Η μεγάλη μου εξαδέλφη

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Διαβάζοντας την ιστορία αυτή, εάν δημοσιευθεί, ίσως πολλά από τα μέλη του xstream να ξενερώσουν από τις ανιαρές και ανούσιες λεπτομέρειες. Επειδή όμως, το σεξ δεν είναι πάντα μια ορμέμφυτη διαδικασία, πιστεύω ότι εάν δεν περιέγραφα την ιστορία αυτή με αυτόν τον τρόπο, δεν θα ήταν δυνατό να μεταφέρω την πραγματικότητα που έζησα.

Με την εξαδέλφη μου λοιπόν την Ερατώ, μοναχοπαίδια και οι δυο, είχαμε μια διαφορά ηλικίας οκτώ χρόνων. Καθόμασταν σ’ ένα παραδοσιακό διώροφο σπίτι με μια μεγάλη αυλή. Στον πρώτο όροφο καθόμασταν εμείς και στον επάνω όροφο καθόταν η θεία μου, αδελφή της μάνας μου. Επόμενο ήταν από μικρό παιδάκι να παίζω με την Ερατώ, η οποία με λάτρευε. Πολλές φορές κοιμόμουν στο σπίτι της θείας μου στο δωμάτιο της Ερατούς, σ’ ένα κρεβάτι εκστρατείας, όπως το έλεγε η θεία μου. Το άνοιγε δηλαδή σε ώρα ανάγκης και μετά το μάζευε.

Είχαμε και άλλα εξαδέλφια από το σόι του πατέρα μου και του πατέρα της Ερατούς. Οι σχέσεις μας όμως ήταν απλά τυπικές. Ήμουν εννέα ετών και είχαν αρχίσει οι πρώτες μου καύλες. Τότε ήταν που άρχισα να διακρίνω ότι η Ερατώ ήταν μια πολύ όμορφη κοπέλα. Ομορφότερη ακόμα και από τις κούκλες της. Προσπαθούσα να βρω περισσότερες ώρες να είμαι κοντά της, και κάθε φορά έκανα το παν, για να την αγγίζω στο σώμα.

Οι πιο όμορφες στιγμές ήταν όταν γύριζα από το Ωδείο, που μάθαινα κλασική κιθάρα - όπως και η Ερατώ - και πάντα την ρωτούσα πως να παίξω το κάθε κομμάτι. Η Ερατώ ήταν πολύ προχωρημένη, αλλά και τρομερή σολίστ. Αντιλαμβανόμενη αυτό που κατά βάθος ήθελα, ερχόταν πάνω από την πλάτη μου βάζοντας τα χέρια της στην κιθάρα μου για να μου δείξει.

Τα μακριά μαλλιά της έπεφταν στο πρόσωπό μου και τα στήθη της ακουμπούσαν στην πλάτη μου. Το μάγουλό της ακουμπούσε στο δικό μου και όταν έλεγε εκείνο: «Το κατάλαβες γλυκούλη μου;», αισθανόμουν κάτι πολύ περίεργο, κάτι πολύ όμορφο σε όλο μου το σώμα. Μια Κυριακή πήγαμε σινεμά οικογενειακώς. Έπαιζε την ταινία «Η Αλίκη στο ναυτικό». Καθίσαμε δίπλα - δίπλα με την Ερατώ. Το μυαλό μου ήταν στο να αγγίξω το σώμα της, και ανάθεμά με αν είδα μια σκηνή από το έργο.

Σε μια στιγμή έβαλα το χέρι μου στα μπούτια της, κάτι που με έκανε να φουσκώνει το τσουτσούνι μου. Η Ερατώ έριξε αμέσως το παλτό της πάνω στα πόδια μας. Έβαλε στην συνέχεια το χέρι της κάτω από το παλτό και με χάιδεψε απαλά πάνω από το παντελόνι μου. Έσυρα κι εγώ σιγά - σιγά το χέρι μου στο καλσόν. Έφτασα το κιλοτάκι της και χούφτωσα το μουνάκι της. Μόλις έκανε διάλειμμα τραβήξαμε τα χέρια μας και η Ερατώ με κοίταξε και γέλασε. Το επόμενο Σάββατο - ως συνήθως - θα κοιμόμουν στην θεία. Μόλις ξαπλώσαμε η Ερατώ μου είπε πολύ σιγανά:

-    «Κωνσταντίνε μην κοιμηθείς, θα σου πω κάτι…»

-    «Τι;»

-    «Περίμενε να κοιμηθούν οι άλλοι και μετά. Σταμάτα, μη μιλάς τώρα!»

Πέρασε η ώρα και η Ερατώ σηκώθηκε από το κρεβάτι της και την άκουσα να πηγαίνει στην κουζίνα. Γύρισε σε λίγο και ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι. Έβγαλε την πιζάμα της και μου είπε πάλι ψιθυριστά να πάω κι εγώ, χωρίς να κάνω θόρυβο.

Πήγα και με το που ξάπλωσα, έβαλα τα χέρια μου στα μπούτια της. Για πρώτη φορά ήρθα σε επαφή με γυναικεία σάρκα. Ήταν επόμενο να φουσκώσει αμέσως το τσουτσούνι μου και μέσα στην παιδική μου λαχτάρα και απορία, έβαλα το χέρι μου στο βρακάκι της και έπιασα το μουνάκι της. Όταν έβαλα τα δάκτυλά μου, έπιασε το χέρι μου και μου είπε ψιθυριστά:

-    «Πρόσεξε μη βάλεις τα δακτυλάκια σου μέσα, δεν κάνει. Χάιδεψε μόνο γύρω - γύρω…»

Σε λίγο η Ερατώ έβαλε το χέρι της μέσα από την πιζάμα μου και έπιασε το πουλί μου και άρχισε να το παίζει περίεργα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν εκείνο που με προκαλούσε την πρωτόγνωρη εκείνη γλύκα από το χάδι της Ερατούς. Κάποια στιγμή, ενώ χάιδευα το μουνάκι της, το χέρι μου γέμισε με υγρά. Νόμισα ότι η Ερατώ είχε κατουρήσει και της είπα:

-    «Θα πας στην τουαλέτα Ερατώ;»

-    «Σσσσσσς… μη μιλάς. Δεν είναι αυτό που νομίζεις…»

-    «Τι είναι Ερατώ;»

-    «Σσσσσσς… μη μιλάς. Θα σου πω όταν μεγαλώσεις. Λίγο ακόμα… Πρόσεξε μόνο, δεν θα πεις τίποτα σε κανέναν. Εντάξει;»

-    «Ναι Ερατώ!»

-    «Έλα τώρα να σε φιλήσω και πήγαινε στο κρεβάτι σου».

Με φίλησε στο στόμα πιπιλίζοντας τα χείλη μου, κάτι που με έκανε μόλις πήγα στο κρεβάτι μου να τα σκουπίσω. Έτσι πέρασε εκείνο το βράδυ και όπως θυμάμαι υπήρξαν μερικά ακόμη παρόμοια περιστατικά. Την επόμενη χρονιά η Ερατώ έφυγε για σπουδές στην Αγγλία. Σπούδασε γιατρός (ψυχολόγος) και γνωρίστηκε με ένα Άγγλο συνάδελφό της και παντρεύτηκαν. Έτσι έμεινε στην Αγγλία.

Αυτά που θυμάμαι έντονα από τον γάμο της, όταν πήγαμε με τους γονείς μου στο Brighton που ζούσε, είναι δυο πράγματα. Ήμουν τότε 16 χρονών και ήδη είχα την πρώτη πλατωνική σχέση. Το ένα ήταν, η επιβεβαίωση της τρομερής ομορφιάς της Ερατούς που με μάγευε από παιδί και τώρα με συγκλόνισε. Και το δεύτερο ήταν όταν, αφού χόρεψε με τον πατέρα της και τον πατέρα μου, ήρθε κοντά μου και είπε:

-    «Έχω και τον γλυκούλη μου εξάδελφο. Θα μου χαρίσεις αυτό το χορό Κωνσταντίνε;»

-    «Μα αυτό είναι βαλς Ερατώ…»

-    «Δεν ξέρεις να χορεύεις βαλς;»

-    «Εεεε… Όχι και πολύ καλά».

-    «Δεν πειράζει, έλα να χορέψουμε».

Για να πω την αλήθεια, ντράπηκα που έχανα συνέχεια τα βήματα. Η Ερατώ χαμογελούσε και μου έλεγε:

-    «Δεν πειράζει, θα μάθεις να χορεύεις καλύτερα».

Και πράγματι το έβαλα γινάτι να μάθω! Είχαμε τότε το ίδιο ύψος και την έβλεπα συνέχεια στο πανέμορφο πρόσωπό της, που το στόλιζαν τα πλούσια μακριά της μαλλιά. Χορεύοντας τα σκληρά και πανέμορφα στήθη της, πίεσαν το στήθος μου και ένιωσα κάτι πολύ μαγευτικό. Σε κάποια στιγμή μου είπε:

-    «Έγινες πολύ όμορφο παλικάρι Κωνσταντίνε. Παίδαρος!!!»

-    «Κι εσύ Ερατώ μου, είσαι πολύ όμορφη γυναίκα!»

Γέλασε…

-    «Μπα; Το μωρό μας έμαθε να εκτιμά!»

Σοβαρός εγώ:

-    «Όχι και μωρό! Υπάρχει και αίσθημα για να ξέρεις…»

-    «Χαχαχαχα! Μπράβο παίδαρέ μου!!!»

Όταν τελείωσε ο χορός με φίλησε γλυκά στο μάγουλο. Από εκείνη την στιγμή πλέον, συνειδητά και όχι μόνο από τον παιδικό παρορμητισμό, η Ερατώ έγινε η καλύτερή μου φαντασίωση. Μετά δυο χρόνια πέτυχα από τους πρώτους στο Α.Π.Θ. στην Σχολή Μαθηματικών. Μέχρι τότε, η μόνη επαφή που μπορούσα να έχω με την Ερατώ, ήταν τα φιλάκια που μου έστελνε στο τηλέφωνο, όταν μιλούσε με τους γονείς.

Μια φορά που κατάφερα να είμαι σπίτι και να μιλήσω μαζί της, της είπα ότι θέλω να μου στείλει μια φωτογραφία της. Η φωτογραφία ήρθε με ένα πολύ τρυφερό γράμμα, γεμάτο παραινέσεις και την εξής αφιέρωση: «Στον λατρεμένο μου εξάδελφο. Με απέραντη αγάπη Ερατώ».  Όταν έγινα φοιτητής, το έβαλα πρόγραμμα να της τηλεφωνώ κατά περιόδους. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη κάθε φορά που άκουγα την φωνή της. Πολλές φορές με μάλωνε λέγοντας:

-    «Γλυκέ μου είσαι φοιτητής, μη σπαταλάς τα λεφτά σου στα τηλέφωνα…»

-    «Όταν θα βάλω τηλέφωνο, και θα μπορείς να με βρεις, θα μου τηλεφωνείς εσύ!»

Πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που την είχα δει στον γάμο της. Είχα τελειώσει την Σχολή και από το 3ο έτος, είχα βρει δυο παιδιά και τους έκανα ιδιαίτερα μαθήματα. Όταν πήρα το πτυχίο μου, έκανα παράλληλα και μερικές ώρες μάθημα σ’ ένα φροντιστήριο. Έτσι οικονομικά ήμουν πάρα πολύ καλά. Με τις οικονομίες μου, κατάφερα να βγάλω και ένα αυτοκίνητο, τσοντάροντας βέβαια και ο πατέρας μου.

