Με τον αδελφό μου και άλλα…

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Η ζωή μιας κοπέλας είναι γεμάτη από έρωτες, εξομολογήσεις χωρίς ταμπού και ανομολόγητα πάθη.

Η ιστορία:

Αν εξαιρέσουμε ιστορίες που απλά εξιστορούνται για να αυξήσουν την ερωτική διάθεση υπάρχουν και κάποιες που λαμβάνουν χώρα και σφραγίζουν τους ανθρώπους και την προσωπικότητα τους. Συμβαίνουν είτε σαν αποτέλεσμα καταστάσεων, είτε επηρεαζόμενοι από συνθήκες, είτε αποδεχόμενοι την υπεροχή κάποιου. Δεχτείτε την κάπως μακροσκελή ιστορία μου που επί πλέον προσπαθεί να περιγράψει τις επικρατούσες συνθήκες και τα πρόσωπα που παίζουν ρόλο.

Το μικρό σπιτάκι με τα δυο δωμάτια και το μικρό δωμάτια που χρησίμευε και για σαλόνι, καθιστικό και μια μικρή κουζίνα που ίσα- ίσα χώραγε ένα τραπέζι για το φαγητό, ένα ψυγείο δώρο μεταχειρισμένο από τον θείο Τάκη, αδερφό της μαμάς, κάτω από τον νεροχύτη τη μπουκάλα του πετρογκάζ στο οποίο αρχικά εκεί μαγείρευε η μαμά και αργότερα που είχε μια σχεδόν μόνιμη δουλειά και αφού έγινε μια παράνομη επέκταση του σπιτιού έφερε ο πατέρας μου μια ηλεκτρική κουζίνα δώρο από τον ίδιο και το τόνιζε. Τότε ήξερα όμως γιατί την νύχτα οι αναστεναγμοί και τα πνιχτά λαχανιάσματα που ακούστηκαν έρχονταν από την κουζίνα και όχι από αλλού…

Μια ζωή θυμάμαι τη ζωή μου με βογκητά πόνου από τη γιαγιά στο χολ, μορφή ξεθωριασμένη πια, ήμουν δεν ήμουν τεσσάρων - πέντε χρονών όταν πέθανε, άλλοτε ηδονής και συνάμα ηδονικού πόνου, με τις τωρινές γνώσεις και εμπειρίες, γιατί για μένα πάντα ένα βογκητό ήταν βογκητό πόνου ή ένα βογκητό ανακούφισης. Αγαπημένε μου Κίμωνα, απαίτηση του παππού το όνομα του αδερφού μου, τρία χρόνια μεγαλύτερος, μοιραζόμαστε το ίδιο δωμάτιο μάλλον του έκλεβα τον ζωτικό του χώρο… τις προσωπικές του στιγμές χωρίς να το ξέρει ο ίδιος... αλλά δεν γινόταν διαφορετικά. Μέχρι που ο αδερφός μου έφυγε για σπουδές στα Γιάννενα, κοιμόμαστε στο ίδιο δωμάτιο. Δεν υπήρχε χώρος για άλλο κρεβάτι κάπου αλλού. Ήμουν μικρή και ο αδελφός μου φυσικά δεν θα μπορούσε όχι μόνο να αρνηθεί αλλά ούτε και να έχει άποψη.

Οι γονείς μας ήσαν εργάτες σε μια βιομηχανία της περιοχής, αρκετά νέοι, ο πατέρας μας ήταν αρκετά αυταρχικός, μέσα από αυτή την στάση προφανώς και όπως αποδείχτηκε προσπαθούσε να κρύψει άλλες αδυναμίες, αρκετές φορές τα έπινε και λιγάκι, για να πάνε τα φαρμάκια κάτω, όπως έλεγε, το άλλοθι που χρησιμοποιούσε και μαζί με τον θείο Τάκη πολλές φορές στο σπίτι μετά από την δουλειά. Και αν τύχαινε να έχουν κοινά ωράρια, συνήθως τρυπώνανε σε ένα κουτούκι κοντά στην ναυπηγοεπισκευαστική προβλήτα με κρασί ή και ούζο... αποτέλεσμα να την πληρώνει η μητέρα μας παντοιοτρόπως αν και δεν τον άφηνε στην ησυχία του γκρινιάζοντας του...

Ποτέ δεν τα πήγα καλά με την μητέρα μου… Τα ίδια συναισθήματα μας συνέδεαν με την κολλητή μου την Αννούλα, η μητέρα της και η μητέρα μου παιδικές φίλες οπότε κληρονομικό δικαιώματι κι εμείς γίναμε φίλες. Ένιωθα πως η μητέρα μου δεν με συμπαθούσε. Ίσως η προσπάθεια της να τα φέρει όλα βόλτα στο σπίτι, η δουλειά στο εργοστάσιο, η δική μου γκρίνια, να μην μας έδωσε την ευκαιρία να δέσουμε. «Φυτρώνει εκεί που δεν το σπέρνουν αυτό το παιδί!» έλεγε και το εννοούσε και μου βγάλανε το παρατσούκλι σπόρος, και η φυσιολογία μου το δικαιολογούσε: κοντή, αδύνατη, με αρκετά πεταχτά οπίσθια, μαλλιά κομμένα σαν τους καθολικούς καπουτσίνους, πράγματι βρισκόμουν σε μέρη απίθανα και χρονικές στιγμές άκαιρες...

Με έδιωχνε από το κρεβάτι τους όταν πήγαινα μικρή γιατί φοβόμουν τις αστραπές. «Τα παιδιά δεν πρέπει να κοιμούνται και να ακούν τι λένε οι μεγάλοι» έλεγε και με έδιωχνε. Όταν ερχόταν, κάποια πρωινά, ο θείος Τάκης μόνος στο σπίτι… «Πήγαινε στην Αννούλα να παίξετε», μου έλεγε. Ποτέ δεν μου μίλησε σαν γυναίκα, ακόμα και όταν έπρεπε να μου πει πράγματα που θα έπρεπε να ξέρω... Ναι, ψάχνω μονοπάτια για να δικαιολογηθώ…

Ζούσαμε σε μια γειτονιά φτωχική, εργατική, με ανθρώπους που πρέπει να ξυπνήσουν νύχτα για να πάνε στο μεροκάματο, με ανθρώπους που η τρυφερότητα δεν περίσσευε αλλά έπρεπε να μετουσιωθεί σε σκληρή δουλειά για να βγει ο επιούσιος. Ταυτόχρονα και τα παιδιά συμμετείχαν στο σπίτι φροντίζοντας τα μικρότερα, κάλυπταν τις ανάγκες όταν οι μανάδες δούλευαν και έβγαζαν την τραχύτητα που καθημερινά βιώνανε, στο παιχνίδι, στο σχολείο, στις συμπεριφορές τους μεταξύ τους. Πάντα ο αδύναμος, ο πιο ευαίσθητος ή και προσεκτικός θα ήταν το θύμα της κοροϊδίας στα αγόρια αλλά και η δήθεν ψηλομύτα και ακατάδεχτη για τα υπόλοιπα κορίτσια.

