Ο Σπύρος, η Άννα και ένα τρίο διαφορετικό από τα άλλα (11ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Υπόθεση: Ο φίλος μας κάνει τον ανυποψίαστο γι’ αυτό που άκουσε να λέει ο ρεσεψιονίστ στην Άννα και δέχεται την πρόταση της όμως με κάποιο αντάλλαγμα.. βρήκε την ευκαιρία να κάνει εκβιασμό για να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του.

Η ιστορία:

Πήγα στα γρήγορα λοιπόν στο σπίτι που είχε νοικιάσει η παρέα μου. Μιλούσα μαζί τους, και είχα ακόμα την γεύση από τα χύσια στο στόμα μου. Άρχισαν να με ρωτάνε πως είναι η Άννα στο κρεβάτι, τι της κάνουμε και τέτοια. Αφού κανόνισα να με περιμένουν την επόμενη το βραδάκι για ποτό, την ώρα που έφευγα άρχισαν να με πειράζουν λέγοντάς μου ότι δεν σκέφτομαι τους φίλους μου καθόλου και γιατί δεν φέρνω την Άννα να την πάρουμε όλοι μαζί αφού της αρέσει τόσο πολύ. Έχοντας στο μυαλό μου μόνο να φύγω, όσο πιο γρήγορα μπορούσα, τους υποσχέθηκα μέσα σε γέλια και πειράγματα ότι θα της το προτείνω και αν δεχτεί, θα τους πάρω να το κανονίσουμε.

Γύρισα πίσω σχεδόν τρέχοντας. Βρήκα την Άννα με το παρεό το κόκκινο, τακουνάκι και τα μαλλιά κοτσίδα, να λέει στον Σπύρο να την πάει για μπάνιο. Ο Σπύρος πάλι, της έλεγε να τον αφήσει να ξεκουραστεί από το ταξίδι και να πάνε το απόγευμα, για να μπορεί να βγούμε έξω το βράδυ, μια που ήταν και η τελευταία τους νύχτα στο νησί. Μόλις με είδε η Άννα (αυτό περίμενε άλλωστε) είπε:

-    «Εντάξει, ξεκουράσου εσύ. Θα με πάει ο μικρός. Άντε μικρέ, βάλε το μαγιό σου και πάμε! Θα με πας για μπάνιο».

Πήγα, άλλαξα και μόλις βγήκαμε από το δωμάτιο, με τράβηξε σε μια γωνία του διαδρόμου και μου είπε με μια φωνή γεμάτη άγχος:

-    «Άκου, μικρέ.. Μπλέξαμε και χρειάζομαι βοήθεια για να ξεμπλέξω».

Μου εξήγησε αυτά που ήδη είχα ακούσει όσο έπαιρνα πίπα στον Τάκη πίσω από τον πάγκο της ρεσεψιόν, την ώρα που της τα έλεγε. Δεν της είπα ότι τα ήξερα, αντίθετα. Έκανα τον ανήξερο.

-    «Καλά, κι εγώ τι σχέση έχω; Εμένα, γιατί με θέλει εκεί;»

-    «Δεν ξέρω, αγόρι μου. Μπορεί να τον φτιάχνει αυτό το δήθεν αιμομικτικό, που νομίζει ότι είσαι ανιψιός μου. Αλήθεια, δεν ξέρω. Αλλά μου το ξεκαθάρισε. Αν δεν πάμε και οι δύο, θα με κάνει βούκινο στο νησί. Θα έρθεις, έτσι δεν είναι;»

-    «Αν μου κάνεις κι εσύ μια χάρη αύριο, να με βγάλεις κι εμένα από μια δύσκολη θέση, ναι, θα έρθω».

-    «Χάρη; Τι χάρη;»

Τα μάτια της έβγαζαν σπίθες!

-    «Ώρες είναι τώρα να αρχίσεις τους εκβιασμούς κι εσύ. Κοίτα μικρέ, εσένα δεν σε παίρνει! Κιχ να βγάλεις, θα μάθει όλη η παρέα σου τι πουτανίτσα είσαι και πόσες πούτσες έχεις φάει σε τρεις μέρες εδώ!»

-    «Ναι;» Απάντησα στον ίδιο τόνο κι εγώ. «Και όταν μείνω στο νησί μόνος μου από αύριο, θα σε κάνω εγώ βούκινο αντί γι’ αυτόν, να δω τι θα πεις μετά…»

Χαμογέλασε, μ’ εκείνο το χαμόγελο που με τρέλαινε.

-    «Μ’ αρέσεις περισσότερο στο υπάκουό σου, μικρέ. Τι θέλεις; Πες μου και αν μπορώ…»

Της είπα για τους φίλους μου και γελώντας μου απάντησε:

-    «Αυτό δεν είναι χάρη μικρέ. Αυτό θα είναι ευχαρίστησή μου. Άσε που σχεδόν θα στο χρωστάω κιόλας, μετά το σημερινό. Άντε, πάμε. Θ’ αργήσουμε».

