Με την κουνιάδα μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Όταν γνώρισα τη μικρή αδερφή της γυναίκας μου θα ‘ταν περίπου δεκαπέντε χρονών. Όμορφη κοπελίτσα, όχι ιδιαίτερα αναπτυγμένη, άγουρο προσωπάκι, άγουρο σωματάκι, τίποτα το θηλυκό. Δεν της έδωσα σημασία. Άλλωστε, μπροστά στη γυναίκα μου, δεν μετρούσε μία.

Μετά από τέσσερα χρόνια γνωριμίας, αποφασίσαμε να παντρευτούμε. Η μικρή δεν ήταν πια τόσο μικρή. Την είχα δει σε αυτά τα τέσσερα χρόνια επτά με οκτώ φορές. Είχα προσέξει, όταν πήγαινα στα πεθερικά μου τα κολλητά παντελόνια, τις κοντές φουστίτσες, το βρακάκι που φαινόταν αμυδρά. Το μικρό της στήθος με καύλωνε απίστευτα. Όπως και ο αγύμναστος νεαρός της κώλος. Πολλές φορές έκανα διάφορες σκέψεις για αυτό το κορίτσι. Την είχα παίξει πολλές φορές σκεφτόμενος ότι την γαμάω. Έχυνα μέσα σε πέντε λεπτά.

Μέχρι εκεί όμως. Δεν είχα κάνει τίποτα, ούτε αυτή. Μόνο κάτι πεταχτά αγγίγματα όταν έβρισκα ευκαιρία. Τρελαινόμουν μόνο με τη σκέψη. Τη χρονιά που θα παντρευόμασταν, η μικρή ήρθε να μείνει μόνη της, φοιτήτρια στον Πειραιά πλέον. Είχε γίνει φοβερό μουνί! Γυμνάστηκε, αδυνάτισε, έχασε τα παιδικά χαρακτηριστικά, ξεπαρθενιάστηκε με έναν πιτσιρικά, έτοιμη γυναίκα. Και τι γυναίκα! Κάθε φορά που ερχόταν στο σπίτι δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από τον κώλο της. Ήθελα σαν τρελός να τη γαμήσω. Έπρεπε να βρω μια ευκαιρία. Ήρθε η ευκαιρία.

Μια βδομάδα πριν το γάμο η υποψήφια σύζυγος έφυγε για τις ετοιμασίες στο πατρικό της στο Ναύπλιο. Θα ήμουν μόνος στο σπίτι για μια ολόκληρη εβδομάδα, και η μικρή έμενε σχετικά κοντά. Ήμουν αποφασισμένος να κάνω κίνηση, αλλά το σκεφτόμουν. Πως θα το έπαιρνε, πως θα αντιδρούσε, κι αν τα έπαιρνε στο κρανίο και τα έλεγε όλα; Ένα βράδυ της είπα να βγούμε για κανένα ποτάκι. Θα ερχόταν από το σπίτι, θα πίναμε κάτι εκεί και μετά θα συνεχίζαμε έξω. Ήμουν έτοιμος, αλλά θα έπρεπε να προσέξω πολύ. Η κατάσταση ήθελε πολύ τακτ.

Ήρθε πράγματι, με το τζινάκι της και ένα μπλουζάκι με τιραντάκι. Καύλωσα μόνο που την είδα. Κάτσαμε στον καναπέ απέναντι. Δεν κάθισε δίπλα μου. Άσχημα ξεκίνησε. Αρχίσαμε να πίνουμε. Σφηνάκια. Ότι είχα σπίτι. Τεκίλα, βότκα, μπίρα. «Δεν μπορεί…» σκέφτηκα. «Με το αλκοόλ κάτι θα παίξει…».

Για κακή μου τύχη, το ότι θα ήμουν μόνος, το ‘ξεραν και τα φιλαράκια. Οπότε να ‘σου στην πόρτα και ο Γιάννης, απρόσκλητος. Μέσα στην χαρά. Τώρα τι κάνουν; Πως τον ξεφορτώνονται; Τελικά κάτσαμε και πίναμε και οι τρεις. Σε κάποια φάση η μικρή, ασυνήθιστη στο πολύ ποτό, ξεράθηκε στον καναπέ. Από το κακό στο χειρότερο. Αποφασίσαμε να την αφήσουμε να κοιμηθεί και να πάμε έξω να συνεχίσουμε. Δε γαμάς που δε γαμάς, δεν γίνεσαι τύφλα;

Τη σήκωσα και την πήγα στην κρεβατοκάμαρα. Παραπατούσε. Ε, ρε πως μπλέξαμε έτσι. Αντί να την πηδάμε, να την κουβαλάμε. Την ξάπλωσα στο κρεβάτι και της έβγαλα τα παπούτσια. Με το που έπιασα τα πόδια της, μου σηκώθηκε στη στιγμή. Τα χάιδεψα απαλά γύρω από τους αστραγάλους. Ήθελα να της γλύψω τα δάχτυλα. Άφησε ένα βογκητό. Ο Γιάννης από μέσα φώναξε. Τη σκέπασα, τη φίλησα απαλά στα χείλια και φύγαμε. Ήμουν τόσο καυλωμένος, που θα πηδούσα και τον Γιάννη.

