Τον άντρα μου τον ναυτικό τον έχω κάνει τάρανδο (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Η Σοφία νόμιζε πως θα σταματούσε το κεράτωμα αλλά μπήκαν καινούργιοι πειρασμοί στην παρέα, ένας αράπης και διπλές διεισδύσεις…

Η ιστορία:

Κεφάλαιο 4ο

Μισή ώρα μετά, ήμουν πεσμένη στο κρεβάτι μου κι έκλαιγα γοερά, μη μπορώντας να πάψω ούτε στιγμή να σκέφτομαι το πρώτο, αισχρό εξωγαμιαίο μου… ολίσθημα με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια. Μια απορία με βασάνιζε ατέρμονα.. γιατί πηδήχτηκα με το απαίσιο κτήνος; Μήπως με είχε σαγηνεύσει η τεράστια σα… μπουρί πούτσα του, που μπροστά της εκείνη του άντρα μου έμοιαζε με… καλαμάκι; Δεν ήθελα ούτε να το σκέφτομαι. Το μόνο που αλάφρυνε κάπως το εσωτερικό μου μαρτύριο, ήταν ο όρκος που πήρα να μην επαναλάβω ποτέ όσο ζούσα το ίδιο λάθος.

Μες στη δυστυχία μου, υπήρχε κι ένα καλό.. ξαναφίλιωσα με την Τίνα, θεωρώντας υποκριτικό να τη σνομπάρω για την απιστία της, αφού ήμουν άπιστη κι η ίδια. Η επανένωσή μας, καθώς επίσης κι η πιστή τήρηση του όρκου που ‘χα δώσει στον εαυτό μου, με βοήθησαν σημαντικά να ξεπεράσω το δράμα μου. Όμως η μετά κόπων και βασάνων ανακτηθείσα ηρεμία μου έγινε καπνός, όταν ο προσωπάρχης της εταιρείας μου ανακοίνωσε την τοποθέτησή μου στη θέση της γραμματέως του κυρίου Αναγνώστου, με ταυτόχρονη μετακίνηση της τωρινής γραμματέως του, της Τίνας, παρά το πλευρό του γενικού διευθυντή.

Το επόμενο πρωί πήγα στη νέα μου θέση, τακτοποίησα τα προσωπικά μου είδη, που συμπεριλάμβαναν, ειρωνικά, και μια φωτογραφία της οικογένειάς μου, και περίμενα τρομοκρατημένη την πρώτη μου επαφή με το νέο μου προϊστάμενο, ως είθισται. Αλλά προς έκπληξή μου, όταν αυτό συνέβη, εκείνος έθιξε θέματα αμιγώς εργασιακά. Επιπλέον, την ίδια άψογη στάση τήρησε και τις επόμενες μέρες, αναζωπυρώνοντας έτσι τις ελπίδες μου, ότι δεν είχε πονηρό σκοπό απέναντί μου.

Όμως οι ελπίδες μου διαψεύστηκαν πανηγυρικά, ένα απόγευμα που πήγα στο γραφείο του για μια υπαγόρευση. Εκείνος με υποδέχθηκε με την ίδια τυπικότητα που τηρούσε όσο δουλεύαμε μαζί, εντούτοις, πριν περάσει ένα λεπτό, μου είπε διφορούμενα:

-    «Τι πήξιμο είναι αυτό; Δουλεύω όλη μέρα σα σκυλί. Γιατί δεν έρχεσαι εδώ να με χαλαρώσεις λίγο, Σοφάκι;»

-    «Αν εννοείς αυτό που φαντάζομαι, ξέχασέ το!», του απάντησα αποφασιστικά, κι ας ένιωθα να γκρεμίζεται ο κόσμος γύρω μου.

-    «Δεν αφήνεις τις αηδίες, ψώλα; Ξέχασες πόσο σ’ άρεσε, όταν σου ‘σκισα το μουνάκι και το κωλαράκι; Τσακίσου κι έλα δω, αλλιώς θα σε κάνω βούκινο σ’ όλη την εταιρεία!», μου πέταξε αδίστακτα το κάθαρμα.