Κόλλησα με την Αννούλα γιατί εκτός από τους λόγους που είπα, μας δένανε κοινά.. δεν αγαπάγαμε τις μανάδες μας, μας φορτώνανε δουλειές. Η Αννούλα δε φρόντιζε και τα δυο μικρά της αδέλφια. Τη ζήλευα ταυτόχρονα. Χωρίς να διαβάζει πολύ, ήταν καλή μαθήτρια, ειδικά στην αριθμητική. «Σε βοηθά ο θείος σου» της το κοπανούσα κάθε φορά που ήμουν αδιάβαστη. Ο κύριος Νίκος δεν ήταν θείος της, ήταν πρώτος της ξάδερφος, 25 χρονών. Είχε τελειώσει μαθηματικός, αλλά είχε ένα άγριο και πολύ σοβαρό παρουσιαστικό που ακόμα και η Αννούλα τον έλεγε θείο. Απλά με κοιτούσε και έπιανε την κούκλα ή τον μικρό αδελφό της, σαν κούκλα, για να τον αλλάξει που τα είχε κάνει και βρώμαγε, χωρίς να απαντά στα πειράγματα μου...

Εικόνες, παραστάσεις ανακατεμένες με πρόσωπα, πολλές φορές έρχονταν στα όνειρά μου… ιδιαίτερα μετά από αυτές τις αγκαλιές με τον Κίμωνα που πρέπει να πω πάντα τις αποζητούσα εγώ… Συνήθως ένα βογκητό μαζί με μια νοητή παράσταση ερχόταν στο μυαλό μου και χωρίς να ξέρω το λόγο, έτρεχα και χωνόμουν στα σκεπάσματα του Κίμωνα… Πέρασαν αρκετά χρόνια να σχηματίσω γνώμη και ακόμα περισσότερο να συνδέσω ένα μεσημέρι την εικόνα της μάνας μου, σκυμμένης, γονατισμένη στα πόδια του θείου Τάκη με τα μαλλιά ανακατωμένα, πάντα είχε πολλά και πλούσια μαλλιά η μητέρα μου, και ο θείος Τάκης της τα ανακάτευε ενώ έβγαζε έναν ήχο παράξενο...

-    «Πόσο μεγάλωσε αυτό το σπυρί Τάκη!», είπε αλαφιασμένη.

Πετάχτηκε απότομα όρθια ενώ μια σταγόνα πύον - σπέρμα, είχε πεταχτεί μέχρι την άκρη των χειλιών της και μια βαθιά κόκκινη απόχρωση χρωμάτιζε τα συνήθως χλωμά της μάγουλα.

-    «Έλα στο μπάνιο να βάλουμε λίγο ιώδιο» είπε και σηκώθηκε.

Μέχρι πριν από τρία χρόνια η μητέρα μου δεν είχε μόνιμη δουλειά. Πότε στο ένα εργαστήριο, πότε σε κάποιο μαγαζί ή εργοστάσιο. Κάποιες φορές την διώχνανε γιατί δεν είχε δουλειά, άλλες φορές την έβλεπα να κλαίει γιατί το αφεντικό ήταν απαιτητικό. Ένας γνωστός του θείου Τάκη, που έγινε προϊστάμενος σε ένα σούπερ μάρκετ, την προσέλαβε στην αρχή για την αποθήκη και στη συνέχεια την ανέβασε στα τυριά. Ήταν όλο χαρά. Ήταν σαν να έχει μονιμοποιηθεί και σταθεροποιηθεί σε μια δουλειά. Ο μόνος που γκρίνιαζε ήταν ο πατέρας μου γιατί αργούσε κάποιες φορές κι είχαν τσακωθεί πολύ άσχημα. Στην πορεία ηρέμησε, αποδέχτηκε το ωράριο της, αν και μάλλον για να κάνει αισθητή την παρουσία του συνέχισε να γκρινιάζει, γιατί του καλάρεσαν τα λεφτά που έπαιρνε...

Ο Κίμωνας δεν ήταν ο καλός μαθητής, ένας σταθερός μαθητής με συστηματική μελέτη χωρίς να παραβλέπει και την μπάλα με τους φίλους στην αλάνα που υπήρχε ακόμα πίσω από το εγκαταλειμμένο εργοστάσιο. Πολλές φορές πήγαινα κι εγώ με τους δικούς μου φίλους. Δεν σας είπα; Έχω καταχωρηθεί στην παρέα σαν αγοροκόριτσο αποδεχόμενη σχεδόν από το σύνολο των αγοριών. Μεγάλο ρόλο έπαιζε και η αρχηγική παρουσία του Κίμωνα. Κολλητός του Κίμωνα ήταν ο Γιάννης, ένα από τα καλύτερα παιδιά, ντροπαλός από τη φύση του και πολύ καλός ποδοσφαιριστής, που αν δεν συναντούσε την αντίρρηση των δικών του ίσως να είχε κάνει καριέρα.

Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πως ο Κίμωνας, ένα πληθωρικό άτομο, μπορούσε να ταιριάξει με τον Γιάννη. Απλά είναι μια ακόμα επιβεβαίωση του κανόνα: τα ετερώνυμα έλκονται. Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ πως πηγαίνοντας σπίτι εκείνο το απόγευμα μετά τα αγγλικά θα άκουγα εκείνα τα πνιχτά βογκητά... η εικόνα εκείνων των μεγάλων ματιών του Γιάννη... Ξαπλωμένος μπρούμυτα, με το παντελόνι κατεβασμένο μέχρι τα γόνατα και τον Κίμωνα πίσω του να μην τον αφήνει...

Ο Γιάννης έφυγε από τη γειτονιά και το σχολείο μετά από ενάμιση χρόνο. Ο πατέρας του πήρε μετάθεση στην πατρίδα του τη Θεσσαλονίκη και μετακόμισαν εκεί. Είχα την αίσθηση ότι κάτι ήθελε να μου πει, προσπαθούσε μα δεν έγινε ποτέ. Συναντηθήκαμε πάλι πολλά χρόνια μετά σε ένα επαγγελματικό meeting στη Θεσσαλονίκη. Η έκπληξή μας ζωγραφίστηκε στα πρόσωπα μας και αυθόρμητα έπεσε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Μνήμες ανασύρθηκαν χωρίς καμία προσπάθεια στη κορυφή από τη βούρκο της λήθης και ο χρόνος γύριζε πίσω τόσο γρήγορα σε αντίθεση με την αργοπορία που πέρναγε.

