Γαμήσια με το σόι του (2ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Στο χωριό, η Γιάννα η αδερφή του Βαγγέλη, ήταν στον στάβλο και έβαζε σανό στο άλογο. Η Γιάννα ήταν μια ξανθιά τριαντάρα με σχετικά μικρό στήθος αλλά τεράστια πεταχτή κωλάρα που θα κόλαζε ακόμα και πατριάρχη. Σκύβοντας να τακτοποιήσει το σανό η Γιάννα πρόσεξε ότι το πέος του αλόγου είχε σηκωθεί και συσπώταν, προφανώς από καύλα. Το ξανθό νυμφίδιο δεν δίστασε στιγμή. Με τα δυο της χέρια έπιασε την καυλωμένη ψωλή και άρχισε να την παίζει αργά... Την ίδια στιγμή ο πατέρας της, ο Κώστας, την έπαιρνε μάτι από μια χαραμάδα.

Ο Κώστας ήταν ένας εξηνταπεντάρης καλοφτιαγμένος άντρας με ορέξεις έφηβου και ένα καυλί που αν και δεν ήταν πάνω από 20 πόντους μακρύ, είχε ένα απίστευτα μεγάλο πουτσοκέφαλο που το έκανε να μοιάζει σαν σφυρί. Ο Κώστας και η Γιάννα γαμιόντουσαν αρκετά χρόνια τώρα, μετά από ένα βράδυ που ο γαμιάς πατέρας είχε πιάσει την κορούλα του να μαλακίζεται στο δωμάτιο της. Η Γιάννα ήταν τότε δεκαοκτώ χρονών αλλά το μουνί της ήταν γεμάτο καύλα από τότε. Ωστόσο δεν άφησε ποτέ τον Κώστα να την γαμήσει από μπροστά. Πατέρας και κόρη γαμιόντουσαν μόνο από τον κώλο...

Η Γιάννα είχε πέσει τώρα στα τέσσερα και ρούφαγε με μανία τα τεράστια κρεμαστά αρχίδια του μαύρου επιβήτορα συνεχίζοντας να παίζει την κτηνώδη ψωλή με τα χέρια της. Το άλογο άρχισε να χλιμιντρίζει και να χτυπά τα πέταλα του στο πάτωμα του στάβλου. Ο Κώστας τότε άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα.

-    «Δεν νομίζεις ότι αυτό το καυλί θα ταιριάζει καλύτερα στην τρυπούλα σου;», έκανε σφίγγοντας το πρησμένο στειλιάρι του με το χέρι του.

-    «Δεν γίνεται να αφήσω τον βουκεφάλα έτσι τώρα μπαμπά! Θα πάθει ζημιά και δεν θα μπορεί να ξαναπάει με φοράδα αν δεν αδειάσει τα αρχίδια του...»

-    «Και τα δικά μου αρχίδια τι θα γίνουν;», έκανε με λαγνεία ο Κώστας.

Αντί για απάντηση η Γιάννα τούρλωσε την τροφαντή της κωλάρα προς τα πίσω και άνοιξε περισσότερο τα μπούτια της. Χωρίς καθυστέρηση ο Κώστας πήρε θέση πίσω της και με μια κίνηση έχωσε τον σφυροκέφαλο πούτσο του στην κωλοτρυπίδα της. Το σύμπλεγμα ήταν απίστευτο! Η Γιάννα είχε το χοντρό πουτσοκέφαλο του αλόγου βαθιά στο στόμα της ενώ η χοντρή πούτσα του πατέρα της έσκιζε βίαια τον αχόρταγο κώλο της. Από τα μουγκρητά τους ήταν φανερό ότι ο οργασμός ήταν για όλους πολύ κοντά...