Είχα μεγεθύνει την φωτογραφίες της Ερατούς και την έβαλα πάνω στην τηλεόραση, πλαισιωμένη σε μια ακριβή κορνίζα. Αγόρασα και ένα dvd με το έργο «Η Αλίκη στο ναυτικό» και κάποιες φορές, βλέποντας το dvd και την φωτογραφία της, άφηνα το μυαλό να την φαντάζεται τραβώντας μια υπέροχη μαλακία. Πλησίαζαν οι γιορτές των Χριστουγέννων και μιλώντας μια μέρα στο τηλέφωνο με την μάνα μου, αφού είπαμε τα τετριμμένα, συμπλήρωσε:

-    «Εσύ Κωνσταντίνε πότε θα έρθεις;»

-    «Δεν ξέρω ακόμη μητέρα, θα δω τις υποχρεώσεις μου και θα σου πω. Μάλλον την Παρασκευή όπως υπολογίζω…»

-    «Την Παρασκευή αγόρι μου είναι παραμονή Χριστουγέννων!»

-    «Τι να κάνω βρε μάνα; Θα δω… ακόμη δεν ξέρω…»

-    «Κοίτα παιδάκι μου να έρθεις νωρίς. Στο λέω γιατί, εχθές τηλεφώνησε στην θεία η Ερατώ και της είπε ότι θα έρθει εφέτος να κάνει Χριστούγεννα στην Ελλάδα».

Για μερικά λεπτά δεν είπα λέξη. Ξαφνιάστηκα τόσο στο άκουσμα, που μου κόπηκε η λαλιά. Συνήλθα και ρώτησα:

-    «Είπε πότε θα έρθει μητέρα;»

-    «Ναι, την Κυριακή πριν τα Χριστούγεννα».

-    «Θα μείνει δηλαδή αρκετές ημέρες. Είπε πότε θα φύγει;»

-    «Όχι, δεν ξέρω…»

-    «Εντάξει μητέρα. Θα προσπαθήσω να τακτοποιήσω τις υποχρεώσεις μου και θα τα πούμε…»

Μόλις κλείσαμε το τηλέφωνο, χίλιες δυο σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου. Οι παιδικές αναμνήσεις πλημμύρισαν την φαντασία μου, κοιτάζοντας την φωτογραφία της Ερατούς. Συνήλθα γρήγορα και αφού έβαλα σε τάξη το μυαλό μου, σκέφτηκα ότι στην πόλη μας, θα είναι κάπως δύσκολο να βρεθούμε μόνοι με την Ερατώ. Από τη μια οι γονείς και οι λοιποί συγγενείς, δεν θα άφηναν πολλά περιθώρια στην Ερατώ για μένα. Από την άλλη στην πόλη μας δεν υπήρχε κάποιο μπαράκι που να μπορούσε να πηγαίνουμε τα βράδια. Κάτι έπρεπε να σκεφτώ. Είχα φουντώσει τόσο πολύ από την πληροφορία, που το μυαλό μου δεν ήταν σε θέση να λειτουργήσει φυσιολογικά.

Είπα λοιπόν να το αφήσω και να σκεφτώ πιο ψύχραιμα μια λύση. Πραγματικά την επόμενη μέρα την ώρα που έκανα μάθημα στο φροντιστήριο, μου ήρθε η φαεινή ιδέα. «Θα τηλεφωνήσω στην Ερατώ!», σκέφτηκα. Άλλωστε, από τότε που ανεξαρτητοποιήθηκα οικονομικά και έβαλα τηλέφωνο στο σπίτι, μιλούσαμε πλέον πολύ τακτικά με την Ερατώ. Οι συνομιλίες μας ήταν πολύ ζεστές και ορισμένες φορές μιλώντας για γκόμενες και αν τα καταφέρνω με τις γυναίκες, άφηνα κάποια υπονοούμενα ότι δεν είμαι πλέον παιδάκι να με κάνουν ότι θέλουν οι γυναίκες.

Μόλις γύρισα από το φροντιστήριο ήταν οκτώ και μισή η ώρα, βράδυ. Στην Αγγλία που ήταν δυο ώρες πίσω, ήταν έξι και μισή. Άρα η Ερατώ - εκτός απροόπτου - θα ήταν σπίτι. Τηλεφώνησα αμέσως και απάντησε ο άνδρας της. Μετά από μια σύντομη τυπική συνομιλία που είχα με τον Brian, είπα να μου δώσει την Ερατώ.

-    «Έλα γλυκέ μου, τι κάνεις;»

-    «Γεια σου κούκλα μου! Καλά είμαι. Μόλις γύρισα από το φροντιστήριο».

-    «Πώς περνάς;»

-    «Πολύ ωραία!!!»

-    «Η κοπέλα σου τι κάνει;»

-    «Ποια απ’ όλες; Σε ποια μείναμε; Δεν θυμάμαι…»

-    «Χαχαχαχα! Αχ βρε, τι θα σε κάνω όταν έρθω…!»

-    «Κοίτα βρε κούκλα μου. Από εχθές που μου είπε η μάνα μου ότι θα έρθεις για τα Χριστούγεννα δεν μπορώ να ηρεμίσω!»

-    «Γιατί καλέ μου, δεν χάρηκες;»

-    «Μα τι λες τώρα; Ίσα - ίσα πετώ από την χαρά μου!!!»

-    «Τότε τι σε κάνει να είσαι ανήσυχος;»

-    «Μου είπε ότι θα έρθεις την Κυριακή προ των Χριστουγέννων. Δεν ξέρω όμως, πότε θα φύγεις;»

-    «Θα επιστρέψω την επόμενη Τρίτη Κωνσταντίνε. Δεν μπόρεσα να πάρω περισσότερη άδεια από το Νοσοκομείο. Άλλωστε και ο Brian έχει κάποιες υποχρεώσεις και πρέπει να είμαι εδώ».

-    «Άρα, Χριστούγεννα είναι Σάββατο. Εγώ θα ξεμπερδέψω από εδώ Παρασκευή και θα έρθω προς το απόγευμα. Συνεπώς, με τις υποχρεώσεις που θα έχεις με τους γονείς και τους συγγενείς, ίσα - ίσα που θα σου πω ένα hi και ένα bye!»

Η Ερατώ έσκασε στα γέλια με αυτά που της είπα.

-    «Σταμάτα να γελάς. Λογικό δεν είναι αυτό που λέω;»

-    «Ναι λογικό. Λέγε καλέ μου, τι σκέφτεσαι;»

-    «Τι να σκεφτώ βρε κούκλα μου; Εκεί σε μας, πέρα από το πρόβλημα που είπα με τους δικούς μας, δεν υπάρχει ένα μέρος να πάμε σαν άνθρωποι να καθίσουμε!!!»

-    «Δίκιο έχεις. Εσύ σαν μαθηματικός πρέπει να έχεις βρει κάποια λύση. Έλα λέγε πριν σκάσεις!»

-    «Λοιπόν, άκου τι σκέφτηκα. Μόλις έρθεις την Κυριακή θα δεις τους γονείς σου και τους γονείς μου. Θα φάτε μαζί και θα τους πεις όλα τα νέα από την Αγγλία. Την Δευτέρα το πρωί θα τους ξαναπείς τα νέα σου για να τα εμπεδώσουν και να μη έχουν απορίες. Μετά θα πας να δεις όσους συγγενείς μας αξίζει να δεις. Την Τρίτη το πρωί θα πεις στους γονείς σου ότι πρέπει να πάω στην Θεσσαλονίκη για κάποιες αγορές που θέλω να κάνω. Με την ευκαιρία αυτή να δω και τον Κωνσταντίνο. Όταν έρθεις εδώ θα δούμε τα υπόλοιπα…»

-    «Χα χα χα χα! Ολόκληρο σενάριο έκανες καλέ μου!»

-    «Τι να κάνω; Αφού ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ και αγωνιώ να σε δω!!!»

-    «Κι εγώ σε λατρεύω γλυκέ μου! Θα αρχίσουν όμως να γκρινιάζουν οι γονείς…»

-    «Έλα ρε Ερατώ, πες τους ότι θα έρθεις για μια μέρα».

-    «Και μετά;»

-    «Ε! Τι μετά; Όταν έρθεις κάτι θα σκεφτούμε πάλι…»

-    «Χα χα χα χα! Έχεις γίνει μεγάλη μάρκα όπως καταλαβαίνω…!»

-    «Μπα… όπως με ήξερες. Απλά τώρα είμαι πιο όμορφος από σένα!»

-    «Χαχαχαχα! Θα το ελέγξω…»

-    «Ωχχχχ! Ξέχασα…»

-    «Τι έπαθες;»

-    «Βρε κούκλα μου, θα μου διέφευγε κάτι ακόμα βασικό…»

-    «Πες το…»

-    «Τι ώρα και πού θα έρθεις την Κυριακή;»

-    «Αχ ναι, καλά λες γλυκέ μου. Ήθελα να σου τηλεφωνήσω για να ξέρεις. Άκου λοιπόν. Δεν μπόρεσα να βρω εισιτήριο Gatwick - Θεσσαλονίκη για την Κυριακή που θέλω. Από το Heathrow πάλι με ανταπόκριση για Θεσσαλονίκη, βρήκα εισιτήριο αλλά με απογευματινή πτήση Αθήνα - Θεσσαλονίκη. Θα καθυστερήσω πολύ περιμένοντας. Θα έρθω λοιπόν στο Ελληνικό και από εκεί με ταξί στο ΚΤΕΛ του Κηφισού. Το λεωφορείο, όπως έμαθα, φεύγει στις εννέα».

-    «Το προλαβαίνεις;»

-    «Ναι, ναι. Στο Ελληνικό θα είμαι ξημερώματα. Μη στενοχωριέσαι. Έχω πολύ ώρα…»

-    «Αμάν βρε κούκλα μου, μεγάλη ταλαιπωρία!»

-    «Δεν πειράζει, η επιστροφή θα είναι πολύ εύκολη».

-    «Δηλαδή;»

-    «Βρήκα εισιτήριο Θεσσαλονίκη - Gatwick. Μετά είναι εύκολο. Gatwick - Brighton με το Fast train, είναι περίπου είκοσι λεπτά. Οπότε κανόνισε στην επιστροφή θα με πας εσύ στο αεροδρόμιο. Η αναχώρηση είναι ξημερώματα. Δεν θυμάμαι ακριβώς. Θα τα πούμε όταν έρθω».

-    «Ουφφφφ! Κατάλαβα… Μη ξεχάσεις αυτά που είπαμε όταν έρθεις, εντάξει;»

-    «Ναι καλέ μου, ηρέμησε…»

Συμφωνήσαμε λοιπόν στο σχέδιο αυτό και της είπα να μου τηλεφωνήσει την ώρα που θα ξεκινήσει την Τρίτη για Θεσσαλονίκη, για να πάω να την πάρω από το ΚΤΕΛ. Οι μέρες περνούσαν πολύ αργά. Η αγωνία μου ήταν ακατανίκητη. Μπορεί στο δικό μου το μυαλό να κυριαρχούσαν εκείνες οι παιδικές αναμνήσεις και η τελευταία φορά που την είδα στο γάμο της. Δεν μπορούσα όμως να ξέρω πώς σκεφτόταν η Ερατώ. Το γεγονός ότι ήμασταν πρώτα εξαδέλφια, ήταν ένας βασικός ανασταλτικός παράγοντας. Η γλυκύτητα στις συνομιλίες μας ίσως να προερχόταν από παράγοντες, όπως η απόσταση, τα πολλά χρόνια που είχαμε να ειδωθούμε και άλλα τέτοια, χωρίς να υπάρχει από μέρους της κάποια παρόμοια επιθυμία σαν την δική μου.

Τελικά ήρθε η Τρίτη και το μεσημέρι πήγα στο πρακτορείο του ΚΤΕΛ και περίμενα το λεωφορείο. Ήμουν αγχωμένος και με κυρίευε μια αμηχανία. Πώς θα ήταν η Ερατώ μετά από δέκα χρόνια που είχα να την δω; Θα ήταν εκείνη η τέλεια κοπέλα των παιδικών μου αναμνήσεων και η πανέμορφη γυναικάρα που είχα δει τελευταία φορά στο γάμο της;

Μόλις έφτασε το λεωφορείο τα μάτια μου καρφώθηκαν στην πόρτα. Σε λίγο ξεπρόβαλε η Ερατώ. Τίποτα δεν άλλαξε από αυτά που γνώριζα. Μια ψηλή θεογκόμενα με καστανά μακριά καλοχτενισμένα μαλλιά ξεπρόβαλε στην πόρτα του λεωφορείου, έριξε μια ματιά ψάχνοντας να με βρει. Εγώ όμως είχα αλλάξει πολύ. Παρά ταύτα με αναγνώρισε και φώναξε χαμογελώντας και κουνώντας το χέρι:

-    «Hello Κωνσταντίνε, ήρθα!!»