Έχοντας πλήρη επίγνωση της ανημποριάς μου, τον πλησίασα απρόθυμα. Αλλά όταν πέρασα πίσω απ’ το γραφείο και είδα τον πούτσο του ορθωμένο σαν κατάρτι, ο αισχρός πόθος μου ξύπνησε στη στιγμή και μ’ έσπρωξε να πατήσω τον όρκο μου αβίαστα, γονατίζοντας μπροστά του, χώνοντας τη μάπα μου ανάμεσα στα μπούτια του και πιπιλώντας τις αρχιδάρες του! Κατόπιν έγλειψα τον πουτσοκορμό και βύζαξα το ψωλοκέφαλό του με απύθμενη λύσσα, και τελικά μπουκώθηκα ανυποχώρητα με το σάρκινο… ματσούκι του, ρουφώντας το ασφυκτικά με τις μιαρές χειλάρες μου, ενώ κουνούσα το κεφάλι μου πάνω - κάτω σαν ξεβιδωμένο!

-    «Αχ, τα πιπόχειλά σου ρουφάνε την πούτσα μου σα βεντούζες! Είσαι μεγάλη τσιμπουκλού, μωρό μου!», βόγκηξε το ρεμάλι.

Ένα λεπτό αργότερα, το χοντρό, τριχωτό κι άγαρμπο κορμί του έπιασε να μαστίζεται από αλλεπάλληλους σπασμούς.

-    «Παρ’ τα χύσια μου, σκατοκουφάλα! Πιες τα όλα, μπράβο! Τι ρουφήχτρα είσαι συ, μάνα μου!», κραύγασε στεντόρεια, ενώ εγώ καταβρόχθιζα αχόρταγα το αχνιστό ψωλόχυμά του σαν ηλεκτρική σκούπα!

Όταν άρμεξα τα πάντα, το γεμάτο έπαρση γουρούνι μου ‘ριξε ένα κυριαρχικό πουτσοσκάμπιλο και μου ανακοίνωσε στυγνά:

-    «Λοιπόν, καύλα μου, συνήθισέ το αυτό που συνέβη. Από δω και πέρα, θα ‘σαι η πουτάνα μου και θα σε κάνω ότι θέλω. Οκ;»


Κεφάλαιο 5ο

Το μάθημα υποταγής ξεκίνησε απ’ την επόμενη κιόλας μέρα, με το δυνάστη μου ν’ απαιτεί να περάσουμε το σαββατοκύριακο στο σπίτι του. Η εξαιρετικά μειονεκτική θέση μου δε μου άφηνε περιθώρια ν’ αρνηθώ. Έτσι, το Σάββατο το πρωί παραμύθιασα εκούσα - άκουσα τα πεθερικά μου, ότι δήθεν θα πήγαινα μια εκδρομή με την Τίνα και, βρέθηκα να χτυπάω την πόρτα του.

Όταν μου άνοιξε, τον ακολούθησα πειθήνια στο δωμάτιό του, όπου μισογδύθηκα, κατόπιν εντολής του, μένοντας με τα εσώρουχα που εκείνος μου ‘χε αγοράσει, και που ‘χα φορέσει κατ’ απαίτησή του -ένα ‘αόρατο’ στρινγκ βρακάκι και μια υποψία από... σουτιέν. Στο μεταξύ, το κτήνος ήδη είχε καθίσει οκλαδόν πάνω στο κρεβάτι γυμνό, με τη μπάκα του να δεσπόζει αρχοντική.

-    «Σοφάκι είσαι μούναρος! Θέλω να χορέψεις για μένα!», είπε κι έβαλε μουσική στο cd player με το τηλεκοντρόλ που κράταγε.

Εγώ άρχισα να χορεύω απρόθυμα. Αλλά όταν είδα να υψώνεται σαν πυροσβεστική κλίμακα η ψωλή του, πρώτα τη γράπωσα απ’ τη ρίζα της, σφίγγοντάς τη με μανία, κι ύστερα, έσκυψα και βύζαξα το ψωλοκέφαλό του σαν πιπίλα, με σάλια που ‘τρεχαν απ’ τη λιγούρα, πριν καταπιώ το ματζαφλάρι του μέχρι σκασμού, ρουφώντας το εξουθενωτικά με τα πιπόχειλά μου!

-    «Έτσι μπράβο, πουτσογλείφτρα μου ατελείωτη! Ρούφα το παπάρι μου!», μούγκρισε εκείνος μπατσίζοντας τον κώλο μου.

