Το κόλπο της ξαδέρφης με την φίλη της

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο Κώστας πηγαίνει στο σπίτι της ξαδέρφης του καλεσμένος για… καφέ. Εκεί όμως, τον περιμένει μια έκπληξη… η ξαδέρφη του είχε καλέσει και μια φίλη της για παρτούζα. Η φίλη της όμως, είναι γνωστή του Κώστα και θα νιώσει περισσότερο άσχημα όταν αυτή τον δει με… παράξενη περιβολή. Τι συνέβη στη συνέχεια…; Πώς θα εξελιχθεί αυτή η βραδιά γι’ αυτό το παράξενο τρίο;

Η ιστορία:

Το Σαββάτο που μας πέρασε, με πήρε η ξαδέλφη μου τηλέφωνο να πάμε για καφέ νωρίς το απόγευμα. Όμως επειδή η γυναίκα μου είχε ήδη κανονίσει με μια φίλη της πήγα μόνος μου. Μου έσπασαν τα νεύρα να βρω να παρκάρω μιας και γινόταν ο χαμός, ούτε πατίνι δεν χώραγε. Τελικά κατάφερα να το βάλω κάπου και ανέβηκα μιας και είχα τα κλειδιά.

-    «Καλώς τον, και ότι σε σκεφτόμουνα. Γιατί άργησες;», είπε η Αλέκα.

-    «Άσε με ρε Αλέκα. Μου έφυγε ο κώλος να βρω να παρκάρω!», της γκρίνιαξα.

-    «Έλα, σταμάτα τη γκρίνια. Φτιάχνω καφέ και μου τα λες…»

Η Αλέκα φόραγε πιζάμες και τη ρόμπα της αλλά τα μάτια μου καρφώθηκαν στο στήθος της που μου φάνηκε πως είχε μεγαλώσει περισσότερο από την τελευταία φορά που την είδα. Κάτσαμε στο σαλόνι και είπαμε τα νέα τα δικά μας, της οικογένειας, των γνωστών μας... Κάποια στιγμή σηκώθηκε και πήγε προς τα μέσα.

-    «Κώστα, σαν στο σπίτι σου!», φώναξε από μέσα.

Επειδή δεν άκουσα γιατί χάζευα τηλεόραση πήγα πιο μέσα κι εγώ.

-    «Τι είπες; Δεν σε άκουσα…», είπα ανοίγοντας την πόρτα του μπάνιου.

-    «Λέω, σαν το σπίτι σου!,» είπε. «Ξέρεις εσύ…», συμπλήρωσε και κατάλαβα τι εννοούσε.

Μπήκα στην κρεβατοκάμαρα και άνοιξα την ντουλάπα, ψάχνοντας τα παπούτσια της. Βρήκα το υπέροχο ζευγάρι μπότες της που είναι πάνω από το γόνατο, τις γόβες που μου είχε πάρει καθώς και δυο - τρία άλλα ζευγάρια που δεν είχα δοκιμάσει. Γδύθηκα τελείως. Ξεκίνησα φορώντας τις μαύρες της κάλτσες. Στο μυαλό μου ήρθε ένα φοβερό Σαββατοκύριακο που είχαμε περάσει στην Πάτρα... «Επιτέλους!». Σκέφτηκα. «Είχα καιρό να το ξανακάνω...».

Άρχισα να δοκιμάζω τα καινούργια ζευγάρια που βρήκα. Ήταν πραγματικά δύσκολο να βρω και να διαλέξω τι μου άρεσε να φορέσω. Όλα ήταν υπέροχα, η καύλα δεν μπορούσε να περιγραφτεί... Βγήκε από το μπάνιο σαν γάτα, δεν άκουσα καν την πόρτα που έκλεισε. Η Αλέκα, γυμνή τελείως, μπήκε στην κρεβατοκάμαρα, με αγνόησε παντελώς και κοίταξε την ντουλάπα της. Έβγαλε μια πολύ καυτή μαύρη δερμάτινη μίνι φούστα και την έριξε στο κρεβάτι. Εγώ την κοίταγα ξαπλωμένος ενώ το καυλί μου ήταν όρθιο και στητό σαν πέτρινο ομοίωμα.

