Καλώς ήρθες στο όνειρο

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Φαντασιώσεις τρελές, εμπειρίες ακόμη πιο πολλές και πιο τρελές. Όμως ποτέ δεν είχα κάνει την τρέλα με συγγενή (εκτός από μάτι) και πάντα ήταν απωθημένο. Νοέμβριος 2009, μετά από μια απίστευτη συνάντηση μέσω διαδικτύου, έρχεται η ώρα να συναντήσω μια χαμένη (στη Γερμανία) ανιψιά.

Χαμένη γιατί δεν ήξερα ότι υπάρχει από την οικογένεια κάποιος στη Γερμανία. Ποτέ δεν είχα μάθει γι’ αυτήν, ούτε και για τους γονείς της, παρότι υπήρχε σχέση πολύ παλιά και στενή. Η σχέση μας μέσω διαδικτύου είχε αρχίσει να γίνεται ήδη ζεστή, όμορφη και τρυφερή, μιας και ήδη παντρεμένη με τρία παιδιά μεγάλα (τριάντα οκτώ ετών αυτή, σαράντα εγώ), όμως έτοιμη για χωρισμό ήδη πολύ πριν γνωριστούμε. Μικροπαντρεμένη από τα δεκαπέντε για να φύγει από την αυστηρή οικογένεια. Κλασσικό ελληνικό παράδειγμα κι αυτή.

Τέλος Νοέμβρη λοιπόν δίνουμε ραντεβού να γνωριστούμε κι από κοντά. Ερχόμενη από την ξενιτιά, πρώτη στάση στην Αθήνα και μετά μαζί στο υπόλοιπο σόι το δικό της.. άλλα τέσσερα αδέλφια. Για κακή ή καλή μου τύχη δεν μπορώ να παραβρεθώ στην άφιξη της ούτε και στην Αθήνα γενικότερα (κάτοικος επαρχιακής πόλις γαρ, ελεύθερος επαγγελματίας και όλα τα συναφή) και αποφασίζει να ταξιδέψει μόνη της να συναντήσει τα αδέλφια της και να πάω κι εγώ μετά από δυο  τρεις μέρες εκεί, λίγο πιο μακριά από την δική μου πόλη, απλά χρειάζεται και το πλοίο να ανοίξει πανιά.

Μην μπορώντας η ανιψιά να περιμένει την ημέρα που καθόρισα ότι θα πήγαινα να τους γνωρίσω όλους μαζί, αποφάσισε να έρθει αυτή πρώτη στο νησί, οπότε Παρασκευή πρωί σκάει μύτη με το πρώτο πλοίο κι εγώ σαν καλός θείος να περιμένω να δω την ανιψιά και να την σφίξω στη ζεστή μου αγκαλιά. Τελικά παραήταν σφιχτή και αφού κάναμε στην άκρη τα τυπικά των καλωσορισμάτων, βουρ στο αμάξι μου και σπίτι. Εργένης εκ πεποιθήσεως ο θείος, άνετη και χαλαρή η ανιψιά, βολεύτηκε μια χαρά στο σπίτι. Είπαμε κάποια πράγματα για να βγάλουμε μια άκρη με τη συγγένεια, αλλά θα πήγαινα και λιγάκι στη δουλειά.

-    «Ανιψούλα χαλάρωσε. Κάνε μπανάκι, ξεκουράσου και θα τα πούμε λίγο αργότερα. Πρέπει να πάω στη δουλειά για λίγο…»

-    «Ok θείε, μην έχεις πρόβλημα».

Φεύγω, κάνω τις δουλειές μου και επιστρέφω μετά από αρκετή ώρα σπίτι, βρίσκοντας την ανιψιά στον καναπέ να χαζεύει τηλεόραση χαλαρή με το μπουρνούζι που της είχα δώσει για το μπάνιο. Μπαίνω κάνω κι εγώ ένα ντουζάκι κι επιστρέφω στον καναπέ χαλαρός. Η μια κουβέντα με την άλλη δημιούργησε ένα ακόμη πιο ζεστό κλίμα μεταξύ μας, ειδικά με το θέμα του χωρισμού της.

