Η Αμερικάνα θεία μου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο Αργύρης φιλοξενείται από την πλούσια θεία του και η ζωή του είχε γίνει πια πολύ άνετη αφού η θεία του παρείχε όλες τις πολυτέλειες. Κάποια στιγμή όμως ανακάλυψε ένα μυστικό της θείας που τον ξάφνιασε. Αποφάσισε να της το πει και η αντίδραση της θείας ήταν ακόμη μια αποκάλυψη για τον Αργύρη…

Η ιστορία:

Με τη θεία Τζίνα, αν και ήθελα, ποτέ δεν κατάφερα να έχω πολλά πάρε - δώσε. Η μικρή αδερφή του πατέρα μου, το ‘χε σκάσει απ’ το χωριό, όταν ήμουν ακόμα μωρό, μ’ έναν αμερικανό σκηνοθέτη, που ήταν μεγάλο ψώνιο. Τον είχε γνωρίσει στο ξενοδοχείο που δούλευε σαν καμαριέρα, ερωτευθήκανε και κλεφτήκανε, αφού ο παππούς δεν ήθελε ν’ ακούσει κουβέντα για τον ξένο. Ο πατέρας μου όμως, της είχε αδυναμία και συχνά μας μιλούσε γι’ αυτήν.

Όταν έχασε τον άντρα της σ’ ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, της άφησε μια μεγάλη περιουσία, που με τα έσοδα και μόνο, απ’ τα πνευματικά δικαιώματα των ταινιών του, μπορούσε να ζήσει όλο το χωριό. Αυτή όμως, αν και γύρισε στην Ελλάδα, δεν ξαναπάτησε στο χωριό. Όσο ζούσε ο παππούς, μας έστελνε κρυφά χρήματα, μιας και ο πατέρας μου, δεν τα ‘βγαζε εύκολα πέρα με τα χωράφια. Με δικά της χρήματα αγοράσαμε και το μικρό ξενοδοχείο που η ίδια δούλευε παλιά, όταν συγχωρέθηκε ο παππούς. Φαίνεται το ‘χε άχτι να κάνει δικό της το «βασανιστήριο» της νιότης της…

Όταν πέρασα στο Οικονομικό της Αθήνας, την επισκεφθήκαμε με τον πατέρα μου, στη βίλα της στο Ψυχικό. Μόλις άκουσε πως θα μετακόμιζα Αθήνα για σπουδές, επέμενε να μείνω μαζί της. Μέχρι και αυτοκίνητο μου υποσχέθηκε πως θα μου αγοράσει για να με πείσει. Εγώ φυσικά έκανα σαν τρελός, αλλά ο πατέρας μου έφερνε αντιρρήσεις, γιατί η θεία είχε προχωρημένες αντιλήψεις. Τελικά η θεία πάτησε πόδι και έτσι βολεύτηκα στον ξενώνα του σπιτιού της, που ήταν εβδομήντα τετραγωνικά μέτρα σοφίτα. Ήταν η καλύτερη μου…

Η θεία δεν είχε άλλους συγγενείς στην Αθήνα, ούτε και πολλές ευκαιρίες να έρθει σε επαφή με αυτούς που είχε στο χωριό και αφιερώθηκε σε μένα, σαν μητέρα. Μου αγόρασε μια «μπέμπα» δύο χιλιάδες κυβικά, επίπλωσε τη σοφίτα με ότι καλύτερο υπήρχε στην αγορά και μου ‘δωσε κι ένα μπλοκ επιταγών για ν’ αγοράσω ότι άλλο νόμιζα εγώ πως χρειαζόμουν, ενώ με χαρτζιλίκωνε και μ’ ένα γερό ποσό κάθε εβδομάδα. Φυσικά, «τα ‘ριξα» σ’ ένα καλό στερεοφωνικό, βίντεο, τηλεόραση 29 ιντσών, dvd και έναν γαμάτο ηλεκτρονικό υπολογιστή. Η χαρά του παιδιού ήταν η σοφίτα! Ότι μου ‘χε λείψει στα παιδικά μου χρόνια, το είχα αποκτήσει σε μια μέρα…

Κάθε Σάββατο πηγαίναμε αγκαζέ για ψώνια στο κέντρο, μου ψώνιζε ρούχα, πηγαίναμε σινεμά, θέατρο. Το παίζαμε «η γυναικάρα και ο πρωτάρης», μιας και η θεία στα τριανταπέντε της, έβαζε κάτω και εικοσάρες. Της ψώνιζα τακτικά σέξι εσώρουχα, παίζοντας με τις πωλήτριες που μας περνούσαν για παράνομο ζευγάρι. Πάντοτε μου έδινε αρκετά χρήματα, να πληρώνω εγώ όπου πηγαίναμε και δεν μου ζητούσε ποτέ λογαριασμό τι κάνω αυτά που περίσσευαν, σε τέτοιο βαθμό, που απ’ τους δικούς μου όχι απλώς δεν έπαιρνα χρήματα, αλλά έστελνα και χαρτζιλίκι στον μικρό μου αδερφό.

Έκοψα και το αμερικάνικο «Τζίνα», που είχα μάθει να την αποκαλώ από μικρός, γιατί με ανάγκαζε να τη φωνάζω απλά «θεία» ή Ευγενία, που ήταν και το κανονικό της όνομα. Όλα πήγαιναν μια χαρά. Έπιασα και μια μικρή γκομενίτσα, την Νίκη, που δούλευε στη γραμματεία της σχολής σαν βοηθός και περνούσα χάρμα. Πρόβλημα με τη θεία δεν είχα για την Νίκη, γιατί ήταν ανοιχτόμυαλη και μ’ άφηνε να κοιμάμαι μαζί της στη σοφίτα, όποτε ήθελα. Δεν την ένοιαζε καθόλου. Αντιθέτως με συμβούλευε τακτικά να «ξεχαρμανιάζω», γιατί η αγαμία είχε καταντήσει τον παππού μαλάκα! Έτσι έλεγε τουλάχιστον. Για να το ‘λεγε, κάτι ήξερε.

Με την Νίκη όμως δεν κρατήσαμε πολύ κι έτσι λίγο πριν την εξεταστική του χειμώνα, το διαλύσαμε. Από ‘κει και μετά, άρχισε η κατηφόρα. Ήμουν κακόκεφος, δεν διάβαζα, δεν έβγαινα έξω… Μόνο καμιά τσόντα πεταγόμουν ν’ αγοράσω, από ένα βίντεο κλαμπ, να ρίξω καμιά «πηχτή», γιατί πράγματι κόντευε να με βαρέσει η αγαμία στο κεφάλι. Τόσο καλός πελάτης ήμουν, που είχα γίνει κολλητός με το αφεντικό και ένα βράδυ μου πλάσαρε μια καλή ερασιτεχνική ταινία με παντρεμένες, μαύρους και πιτσιρίκια.

-    «Είναι πολύ παλιά κόπια. Μόνο ετούτη έχω. Την πήρα από ένα ναυτικό στη ζούλα και δεν έχει υπότιτλους. Ακυκλοφόρητη σου λέω, τεφαρίκι!», επέμενε για να δικαιολογήσει το πεντοχίλιαρο που του έσκασα.

