Η παρθενική μου εμπειρία

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Η Μαρία πηγαίνει στο σπίτι της θείας της ανυποψίαστη νομίζοντας ότι θα είναι μόνη όπου εκεί, αυτό που θα δει θα της αλλάξει τη ζωή για πάντα.

Η ιστορία:

Η Μαρία ξύπνησε και γύρισε στο κρεβάτι της νωχελικά. Ένιωσε το μουνάκι της γεμάτο υγρά. Έσπρωξε το χέρι της μέσα στην κιλότα της και το στέγνωσε χαϊδεύοντάς το. Μετά, σηκώθηκε βιαστικά για να φύγει για το φροντιστήριο. Θυμήθηκε ότι έπρεπε να περάσει απ’ το σπίτι της θείας της, που έλειπε σε διακοπές, για να ποτίσει τα λουλούδια. Έβαλε βιαστικά ένα μπλουζάκι και μια τζιν φούστα και βγήκε στο δρόμο.

Η Μαρία ήταν μια κοπελάρα δεκαοκτώ χρονών, ψηλή, καστανόξανθη, και γεμάτη σφρίγος. Αισθανόταν ήδη πολύ γυναίκα. Το σώμα της ήταν άριστα σχηματισμένο, τα μπούτια της δεμένα και παχουλά, οι γάμπες της μακριές και χυτές, τα στήθια της στητά και ολοστρόγγυλα τέντωναν το σφιχτό μπλουζάκι και, καθώς δεν φορούσε σουτιέν, οι τεντωμένες ρώγες της σχηματιζόντουσαν προκλητικά πάνω στο άσπρο ύφασμα.

Οι ερωτικές της εμπειρίες ήταν μηδαμινές. Είχε κάποιες παρέες νεαρών φίλων, αλλά ζούσε σε σπίτι αυστηρών αρχών, με πολύ αυστηρό πατέρα και σεμνή μητέρα, και δεν είχε ποτέ τολμήσει να αφήσει ελεύθερο τον εαυτό της. Αυνανιζόταν άγρια κάθε βράδυ, για να μπορέσει να ηρεμήσει και να κοιμηθεί, αλλά κάθε πρωί ξυπνούσε μελαγχολική, καθώς της έλειπε η αντρική αγκαλιά, που τόσο την αισθανόταν πια απαραίτητη.

Όταν έφτασε στο έρημο σπίτι της θείας της, άνοιξε το διακόπτη του ποτίσματος, έκανε έναν καφέ και ξαπλώθηκε στο σαλόνι, περιμένοντας να τελειώσει το πότισμα. Οπότε, άκουσε κάποιες κραυγούλες να έρχονται απ’ το υπνοδωμάτιο. Τρόμαξε. Πατώντας στα νύχια, πλησίασε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας κι έβαλε το μάτι της στην κλειδαρότρυπα. Τα έχασε. Η θεία Αλέκα, ζωντοχήρα και αδελφή του πατέρα της, που υποτίθεται πως έλειπε σε διακοπές, ήταν πάνω στο κρεβάτι με κάποιον άντρα. Η Αλέκα ήταν τριαντάρα, ξανθή και κορμάρα. Ο άντρας που ήταν μαζί της ήταν ψηλός, δεμένος και μελαχρινός. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα και η θεία καθόταν πάνω στο καυλί του, γυρισμένη με το πρόσωπο προς τα πόδια του, και χοροπηδούσε, ενώ αυτός, με το ένα χέρι του της τσιμπούσε τις ρώγες και με το άλλο της έτριβε την κλειτορίδα.

Κατάλαβε πως η θεία κι αυτός ψωνίστηκαν στην εξοχή και, για να απολαύσουν καλύτερα το γαμήσι τους, άφησαν τις διακοπές κι ήρθαν να απομονωθούν στο σπίτι. Η Μαρία αισθάνθηκε το μουνάκι της να πλημμυρίζει. Το κορμί της φούντωσε ολόκληρο. Όπως ήταν γονατιστή, άρχισε με το αριστερό χέρι να τσιμπάει τα βυζιά της και με το δεξί να τρίβει απ’ έξω το μουνί της. Μέσα, η Αλέκα κόντευε να έρθει σε οργασμό και είχε αρχίσει να στριγγλίζει, ενώ ο εραστής της πήδαγε προς τα πάνω κι έσπρωχνε τον πούτσο του πιο βαθιά μέσα στον κόλπο της.