Έτρεξα κοντά της και αγκαλιαστήκαμε χοροπηδώντας από την χαρά μας, σαν μικρά παιδιά.

-    «Μα εσύ έγινες ολόκληρος άνδρας γλυκέ μου!!!»

-    «Εσύ είσαι όπως τότε, μια πανέμορφη γυναικάρα!!»

-    «Χμμμ… Όπως βλέπω κι εσύ δεν πας παρακάτω… Είσαι ένας κούκλος!!!»

-    «Αυτό στο είπα και στο τηλέφωνο.»

Ξεκινήσαμε για το σπίτι και στην διαδρομή προλάβαμε και είπαμε τόσα, όσα θα μπορούσαμε να πούμε μιλώντας μια εβδομάδα. Φτάσαμε σπίτι και αφού τακτοποίησε τις αποσκευές της με ρώτησε:

-    «Για πες μου τώρα το πρόγραμμά σου…»

-    «Θες να φάμε σπίτι ή να πάμε έξω;»

-    «Άσε βρε το φαγητό. Σε ρωτώ τι σκέφτηκες να πούμε στους γονείς. Εγώ τους είπα ότι θα αγοράσω κάτι ρούχα που θέλω, θα δω και σένα και το βράδυ θα επιστρέψω».

-    «Και για την βαλίτσα που κουβάλησες, δεν ρώτησε κανένας;»

-    «Όχι. Βρε τι είσαι; Όλα τα παρατηρείς!»

-    «Καλά άστο σε μένα. Έχω κάνει πρόγραμμα να φύγουμε μαζί την Πέμπτη.»

-    «Έλα ρε συ! Θα γκρινιάζουν…»

-    «Περίμενε και θα δεις. Το απόγευμα θα τους τηλεφωνήσω και θα τακτοποιηθούν όλα. Πάμε τώρα για φαγητό».

-    «Δεν έχεις κανένα delivery να μας φέρει να φάμε εδώ; Λέω να ξεκουραστώ λίγο και πάμε το βράδυ έξω».

Τηλεφώνησα σ’ ένα φίλο και μετά από λίγη ώρα ήρθε η παραγγελία. Την ώρα που τρώγαμε μου είπε:

-    «Έλα, πες μου για την κοπέλα σου. Στο τηλέφωνο κατάλαβα ότι την αγαπάς πολύ. Είναι ωραία;»

-    «Άστα τώρα αυτά».

-    «Γιατί βρε; Είσαι ένας παίδαρος και πρέπει διάλεξες ωραία κοπέλα! Θα μου την μου την γνωρίσεις;»

-    «Όχι, της έδωσα άδεια».

-    «Γιατί;»

-    «Διότι θα είσαι εσύ εδώ».

Χαμογέλασε.

-    «Άλλο εγώ και άλλο η κοπέλα σου… Να ξέρεις δεν με πειράζει καθόλου. Εάν θες, πες της να έρθει να την γνωρίσω».

-    «Εσένα δεν σε πειράζει, αλλά εάν σε δει θα έχω προβλήματα».

-    «Τι προβλήματα θα έχεις;»

-    «Θα δει τι γυναικάρα είσαι στην πραγματικότητα και θα ζηλέψει».

-    «Γιατί λες στην πραγματικότητα, της έδειξες καμιά χαζή μου φωτογραφία μου φαίνεται…»

-    «Έ… όχι και χαζή! Σε παρακαλώ πολύ δηλαδή. Άκου χαζή…»

-    «Ποια της έδειξες βρε;»

-    «Έλα να σου δείξω…»

Μόλις είδε η Ερατώ την φωτογραφία, τρελάθηκε. Με αγκάλιασε δίνοντάς μου ένα φιλάκι και είπε:

-    «Ευχαριστώ!!! Είσαι τέλειος!»

Μετά το φαγητό η Ερατώ θέλησε να ξαπλώσει λίγο. Το μυαλό μου όμως ήταν να μη χάσω ούτε ένα λεπτό. Το να ορμήσω αμέσως - όπως λέμε στο ψαχνό - ήταν και δύσκολο και επικίνδυνο. Έτσι είχα σκεφτεί να της προτείνω να δούμε ένα dvd. Και πιο άλλο θα σκεφτόμουν για να ερεθίσω λίγο τις αναμνήσεις; Την «Αλίκη στο ναυτικό». Έτσι της είπα:

-    «Λέω να δούμε ένα dvd. Τι λες;»

-    «Έλα ρε Κωνσταντίνε… θέλω να ξεκουραστώ λιγάκι. Άστο το βλέπουμε το βράδυ».

-    «Το βράδυ θα πάμε έξω. Έλα να δούμε το dvd και μετά ξεκουράζεσαι...»


- «Χμμμμ… Καλά να μη σου χαλάσω το χατίρι! Τι θα βάλεις;»

-    «Ένα έργο!!!»

-    «Δεν πιστεύω να βάλεις καμιά τσόντα…»

-    «Γιατί, δεν βλέπεις;»

-    «Όχι! Μου αρέσει η πραγματικότητα. Γιατί βλέπεις εσύ;»

-    «Τσόντες βλέπω μόνο το βράδυ με την γκόμενα».

-    «Γιατί βρε, δεν σε ερεθίζει η ίδια;»

-    «Άστο… θα σου πω άλλη φορά».

-    «Για βάλε να δούμε… Πάω να αλλάξω και έρχομαι».

Γύρισε η Ερατώ φορώντας ένα ανάλαφρο αεράτο φόρεμα λίγο πάνω από το γόνατο και κάθισε στον καναπέ. Έβαλα το dvd και κάθισα δίπλα της. Με το που ξεκίνησε και άκουσε την μουσική φώναξε χαρούμενα:

-    «Ωραίαααααααα!!! Η Αλίκη στο ναυτικο. Πω πω! Τι μου θύμησες βρε Κωνσταντίνε. Πόσα χρόνια πάνε από τότε που το είδαμε! Ήμασταν όλοι μαζί, θυμάσαι;»

-    «Ναι…»

Βλέπαμε το έργο και η Ερατώ φαινόταν πολύ χαρούμενη. Γελούσε κάθε φορά με τις ατάκες και τα καμώματα της Βουγιουκλάκη. Μερικές φορές από τα γέλια έπεφτε επάνω μου. Αντίθετα εγώ, τόσο από την αγωνία, όσο και από μια γλύκα που διαπερνούσε όλο μου το κορμί που ήταν κοντά μου, άρχισα να τρέμω. Ήμουν τόσο απορροφημένος στις αναμνήσεις μου και στο πώς πρέπει να ενεργήσω, που δεν κινιόμουν και δεν έλεγα τίποτα. Σαν να μη ήμουν εκεί. Η Ερατώ το πρόσεξε και με ρώτησε:

-    «Τι έπαθες Κωνσταντίνε;»

-    «Τίποτα…»

-    «Τι τίποτα!!! Εσύ μου φαίνεται είσαι κάπου αλλού. Έγινε κάτι με την κοπέλα σου; Πες μου…»

Όπως με κοίταξε στα μάτια, από την τρομερή υπερένταση που είχα, μέσα σ’ εκείνες τις σκέψεις, τα μάτια μου άθελα μου υγράνθηκαν . Με έπιασε από το χέρι και είπε:

-    «Τι σ’ έπιασε καλέ μου; Εσύ τρέμεις ολόκληρος!!!»

-    «Τίποτα… Καλά είμαι».

Έκανα να σηκωθώ γιατί ήμουν σε μεγάλη υπερένταση έτοιμος να την αρπάξω και να την λιώσω μέσα στην αγκαλιά μου. Με κράτησε από το χέρι και δεν μ’ άφησε λέγοντας:

-    «Σε παρακαλώ καλέ μου, πες μου τι έπαθες;»

-    «Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε Ερατώ, θυμάσαι;»

-    «Χμμ… Καμιά εικοσαριά;»

-    «δεκαεπτά χρόνια Ερατώ. Το θυμάμαι πολύ καλά…»

Η Ερατώ με κοίταξε περίεργα. Την έβλεπα στα μάτια και ήμουν σαν αποβλακωμένος, μη ξέροντας τι να κάνω. Πετάχτηκα όρθιος και πήγα στην κουζίνα, για να μη την αρπάξω στην αγκαλιά μου από την λαχτάρα που ένοιωθα. Η Ερατώ με ακολούθησε ήρθε μπροστά μου με κοίταξε γλυκά. Κατάλαβε τον λόγο της αντίδρασής μου και είπε:

-    «Βρε Κωνσταντίνε, σύνελθε αγόρι μου, σε παρακαλώ, μην κάνεις έτσι…»

-    «Πώς να μη κάνω έτσι; Νομίζεις ότι είναι εύκολο;»

-    «Κωνσταντίνε… Ξεχνάς ότι είμαστε εξαδέλφια;»

-    «Τότε τι ήμασταν Ερατώ;»

-    «Κωνσταντίνε… σε παρακαλώ! Σε παρακαλώ πάρα πολύ καλέ μου ηρέμησε… Με φέρνεις σε πολύ δύσκολη θέση…»

Η φωνή της ήταν τόσο ήρεμη και παρακλητική που δεν άφηνε κανένα περιθώριο για οποιαδήποτε συνέχεια. Καθίσαμε πάλι στον καναπέ, ξεροκατάπια δυο - τρεις φορές και είπα:

-    «Συγνώμη βρε Ερατώ ξέρεις, είναι κάτι που με βασαν…»

Δεν με άφησε να συνεχίσω… Έβαλε το χέρι της στο στόμα μου και μου είπε:

-    «Μη λες τίποτα, καταλαβαίνω. Καταλαβαίνω πάρα πολύ καλά. Μη ξεχνάς ότι αυτή είναι η ειδικότητά μου . (Νευρολόγος - ψυχίατρος). Έλα να σου κάνω μια γλυκιά αγκαλίτσα. Θέλω να ηρεμίσεις και να μ’ αγαπάς όπως σε λατρεύω εγώ».

Με αγκάλιασε πολύ τρυφερά και μου χάιδεψε την πλάτη. Τι το θες όμως; Αντί να ηρεμίσω φούντωσα πιο πολύ, όταν τα υπέροχα στήθη της ακούμπησαν πάνω μου. Μου είπε ότι θα πάει να ξαπλώσει λιγάκι, διότι από τα ξημερώματα της Κυριακής που ξεκίνησε από την Αγγλία, ήταν στο τρέξιμο. Η ώρα είχε πάει έξι και μισή όταν ξύπνησε. Ήρθε κοντά μου με αγκάλιασε και μου έδωσε ένα φιλάκι στο μάγουλο λέγοντας:

-    «Τι κάνεις καλέ μου;»

-    «Υπέροχα!»

-    «Μ’ αγαπάς ή είσαι θυμωμένος;», είπε πολύ ναζιάρικα.

-    «Το ότι σ’ αγαπώ το ξέρεις πολύ καλά. Και επειδή σ’ αγαπώ τόσο πολύ, δεν μπορεί να είμαι θυμωμένος μαζί σου».

-    «Μπράβο γλυκέ μου. Να πιούμε ένα καφεδάκι;»

-    «Το τσάι το λες καφέ;»

-    «Έλα ρε, άσε το τσάι. Λέω να πιούμε ένα Ελληνικό καφεδάκι…»

-    «Ελληνικό γιατί; Για να δούμε το φλιτζάνι μετά;»

-    «Χαχαχαχα. Ναι μπορεί να σου βγει κανένα τυχερό!»