Με ένα δυνατό χλιμίντρισμα το άλογο σηκώθηκε στα πίσω του πόδια και άρχισε να τινάζει τεράστιες ποσότητες από σπέρμα στο πρόσωπο της ξανθιάς αφεντικίνας του. Σχεδόν ταυτόχρονα ο Κώστας με μια κραυγή ανείπωτης ηδονής άρχισε να γεμίζει τα άντερα της κόρης του με τα δικά του ζεστά ψωλοχύματα. Με δυο πούτσους να χύνουν ατέλειωτα στο στόμα και την κωλάρα της η Γιάννα δεν άντεξε και άρχισε να χύνει κι αυτή.

-    «Αααααααααααχχ... Ναι μπαμπάκα μου! Ωωωωωχ... Σε χύνωωωωωωω! Σου χύνω τα αρχίδια σου! Αααααααααα!!!», στρίγγλισε με πάθος η ανώμαλη κόρη καρφώνοντας τον κώλο της πάνω στην πατρική πούτσα μέχρι τη ρίζα.

Πατέρας και κόρη ήταν τώρα ξαπλωμένοι αγκαλιά στο πάτωμα του στάβλου απολαμβάνοντας την μετα-οργασμική ηρεμία τους, ενώ το άλογο πίσω τους είχε ξεκινήσει να τρώει το σανό του.

-    «Μου στράγγιξες τα αρχίδια πάλι πουτανάκι…», έκανε γλυκά ο Κώστας χαϊδεύοντας με στοργή τα ξανθά μαλλιά της κόρης του.

-    «Μα οι μπάλες σου δεν αδειάζουν ποτέ μπαμπακούλη...», έκανε η Γιάννα και φίλησε στο στόμα γεμάτη πάθος τον πατέρα της.

......................

Εντωμεταξύ στο σπίτι του Βαγγέλη στην Αθήνα η γυναίκα του έπινε καφέ με την φίλη της την Έλενα. Η Έλενα ήταν μια καλογυμνασμένη και μαυρισμένη σγουρομάλλα με τεράστια στητά βυζιά και ζουμερό κώλο. Ήταν χρόνια φίλες με τη Ρένα και δεν είχαν μυστικά.

-    Καλά του έκανες του μαλάκα μωρέ...», έκανε η Έλενα κοιτώντας την φίλη της που έκλαιγε με λυγμούς στην πολυθρόνα.

-    «Τι καλά έκανα μωρέ; Πού θα βρω τώρα άλλη τέτοια πούτσα σαν του άντρα μου, μου λες;», απάντησε η Ρένα με αναφιλητά.

-    «Εσύ να ‘σαι καλά μωρό μου και από ψωλές να φάνε και οι κότες!», είπε η μελαχρινή καυλιάρα.

Η Ρένα έκανε με το χέρι της να πιάσει το τηλέφωνο…

-    «Τι κάνεις εκεί; Δεν φτάνει που σε άφηνε αγάμητη νέα γυναίκα... Θες να ζητήσεις και συγγνώμη τώρα;»

-    «Τι θες να κάνω; Το ξέρεις ότι το μόνο καυλί που με κάνει να χύνω είναι το παλαμάρι του Βαγγέλη…»

-    «Κάτσε ρε παιδί μου... Έτσι εύκολα καταθέτεις τα όπλα; Γιατί να μην δοκιμάσεις και κάτι άλλο στη ζωή σου;», έκανε με νόημα η Έλενα.

-    «Σαν τι δηλαδή;», είπε απορημένα η ξανθιά σεξομανής.

-    «Να… θα πάρω τον φίλο μου τον Μπάμπη τηλέφωνο να έρθει να μας πετάξει έναν πούτσο. Την έχει 20 πόντους και πολύ χοντρή... Σίγουρα θα σου αρέσει!»

Το μουνί της Ρένας ακόμα γεμάτο από τα χύσια των αράπηδων που την γαμούσαν το πρωί, συσπάστηκε στο άκουσμα του ονόματος.

-    «Ο Μπάμπης... Αυτός ο ξανθός μπρατσαράς που είχαμε γνωρίσει στο Privilege;»

-    «Ναι μανάρι μου, αυτός. Θα τρελαθείς με το γαμήσι που κάνει! Θες να τον πάρω να έρθει από εδώ;» ρώτησε πονηρά η Έλενα.