Την ώρα που το ζευγάρι έχυνε μέσα στο δωμάτιο, η Μαρία είχε φουντώσει όσο δεν έπαιρνε άλλο κι αγωνιζόταν να τελειώσει κι αυτή. Τα έχασε όμως κι έμεινε εκστατική μπροστά στο μυστήριο της ηδονής, που για πρώτη φορά το ζούσε εκ του φυσικού. Μέχρι σήμερα ήξερε τον έρωτα από το σινεμά, απ’ τα σαλιαρίσματα με τα διάφορα βουτυρόπαιδα της ηλικίας της κι απ’ τη φαντασία της. Αυτό όμως ήταν κάτι άλλο.. ήταν δυνατό, άγριο, ζωντανό. Ήταν η αληθινή εικόνα του έρωτα, ήταν πραγματική και βαθιά ηδονή, χωρίς μύξες και υποκρισίες. Μέχρι να σκεφτεί όλα αυτά, είδε τους δυο εραστές να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται και τη Αλέκα να λέει:

-    «Ήταν εξαίσιο! Πάντα έλεγα πως το πρωινό είναι το καλύτερο. Πάω να φέρω καφέ».

Κι ήρθε ολόγυμνη προς την πόρτα.  Η Μαρία πετάχτηκε όρθια κι έτρεξε στον καναπέ. Κάθισε, πήρε ένα περιοδικό κι άρχισε να το κοιτάζει δήθεν αδιάφορα. Η θεία, μόλις την είδε, χωρίς να ντραπεί καθόλου, χαμογέλασε:

-    «Αγάπη μου, εδώ είσαι; Πολύ χαίρομαι που σε βλέπω!» της είπε.

-    «Γεια σου, Αλέκα», απάντησε η Μαρία. «Ήρθα να ποτίσω τα λουλούδια, γιατί δεν ήξερα πως γύρισες. Καλωσόρισες. Φεύγω για το φροντιστήριο, γιατί βιάζομαι. Θα τα πούμε τ’ απόγευμα».

-    «Κάτσε να σε δω…», της είπε η θεία και πλησίασε και κάθισε δίπλα της στον καναπέ.

Την αγκάλιασε και τη φίλησε στα χείλη. Η Μαρία, μόλις ένιωσε το καυτό κορμί της θείας της κολλημένο επάνω της, έσπασε. Μια τρεμούλα έντονη άρχισε να τη διαπερνά.

-    «Θεέ μου!», είπε η Αλέκα. «Εσύ τρέμεις. Τι έχεις; Άρρωστη είσαι;»

-    «Όχι», απάντησε η Μαρία. «Δεν αντέχω άλλο θεία μου. Είμαι γυναίκα, το κορμί μου βράζει και ζητάει την αντρική επαφή. Κι ο πατέρας μου, όσο με βλέπει να σχηματοποιούμαι περισσότερο σαν γυναίκα, τόσο με στριμώχνει και με φοβίζει περισσότερο. Βήμα δεν με αφήνει να κάνω, χωρίς την επιτήρησή του. Μέσα μου συγκρούονται η επιθυμία απ’ τη μια και ο φόβος απ’ την άλλη. Δεν μπορώ πια ούτε να μελετήσω, ούτε να διασκεδάσω. Αν δεν ολοκληρωθώ σαν γυναίκα, αισθάνομαι πως δεν θα ξαναβρώ την ψυχική μου ηρεμία».

Κι έπεσε ανάσκελα στον καναπέ, κλαίγοντας παραπονιάρικα.

-    «Κουτούτσικο», της απάντησε η ώριμη γυναίκα. «Αυτό είναι το πρόβλημά σου; Μη δίνεις σημασία στον αδελφό μου. Άντρας είναι και είναι φυσικό να μην τον αφήνει η ζήλια να δει ποιο είναι το καλύτερο για την υγεία σου. Εγώ ξέρω, πως θα ηρεμήσεις, χωρίς ο αδελφός μου να μάθει τίποτα. Δείξε μου εμπιστοσύνη και άφησε τον εαυτό σου ελεύθερο».

Όσο της έλεγε αυτά, είχε αρχίσει να τραβάει τη φούστα της προς τα πάνω και να της χαϊδεύει τα μπούτια. Η Μαρία τεντώθηκε κι αισθάνθηκε το μουνί της να μουσκεύει. Η Αλέκα της τράβηξε σιγά - σιγά το σλιπάκι κι ακούμπησε τη γλώσσα της στην κλειτορίδα της. Η μικρή τινάχτηκε.