-    «Για να δούμε… Πώς θέλεις να τον φτιάξω;»

-    «Άσε, θα τους φτιάξω εγώ. Θα τους κάνω με λίγη ζάχαρη».

Όπως κατάλαβα, η Ερατώ με αυτή την άνετη αντιμετώπιση, ήθελε να με κάνει να αισθάνομαι και να συνηθίσω την παρουσία της ως μια εξαδέλφη που με αγαπά πολύ και όχι ως μία γυναίκα την οποία λαχταρώ. Ίσως ήταν μια ψυχιατρική μέθοδος που δεν μπορούσα βέβαια να ξέρω. Εκείνο όμως που ήξερα πολύ καλά για τον εαυτό μου, ήταν ότι από τα δεκαεννιά μου χρόνια και μετά, καμιά γυναίκα δεν μπόρεσε να μου αρνηθεί, όταν την έβαζα στο στόχαστρο. Έτσι, σκέφτηκα να το παίζω άνετος και ήμουν βέβαιος ότι στο τριήμερο που θα ήμασταν μαζί, θα έβρισκα το αδύνατο σημείο της. Τελειώσαμε τον καφέ μας και είπα:

-    «Πρέπει να πάω στο φροντιστήριο. Έχω μια ώρα μάθημα και θα επιστρέψω κατά τις οκτώ και μισή. Να είσαι έτοιμη να βγούμε».

-    «Με τους δικούς μας τι σκέφτηκες;»

-    «Μη στενοχωριέσαι όλα είναι μελετημένα. Όταν επιστρέψω θα τους τηλεφωνήσουμε».

-    «Α… εγώ δεν μιλάω. Κανόνισέ τα μόνος σου».

-    «Εσύ πώς να μιλήσεις αφού δεν είσαι εδώ…;»

-    «Τι λες τώρα βρε τρελέ; Πού είμαι, στην Αγγλία;»

-    «Άσε… δεν έχω χρόνο. Όταν επιστρέψω θα σου πω».

Πήγα στο φροντιστήριο και το μυαλό μου, φυσικό ήταν, να είναι στην Ερατώ. Σκεφτόμουν πού θα την πήγαινα το βράδυ. Στο γκρουπ που έκανε μάθημα ένας άλλος καθηγητής, υπήρχε ένας μαθητής που ο πατέρας του ήταν σερβιτόρος σ’ ένα από τα φημισμένα κλασικά εστιατόρια. Έτσι μου ήρθε η ιδέα να πάμε για φαγητό εκεί. Μόλις τελείωσα το μάθημα, με την βοήθεια του συναδέλφου, βρήκαμε το τηλέφωνο που μ’ ενδιέφερε. Τηλεφώνησα στον πατέρα του μαθητή και αφού συστήθηκα του εξήγησα τι θέλω. Χάρηκε και μου είπε ότι το βράδυ θα μας περιμένει μια μεγάλη έκπληξη.

Επέστρεψα στην ώρα μου και η Ερατώ με περίμενε έτοιμη. Μόλις την είδα τα μάτια μου γούρλωσαν. Φορούσε ένα καταπληκτικό συνολάκι σε χρώμα blue night που το φόρεμα ήταν τέσσερα - πέντε εκατοστά πάνω από το γόνατο. Τα πόδια της φάνταζαν σαν δυο λαμπάδες. Η μεσάτη ζακέτα τόνιζε τα υπέροχα στήθη της, αλλά και το πεταχτό κωλαράκι της. Στο ντεκολτέ του λευκού πουκάμισου, κυριαρχούσε ένα πανέμορφο λεπτό περιδέραιο.

Τα πλούσια μαλλιά της έπεφταν μέχρι τους ώμους της και το ελαφρά μακιγιαρισμένο προσωπάκι της, την έκανε να μοιάζει σαν μια κούκλα από παιδικό παραμύθι. Καλά είχε σκεφτεί τότε ο νονός της και μη ακούγοντας τους γονείς της, είπε: «Αυτό το γλυκό πλάσμα, θα το ονομάσω Ερατώ!!!» Ήταν δηλαδή, η απόλυτη ταύτιση του ονόματος με την πραγματικότητα. Από το στόμα μου βγήκε ένα αχχχχχ… Με κοίταξε και είπε:

-    «Είσαι κουρασμένος;»

-    «Όχι γλυκιά μου».

-    «Τι έπαθες καλέ μου και έκανες αχ;»

-    «Έλα ρε, όλα τα προσέχεις!»

-    «Μα αφού σε άκουσα, να μη ρωτήσω; Έλα, πες μου…»

-    «Θα σου πω αργότερα. Περίμενε τώρα να τηλεφωνήσω στους δικούς μας, μη φύγουμε και το ξεχάσουμε».

Στο τηλέφωνο απάντησε η θεία μου. Τράβηξα κοντά μου την Ερατώ, μάγουλο με μάγουλο και έβαλα το ακουστικό ανάμεσα στ’ αφτιά μας για να ακούει.

-    «Έλα θεία μου. Τι κάνεις;»

-    «Καλά αγόρι μου. Εσύ τι κάνεις;»

-    «Πολύ καλά θείτσα μου».

-    «Τι κάνατε; Περάσατε καλά με την Ερατώ;»

-    «Για πότε λες;»

-    «Σήμερα, μαζί δεν ήσασταν;»

-    «Όχι θείτσα μου. Ίσα - ίσα που την είδα στο πρακτορείο. Την έφερα σπίτι και μετά πήγα στο φροντιστήριο».

Τρομαγμένη η θεία μου από αυτά που της είπα, ενώ η Ερατώ γελούσε και με τσιμπούσε, ρώτησε:

-    «Τώρα που είναι η Ερατώ;»

-    «Πού να ξέρω βρε θείτσα μου;»

-    «Κωνσταντίνε, μη με τρομάζεις αγόρι μου!»

-    «Γιατί τρομάζεις βρε θείτσα μου; Μάλλον στην αγορά υποψιάζομαι θα είναι ακόμη…»

-    «Τι λες τώρα αγόρι μου, δεν έφυγε;»

-    «Μπα!!! Δεν νομίζω. Εγώ μόλις γύρισα από το φροντιστήριο. Η Ερατώ, όπως μου είπε, θα πήγαινε στην αγορά. Φαίνεται ακόμα χαζεύει τις βιτρίνες».

-    «Καλά βρε αγόρι μου. Τι ώρα θα τελειώσει από την αγορά και πότε θα επιστέψει;»

-    «Πού να επιστρέψει βρε θεία; Με τρελαίνετε κι εσύ και η μάνα μου. Θέλετε να πείτε κάτι και όλο με πλάγιες ερωτήσεις πάτε!»

Οι τσιμπιές έπεφταν βροχή από την Ερατώ.

-    «Αγόρι μου έτσι μας είπε. Θα ψωνίσει κάτι ρούχα, θα δει κι εσένα και το βράδυ θα επιστρέψει. Την περιμένουμε, κατάλαβες;»

-    «Τώρα ναι κατάλαβα. Κοίτα όμως να σου πω θείτσα μου. Η κορούλα σου φαίνεται ότι για να κάνει καλά τους τρελούς τρελάθηκε η ίδια. Την Ερατώ, όπως σου είπα, ίσα - ίσα που την είδα μισή ωρίτσα. Όταν μου είπε ότι θα επιστρέψει το βράδυ, θύμωσα πολύ. Της είπα να καθίσει μέχρι την Πέμπτη και να έρθουμε μαζί».

-    «Ποια Πέμπτη Κωνσταντίνε;»

-    «Την Μεγάλη Πέμπτη. Αμάν βρε θείτσα μου! Σήμερα είναι Τρίτη, αύριο Τετάρτη και μεθαύριο Πέμπτη. Κατάλαβες;»

-    «Ναι, μη φωνάζεις. Εσύ την Πέμπτη θα έρθεις;»

-    «Ναι».

-    «Τι να σου πω βρε αγόρι μου…»

-    «Τι να μου πεις; Τίποτα. Απλά σε ενημερώνω Πες και στους άλλους να ξέρουν».

-    «Πάρε με πάλι βρε αγόρι μου όταν γυρίσει να μη ανησυχώ».

-    «Ναι βέβαια θα σε πάρω. Κανονικά έπρεπε να έχει γυρίσει. Θα την τιμωρήσω μόλις έρθει που άργησε!»

-    «Μη την στενοχωρείς αγόρι μου. Σ’ αγαπάει πολύ. Όλο για σένα έλεγε από την μέρα που ήρθε!»

-    «Ναι καλά… Μάνα δεν είσαι, τι θα πεις;»

Εκείνη την στιγμή έφαγα την πιο δυνατή τσιμπιά από την Ερατώ.

-    «Άντε, καλό βράδυ αγόρι μου».

-    «Καλό βράδυ θείτσα. Μη ξεχάσεις να ενημερώσεις και την αδελφούλα σου και μου αρχίσει τα τηλεφωνήματα».

-    «Καλά αγόρι μου».

-    «Αααααααα… περίμενε μισό λεπτό…»

-    «Τι έγινε Κωνσταντίνε;»

-    «Περίμενε! Χτυπάει η πόρτα, μήπως είναι η Ερατώ…»

Απομάκρυνα το τηλέφωνο και η Ερατώ μου είπε ψιθυριστά:

-    «Είσαι αχάριστος και ψεύταρος! Κοροϊδεύεις την μανούλα μου, δεν ντρέπεσαι; Έχεις γίνει μεγάλη μάρκα!»

-    «Μόνο εκεί που χρειάζεται…»

-    «Τώρα τι θα γίνει;»

-    «Τώρα είναι η σειρά σου…»

-    «Έλα ρε συ! Δεν μπορώ να λέω ψέματα στην μανούλα μου…»

-    «Μα δεν θα πεις ψέματα. Θα πεις ότι εγώ δεν σε αφήνω με τίποτα να επιστρέψεις».

-    «Ε.. αυτό δεν είναι ψέμα;»

-    «Γιατί, εσύ θέλεις να επιστρέψεις;»

-    «Δεν είπα αυτό…»

-    «Τότε πες αυτό που λέω εγώ!»

Η Ερατώ μετέφερε το μήνυμα στην μητέρα της. Τις άφησα να μιλούν και πήγα να ετοιμαστώ. Φόρεσα το κοστούμι της ορκωμοσίας για να είμαι ασορτί με την Ερατώ. Όταν φτάσαμε στο εστιατόριο με περίμενε η έκπληξη που μου είπε ο πατέρας του μαθητή μας. Μια ροτόντα για δυο άτομα, στρωμένη άψογα, με μια ωραία χαμηλή σύνθεση από υπέροχα λουλούδια, και δυο κεριά διακοσμημένα Χριστουγεννιάτικα στο πλάι. Πρόσεξα ότι στα άλλα τραπέζια υπήρχαν παρόμοια κεράκια διακοσμημένα Χριστουγεννιάτικα, αλλά λουλούδια είχε μόνο το δικό μας.

Η απαλή μουσική και ο χαμηλός φωτισμός, δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα πολύ ρομαντική. Λίγος καπνιστός σολομός για αρχή με λεπτοκομμένες φέτες gherkins πάνω σε ζεστές φρυγανιές με βούτυρο, μας άνοιξαν την όρεξη. Στην συνέχεια, η γεύση από το υπέροχο ζαρκάδι σαλμί, που το συνοδέψαμε με Cabernet Sauvignon - ένα υπέροχο Ελληνικό ερυθρό κρασί - έκανε ακόμα πιο όμορφη την ατμόσφαιρα. Η περιποίηση ήταν απερίγραπτη, κάτι που έκανε την Ερατώ να εντυπωσιαστεί.