«Δε γαμιέται, λεφτά έχουμε!», σκέφτηκα και γύρισα σπίτι. Η θεία είχε επισκέψεις και δεν έδωσε σημασία που γύρισα. Κάθε τόσο ερχόταν μια μαύρη λιμουζίνα κι άφηνε δυο κομψές γυναίκες. Η μία γύρω στα σαράντα κι η άλλη με το ζόρι δεκαοχτώ. Καθόντουσαν από τις οχτώ το βράδυ μέχρι τις δύο το πρωί στο δωμάτιο της και συζητούσαν πίνοντας σαν μπεκροκανάτες. Το πρωί ερχόταν ξανά η λιμουζίνα, τις έπαιρνε στουπί κι έφευγε. Παραξενιές των πλουσίων…

Όταν λοιπόν έβαλα την κασέτα στο βίντεο κι ετοιμάστηκα για τη «μάχη» με το «θηρίο», άκουσα και τη λιμουζίνα που έμπαινε στην αυλή. Είχε πάει δύο και δεν το ‘χα πάρει χαμπάρι. Πιστή στο ραντεβού της η λιμουζίνα, πήρε τα κορίτσια κι έφυγε. Η ταινία όμως είχε ήδη ξεκινήσει κι έδειχνε έναν κώλο, στρουμπουλό και σφιχτό, και στο βάθος έναν μαύρο, με μια πούτσα μισό μέτρο. Η «ιδιοκτήτρια» του κώλου δεν φαινόταν καλά, γιατί η ταινία ήταν πράγματι παλιά και πολυχρησιμοποιημένη και από σκηνοθεσία και φωτισμό… έπασχε. Η τύπισσα είχε πετάξει τον κώλο έξω, φάτσα στην κάμερα και ρούφαγε την πούτσα του μαύρου με μεγάλη δυσκολία.

Άρχισα να την παίζω αργά, περιμένοντας να φτάσει στο καλύτερο, όταν εμφανίστηκε ένας άτριχος πιτσιρικάς, εκατό τοις εκατό ανήλικος, με μια μικρή ψωλή και δυο φουντούκια για αρχίδια! Άρχισε να γλείφει την κωλάρα της πρωταγωνίστριας κι αφού τη σάλιωσε και την άνοιξε με τα δάχτυλα του, όσο εκείνη χτυπιόταν με την πούτσα του μαύρου, έβαλε λίγο τζελ πάνω στην πούτσα του και της την έχωσε στον κώλο. Επί δέκα λεπτά η ίδια μαλακία. Μέσα - έξω, μέσα - έξω και ούτε λίγο φάτσα από την κοπέλα δεν είχε δείξει. Ευτυχώς ο μικρός έχυσε πάνω στην κωλάρα και την «έκανε» απ’ το «στόρι». Τη θέση του όμως πήρε μια εικοσάρα άβυζη, πλάκα το στήθος λέμε, με ένα τρίχωμα στο μουνί, ως τον αφαλό. «Γαμώ την γκαντεμιά μου!», σκέφτηκα. «Έσκασα πέντε χιλιάρικα και η τσόντα είναι μάπα!».

Αφού λοιπόν η άβυζη που λέγαμε έγλειψε την κωλάρα και το μουνί της άλλης, πήρε θέση στο μαύρο κι άρχισε να τον πιπώνει. Τον ξαπλώσανε κι οι δυο μαζί ανάσκελα και η πρωταγωνίστρια έχωσε την ψωλάρα του στο μουνί της, έχοντας πάντα πλάτη στον φακό. Την είχε ξεσκίσει ο μαύρος, αλλά εκείνη εκεί. Πάνω - κάτω, πάνω - κάτω, μέχρι που επιτέλους αποφάσισε ο μαύρος να χύσει και έκανε ζουμ η κάμερα στην πούτσα του. Φαινόταν κι η γκόμενα που περίμενε μ’ ανοιχτό το στόμα τα χύσια του, αλλά αχνά. Όταν όμως έχυσε και της γέμισε το στόμα χύσια, την έδειξε καλά…

Σειρά είχε το δικό μου στόμα να μείνει ανοιχτό και η πούτσα κάγκελο. Η θεία Τζίνα πλημμύρα στο χύσι, με τα μάτια εκστατικά να γελά στο φακό. Πλάκωσε κι η άβυζη που σας έλεγα πριν, κι άρχισαν να φιλιούνται στο στόμα και να χαϊδεύονται, αλείφοντας τα «πηχτά» του μαύρου σ’ όλο τους το σώμα. Όσο χαϊδευόταν η θεία με την άβυζη, να ‘σου έρχεται ένας σωματαράς και της χώνει στη μουνάρα ένα χοντρό παλούκι, σχεδόν όσο του μαύρου, αν όχι μεγαλύτερο. Σφάδαζε η καημένη απ’ τον πόνο.

Η άβυζη την παράτησε κι άρχισε να γλείφει το σημείο που μπαινόβγαινε ο τυπάς, παίρνοντας κάθε τόσο την πούτσα του, στο στόμα της. Τη στήνουν για τα καλά στα τέσσερα, μπαίνει ο τυπάς από κάτω της ξανά στο μουνί της, έρχεται κι ένας άλλος πακέτο και χώνεται στον κώλο της και την τρομπάρουν σαν σαμπρέλα. Χώθηκε και μια σαραντάρα στην υπόθεση με κάτι τεράστια βυζιά και της έχωσε το μουνί στη μούρη… κι έκλεισε το καρέ. Η θεία δεν είχε αλλάξει και πολύ από τότε, μόνο λίγες ρυτίδες στο πρόσωπο και κάπως πιο πεσμένο στήθος, που πρόδιδαν τη δεκαετία που είχε περάσει.

Όταν κόντεψαν να τελειώσουν οι τυπάδες, την έστησαν μπροστά στο φακό και άρχισαν να τη χύνουν στη φάτσα. Παραδόξως, την έχυσαν τουλάχιστον πέντε άτομα και φαντάστηκα πως οι υπόλοιποι ήταν κάμεραμαν, σκηνοθέτης και όποιος άλλος έπαιρνε τόση ώρα μάτι. Τα χύσια τους έτρεχαν πάνω στο πρόσωπο της και δεν μπορούσε ν’ ανοίξει τα μάτια, αλλά εκείνη γελούσε και γλειφόταν, φέρνοντας όσα περισσότερα μπορούσε στο στόμα της, αν δεν της χώνανε τις πούτσες τους να τις «στραγγίσει».

Εκεί τελείωσε η κασέτα απότομα. Εγώ όση ώρα έβλεπα τη θεία μου να γαμιέται μ’ όλη τη Βόρειο και Νότιο Αμερική, είχα χύσει δυο φορές, και παρά τα πηχτά χύσια στα άσπρα σεντόνια μου, η πούτσα μου δεν έπεφτε με τίποτα. Πήρα το σεντόνι, το τύλιξα πάνω μου και κατέβηκα να κάνω ντους. Σκατά! Θα τα δει η θεία όταν τα βάλει για πλύσιμο και θα με πάρει «στο ψιλό». Λίγο πριν μπω στο μπάνιο, έπεσα πάνω στη θεία και έμεινα κατακόκκινος να την κοιτάζω, χωρίς να μπορώ να πω κουβέντα. Μου χαμογέλασε και με ρώτησε:

-    «Έχουμε καμιά μικρούλα πάνω;»

Κοκάλωσα.

-    «Όχι, γιατί ρωτάς;», ρώτησα με τη σειρά μου.

-    «Γιατί χρυσό μου, εκτός που λέρωσες τα σεντόνια, δεν σου ‘χει πέσει ακόμα…», μου απάντησε εκείνη γελώντας, δείχνοντας μου το καυλωμένο μου πουλί.

«Να ανοίξει η γη και να με καταπιεί!», σκέφτηκα. Το έβαλα βιαστικά για το μπάνιο κι ασυναίσθητα της φώναξα να με περιμένει στο σαλόνι, να της δείξω κάτι. Όσο ήμουν στο ντους, σκεφτόμουν πως σκατά θα ‘βγαινα και τι δικαιολογία θα ‘βρισκα πάλι, για να καλύψω τις «παπαριές» μου. Τι μαλακία είπα ο μαλάκας. Και τώρα τι; Θα έδειχνα στη θεία την κασέτα; Πήρα μια βαθιά ανάσα, φόρεσα το μπουρνούζι μου και βγήκα. Ανέβηκα πάνω στη σοφίτα, φόρεσα τις πιτζάμες μου, πήρα την κασέτα και κατέβηκα στο σαλόνι.