-    «Δε γαμιέται... Όπως έγιναν τα πράγματα δεν έχω να χάσω και τίποτα...», έκανε η Ρένα και σηκώθηκε να κάνει ένα μπάνιο.

Στο πατρικό του ο Βαγγέλης είχε ξαπλώσει στον ξενώνα αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Βλαστημώντας σηκώθηκε να βάλει ένα ποτό μήπως ηρεμήσει. Φορούσε ένα άσπρο λινό σαλβάρι και το κτηνώδες παλούκι του φαινόταν καθαρά από κάτω. Περνώντας έξω από το δωμάτιο τις μητέρας του άκουσε πνιχτά βογκητά. Φοβούμενος ότι κάτι έπαθε η μάνα του μισάνοιξε την πόρτα για να τσεκάρει. Αυτό που είδε τον σόκαρε αλλά και τον καύλωσε αφάνταστα.

Η Λέλα φορούσε ψηλοτάκουνες μαύρες γόβες και διχτυωτές κάλτσες με ραφή πίσω. Ήταν πεσμένη στα τέσσερα στο κρεβάτι και είχε καβαλήσει έναν μακρύ και χοντρό δονητή που στηριζόταν πάνω σε μια ειδική βάση. Γεμάτη καύλα η ηλιοκαμένη πενηντάρα κάρφωνε με μανία την ορθάνοιχτη μουνάρα της πάνω στο πλαστικό ματσούκι βάζοντας την ίδια στιγμή δυο δάχτυλα στην κωλοτρυπίδα της.

-    «Μμμμμμ... Ααααααχχχχ... Ναι... Ναι γιόκα μου... Ωωωωωχχχ... Πήδα τη μανούλα! Μμμμμμ... Έτσιιιιι! Χώσε την ψωλάρα σου στη μήτρα που σε γέννησε... Αααααααχχχ...», μούγκρισε με πόθο η Λέλα.

Ακούγοντας αυτά τα λόγια, και βλέποντας τον κώλο της μητέρας του να χορεύει πάνω στο χοντρό δονητή, το γιγάντιο πέος του Βαγγέλη σηκώθηκε ορμητικά σκίζοντας το λινό ύφασμα με έναν ανατριχιαστικό ήχο. Ξαφνιασμένη η Λέλα γύρισε το κεφάλι της και με δέος είδε τη σάρκινη κολόνα του κανακάρη της να συσπάται και να τινάζεται στον αέρα εκσφενδονίζοντας μεγάλα κομμάτια σπέρματος προς το μέρος της χωρίς ο γιος της καν να την αγγίζει!

-    «Ωωωωωωωωχχχχχχχ! Γαμότοοοοοοο! Χύνωωωωωωωωω... Ααααααααχχχχχ! Συγγνώμη μαμάαααααα! Αααααααχχχ!», ούρλιαξε ο Βαγγέλης συνεχίζοντας να πετάει τα φλόκια του προς όλες τις κατευθύνσεις.

Η Λέλα με την πλαστική ψωλή ακόμα χωμένη στο μουνί της γύρισε ανάσκελα στο κρεβάτι. Γεμάτη ανώμαλο πόθο παρακολουθούσε το απόκοσμο θέαμα όταν ξαφνικά μερικά πηχτά κομμάτια από το σπέρμα του γιου τις προσγειώθηκαν στο πρόσωπο και τα στήθη της. Η γεύση του ψωλοχύματος του παιδιού της στη γλώσσα της ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Η ανώμαλη μητέρα άρχισε και αυτή να ουρλιάζει από ηδονή ξεσπώντας στον πιο δυνατό οργασμό τις ζωής της.

-    «Αααααααααχχχ! Ναι γιόκα μου! Ναι! Ωωωωχχχχχχ! Κι εγώωωωωωω! Κι εγώ χύνωωωωωωω... Ωωωωωωχχχχχχχ!», φώναξε η Λέλα λιποθυμώντας στο στρώμα από τη δύναμη της καύλας.