Την έκπληξη που νόμισα ότι ήταν τα λουλούδια, ήρθε να την συμπληρώσει μια άλλη και μεγαλύτερη έκπληξη. Η απαλή μουσική που ακουγόταν από μεγάφωνα σταμάτησε. Χαμήλωσαν ακόμη περισσότερο τα φώτα και έκαναν την εμφάνισή τους, τρεις ντυμένοι με παραδοσιακές τσιγγάνικες ουγγρικές στολές με δυο βιολιά και ένα κλαρινέτο.

Ξεκίνησαν από το κέντρο του καταστήματος παίζοντας τις υπέροχες τσιγγάνικες μελωδίες και σε λίγο, άρχισαν να περιφέρονται από τραπέζι σε τραπέζι. Το θέαμα μας συνεπήρε. Κοίταξα την Ερατώ και στα μισόκλειστα μάτια της, διέκρινα μια απέραντη ικανοποίηση. Έκανα νεύμα να μας φέρουν ακόμη μια φιάλη κρασί. Θέλησα να τραβήξω την καρέκλα μου και να την βάλω δίπλα της. Μια τρομακτική επιθυμία με κυρίευσε εκείνη την στιγμή να την αγγίξω. Συγκρατήθηκα όμως. Ήμουν βέβαιος ότι η φυσιολογική συμπεριφορά μου, θα φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Σε λίγη ώρα οι τρεις τσιγγάνοι ήρθαν πάνω από το τραπέζι μας. Είχαν παίξει μέχρι τότε, αρκετά γνωστά κομμάτια. (Alouette, Χορό των Σπαθιών, την Ουγγρική Ραψωδία κλπ.). Δεν μπορώ να πω αν ήταν τυχαίο, ή αν αυτό ήταν το πρόγραμμα, ή ακόμη, εάν οι μουσικοί πρόσεξαν ότι ήμασταν το πιο νεανικό ζευγάρι από τους παραβρισκόμενους θαμώνες και ξεκίνησαν να παίζουν τον «Γαλάζιο Δούναβη» του J. Strauss. Κοίταξα την Ερατώ στα μάτια άπλωσα το χέρι μου και έπιασα το δικό της. Η Ερατώ άπλωσε και το άλλο της χέρι και μου είπε ευγενικά:

-    «Θα μου χαρίσετε αυτό το χορό αγαπητέ μου;»

-    «Με μεγάλη χαρά! Είναι όμως και μεγάλη μου τιμή, που θα χορέψω με μια πεντάμορφη κυρία!»

Πήγα κοντά της, έκανα μια ελαφρά υπόκλιση, της φίλησα το χέρι και την σήκωσα. Θυμόμουν πολύ καλά από τον γάμο της, την αδυναμία που είχε στο βαλς, αλλά και ότι έπρεπε να μάθω να χορεύω κι εγώ. Με λίγα λοιπόν μαθήματα που είχα κάνει, έγινα δεινός χορευτής. Τι σύμπτωση όμως και πόσο μεγάλη τύχη!!! Λες και όλα τα προγραμμάτισε να γίνουν έτσι, αυτό που λέμε: «ο από μηχανής θεός».

Αρχίσαμε να χορεύουμε το θαυμάσιο και ανεπανάληπτο αυτό ρομαντικό βαλς. Ήμασταν οι πρώτοι που χορεύαμε και ένα απαλό χειροκρότημα ακούστηκε από όλους τους θαμώνες. Η Ερατώ ήταν ανάλαφρη και αφήνονταν σαν πούπουλο στα χέρια μου, να την περιστρέφω στο μαγευτικό ρυθμό. Νόμιζες ότι ήμασταν χορευτικό ζευγάρι προπονημένο και κάναμε πάρα πολλές φιγούρες χορεύοντας.

Το πρόσωπο της Ερατούς έλαμπε από ικανοποίηση και το ομόρφυνε ακόμη περισσότερο το αγέρωχο ύφος που είχε. Ζούσε την κάθε κίνηση, έχοντας τα μάτια μισόκλειστα. Ήταν βέβαιο ότι διέκρινε κι εκείνη στο πρόσωπό μου, την ευτυχία που ένιωθα. Τελειώνοντας ο χορός παραπατώντας ελάχιστα, έπεσε στην αγκαλιά μου. Την συγκράτησα σφίγγοντάς την επάνω μου και την ρώτησα:

-    «Ζαλίστηκες;»

-    «Ναι…»

-    «Από το χορό;»

-    «Όχι».

-    «Σε ζάλισε το κρασί;»

-    «Όχι…»

-    «Έλα να καθίσουμε.»

-    «Περίμενε λίγο ακόμα όπως ήμαστε…»

-    «Ζαλίζεσαι ακόμα;»

-    «Όχι…»

Οι μονολεκτικές κοφτές απαντήσεις έδειχναν ότι ήθελε για λίγο να μείνουμε έτσι, χωρίς να μιλάμε. Ίσως το οποιοδήποτε ευχαριστώ, να μη μπορούσε να εκφράσει τα συναισθήματα εκείνης της στιγμής. Την έσφιξα πιο πολύ επάνω μου. Είχε τα μάτια κλειστά. Νόμιζες ότι είχε παραλύσει. Τώρα βέβαια, περνούσα την Ερατώ ένα κεφάλι και είχε ακουμπήσει το δικό της πάνω στο στήθος μου. Τα χέρια της πίσω στην πλάτη μου κινούταν ελαφρά, σαν ένα απαλό χάδι! Αισθανόμουν σαν να μου έλεγε: «Τι κρίμα αγόρι μου που είμαστε εξαδέλφια!»

Καθίσαμε στο τραπέζι και την ρώτησα, κάνοντας ότι δεν κατάλαβα τίποτα, μήπως δεν αισθάνεται καλά και θέλει να φύγουμε. Μου είπε ότι αισθάνεται περίφημα και ήθελε να απολαύσει όλο το πρόγραμμα. Είχε πάει δυο και κάτι… την ώρα που φεύγαμε. Ο πατέρας του μαθητή πήρε τα λουλούδια με τα κεράκια και τα έφερε μέχρι το αυτοκίνητο, λέγοντας ευγενικά:

-    «Η σύνθεση ανήκει στην πανέμορφη κυρία!»

Έκανα να βγάλω να του δώσω κάποιο πουρμπουάρ. Γέλασε και δεν το δέχτηκε λέγοντας:

-    «Σας παρακαλώ κύριε καθηγητά. Ήταν χαρά μας που φιλοξενήσαμε ένα τόσο καταπληκτικό ζευγάρι!»

-    «Είναι εξαδέλφη μου!»

-    «Ω!!! Τότε θα σας πω θερμά συγχαρητήρια. Να την χαίρεστε και να την προσέχετε!»

Η Ερατώ γέλασε και συμπλήρωσε:

-    «Είναι ο καλύτερος συνοδός!»

Φεύγοντας από το εστιατόριο ρώτησα αν άντεχε και ήθελε να πάμε σ’ ένα μπαράκι για ποτό. Η Ερατώ όμως μου είπε ότι, θα προτιμούσε να πάμε στο σπίτι για να είμαστε πιο άνετοι. Όταν φτάσαμε σπίτι δεν ξέχασε να πάρει τα λουλούδια από το αυτοκίνητο. Τα τακτοποίησε στο τραπέζι και μου είπε:

-    «Ευχαριστώ καλέ μου. Τα λουλούδια βέβαια θα μαραθούν. Τα κεράκια όμως, θα τα κρατήσω για να μου θυμίζουν την μαγευτική αυτή βραδιά…»

Την ξαναρώτησα αν άντεχε να πιούμε κάτι. Γέλασε και μου είπε ότι αισθάνεται περίφημα. Πρότεινα να προτιμούσε Drambuie. Η Ερατώ είπε ότι είναι γλυκό και συμφωνήσαμε σε Gin με λεμόνι. Έφερα από το μπαράκι ένα μπουκάλι Gordon και η Ερατώ έβγαλε από το ψυγείο πάγο και λεμόνι. Καθίσαμε στον καναπέ και για μια ακόμη φορά η Ερατώ εξέφρασε την απέραντη ικανοποίηση για την υπέροχη βραδιά. Τελειώναμε το δεύτερο ποτήρι όταν η Ερατώ μου είπε:

-    «Θα μου απαντήσεις ειλικρινά σε κάτι που θα σε ρωτήσω;»

-    «Εξαρτάται…»

-    «Έλα ρε, σοβαρά μιλάω τώρα!»

-    «Τότε εντάξει. Για λέγε…»

-    «Τελικά διαπίστωσα ότι έχεις πολύ μεγάλες ικανότητες. Πες μου, πώς τα κατάφερες όλα;»

Δεν κατάλαβα τι ήθελε να πει και ρώτησα:

-    «Τι εννοείς γλυκιά μου;»

-    «Πώς πίστευες ότι θα γίνουν όλα έτσι;»

-    «Εννοείς για απόψε;»

-    «Ναι…»

-    «Σιγά, δεν έκανα και τίποτα…!»

-    «Μα πώς; Πίστευες ότι θα έρθω να σε δω και καθίσω, ότι έμαθες να χορεύεις τόσο τέλεια, ότι κανόνισες να πάμε στο εστιατόριο με βιολιά, ότι έπαιξαν σε μας το υπέροχο βαλς, ότι θα χορεύαμε… τα λουλούδια…»

Χαμογέλασα.

-    «Για το θέμα, πως έμαθα να χορεύω, θα σου πω ότι αυτό το έβαλα πείσμα από την ντροπή μου τότε που χορέψαμε στον γάμο σου. Θυμάσαι;»

-    «Ναι, πάρα πολύ καλά!»

-    «Παρακολούθησα ορισμένα μαθήματα όταν ήμουν φοιτητής. Όλα τα έλα ήταν τυχαία. Δεν γνώριζα απολύτως τίποτα. Έτσι ήταν να γίνουν. Το μόνο που έκανα εγώ ήταν ότι παρακαλούσα να γίνουν έτσι… και έγιναν!»

Με κοίταξε για αρκετά δευτερόλεπτα και συνέχισε:

-    «Πες μου κάτι ακόμα… Είσαι στεναχωρημένος από το μεσημέρι;»

-    «Γιατί, έδειξα κάτι τέτοιο;»

-    «‘Όχι…»

-    «Τότε γιατί ρωτάς;»

-    «Μου έμεινε μέσα μου εκείνο το «αχχχ»  που έκανες όταν ήρθες από το φροντιστήριο. Θέλεις να μου το εξηγήσεις;»

-    «Έχει τόση σημασία…;»

-    «Για να σε ρωτάω… Ναι!»

-    «Αν και δεν καταλαβαίνω τον λόγο, δεν έχω κανένα πρόβλημα να σου πω».

-    «Δεν είναι ανάγκη να τα καταλαβαίνεις όλα. Λέγε…»

-    «Ωχ!!! Αισθάνομαι σαν ανακρινόμενος».

-    «Δεν είναι έτσι που νομίζεις. Απλά λίγο το ποτό… Λέγε, σε παρακαλώ…»

-    «Σε είδα έτσι τόσο υπέροχα ντυμένη και θαύμασα μια πανέμορφη γυναίκα, που είδα μπροστά μου».

-    «Και γιατί είπες εκείνο το αχχχχχ;»

-    «Τι να έλεγα; Πω πω πω μια γκομενάρα!!!»

-    «Εγώ σε ρώτησα… Λέγε…»

-    «Γιατί ήμαστε εξαδέλφια».

-    «Κι εγώ έτσι το αισθάνθηκα. Γι’ αυτό σε ρωτάω».

-    «Ήταν αυθόρμητο…»

-    «Περίμενε, συνεχίζω την ερώτηση…»

-    «Σ’ ακούω…»

-    «Δεν είμαστε εξαδέλφια;»

-    «Είπα κάτι διαφορετικό; Απλά εξέφρασα εκείνη την στιγμή, αυτό που αισθάνθηκα! Ήταν κακό;»

-    «Ήταν πολύ έντονο. Θα έλεγα παραπονιάρικο…»

-    «Σε ενόχλησε τελικά όπως καταλαβαίνω…»

-    «Δεν είπα κάτι τέτοιο!»