Μετά έβγαλε τις μπότες, τις πολύ ψηλές, πάνω από το γόνατο και τις άφησε δίπλα. Άνοιξε το συρτάρι και έβγαλε ένα κιλοτάκι (περισσότερο στρινγκ θα έλεγα) δαντελένιο που είχε κενό ανάμεσα για να φαίνονται τα μουνόχειλα και το φόρεσε. Μετά έβγαλε ένα φόρεμα άσπρο αρκετά κοντό και στενό, καθώς και τις άσπρες της ζαρτιέρες με τις κάλτσες μαζί. Είχα αρχίσει να την παίζω με όλα αυτά που έβλεπα. Μόλις με είδε ήρθε δίπλα μου, πήρε το χέρι μου από το καυλί μου και το έβαλε στο μουνάκι της που ήταν ήδη υγρό.

-    «Το νιώθεις; Το βλέπεις; Αν είσαι καλό παιδί μπορεί και να το γλείψεις... αργότερα…»

Έκανα κίνηση να βάλω δάχτυλο μέσα και έσκυψα να τη γλείψω. Όμως με σταμάτησε.

-    «Είπα, μετά! Άλλωστε θα έχω επισκέψεις σε λίγο…»

Πάγωσα. Νόμιζα πως θα ήμασταν μόνοι μας.

-    «Επισκέψεις; Δεν μου το εξήγησες αυτό όταν μιλήσαμε…»

-    «Θα έρθει μια φίλη μου από τη δουλειά. Θα δεις ότι θα σου αρέσει…»

-    «Ρε Αλέκα, τι είναι αυτά που λες; Να μου αρέσει τι;»

-    «Α, είσαι και ανυπόμονος εκτός από γκρινιάρης. Βάλε τη φούστα που είναι στο κρεβάτι και τις μπότες. Αν θες κάνα κιλοτάκι βάλε το και αυτό αλλά πρόσεξε μην τα λερώσεις. Το σπέρμα δεν βγαίνει εύκολα στο πλύσιμο…», είπε χαμογελώντας και συνέχισε: «Τι να βάλω; Τις μπότες τις άσπρες ή τις γόβες; Τι προτείνεις;»

Είχα μείνει ακόμα στο προηγούμενο ανέκδοτο.

-    «Να τα βάλω και να κάνω τι; Αφού θα έρθει η φίλη σου. Θα με δει και θα γίνω ρόμπα ξεκούμπωτη. Πλάκα μου κάνεις;»

Ξεκίνησα να βγάζω τις κάλτσες.

-    «Ένα λεπτό! Περίμενε. Μην τις βγάζεις ακόμα σε παρακαλώ…», είπε ενώ ήρθε δίπλα μου. «Θέλω μια χάρη από σένα... λίγο ζόρικη χάρη θα έλεγα…», είπε με νάζι.

-    «Δηλαδή; Τι χάρη θα μπορούσε να λες εσύ ζόρικη;», αναρωτήθηκα και σταμάτησα.

-    «Κοίταξε να δεις... πως να στο πω...»

-    «Στα ίσια θα ήταν μια χαρά νομίζω!», της απάντησα κοφτά.

-    «Λοιπόν στα ίσια. Η φίλη μου... που θα έρθει...»

-    «Ναι...»

-    «Είναι πολύ όμορφη κοπέλα και κάνουμε φοβερή παρέα...»

-    «Και...;»

-    «Δεν έρχεται μόνο για καφέ...»

-    «Χμμμμμ... δηλαδή;»

-    «Να... Κοίταξε να δεις...»

-    «Συνέχισε...»

-    «Μου αρέσει αρκετά και...»

-    «Μη μου πεις πως σ’ αρέσει να γαμιέσαι μαζί της…;»

-    «Ναι, μερικές φορές με κάνει να το θέλω η ρουφιάνα!»