...κλείνοντας την πόρτα έφυγα τρέχοντας χωρίς να ακολουθώ κάποια διαδρομή. Μάτια και ματιές στριφογύριζαν στο μυαλό μου και συναισθήματα, πότε οργής, πότε αγανάκτησης, εναλλάσσονταν μέσα μου. Έριχνε ένα ψιλόβροχο, σχεδόν ανεπαίσθητο, αλλά νόμιζα πως οι μικρές σταγονίτσες που πέφτανε τρυπούσαν το πρόσωπό μου. Θύμωνα με τον εαυτό μου που φύτρωνα όπου δεν με σπέρνανε.. οργιζόμουνα γιατί οι εικόνες, οι θολές, άρχισαν να παίρνουν μορφές ζωντανές και να σχηματοποιούνται στο μυαλό μου. Ζωντάνευαν δίνοντας νόημα στη πράξη που πράγματι αντιπροσώπευαν, θάβοντας την ψευδαίσθηση και τη σημασία που εγώ ήθελα να τους προσδίδω...

Η φευγαλέα ματιά του Γιάννη πριν χωθεί το πρόσωπο του στο στρώμα έβγαζε μια απέραντη ντροπή παθητικής αδυναμίας ενώ στου Κίμωνα ζωγραφιζόταν η ηδονή της κατάκτησης ενώ η πράξη αποτελούσε την καταλυτική διαδικασία, τον κρουνό, που άνοιξε να χυθούν σαν ποτάμια οι εικόνες που είχαν συσσωρευτεί στις δεξαμενές του μυαλού μου. Ζωντάνεψε η ματιά της μάνας μου που με κοιτούσε παράξενα όταν έλεγε: «Φυτρώνει εκεί που δεν την σπέρνουν», για να δει αν είχα καταλάβει όταν έσπαγε το κακοφορμισμένο σπυρί του θείου Τάκη ή όταν την έσπρωχνε από πίσω μουγκρίζοντας στα όρθια στο τραπέζι της κουζίνας...

Προσπαθούσαμε να θυμηθούμε τα παλιά, την παρέα, αποφεύγοντας την κεντρική σκηνή του θέματος, πίνοντας και καπνίζοντας συνεχώς, στη συνέχεια, στο γεύμα που είχε διοργανωθεί. Εκούσια ή για να κρύψουμε το θέμα ή ποιος ξέρει, για να ενεργοποιηθεί η λάβα του νοητικού ηφαιστείου και να ξεχειλίσουν οι πραγματικές εικόνες και πράξεις.

-    «Ο Κίμωνας ήταν ο μοναδικός και αληθινός μου φίλος», άκουσα να ψιθυρίζει, νιώθοντας πως το αυλάκι καθάριζε σιγά - σιγά για να κυλίσουν οι εξομολογήσεις σαν νερό. «Τον θυμάμαι πως ήταν ο μόνος που με δέχτηκε όταν μετακομίσαμε στο Πέραμα. Για τα άλλα παιδιά ήμουν ο βουτυρομπεμπές, και ας ήμαστε όλοι στην Πέμπτη δημοτικού. Χωρίς καν να έχουμε διαμορφώσει προσωπικότητα.. με επέβαλλε στην παρέα του.

»Ο Κίμωνας πράγματι ήταν μια κυριαρχική και ηγετική προσωπικότητα που χωρίς να το δείχνει ή να το απαιτεί, κατόρθωνε να επιβάλλει τις απόψεις του και να κάνουν οι άλλοι ότι ήθελε αλλά και να κάνει χωρίς να του κρατάς κακία… Με δοκίμασε.. δεν πίστευε εύκολα κανέναν, ιδιαίτερα το παιδί της δασκάλας και γιο του χωροφύλακα. Πείστηκε όταν διαπίστωσε πως δεν ήμουν καρφί, ότι θα μπορούσα να αντέξω την καζούρα αλλά και δεν θα κώλωνα να υπερασπιστώ το δίκιο γενικά. Παράξενο αλλά έτσι ήταν ο Κίμωνας, ακόμα και στα έντεκα του…

»...ο αδερφός σου είχε το έμφυτο ταλέντο να ανακαλύπτει τις δυνατότητες μας και ταυτόχρονα να τις εκμεταλλεύεται ανάλογα…», συνέχισε ο ανάβοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, «..στο τι μπορεί να προσφέρει ο καθένας μας. Στο παιχνίδι σαν παιδιά και ειδικά στην μπάλα, που τότε ήταν και το βασικό μας παιχνίδι, με βοήθησε ανακαλύψω την αγάπη μου για το ποδόσφαιρο που ο πατέρας μου δεν με άφησε να συνεχίσω...»

Νόμισα πως δάκρυσε, ίσως και να ήταν από το ποτό αυτό το τρέμουλο...

-    «Ξέρεις πόσες φορές παίζαμε πίσω από το σπίτι σε εκείνη τη μικρή αυλή όταν έλειπαν οι γονείς μου;»

Μάθαινα πράγματα για τον Κίμωνα που δεν ήξερα ή μάλλον δεν τα είχα ταξινομήσει ενώ τα είχα βιώσει. Για το χαρακτήρα του, τις ικανότητες του όπως και πως ο Κίμωνας ήταν ίσως ο μοναδικός άνθρωπος που είχε μπει στο σπίτι των Μ…ων.

-    «...Μου άρεσε ο τραχύς τρόπος που έπαιζε ο αδερφός σου και το βαρύ του κορμί. Εγώ ήμουν πιο αδύνατος και μπορούσα να ελίσσομαι να τον τριπλάρω με την μπάλα και να πέφτει κάτω σαν σακί. Στην αρχή θύμωνε αλλά μετά σου είπα αναγνώριζε την ανωτερότητα του άλλου, ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια και συνήθως πλακωνόμαστε σαν κοκόρια. Μου άρεσε αυτό το παιχνίδι. Στην πίσω αυλίτσα που ήταν ένα μικρό υπόγειο, γίνονταν ομηρικές μάχες ποδοσφαιρικές και πάλης, ειδικά τα καλοκαίρια. Τον κέρδιζα στην ευελιξία, με σκλάβωνε η δύναμη του, ένιωθα το βάρος του αποζητούσα την κυριαρχική του επιθυμία που εκδηλωνόταν σε όλα μας τα παιχνίδια...

»...κάπως έτσι αποκαμωμένοι και λαχανιασμένοι από την μπάλα στην αυλή και την πάλη με είχε πλακώσει με το κορμί του χωρίς να σηκώνεται… Δεν ήταν η πρώτη φορά. Ήταν το απόκαμα από μια πάλη και η απόλαυση του λάφυρου της νίκης και η επιβεβαίωση του νικητή και ισχυρού. Μου άρεσε και αποδεχόμουνα αυτή την ανωτερότητα πνεύματος και δύναμης που δεν προσπαθούσε να την επιβάλλει αλλά την ένιωθες.