Από κει κι έπειτα, το πράμα πήρε το δρόμο του. Μάλιστα, όταν ο Γιάννης σούβλισε το υγρό μουνί μου πέρα ως πέρα κι άρχισε να με γαμάει με μίσος, τον άρπαξα απ’ τα οπίσθιά του και τον τράβηξα ακόμα πιο κοντά μου, ποθώντας ανεξέλεγκτα να τον νιώσω να μου ξηλώνει κυριολεκτικά τη μήτρα, ενώ ξεστόμιζα ασύλληπτες προστυχιές!

-    «Αχ ναι, Γιάννη, γάμα με! Ξεμούνιασέ με με την ψωλάρα σου! Τρέλανέ με στο γαμήσι! Αχ, Θεέ μου, χύνω, χύνωωω!»

-    «Ώστε αρχίσατε χωρίς εμένα, παλιόπαιδα; Ντροπή σας!», ακούστηκε ξαφνικά μια γυναικεία φωνή, κοψοχολιάζοντάς με.

Όταν άνοιξα τα μάτια κι είδα την Τίνα, αφενός ένιωσα ντροπή, σκεφτόμενη πόσο ψεύτικοι θα φάνταζαν τώρα οι ψόγοι προς τη φίλη μου για την απιστία της, κι αφετέρου απορία, καθώς αναρωτιόμουν πόσο καιρό εκείνη ήξερε το μυστικό μου. Η βουβή απορία μου δε διέλαθε της προσοχής της Τίνας, η οποία γδύθηκε, ξάπλωσε δίπλα μου και μου είπε ήρεμα:

-    «Το ξέρω εδώ και καιρό, Σοφάκι. Πρώτα θύμωσα, αλλά μετά σκέφτηκα ότι μόνο το γαμήσι θα σου άνοιγε τα μάτια…»

Πριν προλάβω ν’ απαντήσω, τα χείλη της Τίνας άρπαξαν μια θηλή μου και τη ρούφηξαν γλυκά, αυξάνοντας την απόλαυση που μου χάριζε το ξεμούνιασμα, κάτι που με εξέπληξε σφοδρά, αποκαλύπτοντας μια πλευρά του εαυτού μου που αγνοούσα!

-    «Πάντα ήθελα να το κάνω αυτό αλλά φοβόμουν! Τι γλυκά που ‘ναι τα βυζάκια σου, μωρό μου!», είπε η Τίνα.

Ύστερα κόλλησε τα χείλη της στα χείλη μου κι εγώ, χωρίς δισταγμό, συνήψα μαζί της ένα γλωσσόφιλο, βογκώντας ερεθισμένη!

-    «Βρε βρε, τελικά εσείς οι δυο είστε κάτι παραπάνω από φίλες!», σχολίασε ο κύριος Αναγνώστου.

Απέσυρε το παλούκι του απ’ το μουνί μου και το έχωσε ανάμεσα στις μούρες μας, καθώς ανταλλάσσαμε παθιάρικα φιλιά.

-    «Θέλω να με ρουφήξετε και οι δυο μαζί!», είπε.

Κι εμείς υπακούσαμε αμέσως, μουλιάζοντας απολαυστικά τη μαλαπέρδα του, η μία από πάνω κι η άλλη από κάτω, ρουφώντας το ψωλοκέφαλό του εξ ημισείας κι ανακατεύοντας ταυτοχρόνως τις γλώσσες μας. Ύστερα, το ρεμάλι πέρασε ένα... χέρι και την Τίνα, ξετινάζοντας το μούνο της με το μακρινάρι του, ενώ εκείνη ούρλιαζε σα σειρήνα! Κι όταν ήρθε η ώρα του ξεκωλιάσματος, ξαναέπιασε εμένα, καθοδηγώντας ταυτόχρονα την Τίνα να κρατάει τον κώλο μου ανοιχτό, όσο εκείνος διαπερνούσε σα βούτυρο την κωλοτρυπίδα μου με το ‘μπουρί’ του.

-    «Έτσι Γιάννη, ξέσκισέ τη, τη μυξοπαρθένα, κι ας πονάει! Εξάλλου, θ' ανοίξει η σούφρα της σιγά - σιγά όπως η δική μου, ύστερα από τόσο ξεκώλιασμα που ‘χω φάει!», φώναξε η Τίνα χαιρέκακα, καθώς το γουρούνι σφυροκοπούσε ανελέητα τον πάτο μου.

