαράδες μου, να κάνω μωράκι. Σκίστε μεεεεεε!» ούρλιαξε. «Χύνωωωωω! Χύνω η πουτάνα!»

Και τότε βογκούσαν και οι δυο γιατί έχυναν μέσα της. Τότε σπρώχνει ο θείος και τους δυο και την αρχίζει ένα γρήγορο γαμήσι που τα είδε όλα η γαμιόλα. Μετά την έχυσε κι αυτός στο μουνάκι μέσα. Εκείνη την ώρα γλιστράω, πέφτω και αρχίζω και τρέχω προς το σπίτι να μη με πάρουν χαμπάρι. Μετά από πέντε λεπτά μπαίνει μέσα η μαμά μόνη της. Κάνω ότι διαβάζω ένα περιοδικό.

-    «Τι κάνεις μαμά;»

-    «Καλά παιδί μου. Η Άννα σου στέλνει χαιρετίσματα. Πάω να κάνω ένα μπάνιο».

Μετά από ένα λεπτό πήγα στον προθάλαμο του μπάνιου να πάρω μάτι και βρήκα πεσμένη κάτω την κιλότα της. Ήταν μούσκεμα. Έσταζε από τα χύσια των άλλων τα οποία άρχιζαν να στάζουν από τα μουνόχειλα της μάνας μου καθώς ερχόταν. Το πήρα και το μύρισα. Καύλωσα τρελά. Ήθελα κι εγώ να την χύσω στο μουνάκι. Το ήθελα τόσο πολύ. Τότε σκέφτηκα να την απειλήσω ότι θα το πω στον μπαμπά με σκοπό να την σκίσω, να την κάνω να σπαρταράει. Έτσι κι έγινε. Αυτό όμως θα σας το πω άλλη φορά σε λίγες μέρες.

(Copyright protected OW ref: 52303)