Η θεία ήταν εκεί και με περίμενε. Φορούσε ένα δαντελωτό εκρού νυχτικό, που είχε μεγάλο ντεκολτέ κι άφηνε τα στήθια της να φαίνονται καθαρά. Ήταν αρκετά κοντό και δεν κατάφερνε να κρύψει τα λευκά της πόδια, που με προκαλούσαν να πέσω μέσα τους, για να σβήσω τη φλόγα που με άναψαν. Μέχρι τώρα, δεν είχαμε πολλές ντροπές μεταξύ μας, αλλά δεν ήμασταν και πολύ αποκαλυπτικοί. Ήμασταν όπως κάθε οικογένεια. Μεγάλη γυναίκα ήταν, μου συμπεριφερόταν στοργικά σαν θεία και πρόσεχε, δεν με προκαλούσε. Δεν την είχα σκεφτεί και ποτέ μου ερωτικά, να πω του στραβού το δίκιο… Κάθισα απέναντι της με το κεφάλι χαμηλωμένο και της έδειξα την κασέτα.

-    «Τι έχει αυτή η κασέτα, που σε κρατά ξύπνιο κι ανήσυχο τέτοια ώρα;», με ρώτησε ανήσυχη.

-    «Έχει… εσένα θεία, να κάνεις έρωτα…», απάντησα δειλά.

Ταράχτηκε. Δεν περίμενε ν’ ακούσει κάτι τέτοιο. Πήρε την κασέτα και την έβαλε στο βίντεο να παίζει. Δεν είχα σηκώσει ούτε μια στιγμή τα μάτια μου να την κοιτάξω. Μετά από λίγο την έβγαλε και με ρώτησε που την βρήκα. Της εξήγησα και μου είπε να πάω να δώσω εκατό χιλιάρικα στο βίντεο κλαμπ την επομένη και να πάρω όσες κόπιες έχει. Ούτε λόγος φυσικά για την εν λόγω κασέτα. Συμφώνησα, αν και της είπα πως πιθανότατα δεν έχει άλλες κόπιες.

-    «Αν το μάθει ο μπαμπάς σου, δεν πρόκειται να μου ξαναμιλήσει, ούτε θα σε ξαναφήσει να με δεις. Γι’ αυτό θα μείνει μεταξύ μας…», είπε.

-    «Για ποιον με πέρασες;», φώναξα και αμέσως με πήρανε τα κλάματα.

-    «Έλα που κλαις κιόλας, άντρας πράμα. Μην στεναχωριέσαι, δεν είμαι καμιά πουτάνα. Άτυχη στιγμή ήταν…», είπε και με πήρε στην αγκαλιά της.

Έκανα σαν μικρό μωρό. Κατάλαβα πόσο πολύ την αγαπούσα και δεν ήθελα να τη χάσω. Της το είπα κλαίγοντας.

-    «Κι εγώ σ’ αγαπάω βρε χαζό. Νομίζεις έχω άλλον στον κόσμο; Εσένα, τον αδερφό σου, που καλά - καλά δε με ξέρει, και τον στενόμυαλο, τον πατέρα σου έχω μονάχα…», μου είπε. «Άντε, ηρέμισε… Πήγαινε για ύπνο και το πρωί με καθαρό μυαλό το συζητάμε, να βρούμε μια λύση».

Πράγματι, το πρωί ανέβηκε στη σοφίτα και με ξύπνησε. Είχε μαζί της ένα δίσκο με καφέ και πρωινό και για τους δυο μας. Άρχισε να μου εξηγεί την ιστορία της κασέτας, όσο παίρναμε το πρωινό μας.

-    «Όταν γνώρισα το συχωρεμένο θείο σου, τον Πίτερ, ήμουνα παιδούλα ακόμα. Δεν είχαμε άνεση οικονομική στο σπίτι και με είχε στείλει ο παππούς καμαριέρα, στο ξενοδοχείο ενός φίλου του. Δούλευα σκληρά, αλλά ήμουν μακριά απ’ τους δικούς μου κι απροστάτευτη, και ο φίλος του, το αφεντικό μου, μου έβαζε χέρι και προσπαθούσε να με ρίξει στο κρεβάτι. Η γυναίκα του, το ‘χε καταλάβει, και με φόρτωνε ξυλιές για το παραμικρό, λες κι έφταιγα εγώ. Όταν ο Πίτερ ήρθε στο μικρό ξενοδοχείο, έψαχνε τοποθεσία να γυρίσει ταινία. Με ερωτεύθηκε και μου πρότεινε να με ζητήσει απ’ τον παππού, για γυναίκα του. Ο παππούς όμως δεν ήθελε ν’ ακούσει για τον Πίτερ, γιατί ήταν μεγαλούτσικος, κοντά στα σαράντα, και γιατί θα μ’ έπαιρνε στην Αμερική και δεν θα μπορούσα να βοηθήσω τους υπόλοιπους στο σπίτι. Τουλάχιστον έτσι πίστευε…

Έτσι, κλεφτήκαμε και φύγαμε κρυφά για Αμερική. Εγώ ήμουν ανήλικη ακόμα και χρειάστηκε να υπογράψει ο πατέρας σου για να φύγω στο εξωτερικό. Από τότε τον λάτρεψα τον πατέρα σου που με έσωσε απ’ τη μιζέρια, ρισκάροντας να αρχίσει βεντέτα και ευχόμουν να μπορέσω κάποτε να του το ξεπληρώσω. Γι’ αυτό γύρισα απ’ την Αμερική και γι’ αυτό θέλησα να μείνεις μαζί μου, μόλις μου δόθηκε η ευκαιρία. Ήταν το λιγότερο που μπορούσα να κάνω γι’ αυτόν. Ο Πήτερ όμως, μετά από λίγα χρόνια σκοτώθηκε σε τροχαίο και με άφησε μόνη μου. Στην αρχή έτρωγα απ’ τα έτοιμα και περίμενα να ανοίξουν τη διαθήκη του για να μου δώσουν την κληρονομιά, που ήταν μεγάλη. Η αδερφή του όμως, πρόσβαλε τη διαθήκη και πήγαμε στα δικαστήρια.

Αναγκάστηκα να ζω με δανεικά, από ένα φίλο του Πίτερ, σκηνοθέτη πορνό ταινιών. Η δίκη όμως καθυστερούσε πολύ κι εκείνος άρχισε να με εκβιάζει για να του γυρίσω τα δανεικά. Στο τέλος, αφού με έφερε στο αμήν, μου πρότεινε να πάρω μέρος σε μια «ερωτική συνεύρεση» και να με κινηματογραφήσει, για να τον ξεχρεώσω. Φυσικά στην αρχή αρνήθηκα, αλλά στο τέλος υπέκυψα, μην μπορώντας να συντηρήσω ούτε τον εαυτό μου. Έτσι γυρίσαμε αυτή την κασέτα, με την προϋπόθεση πως δε θα κυκλοφορούσε μαζικά και φυσικά δε θα έβγαινε ποτέ από Αμερική. Λίγο αργότερα, κέρδισα την κληρονομιά και αγόρασα όσες κόπιες βρήκα και τα πνευματικά δικαιώματα της ταινίας. Μερικές όμως μου ξέφυγαν. Μια απ’ αυτές είναι κι αυτή που έφερες χθες σπίτι…»

Την φίλησα στοργικά και της είπα πως για μένα πάντα θα ‘ναι η θειούλα μου η Τζίνα και πως δεν πρόκειται να μάθει κανείς τίποτα, τουλάχιστον όχι από μένα. Γέλασε και μου ανταπέδωσε με την ίδια στοργή το φιλί.

-    «Κι ας πάμε τώρα στο άλλο μας θέμα…», είπε γελώντας.

-    «Ποιο άλλο θέμα;», ρώτησα απορημένος.

-    «Σου άρεσε η κασέτα; Πρέπει να σου άρεσε, γιατί είδα τα σεντόνια σου και είναι γεμάτα σπέρμα…», είπε με μια πονηράδα στα μάτια.