Γύρισα σπίτι μετά από τρεις ώρες περίπου. Πιωμένος και καυλωμένος. Πήγα στο κρεβάτι. Εκεί ήταν, κοιμόταν. Της ξεκούμπωσα το παντελόνι.

-    «Καλά», της λέω, «έτσι κοιμήθηκες; Κάτσε να στα βγάλω να είσαι άνετα…»

Δεν αντέδρασε. Βόγκηξε ελαφρά. Της έβγαλα το παντελόνι. Το εφηβικό της βρακάκι, το είχε αντικαταστήσει ένα ελαφρό δαντελένιο στρινγκάκι. Σκέφτηκα ότι το φόρεσε για μένα. Ότι κι αυτή σκεφτόταν τα ίδια πράγματα. Αλλιώς, γιατί να έρθει σπίτι; Γιατί να κάτσει να πιούμε; Ήμουν σίγουρος ότι το θέλει κι αυτή. Τη σήκωσα ελαφρά και της έβγαλα το μπλουζάκι. Της ξεκούμπωσα το σουτιέν. Τότε αντέδρασε, όχι έντονα.

-    «Γιατί με ξεντύνεις;»

-    «Θέλει και ρώτημα; Να είσαι πιο άνετα ρε, να κοιμηθούμε…»

Αυτό ήταν. Την είχα μπροστά μου, με το εσώρουχο, ξαπλωμένη και ευάλωτη. Ο πούτσος μου είχε φτάσει στον αφαλό. Πήγα στο άλλο δωμάτιο, ξεντύθηκα. Έμεινα κι εγώ με το μποξεράκι. Πάλι είχα τους ενδοιασμούς μου. Μη ξυπνήσει για τα καλά, ξενερωμένη και γίνει χαμός. Ξαναπήγα δίπλα. Ξαπλωμένη. Ξάπλωσα κι εγώ, σπρώχνοντάς την ελαφρά προς τη μέση του κρεβατιού. Έβαλα το χέρι πάνω στο στήθος της. Μικρό και σκληρό. Οι ρώγες της είχαν πρηστεί.

Άρχισα να τη χαϊδεύω. Αναστέναξε, αλλά δεν με σταμάτησε. Κατέβηκα στην κοιλιά της. Κόντευα να χύσω από την καύλα. Αλλά δεν βιάστηκα. Μόλις άγγιξα το εσώρουχό της τραβήχτηκε. Πάγωσα. Ξανανέβασα το χέρι μου και επικεντρώθηκα στα βυζιά της. Φυσικό ήταν. Φοβήθηκε. Δεν είχε πάει με άλλον άντρα από τον πιτσιρικά και κατάλαβα ότι ήταν πλήρως άσχετη στο γαμήσι. Αυτό με ερέθισε ακόμα πιο πολύ. Έπρεπε να την κάνω να το ζητήσει αυτή.

Συνέχισα να της χαϊδεύω τις ρώγες. Ήρθα πιο κοντά. Το κεφάλι της ήταν γυρισμένο από την άλλη. Της έπιασα το πηγούνι και σιγά τη γύρισα προς τα μένα. Πλησίασα να τη φιλήσω. Ξαναγύρισε απότομα. Δεν το έβαλα κάτω. Τη δεύτερη φορά με φίλησε. Απαλά, διστακτικά. Τα μάτια της ήταν κλειστά. Τη φίλησα, όσο πιο ερωτικά γινόταν. Δεν έπρεπε να γίνω βίαιος ή απότομος, όσο κι αν το ήθελα. Η κοπελίτσα ήθελε έρωτα. Με φίλησε αρκετή ώρα. Το χέρι μου κατέβηκε στο εσώρουχό της. Με άφησε. Έβαλα το χέρι μου από μέσα και έπιασα το μουνάκι της. Ξυρισμένο και υγρό. Μούσκεμα. Τρελάθηκα από την ηδονή.

Σε εκείνο το σημείο πρέπει να τελείωσα μία φορά. Με μια κίνηση πέταξα το σεντόνι από πάνω της. Άρχισα να τη γλύφω από το λαιμό και τα αφτιά, μέχρι τις φτέρνες. Έβαλα το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού της στο στόμα μου. Άρχισε να φωνάζει από καύλα. Της κατέβασα αργά το βρακάκι. Άνοιξε τα πόδια μόνη της, αργά. Η γλώσσα μου ασχολιόταν με τα μουνόχειλά της. Είχαν πρηστεί και είχαν ανοίξει, σαν σύκο ώριμο. Την έγλυφα για μισή ώρα περίπου. Έχυσε στο στόμα μου πάνω από τρεις φορές.