Μπήκαμε στο δωμάτιο. Η Άννα κοίταξε το ρολόι της και μου είπε ότι η βάρδια του ρεσεψιονίστ τελείωνε σε δέκα λεπτά. Έβγαλε το παρεό και το μαγιό που φορούσε από κάτω και ξαναέδεσε το παρεό με άλλο τρόπο, έτσι που τόνιζε τις βυζάρες της. Οι ρώγες ήταν ήδη καυλωμένες, έτοιμες να τρυπήσουν το ύφασμα. Ήρθε κοντά μου και με έγδυσε κι εμένα εντελώς, λέγοντάς μου:

-    «Θα πρέπει να τον υποδεχτούμε με την εικόνα που τον καύλωσε τόσο πολύ».

Δεν άντεξα και της είπα:

-    «Τελικά, δεν φαίνεται να ζορίζεται και πολύ για να το κάνει».

Γέλασε πάλι και μου είπε:

-    «Αφού θα το κάνει που θα το κάνει τελικά, καλό θα είναι να το ευχαριστηθεί κιόλας. Θα πρέπει να του κάτσω αν το ζητήσει».

Κάνοντας τον αθώο, της είπα:

-    «Και να το ζητήσει, θα πω όχι. Το πολύ - πολύ να του πάρω καμία πίπα, κι αυτό.. αν το ζητήσει».

Γέλασε και μου είπε:

-    «Δεν πιστεύω ότι θα μπορέσεις να κρατηθείς, αλλά  θα κάνω ότι ήταν η πρώτη φορά που με έγλειψες αυτή που μας είδε και δεν έχει γίνει τίποτε άλλο μεταξύ μας».

Με τράβηξε να γονατίσω ανάμεσα στα πόδια της, μου τράβηξε το κεφάλι πάνω στο μουνί της, κάνοντας με να πέσω στα τέσσερα και μου είπε:

-    «Άντε, γλείφε. Ήθελε να με έχεις έτοιμη όταν θα έρθει!»

Άκουσα την πόρτα να ανοίγει πίσω μου και κάνοντας πως δεν το κατάλαβα, συνέχισα:

-    «Ναι, θεία, εντάξει. Μόνο μην το μάθουν στο σπίτι, γιατί θα γίνει χαμός μετά και ποιος τους ακούει!»

-    «Ναι, αγόρι μου. Γλείφε εσύ την θεία τώρα και κάνε ότι σου πει ο κύριος και δεν θα μάθει κανείς τίποτε».

Άκουσα την φωνή του βραχνή πίσω μου.

-    «Έτσι μπράβο. Το έπιασε το νόημα η θεία. Θα κάνετε και οι δύο ότι σας πω και θα περάσουμε όλοι καλά και χωρίς προβλήματα! Έτσι κυρία Άννα;»

-    «Βεβαίως. Μια χάρη μόνο. Ήρεμα με τον μικρό, είναι παιδί ακόμα. Σε παρακαλώ».

Ο ήχος του χαστουκιού ακούστηκε σαν κεραυνός στο δωμάτιο.

-    «Μάλλον δεν το κατάλαβες καλά κυρία Άννα. Ότι θέλω εγώ, σημαίνει ότι θέλω εγώ! Πες το! Να βεβαιωθούμε όλοι ότι καταλάβαμε σωστά!»

-    «Εντάξει, ότι πεις εσύ» επανέλαβε η Άννα, με μισή φωνή.

Που να ήξερε πόσο την καύλωναν τέτοιες συμπεριφορές! Μια βαριά παλάμη προσγειώθηκε με δύναμη στο κωλομέρι μου, κάνοντας με να τιναχτώ.

-    «Κι εσύ μικρέ! Άσε το μουνί της θείας σου και πες το να σ’ ακούσω!»

-    «Ναι, ότι πεις εσύ…» ψιθύρισα εγώ, χαμογελώντας πονηρά μέσα μου.

-    «Μπράβο πουτανίτσες! Γλείφε την μικρέ, μέχρι να κάνω ένα ντουζάκι εγώ. Θέλω να βογκάει όταν βγω».

Και μ’ αυτό μπήκε στο μπάνιο. Εγώ συνέχισα να την γλείφω, όπως και όπου της άρεσε, απολαμβάνοντας την αίσθηση, κάνοντας την να βογκάει και να κουνιέται. Να ανοίγει τα πόδια και να μου τραβάει το κεφάλι πάνω στο μουνί της. Ξαφνικά, ένιωσα να με τραβάει από τα μαλλιά. Μας έβαλε χωρίς κουβέντα να αλλάξουμε θέσεις. Εγώ καθιστός στον καναπέ και η Άννα στα τέσσερα στο πάτωμα μπροστά μου.

-    «Τώρα θα σε γλείψει λίγο και η θεία. Όσο εγώ θα της δείχνω τα καινούργια πράγματα που έμαθες να κάνεις».

-    «Τι εννοείς; Μ’ εσένα ότι θέλεις, στο είπα. Τον μικρό, άφησε τον έξω από αυτό!»

Αρπάζοντας την άγρια από τα μαλλιά, της άστραψε δυο χαστούκια.