Είχα αλλάξει χίλια χρώματα.

-    «Δεν θέλω να με ντρέπεσαι. Εγώ μια φορά, μπορεί στην αρχή να μην ήθελα, μετά όμως το απόλαυσα!», είπε κλείνοντας μου το μάτι. «Αλλά έτσι και σε ξαναπιάσω κακομοίρη να την παίζεις για την θεία σου… Αντί να πας να βρεις μια κοπέλα να κάνεις μια σχέση… Δεν ξέρω τι θα σε κάνω!», είπε με αυταρχικό ύφος.

-    «Καλά…», είπα ντροπαλά και συνέχισα να τρώω, δήθεν αδιάφορα, το πλούσιο πρωινό που μου σέρβιρε.

Πρέπει να είχανε περάσει δυο μήνες από τότε και οι σχέσεις μου με τη θεία έγιναν πιο «άμεσες». Το μυστικό της νιότης της, μας έδεσε περισσότερο και αρχίσαμε τα πειράγματα με σεξουαλικό περιεχόμενο. Γίναμε και πιο διαχυτικοί ο ένας με τον άλλο και λέγαμε μεταξύ μας, όλα μας τα μυστικά. Πλέον με ξυπνούσε με φιλιά στο στόμα και με κορόιδευε όταν τύχαινε να ξυπνήσω ερεθισμένος, χουφτώνοντας την πούτσα μου, που έλεγε πως είναι «ότι πρέπει». Το πιο τρελό φυσικά, ήταν που μου έδωσε να δω κάποια παλιά φιλμ, που είχανε τραβήξει με τον Πίτερ, ενώ κάνανε έρωτα.

Ένα απ’ αυτά, είδαμε μαζί ένα μεσημέρι και κόντευε να μου βγει η πούτσα απ’ το παντελόνι. Θυμάμαι το είχε καταλάβει και γύρισε και έτριψε το πρόσωπο της πάνω στην πούτσα μου, μυρίζοντας την αύρα της και χουφτώνοντας την δυνατά. Είχα κοντέψει να χύσω από την καύλα και παρασυρμένος από τα πειράγματα της, πίεσα το κεφάλι της πάνω στην πούτσα μου, κατεβάζοντας το παντελόνι της πιτζάμας μου. Στη θέα της καυλωμένης μου πούτσας στα χείλη της, έχυσα και της λέρωσα το πρόσωπο με χύσια. Εκείνη έφυγε αμέσως στο μπάνιο, χωρίς να μου πει κουβέντα και μετά πήρε το αυτοκίνητο και εξαφανίστηκε για δυο μέρες.

Παρά το «ατυχές» συμβάν, για το οποίο δεν μιλούσε κανείς μας, εγώ χαιρόμουν την απελευθερωμένη μου θεία και ασχολιόμουν περισσότερο μαζί της, παρά με κάποια άλλη γυναίκα. Είχαν περάσει αρκετοί μήνες και δεν είχα πάει με γυναίκα. Μόνο τσόντες και που και που στη σχολή. Αυτές ήταν οι ασχολίες μου… Και φυσικά τον ελεύθερο μου χρόνο, τον έτρωγα με τη θεία.

Ένα βράδυ βλέπαμε στην τηλεόραση μια αισθηματική κωμωδία που στο τέλος ο πρωταγωνιστής, μετά από μια μεγάλη αναζήτηση, έβρισκε ξανά την αγαπημένη του, που από μαλακία του είχε χάσει. Θυμήθηκα τη Νίκη και με πήρανε τα ζουμιά. Την είχα πετύχει με το καινούριο της αγόρι, στη σχολή και πως πέρασαν από κοντά μου με αδιαφορία. Το κατάλαβε η θεία πως κλαίω και ήρθε κοντά μου.

-    «Βρε πάλι κλαις; Το ‘χεις κάνει συνήθεια, τελικά. Τι έγινε πάλι; Σου λείπει το κορίτσι σου;», ρώτησε.

-    «Τα έφτιαξε με άλλον…», είπα προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρια μου.

-    «Και γι’ αυτό χολοσκάς; Να, τα κορίτσια! Με τη σέσουλα! Ωραίο παιδί είσαι, έξυπνος είσαι… Λεφτά όσα θέλεις… Τι σου λείπει;», ρώτησε με στόμφο. «Όποια θέλεις θα βρεις. Αλλά πρέπει να ψάξεις κιόλας. Μην περιμένεις να σου χτυπήσουν την πόρτα μόνες τους!», είπε ξανά και μ’ αγκάλιασε σφιχτά φιλώντας με στο λαιμό.

Τη φίλησα κι εγώ στα μάγουλα, κοιταχτήκαμε κατάματα, και έτσι όπως ήμουν δακρυσμένος τη φίλησα στο στόμα. Τη φίλησα με πάθος, για αρκετή ώρα. Πέρασα τα χέρια μου στα μαλλιά της και τα χάιδευα, ενώ εξερευνούσα κάθε κοιλότητα του στόματος της. Καιγόμασταν κι οι δυο απ’ τον πόθο. Πέρασα το χέρι μου κάτω απ’ την πιτζάμα της και χούφτωσα το στήθος της. Αναστέναξε στ’ άγγιγμα μου κι έβαλε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια μου. Χούφτωσε δυνατά το ερεθισμένο μου πέος κι άρχισε να το χαϊδεύει. Της ξεκούμπωσα τα κουμπιά απ’ τη πιτζάμα και άρχισα να της φιλάω τα βυζιά. Τα έβγαλα απ’ το σουτιέν και πιπιλούσα τις ερεθισμένες της ρώγες. Εκείνη μου μισοκατέβασε το παντελόνι της πιτζάμας και έπαιζε με γρήγορο ρυθμό την πούτσα μου. Δεν κρατήθηκα κι έχυσα πάνω στο χέρι της, ενώ τα χείλη μου δεν ξεκολλούσαν απ’ τα δικά της.

-    «Φτάνει. Δεν πρέπει… Είναι λάθος. Είσαι ανιψιός μου, αίμα μου…», είπε και με τα λερωμένα απ’ τα χύσια μου χέρια της πίεσε το κεφάλι μου στο στήθος της, κρατώντας το δυνατά.

Με εγκλώβισε στα γυμνά της στήθη και δεν μπορούσα να αντιδράσω. Άκουγα την καρδιά της που χτυπούσε δυνατά, ενώ έκλαιγε με αναφιλητά. Δεν κουνιόμουν. Είχα χαλαρώσει και απολάμβανα τη θέα των ερεθισμένων της βυζιών, μην μπορώντας να κάνω κάτι άλλο.

-    «Πόσο καιρό έχεις να πας με γυναίκα;», με ρώτησε συνωμοτικά, μόλις ηρέμισε κάπως.

-    «Κάτι μήνες…», είπα το ίδιο σιγανά.

Πετάχτηκε όρθια σαν ελατήριο. Κούμπωσε τα κουμπιά της πιτζάμας της και μετά έφερε ξανά τα στήθη της μέσα στο σουτιέν της. Εγώ, με κατεβασμένο το παντελόνι και την πούτσα γεμάτη χύσια, πεσμένη στα μπούτια μου, την κοιτούσα αποχαυνωμένος.

-    «Δεν έπρεπε να γίνει αυτό. Πρέπει να το ξεχάσουμε. Παρασυρθήκαμε…», είπε ταραγμένη.

Όσο περνούσε η ώρα το μετάνιωνε όλο και περισσότερο.

-    «Πήγαινε στο μπάνιο να πλυθείς και ντύσου. Θα έχουμε επισκέψεις…», είπε και έφυγε απ’ το σαλόνι.