-    «Θείε θέλω να μου κάνεις μια αγκαλίτσα. Το έχω πολύ ανάγκη…»

-    «Έλα στην αγκαλιά μου κορίτσι μου και χαλάρωσε…»

Άρχισα να της χαϊδεύω το πρόσωπο κι αυτή έκλεισε τα μάτια να το απολαύσει.. Της έκανα λίγο μασάζ στον λαιμό και πίσω από τα αφτιά και ξανά με τις άκρες των δαχτύλων μου στο πρόσωπο. Η ανάσα της άρχισε να βαραίνει και το μπουρνούζι είχε ανοίξει επικίνδυνα με αποτέλεσμα να αποκαλύπτονται δυο υπέροχα στήθη με καφέ σκούρες ρώγες. Τρελάθηκα, ερεθίστηκα, καύλωσα.

Συνέχισα να ακουμπάω με τις άκρες των δαχτύλων μου την τέλεια επιδερμίδα του προσώπου της και αυτή να βγάζει ελαφριά τη γλώσσα της και να υγραίνει τα σαρκώδη χείλη της. Δεν άντεξα, έσκυψα και ακούμπησα τα χείλη μου στα δικά της, χωρίς κανέναν δισταγμό, χωρίς καμιά εξήγηση. Δεν άνοιξε τα μάτια, το περίμενε, το ήθελε, το αναζητούσε. Ένα φιλί με πάθος, μια ατέλειωτη έκρηξη αισθήσεων μόλις γεννήθηκε. Γλώσσες, χείλη, δάχτυλα, ανάσες, όλα έγιναν ένα…

-    «Σε θέλω, σε θέλω πολύ. Πάρε με τώρα σε παρακαλώ…», ήταν το μόνο που μπόρεσε να πει.

Τα χέρια μου άγγιζαν κάθε εκατοστό του κορμιού της (ίσως η πιο τέλεια επιδερμίδα που έχω αγγίξει). Οι άκρες των δαχτύλων μου περνούσαν από την κορυφή του στήθους της ακουμπώντας τις ερεθισμένες σκουρόχρωμες ρώγες της και κατεβαίνοντας πιο κάτω με απαλά χάδια στην επίπεδη κοιλιά έφτασαν (παρακάμπτοντας ένα μικροσκοπικό μαύρο στρινγκάκι), σ’ ένα υπέροχο, καλοξυρισμένο και γεμάτο υγρά μουνάκι.

Υπέροχα μεγάλα μουνόχειλα που μέσα τους έκρυβαν μια πολύ παιχνιδιάρα κλειτορίδα, έτοιμη να δεχθεί την επίθεση της γλώσσας μου. Το σπίτι γέμισε με τους άναρθρους, αλλά υπέροχους κατά τα άλλα ήχους μιας απίστευτα καυλωμένης γυναίκας. Η γλώσσα μου και τα χείλη μου είχαν αγγίξει την κλειτορίδα της. Μια την ρουφούσα και την δάγκωνα ελαφρά, μια την έπαιζα με την άκρη της γλώσσας μου. Η λεκάνη της να πάλλεται και τα βογκητά να βγαίνουν πλέον πιο έντονα..

-    «Θείε σε χύνω, σε χύνω γλύκα μου. Πάρτα όλα, πιες τα όλα τα υγρά μου!»

Το πρώτο κύμα ήρθε στο στόμα μου με απίστευτη ένταση, σαν να με κατούρησε στο στόμα. Δεν σταμάτησα στιγμή να ρουφάω αυτό το υπέροχο μουνάκι με τον καταρράκτη που με πλημμύρισε. Δεν άφησα σταγόνα, θα ήταν ιεροσυλία να το κάνω αυτό. Με βαθιές ανάσες προσπαθεί να ηρεμήσει. Την αγκαλιάζω και της δίνω ένα παθιασμένο φιλί στο στόμα. Τα υγρά της ακόμη στα χείλη μου κι αυτή τα σκουπίζει με τη γλώσσα της. Με κοιτάζει και μου κλείνει το μάτι, αλλά μέσα στην καύλα μου δεν έδωσα σημασία. Σε λίγα λεπτά και με όλες τις αισθήσεις της πια ανακτημένες, με ξαπλώνει στον καναπέ, ανοίγει το δικό μου μπουρνούζι και αρχίζει να δίνει καυτά φιλιά και δαγκωματιές στην κοιλιακή μου χώρα, χαϊδεύοντας επιδέξια με το ένα της χέρι τα φουσκωμένα και παλλόμενα από καύλα αρχίδια μου.