-    «Σου είπα, θα γίνεις η πουτάνα μου! Και οι πουτάνες, παίρνουν πίπες και γαμιούνται μόνο! Εάν ξαναμιλήσεις, θα σε κάνω μαύρη. Συνεννοηθήκαμε; Γλείφε τώρα την πούτσα του μικρού και μην σταματήσεις αν δεν σου πω εγώ!»

Η αντίδρασή της με ξάφνιασε ακόμα και μετά από όσα είχα δει τις προηγούμενες μέρες. Χωρίς κουβέντα, έσκυψε και άρχισε να με γλείφει, χωρίς καμία αντίρρηση. Δεν πρόλαβα να το σκεφτώ παραπάνω. Ανεβαίνοντας στον καναπέ με τα πόδια ανοιχτά μπροστά μου, μου έχωσε την μισή πούτσα του στο στόμα, λέγοντας βραχνά:

-    «Κι εσύ μια που είσαι τόσο καλός στην προετοιμασία, ετοίμασε την πούτσα για την κωλάρα της θείας σου! Τόσες μέρες την λιγουρεύομαι. Σήμερα θα την ξεσκίσω!»

Βογκώντας μπουκωμένα, άρχισα να γλείφω και να ρουφάω. Ένιωσα τα χείλια της Άννας να σφίγγονται πάνω στον πούτσο μου και την ένιωσα να κάνει ένα «Μμμμμ…» με γεμάτο το στόμα της. Εκείνος όμως το άκουσε. Χώνοντας μου τον στο λαιμό και κρατώντας τον εκεί, γύρισε προς το μέρος της λέγοντας:

-    «Σ’ άρεσε η ιδέα, πουτάνα; Φαίνεσαι, έτσι που τον κουνάς δείχνοντάς τον σ’ όλους».

Ξαφνικά, βγάζοντάς τον από το στόμα μου, πήγε πίσω και πάνω της. Την καβάλησε, τον έβαλε στην τρύπα της και άρχισε να της τον χώνει, αργά αλλά χωρίς να σταματάει. Την άρπαξε από τα μαλλιά, και στηρίζοντας το άλλο του χέρι στον σβέρκο της τον έχωσε όλο μέχρι την ρίζα, σπρώχνοντας την συγχρόνως να πάρει όλο τον πούτσο μου μέχρι το λαιμό. Κρατώντας την εκεί, άρχισε να της ανοίγει τον κώλο, με μεγάλες βαθιές κινήσεις.

-    «Έτσι, σαν καλή πουτάνα! Στον λαιμό την πούτσα του! Τα χείλια σου στα αρχίδια του θα ακουμπάνε, όσο σου ανοίγω την κωλάρα σου! Θέλω να του μείνει αξέχαστη αυτή η πίπα της θείας του, μέχρι που να γεράσει!»

Μου πήρε τα χέρια και με έβαλε να της πιάσω το κεφάλι, δείχνοντάς μου ότι θέλει να την κρατάω εκεί σταθερά. Μετά, έβαλε τα χέρια του πάνω στην μέση της, στηρίχτηκε καλά, και άρχισε πάλι να της γαμάει τον κώλο, βγάζοντάς τον όλον έξω και χώνοντάς τον με μια κίνηση όλον μέσα πάλι. Η Άννα, φώναζε πάνω στην πούτσα μου. Από πόνο ή από καύλα, δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω, είναι ότι βλέποντάς την τόσο υποταγμένη, θυμήθηκα και κάτι άλλο που της άρεσε. Την έπιασα με το ένα χέρι από τον σβέρκο και με το άλλο άρχισα να την χαστουκίζω στο μάγουλο ελαφρά, χώνοντας όλη την πούτσα στον λαιμό της. Μούγκρισε σαν ζώο. Εκείνος, χωρίς να κόψει τον ρυθμό που την γαμούσε, είπε:

-    «Έτσι, είδες τι πουτάνα θεία έχεις μικρέ! Κάνε την ότι γουστάρεις! Δεν θα σου ξανακάτσει έτσι μάλλον, οπότε απόλαυσέ το τώρα που μπορείς!»

Στο επόμενο χαστούκι, η Άννα μούγκρισε πάλι και άρχισε να τελειώνει, φωνάζοντας με μπουκωμένο στόμα και κουνώντας τον κώλο της σαν τρελή. Τόσο που παραλίγο να τον ρίξει κάτω. Εκείνος, την άρπαξε από τα μαλλιά και βγάζοντας την πούτσα του από τον κώλο της, της είπε αγριεμένα:

-    «Σου είπε κανείς να τελειώσεις παλιοπούτανο; Τώρα θα σε φτιάξω καλά. Είχα σκοπό να του την χαρίσω του μικρού, αλλά τώρα θα την πληρώσει ο δικός του ο κωλαράκος. Και αν δεν κάνω λάθος, θα του αρέσει κιόλας! Και όχι μόνο αυτό, θα βοηθήσεις κι εσύ να σου τον πηδήξω τον ανιψούλη σου!»

(Copyright protected OW ref: 49204)