Πήγα στο μπάνιο με το χαμόγελο της Durex στα χείλη. Γαμάτη φάση. Η θεία ήταν φωτιά. Στα τριανταπέντε της ήταν το πιο καυτό γυναικάκι που είχα γνωρίσει. Όχι ότι είχα πολλές γκόμενες, αλλά μια «οπτική» επαφή την είχα. Τι στο διάολο, ένα κάρο τσόντες είχα δει. Ήξερα να ξεχωρίζω τις καυλιάρες γυναίκες… Όταν βγήκα απ’ το μπάνιο, τη βρήκα ντυμένη αμπιγέ να μιλάει στο τηλέφωνο.

-    «…Όχι… Δεν θέλω τις συνηθισμένες. Μια κοπέλα θέλω για ένα φίλο μου. Ναι, στο ίδιο μέρος. Ελληνίδα, αν γίνεται, στα τριάντα, τριάντα κάτι… Ξέρετε, πολυτελείας, απ’ τις «καθαρές». Είναι ωραία; Καλή είναι. Α, μέχρι το πρωί. Δεν με νοιάζουν τα χρήματα, αρκεί να είναι πρόθυμη, αν με καταλαβαίνετε… Όλα… Θα χρειαστούμε πλήρη εξυπηρέτηση! Θα περιμένω, γεια σας!», είπε και το έκλεισε.

Δεν πίστευα όσα άκουγαν τα αυτιά μου! Είχε καλέσει «συνοδό» στο σπίτι. Και δεν ήταν μόνο αυτό… ο τύπος στην άλλη άκρη της γραμμής, την γνώριζε. «Οι συνηθισμένες…». Σίγουρα οι κοπέλες με τη λιμουζίνα. Ώστε την έβρισκε με γυναικεία παρέα η θεία, και μάλιστα διπλή! Μια ώριμη και μια μικρούλα γυναίκα, της έσβηναν τη φωτιά κάθε τόσο, ενώ εγώ ο μαλάκας, νόμιζα πως ήταν παραξενιά της ηλικίας.

Μου χαμογέλασε ψεύτικα μόλις μπήκα στο σαλόνι και μου είπε πως μια όμορφη κοπέλα θα ερχόταν να μου κάνει παρέα. Εκείνη θα πήγαινε με κάτι φίλες της στο καζίνο και θα γυρνούσε την άλλη μέρα. Από σκηνοθεσία, δέκα με τόνο η θεία. Μπορεί να μην είχε πάρει σπουδαία μόρφωση, αλλά τόσα χρόνια δίπλα στον άντρα της είχε μάθει αρκετά.

-    «Και ντύσου. Ακούς;», είπε αφήνοντας ένα μάτσο δεκαχίλιαρα πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού.

-    «Καλά, θα ντυθώ…», είπα νωχελικά.

-    «Μην τσιγκουνευτείς τα λεφτά. Πλήρωσε την πρώτα και μετά… Δώσ’ της κάτι παραπάνω. Είναι όπως σου αρέσει, ψηλή, πληθωρική και ώριμη. Τα λέμε το πρωί…», είπε κι έφυγε.

Έμεινα μόνος στο σαλόνι να αναρωτιέμαι τι να κάνω. Η θεία μου, μου κάλεσε πουτάνα σπίτι, για να «ξεχαρμανιάσω», όπως έλεγε, αφού κόντεψα να την «πάρω» μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Ντύθηκα γρήγορα και ίσα που πρόλαβα να κατεβώ στην είσοδο, όταν χτύπησε το κουδούνι. Άνοιξα βιαστικά και έμεινα με ανοιχτό στόμα. Μια κουκλάρα, ψηλή, με μακριά ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια μου χαμογέλασε και μου ζήτησε να περάσω. Την βοήθησα να βγάλει το πανωφόρι της και την συνόδευσα στο σαλόνι.

-    «Θα μου βάλεις κάτι να πιω; Με λένε Μελίνα…», είπε χαριτωμένα και κάθισε αναπαυτικά στον καναπέ.

«Ναι, με συγχωρείς, δική μου παράλειψη. Είμαι ο Αργύρης!», είπα προσπαθώντας να δικαιολογήσω την αμηχανία μου.

Σιγά μην την έλεγαν Μελίνα… Δόξα τω Θεό, δεν είχε χρειαστεί να πληρώσω για να κάνω έρωτα μέχρι τώρα, αλλά αν ήξερα πως κάτι τέτοιες γυναίκες, θα το κάνανε μόνο με λεφτά, σίγουρα θα άλλαζα γνώμη και θα ‘βαζα το χέρι βαθιά στην τσέπη.Της έβαλα μια βότκα και έβαλα και για μένα μία. Κάθισα απέναντι της χωρίς να μιλάω και την παρατηρούσα από πάνω μέχρι κάτω. Έβγαλε τα γοβάκια της και δίπλωσε τα πόδια της πάνω στον καναπέ.

-    «Ωραίο σπίτι έχεις Αργύρη!», είπε για να σπάσει τον πάγο. «Πρωτάρης είσαι;», είπε χαμογελώντας.

«Δεν το ‘χω ξανακάνει με λεφτά. Δεν έτυχε. Πόσα χρήματα να σου δώσω;», είπα βιαστικός, αποδεικνύοντας πόσο μεγάλος μαλάκας μπορώ να γίνω. «Λίγη τακτική αγόρι μου. Τι μαλακιές τσαμπουνάς;», σκέφτηκα. Εκείνη γέλασε. Προφανώς διάβαζα τη σκέψη της.

-    «Ηρέμισε, δεν θα φύγω. Ως το πρωί εδώ θα ‘μια. Μπορώ…;» ,είπε και μου έδειξε τα χρήματα που είχε αφήσει πάνω στο τραπεζάκι η θεία μου.

Έγνεψα το κεφάλι και εκείνη πήρε ένα καλό ποσό και το έβαλε στην τσάντα της. Έσκυψα, πήρα αρκετά δεκαχίλιαρα ακόμη και τα έχωσα στη μικρή της τσάντα αμήχανα.

-    «Νομίζω πως θα τα πάμε πολύ καλά, εμείς οι δυο…», είπε χαμογελώντας και ρούφηξε άλλη μια γουλιά απ’ τη βότκα της.

Φορούσε ένα τιγρέ κοντό φουστάνι με τιράντες, που τόνιζε το μεγάλο της στήθος, αφήνοντας μεγάλο μέρος του εκτεθειμένο και μαύρες μακριές κάλτσες, απ’ αυτές που φοράνε για τις ζαρτιέρες. Άφηνε τα μακριά της πόδια να φαίνονται μέχρι ψηλά στο εσώρουχο της και ήδη η πούτσα μου είχε γίνει πύραυλος. Έπινε με τόση χάρη το ποτό της, που έλιωνε παγόβουνο. Σε κάθε της γουλιά, άφηνε στάμπες κραγιόν στο ποτήρι και μόλις κατάπινε τη γουλιά της, περνούσε με τη γλώσσα της πουτανιάρικα τα βαμμένα κόκκινα χείλη της.

-    «Ώστε σου αρέσουν οι πιο ώριμες γυναίκες… Κι εγώ προτιμώ τους νεαρούς πελάτες. Είναι γεμάτοι φαντασία, ενέργεια… Άσε που θέλουν και να ικανοποιούν τη σύντροφο τους. Οι πιο μεγάλοι βιάζονται να τελειώσουν και να γυρίσουν στη γυναίκα τους, ή στην ερωμένη τους και δεν τους νοιάζει για μας…», είπε και άφησε το ένα τιραντάκι απ’ το φουστάνι της να πέσει στο πλάι, ελευθερώνοντας μεγάλο μέρος του στήθους της.

Δεν φορούσε σουτιέν και τα άτιμα τα βυζιά της, ήταν έτοιμα να πεταχτούν έξω από το φουστάνι.

-    «Δεν έχω πάει ξανά όπως σου είπα με «συνοδό» και θα ‘θελα πολύ να δοκιμάσω…», είπα προσπαθώντας να επισπεύσω όσο πιο ευγενικά μπορούσα το βασανιστήριο μου.