»Τον Κίμωνα τον αγαπούσε η μητέρα μου, τον ανεχόταν ο πατέρας μου. Στην αρχή δεν ήθελε να κάνω παρέα μαζί του. Ο Κίμωνας, αν και παιδί ήταν από τους λίγους ανθρώπους που τον κοίταζε στα μάτια, χωρίς φόβο, διατυπώνοντας άποψη δυσκολεύοντας τον πατέρα μου. Αυτό και μόνο έφτανε να τον ηρωοποιήσω. Είχε αισθητήριο, ήξερε πως η παρουσία του στο σπίτι μας, όταν ήταν ο πατέρας μου, προκαλούσε την οργή του με συνέπεια να ξεσπά μετά σε μας. Ερχόταν στο σπίτι μετά τα αγγλικά ή μετά το σχολείο τρέχοντας με μια μπάλα στο υπόγειο που το είχαμε διαμορφώσει σε γήπεδο. Εκεί ξεκινήσαμε να καπνίζουμε. Σπάνια κατέβαινε η μάνα μου εκεί, το είχαμε κάτι σαν κρησφύγετο μας αλλά και ποτέ δεν μας διέκοπτε όταν είμαστε μαζί. Πολλές φορές που δεν ερχόταν στο σπίτι προσπαθούσα να τον παρασύρω. Ένιωθα την ανάγκη της παρέας του, άλλωστε ακόμα και η εκνευριστική αδελφική παρουσία, καλύπτει κενά, γεμίζει συναισθήματα που τη δεδομένη ηλικία ασυναίσθητα εκδηλώνονται...

»Μου άρεσε αυτό το πλάκωμα ακόμα και όταν αργότερα τον ένιωθα λαχανιασμένο να με κοιτάζει στα μάτια σαν να προσπαθούσε να δει μέσα από τα μάτια μου τις αντιδράσεις μου. Εκείνο το απόγευμα έκανε και ζέστη.. παίζαμε, δεν θυμάμαι πόση ώρα, ούτε φυσικά την ασήμαντη αφορμή που αρχίσαμε να τσακωνόμαστε. Ιδρωμένοι και λαχανιασμένοι βρεθήκαμε πάλι στη ίδια στάση... ο Κίμωνας από πάνω κι εγώ από κάτω... Ένιωσα το σώμα του σκληρό και κολλημένο πίσω μου… κοκάλωσα όταν ένιωσα το χέρι του να χώνεται στο κοντό παντελόνι που φόραγα και να το κατεβάζει…

»Πάγωσα, δεν αντέδρασα, δεν προσπάθησα να τον αποφύγω ούτε καν έστριψα να τον κοιτάξω, μόνο άκουγα την ανάσα του γρήγορη και την καρδιά μου να χτυπά... Δεν είχα τη δύναμη να κουνηθώ... δεν ξέρω αν ήθελα... άλλες εικόνες βγήκαν μπροστά μου... δεν τρόμαξα... νόμιζα πως έμπαινα σε ένα ρόλο που τον είχα ξαναδεί... Αλλά δεν τον είχα βιώσει άμεσα... Τον ένιωθα όμως κάθε φορά... Μόνο που τώρα δεν ζούσα τη βία, ίσως ένα ακούσιο εξαναγκασμό. Ένιωσα τη σάρκα του, το πέος του, να αγγίζει τη δική μου, στην προσπάθεια να γίνει ένα με τη δική μου, να εισχωρήσει, να κατακτήσει ένα ήδη νοητικά κατακτημένο άτομο.

»Την είχα ξαναδεί αυτή τη σκηνή αλλά συνάμα με τη βία που προηγούνταν, τον πόνο που προξενούσε και την αγωνία να μην γίνει ορατός ο πόνος... δεν ξέρω γιατί από μικρός ήθελα να βιώσω κάτι ανάλογο πιστεύοντας πως θα συμπάσχω μαζί της... Θα της απαλύνω τον πόνο... Το άγγιγμα του δεν κράτησε πολύ... ο Κίμωνας πάντα έπαιζε με το μυαλό όλων μας, μας δοκίμαζε..Δεν κουνιόταν, δεν βιαζόταν, δεν απαιτούσε, δεν βίαζε τις καταστάσεις, σε έκανε να τον αποζητάς γιατί έδινε όλα εκείνα που σου έλειπαν. Νομίζω πως σαν αδελφή του θα το είχες καταλάβει».

Μάλλον δεν το είχα..καταλάβει... Τότε πίστευα πως με θεωρούσε μικρή και πως δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε. Στην αρχή πράγματι δεν καταλάβαινα, απλά αποζητούσα την αγκαλιά του και τη ζεστασιά του. Μεγαλώνοντας όμως και έχοντας αίσθηση της πραγματικότητας, τον άκουγα να του ξεφεύγει ένας αναστεναγμός ανακούφισης μετά από αυτό το τρίψιμο. Τρελαινόμουν όμως γι’ αυτήν την αγκαλιά του και πολλές φορές πήγαινα και τον προκαλούσα να με πάρει, να νιώθω τη ζεστασιά του και το χάδι του. Παίρνοντας αυτή την εμβρυακή στάση απολάμβανα την τρυφερότητα που δεν με διέκρινε λειτουργώντας στη γειτονιά με τα άλλα παιδιά... Μπορούσα να καταλάβω απόλυτα τι μου εξομολογιόταν ο Γιάννης.

-    «Κοίταζε βαθιά στα μάτια σου. Ντρεπόμουν για τη θέση που ήμουν χωρίς να αντιδρώ και χωρίς ακόμα να κάνω τη παραμικρή προσπάθεια να τον αποφύγω, έστω και ψεύτικα... Η επαφή αυτή μου χάριζε μια παράξενη γαλήνη αποδεχόμενος μια παθητική στάση που μάλλον πάντα υπέβοσκε απελευθερώνοντας εικόνες και παραστάσεις που θολά διαγράφονταν στο μυαλό μου από άλλες στιγμές. Έμεινε στο άγγιγμα, είχε όμως ανοίξει θύρες, άφησε το στίγμα της επαφής του χωρίς να παραβιάσει, εκούσια, περιμένοντας τον άλλο να αποδεχτεί τη θέση του και να ζητήσει… Δεν είπε κάτι, σηκώθηκε σαν να μην συνέβη τίποτε και περισσότερο χωρίς να με κάνει να νιώσω άβολα, χωρίς να με υποτιμήσει αντίθετα δείχνοντας μου πως τίποτε δεν έχει αλλάξει... Πράγματι, τίποτε και ποτέ δεν άλλαξε κάτι στη συμπεριφορά του, στη φιλία μας, στον τρόπο επικοινωνίας μας με τα άλλα παιδιά.