-    «Αχ, θεία μου…», ψέλλισε.» Σ’ ευχαριστώ. Γλείψε με, να με τελειώσεις. Με καυλώσατε πολύ με τον απίθανο έρωτα που σας είδα να κάνετε».

-    «Πονηρούλα», απάντησε η άλλη. «Κρυφοκοίταζες! Δεν πειράζει όμως. Αρκεί που είδες τι είναι εκείνο που αξίζει περισσότερο στη ζωή».

Κι άρχισε να τη γλείφει δυνατά στα μουνόχειλα και στην κλειτορίδα. Η μικρή, ξετρελαμένη, ανασηκώθηκε λίγο, φούχτωσε τα βυζιά της θείας της και τα έσφιξε δυνατά. Η Αλέκα ούρλιαξε απ’ τον πόνο κι απ’ την ηδονή κι άρχισε να σέρνει τα δόντια της πάνω στην κλειτορίδα της ανιψιάς της, κοκκινίζοντάς την και κάνοντάς την να στηθεί σαν μικρό καυλάκι. Η Μαρία ένιωσε ξαφνικά να απελευθερώνεται απ’ τα ταμπού και τις προκαταλήψεις και να αισθάνεται απλά σαν το θηλυκό κτήνος που γυρεύει όλο καύλα το αρσενικό του.

-    «Θεία μου, μη με τελειώσεις έτσι!», φώναξε. «Δεν αντέχω άλλο. Θέλω να γαμηθώ επιτέλους. Θέλω σήμερα να νιώσω μέσα μου έναν αντρικό πούτσο. Να μου σκαλίσει τα σπλάχνα. Να με ξεσκίσει. Μη με βασανίζετε άλλο, σας παρακαλώ όλους».

Τότε η Αλέκα σηκώθηκε και, χωρίς να μιλήσει, πήρε απ’ το χέρι την ανιψιά της και την τράβηξε προς την κρεβατοκάμαρα. Η Μαρία άρχισε να τρέμει. Κατάλαβε πως η θεία της είχε αποφασίσει να την παραδώσει στην αγκαλιά του εραστή της, σαν πρόβατο στη σφαγή. Προς στιγμήν, δείλιασε κι έκανε να τραβηχτεί.

-    «Άσε με, Αλέκα, να φύγω…», ψέλλισε. «Πρέπει να πάω στο φροντιστήριο».

-    «Μην είσαι κουτή, απάντησε η θεία της. Δεν σ’ αφήνω να φύγεις έτσι. Αυτή η ανοησία πρέπει να τελειώσει. Είσαι ένα ολοζώντανο και καυλιάρικο θηλυκό και οφείλεις στον εαυτό σου και στο αντρικό γένος να αφήσεις τη θηλυκότητά σου να ολοκληρωθεί με όλη της την ορμή».

Και, γυρίζοντας προς την κρεβατοκάμαρα, φώναξε:

-    «Νίκο, έλα εδώ σε παρακαλώ».

Ο Νίκος βγήκε ολόγυμνος στο σαλόνι και πλησίασε απορημένος τις δυο γυναίκες.

-    «Πάρε μέσα την ανιψιά μου», είπε η Αλέκα. ¨»Στη χαρίζω για όλη μέρα σήμερα. Είναι παρθένα. Θέλω να της κάνεις σε λίγες ώρες ότι κάναμε μαζί όλες αυτές τις μέρες».

-    «Πολύ ευχαρίστως!», απάντησε εκείνος.

Έσκυψε, έβαλε το χέρι του ανάμεσα στα σκέλια της Μαρίας και τη σήκωσε στον αέρα. Η Μαρία τα έχασε, προσπάθησε να τον απωθήσει και να πατήσει κάτω. Την ίδια στιγμή όμως, αισθάνθηκε αυτό που τόσους μήνες ονειρευόταν. Ένα δυνατό αντρικό μπράτσο να πιέζει το μουνί της και τα δάχτυλά του να χουφτώνουν τον κώλο της. Κάθε δύναμη αντιστάσεως της παρέλυσε. Μέχρι να το καλοσκεφτεί ήταν καθισμένη πάνω του στο κρεβάτι και τα χείλη του ήταν ενωμένα με τα δικά της. Αισθάνθηκε το στόμα του να ρουφάει με δύναμη τη γλώσσα της, δαγκώνοντάς τη, και τα χέρια του να ανοίγουν βίαια το μπλουζάκι της και να χουφτώνουν τα βυζιά της. Άπλωσε το χέρι της κι αναζήτησε το καυλί του. Κατάλαβε πως ήταν θεόρατο κι ανατρίχιασε στη σκέψη πως αυτό το ξυλιασμένο όργανο θα έμπαινε σε λίγο μέσα της και θα της σκάλιζε τα σωθικά.