Περνώντας απαλά το χέρι της πάνω απ’ το άλλο τιραντάκι, το έσπρωξε και μισοφάνηκαν οι μεγάλες θηλές της. Μου έκανε νόημα να πλησιάσω. Σηκώθηκα και κάθισα δίπλα της. Πέρασε το χέρι της στην πλάτη μου και μ’ έφερε σε απόσταση αναπνοής απ’ τα στήθια της.

-    «Μέχρι αύριο το πρωί, είναι δικά σου. Μπορείς να τα κάνεις ότι θέλεις, ξέρω ότι σε τρελαίνουν!», μου είπε στ’ αφτί, λες και μας άκουγε κάποιος, και μου έσπρωξε το κεφάλι πάνω τους απαλά.

Κατέβασα με το χέρι μου το φουστάνι πιο χαμηλά και τα άφησα να κρέμονται μπροστά μου. Για την ηλικία της ήταν υπερβολικά στητά και σκληρά και σκέφτηκα πως είναι εγχειρισμένη, αλλά δεν είχε κανένα σημάδι ή ουλή που να πρόδιδε κάτι τέτοιο. Σαν να διάβασε την σκέψη μου, μου είπε:

-    «Πιάσ’ τα να δεις τι σκληρά είναι… Δεν είναι ψεύτικα».

Πριν τα αγγίξω με τα δάχτυλα μου, με όσα αποθέματα υπομονής διέθετα, τα πήρα ένα - ένα στο στόμα. Αναστέναξε και είπε:

-    «Επιτέλους κι ένας άντρας που ξέρει να κάνει τη δουλειά του!»

Τα λόγια της μου έδωσαν αυτοπεποίθηση και χωρίς να το καταλάβω, έπαιζα το παιχνίδι της. Μάθαινα τον έρωτα, μέσα από τις υποδείξεις της… Μάθαινα να μην βιάζομαι και να μην είμαι άγαρμπος, για να ευχαριστηθούμε κι εγώ κι εκείνη το σεξ. Είχα αρχίσει όμως να γίνομαι ανυπόμονος. Το καυλί μου έδειχνε το ταβάνι, εδώ και ώρα. Τη φίλησα στο στόμα και μου είπε να μη φιλάω ποτέ «συνοδούς» στο στόμα, για να μη δεθώ μαζί τους. Την αγνόησα και συνέχισα να τη φιλάω. Η επιμονή και η ξεροκεφαλιά της νιότης μου, την άναψε.

Με φιλούσε στο λαιμό και στο στήθος και κατέβαινε γοργά προς το «μαγικό ραβδί» μου. Ξεκούμπωσε το παντελόνι μου και έβγαλε το καυλωμένο μου πέος.

-    «Μμμ… σκληρό και μεγάλο! Ο τέλειος συνδυασμός για μια όμορφη νύχτα!», είπε και το εξαφάνισε στο αχόρταγο στόμα της.

Τα κόκκινα της χείλη άφηναν τα αποτυπώματα τους πάνω στην πούτσα μου κι εγώ κρατούσα αντίσταση στους γυμνούς της ώμους, όσο αυτή πηγαινοερχόταν ρυθμικά πάνω στο καυλί μου. Δεν είχα δυο - τρεις ώρες που είχα τελειώσει στην αγκαλιά της θείας μου και γέμισα με καυτά χύσια το στόμα της Μελίνας.

-    «Έπρεπε να μου πεις πως τελειώνεις μωρό μου…», είπε με το στόμα γεμάτο χύσια και άφησε το «φορτίο» μου να τρέχει απ’ τα χείλη της στα βυζιά και στην κοιλιά της.

Τα υπόλοιπα τα κατάπιε και μετά καθάρισε καλά και την μισοπεσμένη μου πούτσα. Έβγαλα απ’ την τσέπη μου ένα προφυλακτικό και εκείνη γελώντας το έσκισε με τα δόντια της και το έβαλε στο στόμα της με προσοχή. Με μια επίδειξη δεξιοτεχνίας μου το φόρεσε με το στόμα της, μέχρι τη βάση της πούτσας μου, που είχε μαλακώσει ελαφρά. Μου ρούφηξε το κεφαλάκι για λίγο, παίζοντας την παράλληλα και μετά σηκώθηκε όρθια και έβγαλε εντελώς το φουστάνι της. Έβγαλε και το μαύρο τάνγκα που φορούσε και έμεινε με τις ζαρτιέρες. Το μουνάκι της ήταν ξυρισμένο και υγρό.

-    «Ξέρεις, πολύ σπάνια κάποιος πελάτης, καταφέρνει να με ερεθίσει… Όπως τώρα…», είπε και έτριψε το μουνάκι της καυλιάρικα πάνω από την πούτσα μου, πιάνοντας την με το άλλο της χέρι.

Με «οδήγησε» μέσα της αργά και μετά πιέζοντας την κοιλιά μου ανεβοκατέβαινε πάνω της, στέλνοντας με στον παράδεισο. Χούφτωσα με τα δυο μου χέρια τα βυζιά της και τα μάλαζα. Κουνούσε το κεφάλι πέρα - δώθε, τινάζοντας κάθε τόσο τα ξανθά της μαλλιά προς τα πάνω μου, απολαμβάνοντας τον πούτσο μου, σφίγγοντας τον μέσα στα μπούτια της. Δεν ξέρω αν πράγματι είχε καυλώσει τόσο, ή ήταν τόσο καλή ηθοποιός, αλλά εγώ είχα φτιαχτεί άγρια.

Σταμάτησε, βγήκε και μου γύρισε πλάτη. Έκρυψε ξανά μέσα της την πούτσα μου και καθισμένη σαν κοκόρι «χτυπιόταν» πάνω μου. Μετά έγειρε και ξάπλωσε ανάσκελα πάνω μου σηκώνοντας τα πόδια της στον αέρα κλειστά. Τα έπιασα και άρχισα να κουνιέμαι μανιασμένα μέσα στο ξυρισμένο της μουνί. Σταμάτησα μόνο για μια στιγμή για να της χουφτώσω τα βυζιά και γύρισε και με φίλησε στο στόμα.

-    «Μη σταματάς μωρό μου… Θέλω να με γαμήσεις από παντού. Όλη νύχτα θέλω να με πηδάς, ακούς;», είπε και έγειρε στο πλάι μπρούμυτα πάνω στον καναπέ.

Κατάφερα και πέταξα όσα ρούχα είχα ακόμα πάνω μου και της άνοιξα διάπλατα τα πόδια. Είχε πάρει πλέον μια τέλεια στάση διείσδυσης, ανοίγοντας το μουνί της στα δυο. Τα υγρά της έτρεχαν πάνω στον καναπέ, από τα κατακόκκινα μουνόχειλα της. Χώθηκα μέσα της με βία και γαντζωμένος απ’ τα κωλομέρια της, τον κάρφωσα μέχρι τα αρχίδια. Βόγκηξε από ηδονή και τούρλωσε την κωλάρα της, ενώ με τα δυο της χέρια αυνανιζόταν γρυλίζοντας. Της πήρα τα χέρια με δύναμη και τα έφερα πίσω στην πλάτη. Τα κρατούσα σφιχτά και την τραβούσα απ’ τα χέρια, αναγκάζοντας την να γίνει το «στήριγμα» μου στην προσπάθεια να της σκίσω τη μουνάρα. Πέρασα το δάχτυλο μου πάνω από την κωλοτρυπίδα της και προσπάθησα να χώσω το μεσαίο μέσα στο κωλαράκι της. Άπλωσε το χέρι της στην τσάντα της που ήταν δίπλα της, με δυσκολία και έβγαλε ένα τζελ.

-    «Μ’ αυτό, μωρό μου…», είπε δίνοντας το σε μένα.

Άπλωσα το τζελ πάνω στην κωλοτρυπίδα της και στα δάχτυλα μου και της έχωσα με μεγάλη ευκολία ένα, χωρίς να σταματήσω να πηδάω το μουνί της.