-    «Τότε γιατί επιμένεις τόσο;»

-    «Έτσι…»

-    «Νομίζω πως πάντα, αυτό που αισθάνεσαι από ένα θαυμασμό και το εκφράζεις, είναι έντονο. Είπα εκείνο το «αχ» δυνατά και το ακούσεις. Θα μπορούσα να μη το φωνάξω και να πνίξω μέσα μου χωρίς να τ’ ακούσεις!»

-    «Και να μη το φώναζες Κωνσταντίνε, αισθάνθηκα την ένταση μέσα στα μάτια σου…!»

-    «Να το πάρω πίσω τότε, να τελειώσει…»

-    «Όχι…»

Για μερικά λεπτά επικράτησε μία σιγή. Δεν μου άρεσε και είπα:

-    «Να βάλω ακόμα ένα Gin;»

-    «Λέω να κοιμηθούμε κοντεύει τεσσεράμισι. Νύσταξα!»

-    «Οκ!»

Με ρώτησε που θα κοιμηθούμε, και της είπα να κοιμηθεί στο κρεβάτι μου κι εγώ θα βολευόμουν στο καναπέ που καθόμασταν. Πριν πάει στο δωμάτιο με αγκάλιασε με φίλησε απαλά λέγοντας:

- «Όνειρα γλυκά. Ήταν μια θαυμάσια βραδιά και συ ένας θαυμάσιος συνοδός. Πολύ όμορφος και υπέροχος άνδρας. Δεν είναι κολακεία αυτό που θα σου πω. Δεν θυμάμαι να πέρασα τόσο όμορφα άλλη φορά! Σ’ αγαπώ πάρα πολύ να το ξέρεις. Θέλω κι εσύ να μ’ αγαπάς!»

Τα λόγια της ήταν σταράτα και δεν άφηναν περιθώρια για παρερμηνείες. Την χάδεψα μόνο τα μαλλιά, χωρίς να πω τίποτα. Ξαπλώσαμε και πρόσεξα ότι δεν έκλεισε την πόρτα του δωματίου. Που να με πιάσει όμως ο ύπνος! Η σκέψη ήταν καρφωμένη στην Ερατώ. Σκεφτόμουν όλες τις εικόνες από την ώρα που ήρθε στην Θεσσαλονίκη και τρελαινόμουν. Ξαφνικά και ενώ νόμισα ότι η Ερατώ είχε κοιμηθεί, άκουσα τη φωνή της:

-    «Κωνσταντίνε, κοιμήθηκες;»

-    «Όχι ακόμη…»

-    «Θέλω να σου ζητήσω κάτι…»

Νόμισα ότι είχε έρθει η στιγμή. Ο τόνος της φωνής της όμως, τον οποίο είχα καταλάβει όλες αυτές τις ώρες, δεν μου ταίριαζε για κάτι τέτοιο. Τι να ήθελε άραγε και δεν είχε κοιμηθεί ακόμα; Είπα λοιπόν:

-    «Πες μου…»

-    «Είδα την κιθάρα εδώ δίπλα στο κρεβάτι…»

-    «Ναι, τι θέλεις;»

-    «Θέλω να μου παίξεις ένα κομμάτι και να κοιμηθώ…»

-    «Αυτό έπρεπε να το κάνεις εσύ, γιατί είμαι πιο μικρός».

-    «Κωνσταντίνε, σε παρακαλώ…»

Πήγα στο δωμάτιο και μου είπε να μην ανάψω το φως. Από το παράθυρο έμπαινε αρκετό φως απ’ έξω και πράγματι δεν χρειαζόταν. Έβγαλα την κιθάρα από την θήκη, κάθισα στα πόδια του κρεβατιού και η Ερατώ γύρισε σε ύπτια θέση βάζοντας τα χέρια κάτω από το κεφάλι της για να με βλέπει. Την ρώτησα:

-    «Τι θέλεις να παίξω;»

-    «Ξέρεις το Recuerdos de la Alhampra;»

-    «Ναι».

-    «Σ’ ακούω…»

-    «Θα με βαθμολογήσεις;»

-    «Όχι. Θα είσαι τέλειος, όπως σε όλα!»

Ξεκίνησα να παίζω. Το κομμάτι αυτό (Αναμνήσεις από την Αλάμπρα) του F. Tarrega, ήταν όντως πολύ μεθυστικό. Η Ερατώ πριν ακόμη τελειώσω, είχε κλείσει τα μάτια της. Την είχε πάρει ο ύπνος στο άκουσμα της μαγευτικής αυτής μελωδίας. Πήγα κοντά της και σκύβοντας πάνω από το κεφάλι της, ακούμπησα πολύ απαλά τα χείλια μου στα δικά της. Τράβηξα τα σκεπάσματα και έβαλα μέσα τα χέρια της για να μη παγώσει.

Γύρισα στον καναπέ και ξάπλωσα. Τώρα είχα γίνει χειρότερα. Είχε αναστατωθεί όλως ο ψυχικός μου κόσμος με αυτό που έγινε. Ήταν σαν την σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Προσπαθούσα να καταλάβω τι ήταν αυτό με την Ερατώ, που ενώ την ποθούσα τόσο, με έκανε να συμπεριφέρομαι τόσο διαφορετικά από τις συνήθειές μου, με τις άλλες γυναίκες. Δεν ήμουν βέβαια κανένας βάρβαρος, αλλά, ως μαθηματικός είχα γίνει λάτρης του ρεαλισμού.

Μέσα στις σκέψεις αυτές που με αναστάτωναν για πολλή ώρα, άκουσα ένα σιγανό θόρυβο από το κρεβάτι της Ερατούς. Νόμισα ότι είχε γυρίσει από την ύπτια θέση που την άφησα. Σε μερικά δευτερόλεπτα όμως διαπίστωσα ότι ακούω αθόρυβα και αργά βήματα να με πλησίαζαν. Η θέση που είχα στον καναπέ με εμπόδιζε να δω. Τα βήματα σταμάτησαν πάνω από την πλάτη του καναπέ και άκουσα την φωνή της Ερατούς να λέει πολύ σιγά:

-    «Κοιμήθηκες Κωνσταντίνε;»

Νόμισα ότι είχα παραισθήσεις από την μεγάλη υπερένταση. Πίστεψα ότι βλέπω και ακούω κάτι φανταστικό. Για μερικά δευτερόλεπτα πίστεψα ότι προέρχεται από την μεγάλη επιθυμία που είχα μέσα μου. Πετάχτηκα από την λαχτάρα και κάθισα στον καναπέ:

-    «Ερατώ εσύ είσαι;»

-    «Ναι, ρώτησα αν κοιμήθηκες…»

-    «Τι έπαθες γλυκιά μου και ξύπνησες;»

-    «Δεν κοιμήθηκα ακόμα Κωνσταντίνε…»

-    «Μα σε σκέπασα όταν…»

-    «Έκανα ότι κοιμόμουν… Εσύ γιατί δεν κοιμήθηκες;»

-    «Σκέφτομαι…»

-    «Θέλεις να μου πεις τι σκέφτεσαι;»

-     «Έλα, κάθισε».

Κάθισε δίπλα μου με αγκάλιασε και με φωνή που μόλις ακουγόταν μου είπε:

-    «Κωνσταντίνε, θέλω να σου ζητήσω συγνώμη που σε στεναχώρησα…»

Δεν την άφησα να συνεχίσει. Την αγκάλιασα και την έσφιξα δυνατά επάνω μου. Την χάιδεψα απαλά και της είπα:

-    «Δεν θέλω να μου το ξαναπείς αυτό. Μπορεί να στεναχωρήθηκα αλλά κατά βάθος…»

-    «Συγνώμη γλυκέ μου, δεν το ήθελα. Τώρα που με φίλησες, κατάλαβα πόσο…»

Έβαλα τα δυο μου χέρια γύρο από το πρόσωπό της και πίεσα απαλά τα μάγουλά της. Τα χείλη της ήταν μια τρέλα. Πλησίασα το πρόσωπό μου πολύ κοντά. Τα χείλη μας τώρα απείχαν ελάχιστα χιλιοστά και αισθανόταν την υφή των δικών της. Έκανα ένα:

-    «Σσσσσσσς… μη μιλάς. Ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ…»

-    «Κι εγώ σε λατρεύω γλυκέ μου!»

Οι λέξεις έβγαιναν από τις ανάσες μας και ίσα - ίσα που ακουγόταν. Συνεχίσαμε ψελλίζοντας.

-    «Κωνσταντίνε, θυμάσαι;»

-    «Τι γλυκιά μου;»

-    «Σε είχα φιλήσει κι εγώ στο στόμα εκείνο το βράδυ».

-    «Ναι».

-    «Σκουπίστηκες όμως μετά».

-    «Ναι».

-    «Θέλω να σε φιλήσω πάλι…»

-    «Φίλησέ με».

-    «Θα σκουπιστείς πάλι γλυκέ μου;»

-    «Ναι».

-    «Γιατί;»

-    «Γιατί σε ποθώ!»

-    «Κι εγώ σε ποθώ!»

Άνοιξε το στόμα της και ρούφηξε τα χείλια μου μέσα της. Η γλώσσα της έψαξε την δικιά μου και άρχισε ένα τρελό παιχνίδι. Σε λίγο τα φιλιά έγιναν δαγκωματιές που έδειχναν την τεράστια λαχτάρα που είχαμε και οι δυο. Άρχισα να την χαϊδεύω όλο της το σώμα. Τα υπέροχα σκληρά της στήθη γέμισαν τις παλάμες μου. Κατέβηκα και έβαλα το χέρι μου ανάμεσα στα μπούτια της. Η πιζάμα με δυσκόλευε και την τράβηξα.

Προχώρησα και έφτασα στο κιλοτάκι της. Μόλις άγγιξα το μουνάκι της έκλεισε τα πόδια της, σφίγγοντας δυνατά το χέρι μου. Έπαιξα με τα δάκτυλά μου γύρω - γύρω πάνω από το κιλοτάκι. Παραμέρισα την άκρη του εσώρουχου και τα δάκτυλά μου ήρθαν σε επαφή με το μουνάκι της που ήταν πλέον μούσκεμα. Έβαλα δυο δάκτυλα μέσα και προχώρησα πιέζοντας απαλά. Ένα βαθύ «Αχχχχχχχχ» βγήκε από τα σπλάχνα της. Της είπα:

-    «Θυμάσαι γλυκιά μου;»

-    «Τι αγόρι μου;»

-    «Και τότε ήσουν μούσκεμα».

-    «Ναι παλικάρι μου. Τώρα όμως δεν αντέχω έχω μεγάλη λαχτάρα να δω εκείνο το μικρό πραγματάκι που έπαιξα τότε, πόσο μεγάλωσε…!!!»

Η καύλα μας ήταν απερίγραπτη. Κατρακυλήσαμε από τον καναπέ πάνω στο χαλί, πετάξαμε γρήγορα τα ρούχα από πάνω μας και ξεκινήσαμε πάλι εκείνο το παλιό παιδικό χάιδεμα. Αυτή την φορά όμως το χέρι της Ερατούς γέμισε από έναν σκληρό και μεγάλο πούτσο, έτοιμο να αντικαταστήσει τα δάχτυλα που είχαν μπει βαθιά μέσα της.

Έπαιζε τον πούτσο μου αργά και πίεζε την πόσθη πολύ βαθιά. Η ανάσα της βάραινε. Ήθελα να ουρλιάξω και να χύσω. Η Ερατώ ήρθε από πάνω μου, γονάτισε ανάμεσα στα πόδια μου, παίζοντας συνέχεια με αργές και πολύ βαθιές κινήσεις τον πούτσο μου. Άρχισε να γλύφει την βάλανό μου. Την έβαζε λίγο στο στόμα της και την έγλειφε γύρω - γύρω με την γλώσσα της. Ο πούτσος ήταν έτοιμος να σπάσει από την καύλα.