...Ο Γιάννης μίλαγε... μίλαγε ασταμάτητα. Είχαμε φύγει από το σπίτι και περπατούσαμε στην αμμουδιά έχοντας από μια μπουκάλα κρασί. Μίλαγε καταθέτοντας τα απόκρυφα του εαυτού του κι εγώ γύριζα πίσω στα θαμμένα μονοπάτια των παιδικών μου χρόνων. Ο θείος Τάκης ήταν μικρότερος από τη μαμά μου. «Αυτή με μεγάλωσε» έλεγε και ξανάλεγε και πάντα της έδινε μια φάπα στα πισινά αλλά μόνο όταν ήσαν εντελώς μόνοι… ή νόμιζε πως ήσαν μόνοι... Η μάνα μου δεν την απέφευγε, δεν την εκνεύριζε, αντίθετα γέλαγαν νιώθοντας την άνεση της αδελφικής οικειότητας. Εκνευριζόμουν με την απαιτητική της υπόδειξη να πάω να παίξω με την Άννα, αν και εκείνη την εποχή μου άρεσε γιατί απέφευγα το διάβασμα και κέρδιζα χρόνο παιχνιδιού.

Στον Κίμωνα ποτέ δεν είπα ποτέ κάτι, αντίθετα πάντα τον ζάλιζα όταν κάποιες φορές άκουγα αναστεναγμούς από το δωμάτιο των γονιών μας. Με έπαιρνε στην αγκαλιά του και με κοίμιζε αν και αργότερα επέμενα στις ερωτήσεις μου. Μικρή αλλά και μεγάλη φοβάμαι τις αστραπές και τις βροντές. Πολλές φορές τη νύχτα χωνόμουν στα σκεπάσματα του για να με προστατεύσει, αφού η μητέρα μου αποφάσισε πως μεγάλωσα πια και πρέπει να μάθω να ζω σαν μεγάλο παιδί. Η ζεστασιά που εξέπεμπε το χειμώνα αλλά πιο πολύ το καλοκαίρι που η επαφή των σωμάτων μας ήταν πιο μεγάλη με γέμιζε με μια απέραντη αγαλλίαση αλλά και ασφάλεια.

-    «Ξέρω τι κάνουν», του έλεγα. «Τους έχω δει αγκαλιά, τη μαμά γυμνή και το μπαμπά με τη φανέλα του όμως...»

-    «Κοιμήσου χαζό, που ξέρεις και τι κάνουν!» απαντούσε ψιθυριστά.

- «Μου το έχει πει η Άννα που τους έχει δει», συνέχιζα ακάθεκτη. «Ξεγυμνώνονται και αγκαλιάζονται. Αφού είναι παντρεμένοι μπορούν».

Και πριν προλάβει να πει οτιδήποτε ήμουν μέσα στα σκεπάσματά του.

-    «...Δεν άλλαξε τίποτε στη συμπεριφορά του», με διέκοψε η φωνή του Γιάννη. «Παρέμενε ίδιος λες και δεν είχε συμβεί κάτι ενώ για μένα ο κόσμος άρχισε να συγκεκριμενοποιείται, να καθορίζεται. Περίμενα την επόμενη στιγμή, το επόμενο παιχνίδι, την επόμενη επαφή. Δεν έγινε αμέσως αν και τίποτε δεν άλλαξε στα παιχνίδια μας, στις αντιδράσεις μας, στα πλακώματα μας που ποτέ δεν προσπάθησα να αποφύγω. Αντίθετα...

»Ένα απόγευμα ήρθε στο σπίτι να μου πει τα μαθήματα επειδή ήμουν άρρωστος. Κάθε μέρα ερχόταν για τέσσερις μέρες. Εκείνο το απόγευμα έκανε πολύ κρύο. Η σόμπα, αν και έκαιγε ασταμάτητα, το κρύο ήταν αφόρητο. Έτρεμα. Πήρε το οινόπνευμα που ήταν στο κομοδίνο μου, κατέβασε τα σκεπάσματα και άρχισε να τρίβει τα πόδια μου. «Έτσι έκανε η γιαγιά μου» είπε. «Το κρύο μπαίνει από τα πόδια». Με γύρισε μπρούμυτα. Δεν μιλούσα, έτρεμα όχι μόνο από το κρύο, από αναμονή, φόβο, γιατί η μητέρα μου ήταν μέσα στο σαλόνι. Σήκωσε τη φανέλα μου και άρχισε να με τρίβει.. μάλλον να μου κάνει μασάζ.

»Ένιωθα τη δύναμη του αλλά και την ανάσα του που είχε αρχίσει να παίρνει τους γνώριμους ρυθμούς. Μου κατέβασε το σλιπάκι που φορούσα και μου έτριβε τα κωλομάγουλα. Δεν μπορούσα να αντιδράσω, ακόμα περισσότερο όταν ένιωσα τη σάρκα του να κολλά πίσω μου... Δεν υπολόγιζε χώρο ή τόπο, εμπιστευόμενος πάντα τις επιλογές του. Είχε θάρρος, θράσος.. όχι τίποτε από όλα αυτά, είμαι πεισμένος πως μας είχε διαβάσει όλους... τον ένιωθα να πιέζει μαλακά και να τρίβεται πίσω μου μέχρι που το σπέρμα του άρχισε να κυλά καυτό πίσω μου. «Πάρε με αγκαλιά σαν παντρεμένοι…» τον προκαλούσα. Νόμιζα πως τον προκαλούσα…»

-    «Μπορούμε κι εμείς να παίξουμε. Μου το είπε η Άννα...» (τι θυμόμουνα τώρα).

-    «Και τι σου είπε η Άννα για να μάθω κι εγώ;» ρωτούσε κάνοντας τον ανήξερο.

-    «Δεν νομίζω πως τα παιδιά είναι αθώα… έχουν φαντασία, ψάχνουν, μαθαίνουν, ακούνε, βλέπουν πολλά που οι μεγάλοι προσπαθούν δήθεν να κρύψουν αλλά το πιο σημαντικό μιμούνται. Νόμιζα πως εγώ καθοδηγούσα τον Κίμωνα... κι αυτός με άφηνε να το πιστεύω. Δεν ήμουν άσχετη, είχα δει τον αδερφό μου να χαϊδεύεται. Καταλάβαινα τι έκανε όταν τραβούσε τα σκεπάσματα».

-    «Λοιπόν.. η Άννα ξέρει. Εσύ τι ξέρεις…;» ρωτούσε αδιάφορα.