-    «Μμμ, πούστη… Θέλεις το κωλαράκι μου; Πάρ’ το αγόρι μου. Δικό σου. Σκίσ’ το με την ψωλάρα σου. Το αξίζεις, τόσα με πλήρωσες!», είπε γλείφοντας καυλωμένη τα δάχτυλα της.

Τρελάθηκα απ’ τη χαρά μου. Πρώτη φορά θα έπαιρνα κώλο. Μου είχε γίνει εμμονή, αλλά δεν μου καθόταν καμία.

-    «Σ’ αρέσει μωρή πουτάνα να γαμιέσαι απ’ τον κώλο; Σ’ αρέσει που σε πληρώνω για να μου κάθεσαι; Πες μωρή πουτάνα… Πες μου πόσα θέλεις να μου παίρνεις τσιμπούκια; Θα σου τον χώσω μέχρι το λαρύγγι. Πες μωρή, πόσα θέλεις για να σου χύσω την κωλάρα;», έλεγα και της έριχνα ξυλιές στα κωλομέρια.

Κάθε φορά που την χτυπούσα τιναζόταν σφίγγοντας το μουνί της όσο πιο δυνατά μπορούσε. Ένιωσα τα αρχίδια μου να γεμίζουν χυμούς της.

-    «Χύνω αγόρι μου. Χύνω στην πούτσα σου. Αααχ, με ξέσκισες! Μην σταματάς…», έλεγε εκείνη.

Βγήκα απ’ το μουνί της κι έφερα την πούτσα μου στο κωλαράκι της. Προσπάθησα να εισβάλω στον κώλο της αλλά δεν τα κατάφερνα. Γύρισε τότε, και με ξάπλωσε ανάσκελα.

-    «Έλα να σου δείξω πως θα σε πάρω όλο μέσα στο κωλαράκι μου…», είπε και κάθισε προσεκτικά με τον κώλο πάνω στην πούτσα μου.

Τα χύσια της ακόμα έτρεχαν πάνω μου. Δεν τα κατάφερε όμως, με την πρώτη. Η πούτσα μου γλιστρούσε και χωνόταν ξανά στο μουσκεμένο μουνί της. Έκανε λίγο πίσω και έφτυσε πάνω της. Με μια απότομη κίνηση καρφώθηκε πάνω στην πούτσα μου. Πήρε μέσα της όλη την πούτσα μου, βάζοντας από λίγη στον κώλο της κάθε φορά που ανεβοκατέβαινε πάνω της. Είχε ιδρώσει απ’ το ζόρι της και σούφρωνε τα χείλη απ’ τον πόνο και την καύλα. Όταν πια μπορούσα να της γαμάω τον κώλο άνετα, την γύρισα πλάτη για να έχω καλύτερη θέα του ξεσκισμένου της κώλου. Το κατάλαβε και χωρίς να την αφήσει να βγει απ’ τον κώλο της, έκανε μια στροφή με την πούτσα μου να της «βιδώνει» τον κώλο.

Παρά την καύλα που είχα δεν μπορούσα να τελειώσω κι ας το ήθελα. Εκείνη τριβόταν άγρια και με βοηθούσε να «τρυπάω» ευκολότερα μέσα της. Που και που σάλιωνε τα δάχτυλα της και μου χούφτωνε τα αρχίδια… Μέσα στην καύλα μας, δεν ακούσαμε το αυτοκίνητο που πάρκαρε στην αυλή και όταν η θεία μου μπήκε μέσα στο σαλόνι ήταν πια αργά. Προσπάθησε να καλύψει τη γύμνια της και έπεσε πάνω μου έκπληκτη.

-    «Η μητέρα σου…;», είπε φοβισμένη.

Κοίταξα την θεία μου και αναγνώρισα στα μάτια της τον πόθο.

-    «Όχι, η ερωμένη μου είναι…», είπα αποφασισμένος.

Μέσα σε ελάχιστο χρόνο η θεία μου είχε μείνει με τα εσώρουχα και μας πλησίαζε απειλητικά. Πέρασε το χέρι της απ’ τα μαλλιά της Μελίνας που είχε κρυφτεί στην αγκαλιά μου φοβισμένη, μη μπορώντας να καταλάβει τι συμβαίνει και της χάιδεψε το πηγούνι, σηκώνοντας το προς το μέρος της.

-    «Είσαι πολύ όμορφη γλυκιά μου, αλλά δεν χρειαζόμαστε άλλο τις υπηρεσίες σου. Μπορείς να πηγαίνεις, θα αναλάβω εγώ τώρα…», είπε και κρατώντας την συνέχεια απ’ το πηγούνι τη φίλησε στο στόμα.

Η Μελίνα ανταποκρίθηκε στο φιλί της και την έσφιξε πάνω της.

-    «Σε παρακαλώ, άσε με να μείνω κοντά σας απόψε…», είπε προσπαθώντας να της πιάσει τη μέση.

-    «Όπως νομίζεις… Αλλά δε θα σου χαριστεί κανείς μας πουτανάκι!», απάντησε η θεία μου και έπεσε πάνω της, φιλώντας της τα στήθη και χώνοντας όσα δάχτυλα της χωρούσαν στο υγρό μουνί της Μελίνας.

Είχα μείνει άναυδος. Κοιτούσα τις δυο γυναίκες να ανταλλάσσουν χάδια με πάθος, μην ξέροντας σε ποια να ορμήσω πρώτα. Ξεκούμπωσα το σουτιέν της θείας μου και μετά της κατέβασα το κιλοτάκι. Η καριόλα, μου άνοιγε τα πόδια της περιμένοντας να τη γαμήσω. Έτριψα την πούτσα μου πάνω στο μουνί και στον κώλο της, σκαμπιλίζοντας τα καπούλια της με μίσος.

-    «Πάρε με. Είμαι δική σου. Κάνε με πουτάνα σου απόψε!», είπε κατεβαίνοντας κάτω απ’ τον καναπέ, με τη γλώσσα χωμένη στα πόδια της Μελίνας.

Στημένη στα τέσσερα στο χαλί περίμενε να της σκίσω το μουνί, ενώ εκείνη έκανε γλειφομούνι στην πουτάνα! Πιπίλιζε και δάγκωνε την πρησμένη κλειτορίδα της πόρνης σαν να ‘τανε η από χρόνια ερωμένη της. Πέταξα την καπότα στο πάτωμα, άλειψα με τζελ την πούτσα μου και την έφερα στην κωλοτρυπίδα της. Ήταν πολύ σφιχτή, καμιά σχέση με την Μελίνα, και με δυσκόλεψε. Χώθηκα μέσα στο κωλί της και θυμήθηκα τον πιτσιρικά που της ξέσκιζε τον κώλο στην κασέτα. Βογκούσε και μ’ έβριζε που την έπαιρνα από πίσω, αλλά ήταν η πουτάνα μου… Θα την έπαιρνα ακόμα κι απ’ τα αφτιά, αν μπορούσα. Βγήκα απ’ τον κώλο της, αφού τον άφησα με μια τρύπα μεγάλη να χάσκει ανοιχτή και πασαλειμμένη με πρωκτικό τζελ,  έτοιμος να χύσω. Την τράβηξα απ’ τα μαλλιά πάνω στην πούτσα μου.

-    «Έλα κι εσύ μωρή πουτάνα!», είπα στην Μελίνα εκστασιασμένος.

Κάθισαν κι οι δύο στα γόνατα περιμένοντας τα πηχτά μου χύσια στα πρόσωπα τους. Την έπαιζα και την έβαζα μια στο στόμα της θείας μου και μια στο στόμα της Μελίνας, παίζοντας το ρώσικη ρουλέτα, σε ποιας το στόμα θα τελειώσω. Η θεία μου όμως, μου τράβηξε την πούτσα με τα δυο της χέρια, στο στόμα της, λίγο πριν τα «πετάξω» όλα. Έχυνα στο στόμα της, τρέμοντας από την καύλα κι εκείνη, κοιτώντας με στα μάτια, τα έπαιρνε όλα μέσα μπουκωμένη, καταπίνοντας τα. Η Μελίνα άδραξε την ευκαιρία και χώθηκε κάτω απ’ τα αρχίδια μου, παίρνοντας τα και τα δύο στο στόμα της, χουφτώνοντας τα κωλομέρια μου με δύναμη. Είχα παραπάνω από πέντε λεπτά που είχα τελειώσει στο στόμα της και η θεία μου, με τσιμπούκωνε ακόμα. Μου είχε πέσει εντελώς και είχε ζαρώσει αλλά εκείνη το απολάμβανε.