Τον έβαλε όλο μέσα στο στόμα της, αρχίζοντας να παίζει γρήγορα με το χέρι της. Έφτασα στο νυν και αεί και ένα μουγκρητό βγήκε από μέσα μου. Την τράβηξα να έρθει σε στιλ 69 και έγλειψα με λαχτάρα το μουνάκι της, ρουφώντας όλα τα υγρά της. Εκείνη την στιγμή πετάχτηκε από μέσα μου η καυτή λάβα μου, πλημμυρίζοντας το στόμα της.

Λαχανιασμένοι και οι δυο αγκαλιαστήκαμε και συνεχίσαμε το παιχνίδι με τις γλώσσες μας. Κρατιόμασταν αγκαλιά τόσο δυνατά, που τα πλευρά μας πονούσαν από το σφίξιμο. Η ώρα περνούσε και δεν λέγαμε να κάνουμε τίποτα άλλο. Εκείνα τα φιλιά και τα χάδια δεν σταματούσαν, μέχρι που έχυσα για μια ακόμη φορά μέσα στο χέρι της.

Ήρθε από πάνω μου και έσκυψε το κεφάλι της. Τα πλούσια μαλλιά της σκέπασαν το πρόσωπό μου. Τα σκληρά στήθη της ακουμπούσαν απαλά το στήθος μου. Έβαλα τα χέρια μου και πιάνοντας απαλά τις ρώγες της, τις έβαλα ανάμεσα στα δάχτυλά μου και τις έπαιζα. Μάζεψε τα μαλλιά της. Με κοίταξε μέσα στα μάτια και είπε:

-    «Κατάλαβες παλικάρι μου τι είχε γίνει… τότε;»

-    «Πάρα πολύ καλά. Τώρα μάλιστα που αισθάνθηκα και την υπέροχη γεύση τους!!!»

Με φίλησε τρυφερά…

-    «Αισθάνομαι υπερήφανη που ήμουν η πρώτη που έπαιξα με ένα πουλάκι που έγινε τόσο τεράστιο!!!»

-    «Να μη αισθάνεσαι μόνο περήφανη, αλλά και υπεύθυνη».

-    «Γιατί παλικάρι μου;»

-    «Διότι από το τράβα - τράβα με την σκέψη σου, ήταν επόμενο να μεγαλώσει. Ίσως αν δεν γινόταν εκείνο, να μη τον τραβούσα τόσο πολύ και να ήταν ακόμα μικρός…!»

Έσκασε στα γέλια χωρίς να κατεβεί από πάνω μου, λέγοντας:

-    «Θα δοκιμάσω τώρα και τις άλλες ικανότητές σου. Να δούμε πόσο αντέχεις…»

-    «Θα χάσεις!!!»

-    «Γιατί;»

-    «Έχω κάνει πολύ προπόνηση. Με την δικιά μου έχω να κάνω σεξ μια βδομάδα για να σε χορτάσω».

-    «Πώς ήσουν βέβαιος γι’ αυτό;»

-    «Δεν μπορώ να πω ότι ήμουν βέβαιος, αλλά από τον μεγάλο πόθο το ήλπιζα τρομερά!!»

-    «Χμμμμμ… Εγώ δεν μπορώ να πω το ίδιο. Την τελευταία φορά βέβαια που μου τηλεφώνησες για το πρόγραμμα, κάτι πέρασε φευγαλέα από το μυαλό μου. Δεν ήταν όμως εύκολο να το πιστέψω. Από την ώρα όμως που είδα την φωτογραφία, μετά το dvd και την όλη συμπεριφορά σου… Αισθάνθηκα γλυκέ μου τι ήθελες. Είμαι όμως μεγαλύτερη και έπρεπε να συγκρατηθώ. Σκεφτόμουν μήπως ήταν μια απλή σου παιδική επιθυμία, που με λίγη ψυχραιμία θα το ξεπερνούσαμε».

-    «Είναι μέθοδος της ψυχιατρικής;»

-    «Εεε! Πες το και έτσι…»

-    «Εγώ όμως σε ποθούσα όλα αυτά τα χρόνια!!!»

-    «Το κατάλαβα με την συμπεριφορά σου που με σαγήνευσε».

-    «Θα σε ρωτήσω όμως κι εγώ κάτι...»

-    «Ρώτα».

-    «Το ζάλισμα όταν τελείωσε το βαλς τι ήταν;»

-    «Γιατί δεν το κατάλαβες;»

-    «Τώρα εγώ ρωτάω».

-    «Εκεί άλλαξαν όλα μέσα μου αγόρι μου…»

-    «Το κατάλαβα από το τρυφερό σου χάδι στην πλάτη μου».

-    «Η χαριστική βολή ήταν η τελευταία με την κιθάρα. Σε ήθελα πολύ εκείνη την ώρα…»

-    «Ναι όμως, έκανες ότι κοιμόσουν!!!»

-    «Πραγματικά σου λέω, μου ήταν πάρα πολύ δύσκολο εκείνη την στιγμή να σου πω οτιδήποτε. Ήθελα να φύγεις και να μη σε βλέπω για να ξεκαθαρίσω την σκέψη μου».

-    «Και το αποτέλεσμα;»

-    «Το έχεις ζωντανό στην αγκαλιά σου».

-    «Άσε αυτά… Τώρα μιλάμε και θέλω να μου το πεις».

-    «Ξεκαθάρισα αγόρι μου στην σκέψη μου. Κατάλαβα ότι έχω κοντά ένα υπέροχο άνδρα, που του αξίζουν τα πάντα. Ο σκόπελος του εξαδέλφου, υπήρχε στην σκέψη μου. Ήταν όμως πάρα πολύ μικρός για να με σταματήσει».

-    «Δηλαδή είμαι μεγάλος μαέστρος!!!»

-    «Χαχαχα! Ναι γλυκέ μου, είσαι υπέροχος και πολύ δυνατός!!!»

-    «Ξέρεις κάτι γλυκιά μου;»

-    «Τι;»

-    «Στις σχέσεις μου με τις άλλες γυναίκες δεν είμαι έτσι..!»

-    «Χμμμμ… Αν και είσαι μεγάλος ψεύταρος, αυτό το πιστεύω».

-    «Το μεσημέρι είπες ότι σου αρέσει η πραγματικότητα στο σεξ…»

-    «Ναι, το είπα. Γιατί;»
- «Διαπιστώνω άλλο… όμως!»

Είδα την Ερατώ να συνοφρυώνεται και συνέχισα:

-    «Έλα, μην κάνεις έτσι!»

-    «Έκανα κάτι που δεν σου άρεσε;»

-    «Ναι».

Με την ίδια έκφραση:

-    «Τι έκανα;»

-    «Κάτι είπες πριν και πας με την συζήτηση το αποφύγεις…»

-    «Τι;»

-    «Ότι θα δοκιμάσεις τις αντοχές μου!!!»

Τα μάτια της Ερατούς πέταξαν σπίθες για το πάθημά της. Έβγαλε μια στριγκλιά σαν λαβωμένο θηρίο και έμπηξε τα νύχια της μέσα μου. Παρά το γεγονός ότι πονούσα με έπιασαν ακράτητα γέλια. Σαν πραγματικό θηρίο η Ερατώ άρχισε να με δαγκώνει όπου έβρισκε στριγκλίζοντας:

-    «Θα σε καταξεσκίσω μικρούλη. Δεν με έμαθες καλά μου φαίνεται! Σταμάτα να γελάς γιατί σε λίγο θα κλαις. Κατάλαβες;»

Το παιχνίδι αυτό συνεχίστηκε αρκετά. Κυλιόμασταν σε όλο το πάτωμα, και τα κορμιά μας είχαν γεμίσει μελανιές. Από την μεγάλη ένταση λαχανιάσαμε και οι δυο. Σταματήσαμε και ήρθε πάλι από πάνω μου. Με κοίταξε στα μάτια και με την ήρεμη γλυκιά φωνή της είπε:

-    «Αντέχεις κι άλλο μικρούλη μου;»

-    «Ακόμα δεν αρχίσαμε…»

-    «Σιγά ρε!»

-    «Τώρα είναι η σειρά μου. Θα σε κάνω να πεις αμάν σταμάτα, δεν αντέχω άλλο...»

-    «Για να σε δω… και άσε τα μεγάλα λόγια».

Όπως καθόταν επάνω μου, έβαλε το χέρι της πίσω και έπιασε τον πούτσο μου λέγοντας:

-    «Τελικά καλά είπα!»

-    «Τι;»

-    «Ότι είσαι ένας μεγάλος ψεύταρος!»

-    «Γιατί;»

-    «Έχει μαλακώσει…», είπε παραπονιάρικα.

-    «Εεεεεε… έχεις τόση ώρα να τον παίξεις!»

-    «Αυτό είναι εύκολο! Για να δούμε…»

Άρχισε πάλι να τον παίζει πολύ σιγά και ρυθμικά. Δεν ήθελε πολύ να πάρει πάλι την φόρμα του. Όπως ήταν ξαπλωμένη επάνω μου, ανασήκωσε το σώμα της, ακούμπησε τον πούτσο μου στο μουνάκι της και έτριψε την βάλανό μου πάνω στην κλειτορίδα της πολλές φορές. Τράβηξε το χέρι της και κάθισε με δύναμη όσο πιο βαθιά μπορούσε, τεντώνοντας προς τα πίσω το σώμα της. Ανασήκωσα δυνατά την λεκάνη μου και μπήκα τόσο βαθιά μέσα της, που χτύπησαν τα κόκαλά μας. Μείναμε έτσι πιέζοντας συνέχεια για αρκετά λεπτά. Δεν κουνιόταν κανείς, απλά πιέζαμε. Σε μια στιγμή μου είπε με λαχτάρα:

-    «Κωνσταντίνε, πονάω πολύ αγόρι μου…»

-    «Με πιέζεις πολύ, γι’ αυτό».

-    «Εσύ με πιέζεις παλικάρι μου!»

-    «Τότε να βγω από μέσα σου».

-    «Όχι γλυκέ μου, πίεσε κι άλλο. Μπες πιο βαθιά μέσα μου…»

Αυτή την φορά και οι δυο κάναμε λίγο αντίθετα και με μια απότομη κίνηση πιέσαμε τόσο δυνατά, που τα κόκαλα από τις λεκάνες μας κόντεψαν να σπάσουν. Αμέσως η Ερατώ έπεσε ανάμεσα στο πρόσωπό, ρούφηξε με λύσσα τα χείλια μου τραβώντας δυνατά τα μαλλιά μου και είπε:

-    «Έλα γλυκέ μου, έλα να χύσουμε ακόμη μια φορά. Χύσε μέσα μου αγόρι μου!!!»

Αρχίσαμε γρήγορες κινήσεις και μετά από λίγο χύσαμε μαζί τσιρίζοντας, βογκώντας και μουγκρίζοντας από την τεράστια ηδονή!!! Η Ερατώ έπεσε πάνω μου και μείναμε έτσι αγκαλιασμένοι για ώρα, χαϊδεύοντας ο ένας τον άλλον. Σηκώθηκα τράβηξα από τον καναπέ τα σκεπάσματα και τα έριξα πάνω μας. Την αγκάλιασα και της είπα να κλείσουμε λίγο τα μάτια μας και μου είπε:

-    «Είσαι ένα όνειρο! Έκανα πράγματα που δεν περνούσαν ποτέ από το μυαλό μου…!»

-    «Αν πω κι εγώ το ίδιο, θα μου πεις ότι είμαι μεγάλος ψεύτης. Θα πω όμως ότι, ζούσαμε την δικιά μας πραγματικότητα!»

-    «Ναι αγαπημένε μου. Πάμε τώρα να κάνουμε ένα μπάνιο;»

-    «Καλά ήμαστε έτσι. Κλείσε τα μάτια σου…»

-    «Παλικάρι μου… Κολλάμε ολόκληροι!»

-    «Δεν πειράζει, καλά ήμαστε…»

-    «Μα εσύ δεν ήσουν βρωμιάρης!»