Ανέβηκα προς τα πάνω. Πήγα να τη φιλήσω, δεν ήθελε. Το στόμα μου ήταν πασαλειμμένο από τα χύσια της. Ακούμπησα τον πούτσο μου στο μουνάκι της. Της τον έσπρωξα απαλά και σιγά μέσα. Ήταν καυτή. Τα υγρά της τρέχανε μέχρι την κωλοτρυπίδα μου.

-    «Τι κάνουμε ρε γαμώτο;» μου λέει «Σταμάτα, είσαι σουρωμένος!»

Εγώ συνέχιζα να μπαινοβγαίνω αργά μέσα στο μουνάκι της.

-    «Δεν είμαι η Σία» μου λέει, «η Κατερίνα είμαι!»

Σταμάτησα. Την κοίταξα στα μάτια. Τα είχε ανοίξει και με κοιτούσε με απορία. Ο πούτσος μου ήταν ακόμα μέσα της. Καταλάβαινα τους σφυγμούς της από το ξαναμμένο μουνί της που με έσφιγγε.

-    «Το ξέρω…» της λέω.

Συνέχισα να τη γαμάω, λίγο πιο άγρια.

-    «Σταμάτα!»

-    «Δεν σ’ αρέσει;»

-    «Σταμάτα!»

-    «Δεν σ’ αρέσει;»

-    «Σταμάτα!»

-    «Δεν σ’ αρέσει;»

-    «Μ’ αρέσει ρε πούστη μου!»

Αυτό ήταν! Παραδόθηκε πλήρως στις ορέξεις μου. Το γαμήσι έγινε πιο έντονο. Με φιλούσε παθιασμένα. Σταμάτησα και την ξαναέγλυψα. Έχυσε πάλι. Ξαναμπήκα στο διψασμένο μουνί της ακόμα πιο βίαια. Φώναξε. Τη χαστούκισα. Τον έβγαλα έξω για να χύσω. Απίστευτο! Την έχυσα από το λαιμό μέχρι το μουνί, παντού. Ξάπλωσα δίπλα της λαχανιασμένος. Αυτή γύρισε από την άλλη. Ντράπηκε. Γύρισα κι εγώ και έκανα πως με πήρε ο ύπνος. Το καυλί μου ήταν ακόμα όρθιο και σκληρό. Δεν πίστευα αυτό που έγινε.

Γύρισα να τη δω. Είχε ξαπλώσει μπρούμυτα. Τα πυκνά μακριά της μαλλιά είχαν καλύψει την πλάτη της. Δεν σκεπάστηκε. Της χάιδεψα την πλάτη. Γουργούρισε ναζιάρικα. Το χέρι μου πήγε στον υπέροχό της κώλο, που στεκόταν περήφανος. Γλίστρησα στην κωλοτρυπίδα της. Δεν με άφησε. Συνέχισα πιο κάτω. Άνοιξε τα πόδια της διστακτικά. Τα δάχτυλά μου έπιασαν το μουνάκι της. Έκαιγε. Της έβαλα δυο δάχτυλα. Μετά τρία. Πόνεσε. Ανέβηκα από πάνω της. Ο πούτσος μου γλίστρησε μέσα…

Αυτή τη φορά ήμουν ήρεμος. Της τον έβαζα αργά μέχρι μέσα. Της ανασήκωσα λίγο τη λεκάνη. Έχυσε πάνω στον πούτσο μου στιγμιαία. Σπαρταρούσε η μικρή σαν ψάρι. Εγώ συνέχιζα.

-    «Φτάνει…», ψιθύριζε, χωρίς να το εννοεί.

Τη γαμούσα έτσι καμιά ώρα. Είχε χύσει τόσες φορές, που είχε στεγνώσει. Έχυσα και εγώ πάνω στον κώλο της. Έτριψα τον πούτσο μου στα κωλομάγουλά της με ευχαρίστηση. Γύρισα από την άλλη και κοιμήθηκα.

Το πρωί σηκώθηκε να φύγει νωρίς. Ξύπνησα να τη δω γυμνή, να ντύνεται. Μπορεί να μη την ξαναέβλεπα έτσι. Δεν με κατάλαβε. Δεν ήθελα να τη φέρω σε δύσκολη θέση. Έκατσε δίπλα μου. Με φίλησε τόσο ζεστά, δε θα με ξαναφιλούσε ποτέ. Η πόρτα έκλεισε σιγά. Τον έπαιξα με τη σκέψη του απίστευτου γαμησιού που έζησα…
(Copyright protected OW ref: 66115)