-    «Έλα, θέλω να χύσεις κι εσύ στο στόμα μου...», της είπα και την έριξα στον καναπέ.

Της έγλειφα το μουνάκι αχόρταγα κι εκείνη μου πίεζε το κεφάλι με δύναμη πάνω του φωνάζοντας να την «φάω». Η Μελίνα τα ‘χε χαμένα. Μια έπαιρνε στο στόμα της και πιπιλούσε τα βυζιά της θείας μου και μια έμπαινε κάτω απ’ τα πόδια μου και ρουφούσε την πεσμένη μου πούτσα. Τόσο πολύ είχε μικρύνει που έπαιρνε στο ζεστό της στόμα όλη την πούτσα μου, μαζί με τα αρχίδια μου. Η πουτάνα είχε καταφέρει να τη σκληρύνει πάλι, αλλά όχι πάρα πολύ.

-    «Είσαι έτοιμος αγάπη μου!», μου είπε, δείχνοντας με ένα νεύμα, το μουνί της θείας μου.

Σηκώθηκα και ξάπλωσα πάνω στην θεία μου, ακουμπώντας την πούτσα μου πάνω στην μαλακή κοιλιά της. Είχε έρθει η ώρα της. Φιληθήκαμε παίζοντας τις γλώσσες μας με μανία.

-    «Θέλεις να χώσεις το μεγάλο σου καυλί στη θεία σου; Γι’ αυτό το πιέζεις πάνω στην κοιλιά μου; Βάλτο λοιπόν, στο μουνάκι μου, να γευτείς τη ζεστασιά του… Μη με τυραννάς άλλο Αργύρη…», είπε σχεδόν παρακαλώντας με.

-    «Θεία;!!!», τσίριξε η Μελίνα και μας πλησίασε κατάπληκτη.

Η θεία μου την έπιασε απ’ τα μαλλιά και της είπε:

-    «Άκου πουτανάκι, δεν σε φώναξα εδώ για να μου πεις τι να κάνω και με ποιον θα πηδιέμαι. Κάνε τη δουλειά σου και ρούφα τώρα τα αρχίδια του ανιψιού μου, που τόσο καλά ξέρεις να ρουφάς…»

Ήταν αρκετό για να κάνει την Μελίνα, που ως τώρα νόμιζε πως ήμουν ένας τυχαίος νεαρός, που σπιτώθηκε από μια πλούσια χήρα, να σκύψει πίσω μου και να ρουφά τα αρχίδια μου και την πούτσα μου, για να γαμήσω τη θεία μου. Πιπίλιζα τα βυζιά της και εκείνη μου ανακάτευε τα μαλλιά, περιμένοντας να σκληρύνει η Μελίνα την πούτσα μου για να χωθώ μέσα της.

-    «Θεία μου, θειούλα μου… Σε θέλω πολύ! Σε ήθελα από τότε που σε είδα να ξεσκίζεσαι με τον αράπη. Δυο φορές έχυσα βλέποντας την ταινία σου. Από τότε όταν την παίζω, μόνο τα βυζιά και την κωλάρα σου έχω στο μυαλό μου. Ακούς πουτάνα μου; Είσαι η πουτάνα μου…», είπα τραβώντας τα μαλλιά της πίσω με δύναμη, να φιλήσω τα αυτάκια της.

-    «Σε θέλω αγάπη μου, από τότε που πρωτοήρθες με τον αδερφό μου σπίτι μου. Νομίζεις λίγες φορές ήθελα να σε πάρω στο στόμα μου, να σ’ ανακουφίσω απ’ την καύλα σου;», είπε φιλώντας και δαγκώνοντας τα χείλη μου.

Σε λίγο ήμουν έτοιμος πάλι και έφερα την πούτσα μου στα μουνόχειλα της θείας μου. Την έπαιξα λίγο πάνω τους κι εκείνη μου χαμογέλασε και έκλεισε τα μάτια με προσμονή. Μπήκα μέσα της και την γαμούσα παράφορα, μέχρι που έσφιξε τα δόντια, απ’ την ένταση των γρήγορων κινήσεων μου στο μουνί της. Την πηδούσα πάνω από μια ώρα, αλλάζοντας κάθε τόσο στάση, μέχρι που βρέθηκα ανάσκελα και η θεία από πάνω μου. Στο κεφάλι μου ήρθε κι έκατσε η Μελίνα, που τόση ώρα μαλακιζόταν μ’ έναν δονητή, που έβγαλε απ’ την τσάντα της, φιλώντας τη θεία μου στο στόμα. Έγλειφα, χωρίς να σκεφτώ τις συνέπειες, το μουνί της ξεσκισμένης πόρνης, και στην πούτσα μου είχα «καθίσει» την θεία μου, μέχρι που φώναξα πως χύνω. Πέσανε κι οι δύο με βιασύνη στην πούτσα μου και την τσιμπούκωναν λυσσασμένες, μέχρι που γέμισα τα προσωπάκια τους με χύσια. Λίγο ακόμα και θα λιποθυμούσα απ’ την έκσταση…

Αφού έγλειψαν τα χύσια μου, η μία απ’ το πρόσωπο της άλλης, ξάπλωσαν πάνω μου. Η θεία μου είχε ξαπλώσει στο στήθος μου και μου χάιδευε το πρόσωπο με λατρεία, ενώ η Μελίνα είχε ξαπλώσει στην κοιλιά μου, βυζαίνοντας που και που την μαραμένη πούτσα μου. Ένιωθα σαν πασάς. Είχα ξεσκίσει τη θεία μου και είχα κάνει μια πουτάνα πολυτελείας να παρακαλάει να πηδηχτεί. Κοιμήθηκα μέχρι το πρωί με τις δυο γυναίκες πάνω μου και ξύπνησα απ’ την πίπα που μου έκανε η Μελίνα. Ένα στα γρήγορα πριν φύγει, θα σκέφτηκε. Η θεία μου, είχε ξυπνήσει κι αυτή και είχε πάρει θέση μπροστά στο πρόσωπο μου.

-    «Αρκετά κοιμήθηκες υπναρούλη. Το μουνάκι μου θέλει να γαμηθεί. Αλλά πρώτα πρέπει να το υγράνεις… Και καλά μάλιστα!», είπε και μου «βούλωσε» το στόμα με το μουνί της.

Από τότε κοιμόμαστε σαν αντρόγυνο στην κρεβατοκάμαρα της και χαιρόμαστε τις περιποιήσεις της Μελίνας, που κατάφερε η θεία να την αποδεσμεύσει, από κάτι «υποχρεώσεις» που είχε στο «πρακτορείο» που εργαζόταν. Μένει τώρα μαζί μας στη βίλα και τουλάχιστον στον κόσμο, την εμφανίζουμε σαν οικιακή βοηθό. Δεν ξέρω πότε και πως θα τελειώσει αυτή η ιστορία, αλλά μας έχει μπει η ιδέα να φύγουμε για Αργεντινή μόλις τελειώσω τη Σχολή για να παντρευτούμε. Ποιος ξέρει… Ίσως κάποτε τα καταφέρουμε. Τώρα πρέπει να τελειώσω την ιστορία μου, γιατί έχω τη γλυκιά μου θεία ανάμεσα στα πόδια μου και είμαι έτοιμος να της γεμίσω το στόμα με χύσια…

(Copyright protected OW ref: 14244)