-    «Χμμμμ…. Πολύ παλιά πήγες… Θα εννοείς τότε που σκουπίστηκα όταν με φίλησες…»

-    «Χα χα χα! Ναι!»

-    «Τότε ήμουν μικρός. Ξέρεις όμως, το μετάνιωσα πικρά αργότερα όταν σε σκεφτόμουν…»

-    «Ναι γλυκούλη μου, το κατάλαβα απόψε. Έλα πάμε στο μπάνιο!»

-    «Μαζί θα κάνουμε;»

-    «Γιατί, δεν θέλεις;»

-    «Δεν εννοώ αυτό…»

-    «Αλλά τι;»

-    «Φοβάμαι ότι θα σε βιάσω εκεί μέσα!»

-    «Περισσότερο από ότι με βίασες;»

-    «Να σου πω. Δεν μου διέφυγε της προσοχής το κωλαράκι σου που μοιάζει σαν ροδάκινο! Σκέφτομαι εκεί μέσα να το απολαύσω…»

-    «Τα ροδάκινα είναι για να τα δαγκάνουμε με το στόμα… κατάλαβες πονηρούλη μου; Έλα σήκω, θα σου κάτι. Πρώτα όμως να βάλω κάτι στο στόμα μου γιατί με ξελίγωσες. Παραλίγο να τρυπήσεις το στομάχι μου!»

-    «Εσύ ήσουν από πάνω. Ας πρόσεχες!»

-    «Έλα, σήκω!»

-    «Πάμε, κι εγώ θέλω ένα χυμό».

Σηκωθήκαμε και πήγαμε στην κουζίνα. Η Ερατώ ετοίμασε ένα τοστ. Έβαλε δυο χυμούς και μοιραστήκαμε το τοστ. Τρώγοντας, η Ερατώ άρχισε να μου λέει μια ιστορία της που με αναστάτωσε. Είπε:

-    «Μόλις πήγα στην Αγγλία γνωρίστηκα με ένα Έλληνα φοιτητή τριτοετή της ιατρικής. Ήταν ο πρώτος άνδρας που του δόθηκα σαν κοπέλα. Μια μέρα που κάναμε σεξ θέλησε να με πάρει από πίσω, κάτι που δεν ήθελα. Κάθε φορά γινόταν πιο πιεστικός, αλλά δεν τον άφηνα. Ήταν από πολύ πλούσια οικογένεια και ήταν ο μόνος που νοίκιαζε έξω από τις Halls of residence. Κάθε Σαββατοκύριακο έμενα σπίτι του. Ένα βράδυ αγόρασε κάτι δυνατά ηρεμιστικά χάπια. Χωρίς να το καταλάβω τα έλιωσε μέσα στο φαγητό μου. Τρώγοντας έχασα την επαφή με το περιβάλλον, ζώντας μέσα σε μια περίεργη κατάσταση. Μέσα σε μια παραζάλη. Το πρωί που συνήλθα, ένιωθα απαίσια. Δεν άργησα να καταλάβω τι είχε κάνει. Έφυγα κλαίγοντας από την στεναχώρια μου. Από τότε αυτό είναι κάτι που απεχθάνομαι τρομερά…»

Άκουσα την ιστορία της και δεν ήξερα τι να πω. Είχα φουντώσει τόσο από τον θυμό μου, που ήθελα εκείνη την στιγμή να έχω κοντά μου εκείνο τον μαλάκα, και να τον σκίσω στα δυο σαν παστή σαρδέλα. Δεν ήταν η πράξη, την οποία σχεδόν όλους μας αρέσει να κάνουμε, αλλά, ο άνανδρος και απαίσιος τρόπος που ενήργησε στην κοπέλα του. Την αγκάλιασα και πήγαμε στο μπάνιο. Παίξαμε και χαϊδέψαμε τα σώματά μας για αρκετή ώρα. Έβαζε άφθονο σαμπουάν στους μώλωπες και με χάιδευε τρυφερά λέγοντας:

-    «Γλυκέ μου σε γέμισα σημάδια. Τι θα πεις στην κοπέλα σου;»

-    «Μακάρι να μείνουν μέχρι τότε…»

-    «Γιατί βρε; Θα της κάνεις φιγούρες; Αφού ξέρει ότι είμαστε μαζί!»

-    «Για μένα είναι απλά γκόμενα. Το πολύ - πολύ να τα χαλάσουμε. Δεν τρέχει και τίποτα. Εσένα σκέφτομαι…»

-    «Παλικάρι μου μη ξεχνάς ότι είμαστε δέκα χρόνια παντρεμένοι. Δεν υπάρχουν τέτοιες εντάσεις. Μη το σκέφτεσαι καθόλου».

Συνεχίσαμε για λίγο το παιχνίδι μας. Παρά το γεγονός ότι ο πούτσος μου έγινε τεράστιος μέσα στα χέρια της, με το άφθονο σαμπουάν που είχε βάλει και με χάιδευε, δεν ήθελα να χύσω. Την έβλεπα ότι ήταν πολύ ήρεμη σαν μαγεμένη από το παιχνίδι και προσπάθησα να συγκρατηθώ, για να μη της χαλάσω αυτή την ηρεμία.  Όταν ξαπλώσαμε, η ώρα είχε πάει 8:10 πρωί. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά και μας πήρε ο ύπνος. Όταν άνοιξα τα μάτια και κοίταξα το ρολόι μου έδειχνε 4:30. Δεν κατάλαβα αμέσως ότι ήταν απόγευμα! Δεν είχαμε κουνηθεί ούτε ένα εκατοστό από την θέση που μας πήρε ο ύπνος. Χάιδεψα τα μαλλιά της και της έδωσα ένα απαλό φιλί στα χείλη. Έκανε ένα μμμμ... και είπε:

-    «Νυστάζω. Άσε με να κοιμηθώ λίγο ακόμα γλυκέ μου…»

Σηκώθηκα σιγά και χωρίς φασαρία πήγα και ετοίμασα ένα καφέ. Κάθισα στα πόδια του κρεβατιού για να είμαι κοντά της να την θαυμάζω. Δεν ξέρω αν ήταν εκείνη η παιδική ανάμνηση που με παρέσυρε τόσο. Μπορώ όμως να ομολογήσω ότι μια τέτοια γυναίκα ήταν να την έχεις σαν ένα μπιμπελό μέσα στο σπίτι σου και την θαυμάζεις. Έβλεπα τα καταπληκτικά χαρακτηριστικά του προσώπου της με τα υπέροχα χείλη της, τα μακριά μαλλιά της και τα μεγάλα μάτια και αισθανόμουν τυχερός που κατάφερα να ικανοποιήσω τον μεγάλο μου πόθο, με τόση ένταση αλλά και τόση τρυφερότητα. Κάποια στιγμή η Ερατώ άνοιξε λίγο τα μάτια της και με είδε που καθόμουν και την κοιτούσα. Χαμογέλασε, τέντωσε τα χέρια της και μου είπε:

-    «Έλα κοντά μου παλικάρι μου…»

Πέταξα τα ρούχα μου και χώθηκα δίπλα της. Αυτή την φορά αφού παίξαμε για αρκετή ώρα το γνωστό μας παιδικό παιχνίδι, ήμασταν πιο ήρεμοι. Η ηρεμία αυτή μας έδωσε το δικαίωμα να απολαύσαμε για πολλή ώρα, με πολύ αργές κινήσεις το φυσιολογικό στιλ. Αργότερα τηλεφώνησα στο φροντιστήριο και παρακάλεσα θερμά τον Διευθυντή, να με απαλλάξει από την απογευματινή ώρα μαθήματος που είχα. Ειδοποίησα και δυο παιδιά που είχα ιδιαίτερα. Έτσι το διήμερο το αφιέρωσα αποκλειστικά στην Ερατώ.

Την Πέμπτη το απόγευμα φύγαμε για την πόλη μας. Το τετραήμερο των Χριστουγέννων που είχαμε στην διάθεσή μας, δεν χωρίσαμε ούτε ένα λεπτό. Παρά το γεγονός ότι οι δικοί μας ήταν σαν στενοί κορσέδες, βρίσκαμε την ευκαιρία και την δικαιολογία για να ξεκολλάμε!  Ήρθε η μέρα της επιστροφής και έπρεπε να πάω την Ερατώ στο αεροδρόμιο προκειμένου να πετάξει για την Αγγλία. Θέλησαν να έρθουν μαζί μας και η θεία μου με την μητέρα μου. Ήταν όμως άγρια ξημερώματα και δεν είχα καμιά όρεξη να ακούω μουρμουρητά και μοιρολόγια στο δρόμο. Έπρεπε νε βρω αμέσως μια καλή δικαιολογία. Έτσι είπα:

-    «’Έλα χαιρετηθείτε εδώ. Εγώ θα μείνω στην Θεσσαλονίκη. Το απόγευμα έχω μάθημα στο φροντιστήριο».

Είδα στα μάτια την Ερατώ και διαπίστωσα μια απέραντη ανακούφιση. Δεν ήταν δυνατό να επιθυμούσε κάτι άλλο! Μόλις βγήκαμε από την πόλη η Ερατώ με αγκάλιασε και με φίλησε γρήγορα λέγοντας:

-    «Μην παρασύρεσαι, αυτό είναι για τον καλό δρόμο. Θα είμαι πολύ φρόνιμη στην διαδρομή».

-    «Κι εγώ νόμισα είναι γι’ αυτό που είπα στις μανάδες μας».

-    «Σιγά ρε ψεύταρε. Νομίζεις δεν το κατάλαβα;»

-    «Ήταν σφάλμα που το σκέφτηκα έτσι;»

-    «Κωνσταντίνε, σταμάτα λίγο…»

-    «Τι έγινε τώρα;»


- «Σταμάτα λίγο παιδάκι μου κάπου!»

Ξαφνιάστηκα. Πίστεψα έτσι που το είπε ότι ήθελε να κατουρήσει. Σταμάτησα δεξιά σε μια συστάδα από πικροδάφνες, λέγοντας:

-    «Τι έπαθες; Ακόμα δεν ξεκινήσαμε…;»

-    «Με ρώτησες αν έκανες σφάλμα που είπες ψέματα…»

-    «Ναι. Και έπρεπε να σταματήσω για να μου πεις;»

Με τράβηξε δυνατά επάνω της και ρούφηξε τα χείλη μου λέγοντας:

-    «Ναι παλικάρι μου. Θέλω να στο δείξω και όχι να στο πω. Θέλω να σε θυμάμαι έτσι όπως σε ένιωσα όλες αυτές τις μέρες…»

-    «Κι εγώ γι’ αυτό το έκανα. Έτσι θέλω να σε θυμάμαι γλυκιά μου…»

Μετακινήθηκα στην θέση της και απολαύσαμε για τελευταία φορά ο ένας τον άλλον. Ομολογώ η στιγμή του αποχαιρετισμού, ήταν πολύ δύσκολη. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά και αφού φιληθήκαμε πολύ τρυφερά, είπαμε ταυτόχρονα, λες και έλεγε ένα στόμα, την ίδια επιθυμία:

Ερατώ: «Θέλω να με σκέφτεσαι…»

Εγώ: «Να με σκέφτεσαι…»

Από τα μάτια της Ερατούς έτρεξαν αρκετά δάκρυα. Εγώ πίστεψα ότι έπρεπε να κάνω τον άνδρα. Σφίχτηκα ξεφυσώντας μερικές φορές και σκούπισα με τα χείλη μου τα μάγουλά της. Η Ερατώ χάθηκε μέσα στους επιβάτες μετά το τελευταίο Check in.

Ήταν αδύνατο να μη μου ξεφύγει ένα πελώριο: «Αχχχχχ!», μόλις την έχασα από τα μάτια μου, από τα οποία κύλισαν μερικά δάκρυα. Όμως δεν χαθήκαμε…

<p>(Copyright protected OW ref: 7253 "Erotic stories archive")</p>