-    «Πως; Μωρή βρωμιάρα, είσαι λεσβία;»

Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι.

-    «Όχι, όχι δεν είμαι, αλήθεια σου λέω. Μου αρέσουν οι άντρες. Απλά θέλω να με δεις να γαμηθώ μαζί της και μετά αν σ’ αρέσει να τη γαμήσεις κι εσύ!»

-    «Τι λες μωρή κάργια; Τι μαλακίες είναι αυτές; Είπαμε πως ότι κάνουμε μένει μεταξύ μας!»

Είχα αρχίσει να τα παίρνω στο κρανίο.

-    «Άκουσε με λίγο και μετά κάνε ότι θες. Απλά βλέπεις ότι σου ικανοποιώ την καύλα σου να φοράς μπότες και γόβες, σου παίρνω ότι παπούτσια σου αρέσουν, σου δίνω τα ρούχα μου, ότι θες για σένα να καυλώνεις. Εγώ τι παίρνω για όλα αυτά; Μ’ αρέσει και με φτιάχνει να σε βλέπω να τα φοράς. Είναι δίκαιη η συνεργασία μας. Αλλά τώρα θέλω να προσθέσω και κάτι άλλο.. να σε βλέπω να γαμάς με τις γόβες μου και να με βλέπεις να γαμιέμαι με τις μπότες μου. Σε παρακαλώ κάνε μου τη χάρη... αν το πεις στον Αντρέα, πάει τέλειωσαν όλα. Χώρια ότι δεν υπάρχει περίπτωση να το μάθει κανείς. Η Μαρίνα είναι ούτως ή άλλως η καριόλα της εταιρίας και όλοι ξέρουν πως ξεκωλιάζεται στο γαμήσι για να ανέβει θέσεις και να γίνει διευθύντρια. Και θα γίνει σίγουρα. Θέλω να την έχω φίλη μου όχι εχθρό μου γιατί θα πάρω πόδι και θα με σουτάρουν από κει. Και επειδή ο διευθύνων σύμβουλος ξέρει τον αδερφό του Αντρέα θα γίνει μακελειό. Η πουτάνα θα τα πει και θα με διώξουν και θα με χωρίσει ο Ανδρέας, αν δεν της κάνω το χατίρι σήμερα. Κατάλαβες τώρα ή να στα ξαναπώ;»

Έμεινα μαλάκας με όλα αυτά. Γαμώ τις δολοπλοκίες. Μπουρδέλο η κατάσταση.

-    «Δηλαδή και ρόμπες θα γίνουμε και ρεζίλι. Αλλά εγώ τι θες να κάνω έτσι σκατά που τα ‘χεις κάνει;», τη ρώτησα.

-    «Θέλω να μας βλέπεις και όταν είσαι έτοιμος να μπεις μέσα και να μας γαμήσεις και τις δύο. Θέλει να κάνουμε τρίο και δεν θέλω να της χαλάσω τη φαντασίωση…»

-    «Α, εσύ δεν θέλεις να της χαλάσεις χατίρι κι εγώ θα ξεφτιλιστώ απέναντί της με αυτά που θα φοράω! Κανείς και καμία δεν με έχει ξαναδεί να φοράω μπότες και γυναικεία ρούχα εκτός από σένα και δεν πρόκειται να γίνει αυτό τώρα!»

-    «Μα δεν καταλαβαίνεις; Δεν την ενδιαφέρει τι θα φοράς... να γαμηθεί θέλει. Το ντύσιμο είναι απλά μια αισθησιακή λεπτομέρεια παραπάνω που δεν νομίζω να έχει αντίρρηση...»

Το κουδούνι χτύπησε ξαφνικά και το αίμα μου πάγωσε... Δεν είναι δυνατόν! Όχι τώρα!