Γυρνούσα στο πλάι με την πλάτη στο μέρος του. Ντρεπόμουν αλλά δεν ήθελα να δείξω πως δεν ξέρω. Σήκωνα το νυχτικό μου και προσπαθούσα να κολλήσω πίσω του...

-    «Μα τέτοια αγκαλιά σε κάνω από μωρό... Μόνο αυτό κάνουν οι παντρεμένοι;» με προκαλούσε.

Έπαιρνα τα χέρια του και τα έβαζα επάνω στα στήθη μου που ήδη είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν και μετά με τα χέρια μου έπιανα τον πούτσο του.

-    «Οι παντρεμένοι είναι ντυμένοι;» ρώταγε δήθεν αθώα.

Ντρεπόμουν γιατί θεωρούσα το σώμα μου άσχημο, ήθελα όμως να δω γυμνό τον Κίμωνα ή να τον νιώσω γυμνό.

-    «Αν γδυθώ εγώ, θα γδυθείς κι εσύ;» ρώτησα.

Χαμογελούσε και άρχισε να βγάζει τη φανέλα του. Είχα δει τον αδερφό μου γυμνό, όταν ντυνόταν. Είχα νιώσει τη γύμνια του όταν με αγκάλιαζε αλλά η τωρινή εικόνα ήταν κάτι εντελώς νέο για μένα που κοιτούσα με διαφορετική ματιά το σώμα του, ειδικά το σημείο που πάντα αισθανόμουν πίσω μου...

-    «Εσύ θα μείνεις ντυμένη;» ρώτησε.

Έβγαλα τα ρούχα μου γρήγορα - γρήγορα και χώθηκα στα σκεπάσματα. Τώρα φαντάζομαι το χαμόγελο του όταν του γύριζα την πλάτη γυμνή. Δεν με πίεζε..τον ένιωθα... να με ακουμπά... Να χαϊδεύει απαλά τις ρώγες μου. Ο δε πούτσος του να τρίβεται απαλά πίσω μου απολαμβάνοντας μια απέραντη ζεστασιά, ειδικά όταν ένιωσα ένα καυτό υγρό να εκτινάσσεται και να γεμίζει την πλάτη και τα κωλομάγουλα μου.

-    «Μην κουνιέσαι, περίμενε να σε καθαρίσω» μου είπε και ειλικρινά εκείνη τη στιγμή ήθελα αποζητούσα αυτό το κάψιμο που ένιωσα.

Η φωνή του Γιάννη με έβγαλε από τις θύμισες που με έχουν χαράξει που σαν επτασφράγιστα μυστικά παραμένουν καλά φυλαγμένα σε σεντούκια μνήμης. Μυστικά που άλλοτε έχουν μια ρομαντική τρυφερότητα, ανάλογα με τη ματιά που θα το πάρει κάποιος, άλλοτε όμως και συνήθως τραυματικές καταστάσεις...

-    «Θα μου πεις γιατί στα λέω; Γιατί σου θυμίζω και επαναλαμβάνω πράξεις παρελθόντος; Θεωρώ πως σου χρωστώ μια εξήγηση που ήθελα να κάνω από τότε αλλά δεν μπόρεσα... Ίσως και μια αναφορά στη μνήμη του γιατί πιστεύω πως ήσουν το μόνο άτομο που λάτρευε πιο πολύ από όλους και γιατί δεν μπόρεσα να ξεπεράσω πότε το συναίσθημα ντροπής που ένιωσα όταν μας... είδες».

-    «Εμάς δεν μας είδε κανείς... μόνο εγώ φύτρωνα πάντα εκεί που δεν με σπέρνανε…»

-    «Από εκείνο το απόγευμα, που ήμουν άρρωστος και συνέβη αυτό, σήμαινε την απόλυτη αποδοχή της παθητικότητας μου. Παθητικότητα μόνο για τη στιγμή ή τις στιγμές που με κατακτούσε. Κατόπιν τα πάντα επανέρχονταν στην αρχική τους κατάσταση. Ποτέ δεν προσπαθήσαμε να προετοιμάσουμε την ώρα που θα κάναμε σεξ. Σ’ αυτό ίσως βρισκόταν όλη η μαγεία μιας ερωτικής επαφής. Ποτέ δεν πρότεινα κάτι, αποδεχόμενος πάντα τον ενεργητικό ρόλο του ανά πάσα στιγμή. Ουδέποτε αρνήθηκα διακινδυνεύοντας ανά πάσα στιγμή να μας δει κάποιος. Εμπιστευόμενος απόλυτα τον Κίμωνα, με μοναδική φορά που μας είδες και από εκείνη τη χρονική στιγμή διακόπηκε οποιαδήποτε επαφή μαζί του.

»Μετά από ένα παιχνίδι στην αλάνα δεν ακολούθησε τους άλλους. Έδειχνε να περιμένει.. τον περίμενα.. πάντα πηγαίναμε μαζί ή επιστρέφαμε μαζί. Δεν ακολουθήσαμε την ίδια διαδρομή αλλά περνώντας μέσα από τα παλιά καρνάγια. Σπάνια πηγαίναμε από εκεί. Εκείνο το βράδυ βγήκαμε σε παραλία απομονωμένη και προφυλαγμένη από τα παλιά σκαριά. Είχε επιλέξει το χρόνο, τον τόπο πάντα σε όλα και για όλα αυτός ήταν ο ηγέτης. Κάθισε στα βότσαλα και άναψε τσιγάρο κοιτάζοντας με έντονα... Ήξερα... Ξέρεις, ποτέ δεν ζήταγε κάτι... απλά σε κοίταζε. Δεν αντιδρούσα, δεν φοβόμουν αποδεχόμουν. Ήθελα.. ακόμα ίσως και να περίμενα την απολύτρωση της τελικής πράξης. Περίμενε.. δεν μιλούσε, κοιτώντας με, περιμένοντας να δει αν και πόσο έχει χαράξει με τις πράξεις του τις προηγούμενες.

