Ο εξευτελισμός της Αφέντρας

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Πέρασε ο καιρός και με την αφέντρα που βγήκα για πρώτη φορά δεν κατάφερα να βρεθώ ξανά. Από τη μία οι φοβίες μου και από την άλλη οι λίγες ελεύθερες ώρες που είχε, λόγω του ότι ήταν παντρεμένη, μας απομάκρυναν.

Έτσι όσο περνούσε ο καιρός, το συναίσθημα να βρεθώ ξανά με αφέντρα άρχιζε να μεγαλώνει και άρχισα πάλι να μπαίνω στο chat. Δεν πέρασαν πολλές μέρες και άρχιζα να μιλάω με μια αφέντρα που της άρεσαν μόνο οι γυναίκες, αλλά δεν θα είχε πρόβλημα να με χρησιμοποιήσει, γιατί ήθελε κάποιον χειροδύναμο να βοηθάει, αν κάποια από τις κοπέλες που έφερνε το μετάνιωνε.

Το ραντεβού δεν άργησε να δοθεί σε ένα μέρος λίγο έξω από την Αθήνα και δεν κρύβω, αν και δεν είχα ξεκάθαρα στο μυαλό μου τι ρόλο θα είχα, τα πόδια μου έτρεμαν όσο πλησίαζα. Μόλις έφτασα και χτύπησα την πόρτα, μου άνοιξε μια κοπέλα ντυμένη όλη με δερμάτινα εσώρουχα.

-    «Θα σας πάω αμέσως στην κυρία…», μου είπε.

Το σπίτι ήταν τεράστιο και όσο προχωρούσα προς το σαλόνι άκουγα φωνές. Το θέμα που αντίκρισα ήταν φοβερό. Η αφέντρα που μιλούσα στο chat, κρατούσε ένα μαστίγιο και χτυπούσε με μανία μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, που φαινόταν αρκετά σκληρή και δύο κοριτσάκια, είκοσι χρονών πρέπει να ήταν. Πιο πέρα κάθονταν δύο σκλάβες ακόμα, οι οποίες δεν είχαν ενεργό ρόλο σ’ αυτό.

-    «Καλώς το παιδί!», μου είπε μόλις με είδε. «Πάνω που σε χρειαζόμασταν. Πήγαινε γρήγορα να αλλάξεις με την βοήθεια της Μαρίας και έλα κάτω γρήγορα!»

Από ότι κατάλαβα η Μαρία πρέπει να ήταν η αρχισκλάβα, η οποία χωρίς κανένα χάσιμο χρόνου, με ανέβασε σε ένα από τα δωμάτια και μου φόρεσε κολάρο και δερμάτινα ρούχα για να μπορώ να είμαι στο κλίμα.

Όπως μου εξήγησε στα γρήγορα κάθε σαββατοκύριακο ερχόταν μια άλλη αφέντρα με δύο σκλάβες της και η δική μου αφέντρα μπορούσε να την κάνει ότι θέλει τόσο αυτήν όσο και τις σκλάβες της με την προϋπόθεση το επόμενο σαββατοκύριακο να πήγαινε και η δικιά μου στο σπίτι της με τους ίδιους όρους.

Να πω την αλήθεια με εξίταρε το σκηνικό αλλά δεν ήξερα ακόμα τι θα κάνω και ήμουν λίγο επιφυλακτικός. Κατεβήκαμε κάτω στο σαλόνι και αμέσως η αφέντρα μου με φώναξε κοντά της.

-    «Φέρε μου εδώ την ξανθιά!»

Μου δείχνει ένα ξανθό αδύνατο κοριτσάκι που είχε φέρει η άλλη αφέντρα μαζί της.

-    «Πέταξε την στο πάτωμα!», μου είπε.

Αμέσως της έδωσα μια δυνατή και έπεσε μπροστά στα πόδια της. Δεν πρόλαβε να πέσει και η αφέντρα Βίκυ, όπως ήθελε να την φωνάζουμε, της έδωσε ένα δυνατό χαστούκι.

-    «Γλείψε τον λίγο να σε γαμήσει κοριτσάκι!», της είπε και της έδειξε εμένα που κοίταζα έκπληκτος. «Θέλω να σε ανοίξει αυτός με το καυλάκι του πριν σε ξεκωλιάσω με το τεράστιο καυλί μου».

Σαν υπνωτισμένη η μικρή άρχισε να με γλείφει και το καυλί μου δεν άργησε να μεγαλώσει.

-    «Γάμησε την λίγο!», μου είπε και με μιας καρφώθηκα μέσα της.

Μπαινόβγαινα μέσα της με μανία όταν με σταμάτησε η αφέντρα.

-    «Φτάνει! Δεν σε έφερα εδώ για να γαμήσεις. Άμα την ξεμουνιάσεις, τι θα μείνει να γαμήσω εγώ;»

Σταμάτησα αμέσως και μία από τις σκλάβες έφερε ένα καυλί 15 πόντους και το έδωσε στην κυρία Βίκυ. Όταν το είδε η μικρή δεν κουνήθηκε καθόλου από την θέση της.

-    «Γλείψ΄το μικρή μου, μην το φοβάσαι…», της είπε.

Το μικρό άρχισε να το ρουφάει με μανία.