-    «Πάω να ανοίξω. Μείνε εδώ και όταν σε φωνάξω να έρθεις. Εντάξει;»

Χωρίς να προλάβω να απαντήσω έβαλε τις γόβες της βιαστικά και πήγε στην πόρτα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Παρόλα αυτά αποφάσισα να δω το παιχνίδι τους. «Δε γαμιέται…», σκέφτηκα. «Στο κάτω - κάτω κι αυτές θα το ευχαριστηθούν όσο κι εγώ. Και χώρια που θα μου χρωστάει η Αλέκα πολύ μεγάλη χάρη με αυτό που της κάνω». Όμως έπαιζα και το κεφάλι μου από την άλλη. Φόρεσα τις μαύρες γόβες και τη φούστα και κρυφοκοίταξα πίσω από τον τοίχο να δω πως είναι η φίλη της.

Η πόρτα άνοιξε και μια κοπέλα μέτριου αναστήματος σε σχέση με την Αλέκα μπήκε μέσα κουβαλώντας τρεις τσάντες. Φορούσε ένα μακρύ παλτό που δεν άφηνε πολλά περιθώρια να καταλάβω τι υπήρχε από κάτω. Όμως ο ήχος από τα τακούνια της πρόδιδε ότι τουλάχιστον φορούσε μπότες και με αρκετό τακούνι. Δεν μπόρεσα να δω πρόσωπο εκείνη τη στιγμή.

-    «Γεια σου Μαρινάκι! Τι μου κάνεις;»

-    «Καλά είμαι, εσύ;»

-    «Όλα καλά, πέρασε μέσα…»

Πήγαν στο σαλόνι. Η Αλέκα πήρε το παλτό της και ήρθε στην κρεβατοκάμαρα.

-    «Όταν σε φωνάξω θα έρθεις. Μη μου το χαλάσεις τώρα, αλλιώς τη βάψαμε και οι δύο!», είπε χαμηλόφωνα και πήγε ξανά μέσα. «Να φτιάξω καφέ;»

-    «Ναι!», απάντησε η Μαρίνα. «Ένα νες πολύ - πολύ γλυκό σαν κι εσένα!»

Όσο άκουγα τη φωνή της τόσο κάτι περίεργο μου ηχούσε σαν να την είχα ξανακούσει... «Μπα, δεν νομίζω…», σκέφτηκα και πήγα πιο κοντά. Πέρασε κανένα δεκάλεπτο, μιλώντας για την δουλειά στο γραφείο.

-    «...και επειδή ο καριόλης θέλει να κάνει το δικό του νομίζει πως θα του περάσει!»

-    «Χέστα ρε Μαρίνα, μην ασχολείσαι συνέχεια μ’ αυτά. Γάμησε τους, τους μαλάκες. Για πες, τι ψώνισες;»

-    «Δεν θα σου πω... θα σου δείξω!»

Σηκώθηκε όρθια και γύρισε. Και τότε την είδα και μου ήρθαν τρία εγκεφαλικά. Ήταν η κοπέλα του κολλητού μου!!! Κόλλησα, μου κόπηκε η ανάσα. Δεν μπορεί, δεν είναι δυνατόν. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Άνοιξε τις τσάντες και έβγαλε ένα κουτί.

-    «Βρήκα αυτές τις γόβες σε καλή τιμή!», είπε η Μαρίνα. «Που να δεις και τι άλλο έχω…»

Άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισο που φορούσε.

-    «Κοίτα τι ωραίο σουτιέν! Δεν μπορούσα να αντισταθώ και το φόρεσα αμέσως...»

Ξεκούμπωσε και τη φούστα της και γύρισε πλάτη.

-    «Μωρή, τι ωραίο στρινγκάκι είναι αυτό; Θέλω κι εγώ!», φώναξε η Αλέκα.

-    «Αν το θες έλα να το πάρεις...», απάντησε και έκατσε στην πολυθρόνα ανοίγοντας τα σκέλια της. «Γλείψε με μωρή σκύλα!»

Η Αλέκα έπεσε στα γόνατα και χίμηξε στο μουνί της Μαρίνας. Άρχισε να τη γλείφει και να της χώνει δάχτυλα στον κώλο.