-    «Αχ ναι, μ’ αρέσει! Ξεκώλιασέ με! Ουχ, έτσι!», φώναξα εγώ, συμμετέχοντας στο όργιο πλέον με τέτοιο ζήλο, που όταν λίγο μετά το ζώο ξέσκιζε τον κώλο της Τίνας, έπιασα, αυτοβούλως, να πιπιλάω τα αρχίδια του από κάτω, λούζοντάς τα με τα σάλια μου!

Εν συνεχεία, το καθίκι είχε την εξής ιδέα: έβαλε και τις δυο μας να πέσουμε στα τέσσερα τόσο κοντά τη μία στην άλλη, που οι κώλοι μας εφάπτονταν, κι έπιασε να μας κωλογαμάει εναλλάξ, θριαμβολογώντας παράλληλα, επειδή γαμούσε δυο κωλάρες μαζί! Μάλιστα, το ίδιο… ομαδικό πνεύμα επέδειξε και στο φινάλε, όταν δηλαδή μας έριξε ανάσκελα στο κρεβάτι πλάι - πλάι, έχυσε τις μούρες μας και μετά μας διέταξε να καθαρίσουμε η μία την άλλη, τρώγοντας το χύσι του! Κι εμείς, όχι μόνο ρουφήξαμε τα πάντα, αλλά καταλήξαμε να βυζαίνουμε συνεταιρικά το ψωλοκέφαλό του, στραγγίζοντας κάθε τιποτένιο κατάλοιπο σπέρματος.

-     «Έτσι, μουνίτσες μου! Φάτε όλο το γάλα της πούτσας μου! Κάντε τα μουτράκια σας λαμπίκο!», μας επιβράβευσε ο γαμιάς μας.


Κεφάλαιο 6ο

Ολόκληρο το σαββατοκύριακο ο Γιάννης μας ξέσκιζε τόσο απάνθρωπα με την ψωλάρα του, που, σαν ήρθε η ώρα να φύγουμε, δε μπορούσαμε να περπατήσουμε καλά - καλά! Ένας Θεός ξέρει πως καταφέραμε να βολευτούμε μες στο αμάξι, αφού κάθε επαφή με τα καθίσματα προκαλούσε στους κατακρεουργημένους κώλους μας τέτοιο πόνο, που μας έκανε να συστρεφόμαστε σα γλοιώδεις… σκουληκαντέρες, ν’ αναπηδάμε και να κλαουρίζουμε απεγνωσμένα, προκαλώντας τα γέλια, μέχρι δακρύων, του… μακελάρη μας, ο οποίος έδειχνε ν’ απολαμβάνει το μαρτύριό μας όσο δεν παίρνει!

Ύστερα από τέτοιο ασύλληπτο ξεχαρβάλωμα, με το που ‘φτασα σπίτι, έτρεξα αμέσως για... εκκένωση, αμολώντας στη λεκάνη ένα έναν πίδακα διάρροιας! Θέλοντας να δω η ίδια την έκταση της ζημιάς που μου ‘χε προκαλέσει το γουρούνι, στάθηκα μπρος στον καθρέφτη του μπάνιου με την πλάτη γυρισμένη, άνοιξα τα οπίσθιά μου, έσκυψα, έστρεψα πίσω το κεφάλι μου και κοίταξα στο τζάμι. Το θέαμα που αντίκρισα, με σόκαρε, αφού η κωλοτρυπίδα μου ήταν τόσο απαίσια ξεχειλωμένη, που ‘χασκε σα σπηλιά!

Αυτή η εφιαλτική εικόνα θα ‘πρεπε κανονικά να με ταρακουνήσει τόσο, ώστε να κάνω τα αδύνατα δυνατά, για ν’ απαλλαγώ απ’ τα δεσμά του ανελέητου εραστή μου. Παρόλα αυτά, όχι μόνο δε συνέβη κάτι τέτοιο, αλλά, με το πέρασμα του χρόνου, η εμμονή μου με τη μαλαπέρδα του έγινε τόσο πανίσχυρη, που έφτασα στο σημείο να τον αφήνω παθητικά να με κάνει ό,τι θέλει. Όπως εκείνη τη νύχτα που με έπεισε να τον μπάσω… σπίτι μου, όπου του επέτρεψα να μου ξεχειλώσει τις τρύπες και να με ταΐσει με το ψωλόχυμά του πάνω στο συζυγικό μου κρεβάτι, ενώ τα παιδιά και τα πεθερικά μου κοιμούνταν στα διπλανά δωμάτια!