»Κατέβασα το παντελόνι μέχρι τα γόνατα και ξάπλωσα στα βότσαλα. Περίμενα... πάντα ήθελε να βλέπει.. ίσως να χαιρόταν το έπαθλο του. Δεν τον κοίταζα.. ντρεπόμουν.. απλά δεχόμουν. Ένιωσα το δάχτυλό του να ακουμπά την τρύπα μου. Η αίσθηση του πόνου χανόταν στην αναμονή εκείνου που περίμενα να συμβεί για πρώτη φορά. Ήρθε πίσω μου ανοίγοντας τα κωλομάγουλα μου. Ο πόνος ήταν μεγαλύτερος όταν ένα δάχτυλο προσπαθούσε να μπει. Όταν το έβγαλε, ένιωθα το κενό αλλά αμέσως η γνώριμη αφή από το πουτσοκέφαλο του άρχισε να πιέζει την τρύπα μου. Ο πόνος ήταν αφόρητος. Το σώμα μου άνοιγε αποδεχόμενο τον πόνο σαν τίμημα μιας παθητικής αυτοκάθαρσης. Ο πόνος όμως ήταν πολύ λίγος μπροστά στη ντροπή που ένιωθα γνωρίζοντας πως έχανα την ισότιμη βάση που είχα ίσως μέχρι εκείνη τη στιγμή στη φιλία μας. Ντρεπόμουν σκεφτόμενος πως θα με θεωρούσε και θα μου συμπεριφερόταν σαν πούστη, κάτι που δεν έγινε ποτέ.

»Την επόμενη μέρα στο υπόγειο το παιχνίδι για μένα αποτελούσε μια μορφή πάλης να κερδίσω στα μάτια του την ισότητα που νόμιζα πως έχασα. Έχασα κατά κράτος...και ένα θλιμμένο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του. Αυτό το παιδί καταλάβαινε τα πάντα αν και ποτέ δεν εκφραζόταν. Μου έδειξε τι ήθελε. Τελειώνοντας το παιχνίδι, μπήκε μέσα μου τόσο δυνατά... τόσο βίαια... Που όταν το καυτό του σπέρμα χυνόταν σαν ποτάμι μέσα μου, ψιθύρισε λαχανιασμένα στ’ αφτί μου: «Σε αυτές τις στιγμές μου ανήκεις. Σε όλα τα άλλα είσαι φίλος μου...». Και έπεσε ολοκληρωτικά επάνω μου λαχανιασμένος.

-    «Εκείνο το βράδυ ήταν το κάτι άλλο με τους γονείς μας. Γύρισαν από ένα γλέντι αργά τη νύχτα και ο πατέρας, όπως πάντα αρκετά πιωμένος, η δε μητέρα σε κέφια και νομίζοντας πως κοιμόμαστε ήταν πιο εκδηλωτικοί από το συνηθισμένο… «Θα σου ανοίξω τη σούφρα σου καριόλα!», τον άκουσα να λέει στη μάνα μου. «Τι χορούς έκανες με τον μαλάκα τον Αντώνη;». «Τι λες;», απαντούσε αυτή ναζιάρικα. «Θα στον ανοίξω για τιμωρία!», απαντούσε μεθυσμένα αυτός. «Όχι, όχι! Πονάω εκεί! Όλο κώλο θέλεις...» και τέτοια. «Χωρίς σάλιο, όπως πάντα ξεκωλιάρα!» να της απαντά και σε λίγο την άκουγα να βογκάει και να φωνάζει: «Πονάω πούστη μου! Πονάω!» αλλά να μην σταματά με τίποτε μέχρι να ακούσω: «Ναι… Ναι… Ναι».

»Επειδή το σπίτι ήταν πολύ μικρό, πολλές φορές ακούγαμε τους γονείς μας να κάνουν έρωτα, δηλαδή τους αναστεναγμούς, τα βογκητά τους αλλά και πολλές φορές τα λόγια που έλεγαν αλλά σήμερα, θες το ποτό, θες η ερωτική διάθεση, τους έκανε να μιλάνε προκλητικά. Μόλις τέλειωσαν και ηρέμησαν τα πράγματα, ο αδερφός μου, νομίζοντας πως κοιμάμαι και δεν έχω ακούσει τίποτε, προσπαθούσα πάντα να του δείχνω πως κοιμάμαι ή δεν ακούω δηλαδή πάντα έδειχνα μια σχετική διακριτικότητα, σκεπάστηκε και άρχισε να τον παίζει. Παρόλο που μαζί με τον αδερφό μου είχαν γίνει αρκετά, ποτέ δεν ξεκίνησε κάτι πρώτος αφήνοντας μου κάθε πρωτοβουλία.

»Είχα αναστατωθεί ακούγοντας τους γονείς μας και βλέποντας τον αδερφό μου να τον παίζει, άφησα λίγο να περάσει η ώρα, σηκώθηκα χωρίς να με καταλάβει και.. χώθηκα μέσα στα σκεπάσματα του. «Τι κάνεις εσύ εδώ;» ψέλλισε μην μπορώντας να μιλήσει δυνατά. Χωρίς να πω κάτι, ξάπλωσα δίπλα του και προσπάθησα να πιάσω τον πούτσο του που τον είχε κρύψει κάτω από τα χέρια του. «Θες να κάνω εγώ αυτό που έκανες εσύ;» του είπα χωρίς καν να τον κοιτάζω… αρχίζοντας να τον χαϊδεύω απαλά όπως κάθε φορά. «Οι παντρεμένοι κάνουν και κάτι άλλο για να δείξουν την αγάπη τους...» μου είπε. «Δεν στο έχει πει η Άννα;» μου ψιθύρισε στο αφτί και χωρίς να πει κάτι έπιασε το κεφάλι μου με τα δυο του χέρια και το κατέβασε προς τα χαμηλά...

»Αντικρίζοντας το όργανό του πρώτη φορά από τόσο κοντά... έμεινα ακίνητη αφήνοντας τον Κίμωνα, που χωρίς να με πιέζει, οδηγούσε σταθερά το κεφάλι μου επάνω από το σηκωμένο πουτσοκέφαλο του. Η μαμά γονατισμένη στα πόδια του θείου Τάκη ήρθε στο μυαλό μου... μόνο που δεν έβλεπα κάποιο σπυρί παρά ένα τεράστιο σκληρό εργαλείο. Απλά άνοιξα το στόμα μου θεωρώντας σαν μια φυσική πράξη, μη γνωρίζοντας τι άλλο να κάνω. Τον ένιωσα να τραντάζεται μόλις χώθηκε μέσα στο στόμα μου. Δεν ήξερα πως να κινηθώ. Ενστικτωδώς το έβαζα στο στόμα μου και μόλις ήθελα να αναπνεύσω το έβγαζα… Είδα πως όταν το έβγαζα, ήθελε να το ξαναβάλω αμέσως σπρώχνοντας το κεφάλι μου προς τα κάτω. Μου άρεσε η βελούδινη αφή... πάλι νόμιζα πως εγώ είμαι δυνατή… μεγάλο πλεονέκτημα να σε κάνει ο άλλος να νιώθεις πως είσαι δυνατή.