-    «Θα περάσουμε καλά οι δυο μας…!», της είπε. «Που να δεις με τι καυλί θα γαμήσω την αφέντρα σου σκλαβάκι… Θα την ξεκωλιάσω!»

Η ώρα περνούσε και η αφέντρα μου έπιασε και φόρεσε το στραπόν της κι εγώ πήρα θέση μπροστά από την μικρή, για να της κρατάω τα χέρια μη τυχόν και το μετανιώσει. Τη γαμούσε χωρίς έλεος και η μικρή άρχισε να πονάει και προσπαθούσε να ξεφύγει, αλλά δεν της άφηνα τα χέρια με τίποτα.

-    «Τι ωραίο καριολάκι μου έφερες να γαμήσω!», φώναζε στην δεμένη αφέντρα. «Κάνε λίγο υπομονή, θα σε γαμήσω κι εσένα!», της φώναζε ενώ η άλλη κοιτούσε χωρίς να μπορεί να βοηθήσει την σκλάβα της.

Η μικρή δεν άντεξε.. είχε αρχίσει ήδη να πέφτει κάτω από το έντονο γαμήσι και η κυρία Βίκυ μου φώναξε:

-    «Πάρε την άλλη μικρή και πηγαίνετε να μου ετοιμάσετε την πουτανάρα γιατί σήμερα θέλω να την ανοίξω εντελώς, να την κάνω να μετανιώσει που ήρθε!»

Τρέξαμε αμέσως και την ανεβάσαμε σε ένα τραπέζι. Η μικρή της έγλειφε το μουνί κι εγώ της κρατούσα τα χέρια. Η αφέντρα αυτή, που αργότερα έμαθα ότι την λένε Ελπίδα, ήταν μια γυναίκα μελαχρινή με πολύ ωραίο σώμα με καμπύλες και τεράστιο στήθος. Την έγλειφε αρκετή ώρα η μικρή μέχρι που ήρθε η ώρα να αναλάβει δράση η κυρία Βίκυ.

-    «Τρέξε γρήγορα στην κουζίνα και φέρε μου ότι αγγούρι έχουμε!», είπε στην αρχισκλάβα της ενώ το μικρό ξανθό ήταν στο πάτωμα εξαντλημένο από το γαμήσι που είχε φάει.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και ένα σετ από διάφορα μεγέθη από αγγούρια έκανε την εμφάνιση του στα χέρια της Μαρίας.

-    «Φέρτα μου εδώ!», της φώναξε και τα άρπαξε από τα χέρια της.

Μόλις είδε τα μεγέθη η κυρία Ελπίδα προσπάθησε να ξεφύγει αλλά με εντολή της αφέντρας της έδωσα ένα τεράστιο χαστούκι και σταμάτησε αμέσως. Παρόλα αυτά πρόλαβε να μου ψελλίσει ότι θα το πληρώσω ακριβά αυτό που έκανα.

-    «Άσε τις απειλές καριόλα! Δεν είσαι σε θέση να απειλείς τον σκλάβο μου!», της είπε η δικιά μου και χαμογέλασα.

Τα αγγούρια άρχισαν να μπαίνουν στο κώλο και στο μουνί της ασταμάτητα και όλα τα μεγέθη έκαναν παρέλαση από το τραπέζι.

-    «Τώρα είσαι έτοιμη πουτανάρα! Φέρτε μου τον 22ποντο στραπόν μου!», φώναξε.

Η κυρία Ελπίδα μόλις το είδε κόντεψε να λιποθυμήσει και έκανε να ξεφύγει αλλά την κρατούσα σφιχτά.

-    «Μπράβο σκλάβε! Νομίζω θα σε αφήσω να την χύσεις στην μούρη την τσουλάρα που ήρθε να μας το παίξει παρθένα εδώ. Θα το πάρεις όλο μέσα σου παλιοπουτάνα! Το κατάλαβες; Θες δεν θες!»

Έτσι και έγινε. Το καυλί εξαφανίστηκε μέσα της και σειρά πήρε τώρα ο κώλος της.

-    «Όχι από εκεί!», πρόλαβε να πει.

-    «Σκάσε που θα μου πεις και από που θα σε γαμήσω ξεκωλιάρα!», της είπε και της το κάρφωσε μέσα.

Η Ελπίδα είχε αρχίσει να καταρρέει τίποτα δεν θύμιζε πια την αυστηρή κυρία που είχε έρθει στο σπίτι.

-    «Έλα εδώ και χύσε την στη μούρη την ξεφτιλισμένη!», μου είπε.

Αμέσως πήγα κοντά της και άρχισα να τον παίζω μπροστά της ανήμπορης να αντιδράσει Ελπίδας. Δεν άργησα να την χύσω παντού και η Ελπίδα σηκώθηκε με τις λιγοστές δυνάμεις που της είχαν απομείνει και είπε στην δικιά μου:

-    «Πέρασα πολύ ωραία! Το ίδιο θα φροντίσω να περάσεις και εσύ στο σπίτι μου. Θέλω όταν θα έρθεις όμως να φέρεις μαζί σου κι αυτόν τον καριόλη για να τον περιποιηθώ αναλόγως…!», είπε και κοίταξε εμένα...

 

(Copyright protected OW ref: 7228)