Η εδραιωμένη πλέον ξετσιπωσιά μου ενθάρρυνε το κτήνος να περάσει τη σχέση μας σε πιο… προχώ φάση. Έτσι, όταν μια μέρα μπήκα σπίτι του με τα κλειδιά που ο ίδιος μου ‘χε δώσει, τον βρήκα να ξεμουνιάζει την Τίνα, η οποία έκανε πίπα στον… αράπη κηπουρό του! Η εικόνα με… μάγεψε τόσο πολύ, που κάθισα σε μια καρέκλα κι έπιασα να παρατηρώ τα τεκταινόμενα εκστατική.

-    «Τυχερή η φίλη σου, ε Σοφάκι; Κοίτα την τσούλα πως χαίρεται, με δυο καυλιά για πάρτη της!», άρχισε το ψήσιμο το γουρούνι. «Κάνε λίγο παρέα στη Σοφούλα, Τζος. Θα πρέπει να νιώθει παραμελημένη…», είπε μειλίχια στο νεαρό μαύρο.

Ο Τζος με πλησίασε θαρρετά κι εγώ, θέλοντας και μη, κάρφωσα το βλέμμα στα...‘προσόντα’ του, αφού η μακριά και χοντρή σα μάνικα ψωλάρα του δονούνταν απειλητικά μπρος στη μάπα μου, όπως ήμουν καθιστή, κάνοντας τα σάλια μου να τρέχουν! «Διάολε, τι μακρινάρι είναι αυτό!», σκέφτηκα. Άπλωσα το χέρι, γράπωσα τον αράπη απ’ την αλογόπουτσά του και κόλλησα τα χείλη μου πάνω στο υπερφυσικό ψωλοκέφαλό του, πιπιλώντας το μ’ ακόρεστη βουλιμία, ενώ εκείνος έσκαγε ένα χαμόγελο.

-    «Όλα οκ boss!», ενημέρωσε πρόσχαρα τον εργοδότη του, κάνοντας το πασίγνωστο σήμα της νίκης με τα δυο του δάχτυλα.

-    «Μπράβο, μικρέ! Τώρα βάλε την κάτω και ξέσκισέ την! Μην τη λυπηθείς…», απάντησε το κτήνος.

Υιοθετώντας αυτομάτως τη συμβουλή του, ο Τζος με έστρωσε κατάχαμα, σήκωσε τη φούστα μου ψηλά, κουρέλιασε το βρακάκι μου, έπεσε πάνω μου κι έπιασε να με γαμάει τόσο άγρια, που σχεδόν μου πολτοποίησε τη μήτρα!

-    «Αχ ναι, παιδαρά μου! Δώσε μου το μουνί στο χέρι!», ούρλιαζα εγώ, με τους χυμούς μου να καταβρέχουν το χαλί.

Αλλά το κλου του... σώου έλαβε χώρα όταν μ’ έριξε στα τέσσερα, με τον κώλο τουρλωμένο, κι έπιασε να καμακώνει την κωλοτρυπίδα μου με την αλογίσια μαλαπέρδα του πόντο - πόντο, ενώ εγώ δάγκωνα απεγνωσμένα το κουρελιασμένο εσώρουχό μου, πασχίζοντας έτσι να πνίξω τις στριγκλιές μου, νιώθοντας να με σκίζουν κυριολεκτικά στα δύο! Τινάζοντας ασυναίσθητα το κεφάλι μου στο πλάι, η ματιά μου έπεσε στην Τίνα, η οποία κοίταζε το σκηνικό με τη μασέλα πεσμένη στο πάτωμα απ’ το δέος.

-    «Διάολε, είναι απίστευτο! Της έχει ανοίξει τη σούφρα σαν πιατέλα! Το θέλω κι εγώ αυτό!», βόγκηξε, χαϊδεύοντας το μουνί της.

Φυσικά κι η ικεσία της εισακούστηκε, με το Τζος να ξεχειλώνει και το δικό της πάτο εξίσου αδυσώπητα, ενώ ο Γιάννης υπέβαλλε εμένα σ’ ένα δεύτερο γύρο κωλοσφηνώματος.

-    «Αχ ναι, αράπακλά μου! Σκίσε μου τον κώλο! Μη με λυπάσαι, είμαι ξεκωλιάρα!», βογκούσε η Τίνα τινάζοντας την πατούρα της.

-    «Τ’ ακούς Σοφάκι; Λοιπόν, τι λες; Είσαι κι εσύ ξεκωλιάρα σαν τη φιλενάδα σου;», με ρώτησε ο Γιάννης προβοκατόρικα.