»Δεν βάστηξε πολύ.. ξαφνικά άρχισε να συσπάται και ένα κύμα καυτό σπέρμα με γέμισε στο πρόσωπο γιατί δεν πρόλαβα να το αποφύγω. «Άκουγες τους γέρους;» τον ρώτησα λίγο αργότερα. «Ναι» απάντησε. «Τους έχω ακούσει πολλές φορές», συνέχισα. «…και νομίζω κι εσύ είσαι ξύπνιος και ακούς...» είπα χαμογελώντας και συνέχιζα να του χαϊδεύω τον πούτσο του που λίγο πριν σπαρταρούσε μέσα στο στόμα μου. «θα ήθελες να δοκιμάσουμε;» τον ρώτησα ασυναίσθητα. «Αν και μάλλον θα πονάει πολύ...» συνέχισα. Είχε χάσει τα λόγια του αλλά το πουλί του έλεγε άλλα πράγματα. «Μήπως κάνουμε πολλά που δεν πρέπει;», ψέλλισε. «Θα ήθελα να δοκιμάσουμε...» συνέχισα απτόητη αλλά και με φόβο μαζί για την αντίδραση του. «Αν πονέσω πολύ θα σου πω να σταματήσεις» και γύρισα μπρούμυτα κατεβάζοντας το βρακάκι που φορούσα. «Έλα πίσω μου. Πάντα μου άρεσε όταν με έπαιρνες αγκαλιά και τον ένιωθα να τρίβεται πίσω μου», τον ενθάρρυνα για να τον βοηθήσω να ξεπεράσει το δισταγμό που είχε.

»Η αίσθηση του γυμνού πούτσου πίσω μου ήταν συγκλονιστική και η αρχική καύλα άρχισε να μετατρέπεται σε μια πίεση με έντονο κάψιμο και πόνο στην προσπάθεια να μπει μέσα μου. Δεν μπορούσα να χαλαρώσω… αυτός γινόταν όλο και πιο βίαιος στην προσπάθεια του να τον χώσει μέσα μου. «Ηρέμησε και χαλάρωσε…» μου ψιθύριζε στο αφτί και νόμισα πως άκουγα το πατέρα μας να το λέει στη μάνα μας. «Θα σου σκίζω την παρθένα κωλοτρυπίδα σου!» και να σπρώχνει με όλο περισσότερη δύναμη βυθίζοντας την ψωλή του αργά και βασανιστικά για μένα που νόμιζα πως ένα μαχαίρι με σκίζει, όλο και πιο βαθιά. Καιγόμουν και πονούσα αφόρητα. Κάποιες προσπάθειες να αποφύγω τον πόνο και τον αδερφό μου, απέβησαν άκαρπες. Δάγκωνα το μαξιλάρι για να μην ακουστώ. Ο πόνος δε ήταν αφόρητος και ξεπέρναγε κάθε φαντασία, ακόμα και τις περιγραφές της φίλης μου της Μαρίας που το είχε κάνει για να μην χάσει τον γκόμενο, με τον οποίο ήταν καψούρα.

»Δάκρυα έτρεχαν και από τον πόνο αλλά και γιατί ένιωθα πουτάνα που προκάλεσε τον αδερφό της. «Αδελφούλα, θα σε κάνω πουστράκι!» έλεγε και πίεζε. Κάποια στιγμή νόμισα ότι είχα ανοίξει ολόκληρη, κομμένη στη μέση και ένα καυτό σίδερο χωμένο βαθιά μέσα στο έντερό μου. Ξαφνικά τον άκουσα να μουγκρίζει και να αρχίζει να μπαινοβγαίνει συνεχώς... «Πουτανάκι μου γλυκό! Σε σκίζω! Χύνω... χύνω!» δεχόμενη τα ψωλοχύματα μέσα μου σαν βάλσαμο και μαλακτικό. Όταν τον έβγαλε από μέσα μου, ένιωσα ένα κενό αλλά και μια απόλαυση που απαλλάχτηκα από αυτό τον αφόρητο πόνο. Έμεινα ακίνητη προσπαθώντας να ηρεμήσω από τον πόνο πιστεύοντας πως δεν θα μπορούσα να καθίσω ποτέ πια σε καρέκλα. «Αδερφούλα, σε πόνεσα...;» τον άκουσα να μου μιλά τρυφερά και να μου χαϊδεύει τρυφερά την πονεμένη μου κωλοτρυπίδα. «Περίμενε, θα φέρω μια αλοιφή» και σηκώθηκε φέρνοντας μια δροσιστική αλοιφή.

»Έδειχνε τόσο διαφορετικός τώρα σε σχέση με το ζώο που έβγαζε πριν μερικά λεπτά, εκδηλώνοντας μια τρυφερότητα χαϊδεύοντας με απαλά παντού αλλά πιο πολύ στο πονεμένο μου σημείο. «Νιώθεις καλύτερα;» με ρωτούσε και συνέχιζε να με χαϊδεύει τρυφερά. Ο πόνος άφηνε τη θέση του σε μια ανατριχίλα και ένα κύμα καύλας άρχισε να με πνίγει και η ανάσα μου να γίνεται πιο βαριά. Συνέχιζε να με χαϊδεύει όπως ήμουν μπρούμυτα στέλνοντας κύματα ηδονής όταν ξαφνικά τον νιώθω πάλι πίσω μου να πιέζει να μπει κανονικά από το μπροστά. Δεν ξέρω γιατί αλλά αυτό δεν ήθελα με τίποτε να συμβεί… πίστευα εκείνη την εποχή πως την παρθενιά μου ήθελα να την δώσω σε εκείνον που θα ερωτευτώ. «Όχι! Σε παρακαλώ, όχι από εκεί… όχι» του είπα και είδα πως κοντοστάθηκε. Δεν ξέρω τι σκέφτηκε. «Σου αρέσει το ξεκώλιασμα μικρό μου ή στο έχει πει η Αννούλα πως είναι καλό;» μου ψιθύριζε στο αφτί και ένιωθα ένα χαμόγελο κατάκτησης. Αλλά αυτό το ξεκώλιασμα μου ακούστηκε πολύ πιο ωραίο από ότι την πρώτη φορά... Και η πονεμένη μου κωλοτρυπίδα να δέχεται την δεύτερη παραβίαση της μέσα σε λίγα λεπτά...

»Την επόμενη μέρα προσπαθούσα να δω πως ήταν η μητέρα μου. Ένα χαμόγελο ήταν ζωγραφισμένο στο πρόσωπο της. «Μάλλον έχει συνηθίσει το ξεκώλιασμα» σκέφτηκα και πράγματι, σε λίγο καιρό κι εγώ ένιωθα ένα ευχάριστο και ηδονικό κάψιμο πίσω μου…»

-    «Ο αδελφός σου σε λάτρευε και το έλεγε και το έδειχνε σε κάθε ευκαιρία» άκουσα το Γιάννη βγάζοντας με από τις αναμνήσεις της στιγμής...

(Copyright protected OW ref: 43400)