-    «Ναι!!! Ααααααααααααχχχχχχχχ... έτσι μ’ αρέσει βρωμιάραααααα!!!», ούρλιαξε η Μαρίνα που σπαρτάραγε από καύλα...

Δεν ήξερα τι να κάνω. Απ’ την άλλη αυτά που έβλεπα με έφτιαξαν για τα καλά. Και να ήθελα να φύγω, η μόνη διέξοδος ήταν αποκλεισμένη. Θα με έβλεπαν.

-    «Σου χω μια έκπληξη...», είπε χαμογελώντας η Αλέκα.

-    «Μ’ αρέσουν οι εκπλήξεις!», είπε η Μαρίνα.

-    «Κώστα!»

Η καρδιά μου χτυπούσε σαν παλαβή.

-    «Κώστα έλα εδώ τώρα!»

Και τότε βγήκα. Τα μάτια της Μαρίνα άναψαν. Η Αλέκα ήρθε δίπλα μου…

-    «Αυτός είναι ο Κώστας. Είναι ξαδελφάκι μου».

Έχασα τη μιλιά μου σα να κατάπια τη γλώσσα μου.

-    «Τον έντυσα για σένα, ελπίζω να σου αρέσει…»

-    «Είναι τέλεια ντυμένος. Και του πάει πολύ η φούστα σου...»

Με συνόδεψε ως το σαλόνι.

-    «Χμμμμμ... ωραίος... ή μάλλον ωραία θα έλεγα...», είπε η Μαρίνα και συνέχισε να με κοιτάει από πάνω ως κάτω. «Ωραίες γόβες!», είπε. «Δικές σου είναι;»

-    «Όχι, είναι της Αλέκας», κατάφερα να πω με δυσκολία.

-    «Τις αγόρασα για μένα βασικά αλλά εφόσον του αρέσουν ας τις φοράει εκείνος. Μ’ αρέσει να βλέπω άντρες να φοράνε γόβες. Με καυλώνει!», μπήκε στη μέση η Αλέκα.

-    «Και μένα με καυλώνει να σε βλέπω να γαμιέσαι!», απάντησε η Μαρίνα και μου έπιασε τον πούτσο και άρχισε να τον παίζει. «Γουστάρεις να γαμήσεις τη ξαδέλφη σου; Ε, πουτσαρά μου; Τι λες; Αν την ξεκωλιάσεις ωραία τότε μπορεί να σου δώσω αυτό…», και άρπαξε το χέρι μου και το έχωσε στο μουνί της.

Η Αλέκα γονάτισε και με τράβηξε στην πολυθρόνα. Έπιασε το καυλί μου και άρχισε να μου κάνει ένα φοβερό και απολαυστικά αργό τσιμπούκι.

-    «Ρούφα το μωρή βρώμα! Ρούφα το καυλί. Έτσι μόνο θα πας μπροστά στη ζωή σου καριόλα. Να ρουφάς καυλιά σαν πουτάνα. Αυτό είναι το νόημα της ζωής για σένα μωρή ψώλα!»

Η Αλέκα δεν μιλούσε. Μπούκωσε το καυλί μου σαν να ήθελε να το φάει. Ήμουν σε μια κατάσταση που δεν μπορούσα να καταλάβω τι μου γίνεται. Εκεί που κόντεψα να χύσω ήρθε η Μαρίνα και της σήκωσε το κεφάλι.

-    «Όταν λέμε ξεκώλιασμα, το εννοούμε! Σήκω πάνω μωρή!»

Χωρίς αντίρρηση η Αλέκα μου γύρισε τον κώλο της.

-    «Γάμα τη την πουτάνα. Σκίσε της τον πάτο!!!»