-    «Ναι, είμαι ξεκωλιάρα! Ξεπάτωσέ με, γαμιά μου! Σακάτεψέ με! Μ’ αρέσει τόσο πολύ!», ομολόγησα εγώ πρόστυχα, δίνοντας στο κάθαρμα την αφορμή να εφαρμόσει πρώτα πάνω μου το νέο του σχέδιο, δηλαδή τη διπλή διείσδυση!

Ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του, κάρφωσα το μουνί μου στην ψωλή του, όπως ήταν καθισμένος στον καναπέ, τρώγοντας συνάμα τη σούφρα μου το ματζαφλάρι του Τζος. Και το ωραίο ήταν ότι, όχι μόνο δεν ένιωσα την ελάχιστη δυσφορία, αλλά άρχισα να τινάζω τα καπούλια μου, ξεσκίζοντας, χωρίς υπερβολή, μόνη μου το μουνί μου και τον κώλο μου με τα δυο μαρκούτσια!

-    «Ωχ, πως χύνω έτσι! Το διπλό ξέσκισμα είναι τρέλα! Ξεφτιλίστε με στον πούτσο!», κραύγαζα παράλληλα κατενθουσιασμένη.

Εντωμεταξύ η Τίνα ένιωθε παραμελημένη, γι’ αυτό έγλειφε εναλλάξ τα αρχίδια των δυο αντρών, αποζητώντας λίγη προσοχή.

-    «Θέλω κι εγώ διπλό γαμήσι παιδιά! Κι εγώ ψυχούλα έχω…», είπε τελικά ζηλόφθονα, μην αντέχοντας άλλο τη στέρηση.

-    «Έννοια σου μωρή, έρχεται η σειρά σου…», είπε ο Γιάννης απειλητικά.

Δυο λεπτά μετά, εκείνος κι ο αράπης με παραπέταξαν σα στυμμένη λεμονόκουπα, έμπηξαν τις μαλαπέρδες τους στις τρύπες της Τίνας κι έπιασαν να την ξεχαρβαλώνουν με κτηνωδία, φέρνοντάς τη σε τέτοια κατάσταση υστερίας, που χτυπιόταν κι έλεγε προστυχιές με φωνή που θύμιζε τη Linda Blair στον Εξορκιστή! Έχοντας απολέσει προ πολλού κάθε ίχνος αυτοεκτίμησης κι αξιοπρέπειας, σύρθηκα σα σκουλήκι από ‘κει που μ’ είχαν πετάξει, έχωσα τη μούρη μου ανάμεσα στα χοντρά, μαλλιαρά μπούτια του αρχιμηχανικού και του βύζαξα τα αρχίδια, εκλιπαρώντας τον:

-    «Αχ, Γιάννη, θέλω κι άλλο! Έχω ανάγκη να γαμιέμαι συνέχεια! Δε μπορώ ούτε λεπτό χωρίς πούτσο!»

-    «Ώστε θες κι άλλο, κουφάλα; Τώρα θα δεις!», κραύγασε εκείνος.

Διέλυσε με κοφτές διαταγές το σύμπλεγμα που σχημάτιζαν τα κορμιά του Τζος, της Τίνας και του ιδίου, μαλακίστηκε κι άδειασε ένα κιλό ψωλόκρεμα μες στο στόμα μου, δασκαλεύοντας έπειτα μάλιστα και τον αράπη να κάνει το ίδιο!

-    «Και μου το ‘παιζες και… ηθική, ε ψώλα; Φά’ τα χύσια σου τώρα!», με πρόσταξε με φωνή χρωματισμένη από καταφρόνια.

-    «Αχ καλέ Σοφία, δώσε και μένα λίγο! Είναι τόσο νόστιμο!», νιαούρισε και η Τίνα, που ήθελε να συμμετάσχει στο τσιμπούσι.

Η δίψα μου όμως ήταν τόσο κολοσσιαία, που αγνόησα τη φίλη μου επιδεικτικά και κατάπια το… απόθεμα αστραπιαία!

-    «Μμ, το χύσι είναι μούρλια! Τι έχανα τόσα χρόνια που το σνόμπαρα η φακλάνα…», δήλωσε κατόπιν, χαμογελώντας αναίσχυντα.

 

Προηγούμενο μέρος Επόμενο μέρος

(Copyright protected OW ref: 25676)