-    «Έλα να με πηδήξεις…», του ψιθύρισε. «Είμαι δική σου. Κάνε με ότι θέλεις».

Εκείνος τότε, έπιασε τον πούτσο του κι άρχισε να τον τρίβει με δύναμη πότε στην κλειτορίδα της και πότε γύρω - γύρω στα μουνόχειλα της. Η Μαρία νόμιζε πως θα λιποθυμήσει. Επιτέλους, ένιωθε πραγματικά γυναίκα. Ένας δυνατός άντρας θα την πηδούσε και θα γλυκαινόταν πάνω της. Δεν θα μαλακιζόταν με το δάχτυλο αυτή τη φορά. Ένας τεράστιος αντρικός πούτσος θα της έδινε τη γνήσια ηδονή και θα της άνοιγε διάπλατα το μουνί.

-    «Μπες μέσα μου!», του φώναξε. «Γάμησε με. Δεν αντέχω άλλο».

Αυτός χαμογέλασε σαδιστικά.

-    «Μη βιάζεσαι…», της είπε. Έχουμε ώρα ακόμα».

Κι άρχισε να χαϊδεύει με τον πούτσο του τη μεμβράνη που έφραζε τον κόλπο της. Η Μαρία κατάλαβε τα πρώτα πονάκια του έρωτα κι ένιωσε πια παραδομένη στα χέρια ενός στιβαρού άντρα. Αισθανόταν σιγά - σιγά τον τεράστιο πούτσο, που λίγο πριν βυθιζόταν στο μουνί της θείας της κι αυτή έκανε όνειρα να το γευτεί και η ίδια, να βρίσκεται τώρα μέσα στον κόλπο της, να γλιστράει ανάμεσα στα υγρά της και να της σκίζει την παρθενιά της.

Τότε, ξαφνικά, ο Νίκος δίνει μια απότομη σπρωξιά και βυθίζει τον τεντωμένο πούτσο του μέχρι τον πάτο του κόλπου της. Οπότε η Μαρία, ξετρελαμένη απ’ τον πόνο και την ηδονή, κουλουριάζεται πάνω του, σφίγγει τα πόδια της πάνω απ’ τον κώλο του, τον αγκαλιάζει γύρω απ’ το λαιμό κι αρχίζει να απολαμβάνει άφωνη το πρώτο της γαμήσι. Αλήθεια, που να φανταζόταν το πρωί, που ξύπνησε μελαγχολική και γεμάτη υγρά, τι έκπληξη την περίμενε στο σπίτι της θείας. Έβλεπε τον καυλωμένο πούτσο του να μπαινοβγαίνει μέσα στην τρύπα της, το ένα χέρι του να τσιμπά στριφτά τις φουσκωμένες ρώγες των βυζιών της, το άλλο να τσιμπά τα κωλομέρια της και την ανάσα του να ξεφυσάει βαριά δίπλα στ’ αφτιά της, ενώ η γλώσσα του σερνόταν γλιστερή πάνω στο λαιμό της. Τότε άρχισε να ουρλιάζει:

-    «Γάμησε με, βρε άντρακλα! Σκίσε με! Σκάλισέ μου τα σπλάχνα. Ξεθύμανε πάνω μου. Χύσε μέσα μου όλη σου την καύλα, όλο σου τον ανδρισμό. Είμαι δική σου, σήμερα. Θέλω να γαμιέμαι συνέχεια μέχρι το βράδυ».