Σήκωσα το φόρεμά της και της έσκισα το στρινγκ. Μπήκα μέσα της αδιαφορώντας για το αν θα την πονέσω. Είχα παραδοθεί σε μια παραζάλη. Ένα όνειρο. Η μήπως ήταν κάτι άλλο; Δεν με ένοιαζε πια… Τη γάμησα τόσο άγρια που δεν το είχα ξανακάνει. Βογκούσε αλλά ταυτόχρονα έγλειφε το μουνί της Μαρίνας. Την ξέσκιζα σαν να ήταν η χειρότερη καριόλα. Και το παράξενο ήταν ότι της άρεσε.

-    «Πουτάνες θα χύσωωωωω!!!», φώναξα και βγήκα έξω από τον κώλο της Αλέκας.

Αμέσως γύρισαν και οι δύο και ήρθαν με τη μούρη στον πούτσο μου. Έχυσα πάνω τους, στη μάπα τους, στα βυζιά τους. Το χύσιμο ήταν τόσο έντονο που κυριολεκτικά τα πόδια μου δεν με κράτησαν. Έπεσα κάτω. Και οι δυο τους χίμηξαν και ρούφηξαν κάθε σταγόνα που είχε μείνει. Η Μαρίνα χαμογελούσε πονηρά κοιτώντας με στα μάτια. Κανείς μας δεν μιλούσε. Η Αλέκα έσπασε τη σιωπή.

-    «Καφέ θέλει κανείς;»

-    «Μιας και ο προηγούμενος κρύωσε... ναι θέλω!,» είπε η Μαρίνα και σηκώθηκε να πάει μέσα να πλυθεί.

Η Αλέκα έφτιαξε τους καφέδες και πήγε κι αυτή μέσα μόλις τέλειωσε η Μαρίνα.

-    «Τελικά είχα δίκιο, σου πάνε τα ρούχα της!», σημείωσε ενώ με κοιτούσε πονηρά.

-    «Το κάνω για εκείνη και μόνο…»

-    «Δε νομίζω… θα ‘λεγα πως σου αρέσει ο ρόλος αυτός. Ίσως να νιώθεις σαν γυναίκα που και που. Δεν είναι και τόσο άσχημα. Πίστεψέ με..»

-    «Δεν με ενδιαφέρει τι νομίζεις. Ίσως αυτά που κάνεις όμως ενδιαφέρουν τον Μάκη…»

Τη διαπέρασε ρεύμα αλλά το ξεπέρασε σαν πραγματική πουτάνα.

-    «Κι αυτά που φοράς ίσως ενδιαφέρουν κάποιους άλλους…»

-    «Με απειλείς μωρή καριόλα;»

-    «Όχι αν δεν το κάνεις κι εσύ…»

-    «Δεν πρόκειται να το κάνω. Τίποτα δεν έγινε σήμερα, αν θες να το πεις κι έτσι…»

-    «Ναι, συμφωνώ. Καλός ο καφές σήμερα. Αν και...», ήπιε μια γερή γουλιά και συνέχισε: «...θα μπορούσαμε να το ξανακάνουμε όποτε μας δοθεί ευκαιρία…»

-    «Δε νομίζω…»

Η Αλέκα άκουσε όλη την κουβέντα καθώς ερχόταν.

-    «Σταματήστε τις μαλακίες. Ότι γίνεται εδώ, μένει εδώ. Ο καθένας το κρατά στον εαυτό του. Και έτσι θα μείνει για το καλό όλων μας!»

Σηκώθηκα και πήγα στην κρεβατοκάμαρα. Με τσάντισε η καριόλα. Πάει να βγει από πάνω αλλά δεν θα της περάσει. Έβαλα τα ρούχα μου και τις χαιρέτησα. Η Μαρίνα σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μου.

-    «Πουτσαρά μου που πας; Δε τελειώσαμε ακόμα…»

-    «Πρέπει να φύγω, έχω αργήσει».

-    «Εσύ χάνεις!», είπε στο αφτί μου και χούφτωσε τ’ αρχίδια μου. «Μου αρέσει να μου αντιστέκονται. Δεν θα είναι για πολύ όμως…»

Γύρισα πλάτη και άρχισα να κατεβαίνω τις σκάλες…

(Copyright protected OW ref: 9846)