Αυτός έσπρωχνε όλο και πιο βαθιά. Σαν να προσπαθούσε να την καρφώσει με τον πούτσο του πάνω στο κρεβάτι. Το μουνί της είχε ανοίξει διάπλατα και τον ρούφαγε αχόρταγα. Τότε αυτός έχωσε το δάχτυλό του μέσα στην κωλοτρυπίδα της και το ένωσε μέσα της με τον πούτσο του. Η Μαρία ένιωσε πραγματικά να ξεσκίζεται. Η αντρική επίθεση στα γεννητικά της όργανα ήταν καθολική. Το μουνί της σκιζόταν, ο κώλος της τρυπιόταν, οι ρώγες της τσιμπιόντουσαν άγρια και τα χείλη της δαγκωνόντουσαν με δύναμη κι είχαν μελανιάσει.
Χωρίς να το καταλάβει, η ώρα της μεγάλης ηδονής ήρθε. Ένιωσε ξαφνικά να σπαρταράει. Αισθάνθηκε τον οργασμό να πλησιάζει… Η γλύκα ήταν απερίγραπτη.

-    «Χύνω! Χύνωωωω!», ξεφώνισε ικανοποιημένη κι ένιωσε ένα ποτάμι ηδονής να την περιλούζει.

Την ίδια στιγμή, άκουσε το Νίκο να μουγκρίζει σαν αγρίμι κι αισθάνθηκε το ζεστό σπέρμα του να εκτοξεύεται μέσα στα τοιχώματα του κόλπου της και να τα χτυπά με δύναμη. Η αίσθηση του καυτού αντρικού υγρού την έκανε πια να αμοληθεί ξέφρενα στο πέλαγος της ηδονής και να αδειάσει όλη της την καύλα που είχε τόσους μήνες μαζεμένη. Μετά, αφέθηκε από κάτω του ξεθεωμένη, πλακωμένη απ’ το βαρύ αντρικό κορμί που αγκομαχούσε, εκστατική και απόλυτα ικανοποιημένη. Τότε είδε ότι η θεία της στεκόταν στην πόρτα και τους παρακολουθούσε χαμογελώντας.

-    «Πώς σου φάνηκε;» τη ρώτησε.

-    «Ήταν τέλεια θεία μου!», απάντησε. «Τώρα αισθάνομαι γυναίκα. Θα στο χρωστάω χάρη σ’ όλη μου τη ζωή».

Η Αλέκα κούνησε το κεφάλι της και σχολίασε:

-    «Να θυμάσαι πάντα ένα πράγμα: Η γυναίκα γεννήθηκε για να γαμιέται κι ο άντρας για να γαμάει. Να μην αφήνεις ποτέ την ευκαιρία να πάει χαμένη. Ο Νίκος θα μείνει μαζί μου αρκετό καιρό. Είναι σπάνιας απόδοσης άντρας και είμαστε τυχερές που τον έχουμε. Κάθε πρωί στον παραχωρώ».

Στο μεταξύ, ο άντρας είχε σκύψει στο μουνί της Μαρίας κι είχε αρχίσει να της το γλείφει και να το ξανάβει και πάλι. Η Αλέκα πλησίασε κι αυτή κι άρχισε να χαϊδεύει τον κώλο της ανιψιάς της και να της γλείφει την κωλοτρυπίδα. Η Μαρία, νιώθοντας τις γλώσσες των δυο εραστών να πιπιλάνε το μουνί της και τον κώλο της, φούντωσε και πάλι και, γυρνώντας ανάποδα άρχισε να γλείφει πότε τον πούτσο του Νίκου και πότε το μουνί της θείας της. Έτσι, εκείνο το πρωί, ξαναήρθαν και οι τρεις σε οργασμό και πέρασαν απίθανα.

Φεύγοντας η Μαρία από το σπίτι της θείας της σκεφτόταν πως, επιτέλους, ήταν μια ολοκληρωμένη γυναίκα που είχε αισθανθεί την απόλαυση του έρωτα, γαμημένη και πηδημένη, που είχε νιώσει πάνω της το αντρικό κορμί σε όλο του το μεγαλείο. Κι ήξερε πως, όσοι άντρες κι αν πέρναγαν στο μέλλον απ’ τη ζωή της (κι απ’ το κορμί της), η μέρα αυτή θα της έμενε αξέχαστη. Ο άντρακλας αυτός, που ήταν ο πρώτος της, θα ήταν πάντα στη θύμησή της και η αίσθηση του τεράστιου οργάνου του να βυθίζεται στα σωθικά της θα έμενε ανεξίτηλη μέσα της...

(Copyright protected OW ref: 44512)

(Copyright protected OW ref: 44933)