Κατεβαίνει και με μαεστρία που θα ζήλευε και η πιο επαγγελματίας του είδους, αρχίζει να βυζαίνει πάνω από το μποξεράκι πούτσα και αρχίδια μαζί, κάνοντας με να σπαρταράω από ηδονή.. και δεν αργεί να έρθει η αποκάλυψη.. με μια κίνηση πετάει το μποξεράκι και πιάνει με περίσσια μαεστρία, αλλά και λαιμαργία την πούτσα μου, χώνοντας την βαθιά όσο μπορούσε στο λάρυγγα της. Τη ρουφούσε, τη δάγκωνε, τη φιλούσε, περιμετρικά, λες και η γλώσσα της φτιάχτηκε για να κάνει το καλύτερο πιπίλισμα. Μια χαστούκιζε με τη γλώσσα της την πούτσα μου και τ’ αρχίδια μου, μια ρουφούσε βαθιά στο στόμα της την πούτσα μου.

-    «Σε θέλω πολύ, σε θέλω βαθιά μέσα μου. Θέλω να με σκίσεις, να νιώσω την πούτσα σου να με κόβει στα δύο!»

...και χωρίς δεύτερη κουβέντα κάνει λίγο στην άκρη το στρινγκάκι και καβαλάει την πυρωμένη μου πούτσα.

-    «Ααααααχχχ! Με σκίζεις θείε! Μου σκίζεις το μουνάκι!!!»

Ανάμικτα συναισθήματα πόνου και ηδονής βγήκαν από το στόμα της καθώς βυθίστηκε πάνω στην ψωλή μου. Την κοιτούσα που σπαρταρούσε καθώς σήκωνα τη λεκάνη μου για να μπω όσο πιο βαθιά γίνεται μέσα στο καυτό και υγρό μουνάκι της. Άρχισε να κουνάει και τη δική της λεκάνη, βογκούσε και κουνούσε το κεφάλι δεξιά κι αριστερά..

-    «Σε γαμάω καύλα μου, σε σκίζω γλυκιά μου ανιψούλα! Πάρε όλη την πούτσα μου μέσα στο καυτό σου μουνί. Γέμισε το όλο με την πούτσα μου!»

-    «Τη θέλω βαθιά μέσα μου θείε! Επιτέλους νιώθω πούτσα στο μουνί μου! Ξέσκισε με, γάμα με, σε παρακαλώ γάμα με!!!»

Ο ρυθμός δυνατός, τα καρφώματα της όλο και πιο έντονα, όλο και πιο βαθιά πάνω στο καυλί μου, ώσπου ξαφνικά σηκώνεται και αρχίζει να φωνάζει:

-    «Σε χύνω, θείε σε χύνω.. Χύνω την πούτσα σου!!!»

Ένα κύμα καυτό βγήκε από το μουνί της και πλημμύρισε όλο μου το κορμί. Δεν είχα ξαναδεί γυναίκα να χύνει σαν να κατουράει (να πω την αλήθεια μου μόνο είχα ακούσει και είχα διαβάσει γι’ αυτό) και αυτό με εκστασίαζε ακόμη πιο πολύ. Πριν προλάβει να συνέλθει την ξανακαρφώνω βαθιά, πιάνω τη λεκάνη της και την πιέζω. Φωνάζει, μουγκρίζει, βογκάει…

-    «Νιώσε γυναίκα καύλα μου! Δεν θα σταματήσω να σε γαμάω. Θα σε κάνω το πουτανάκι μου. Πάρε την ψωλή μου και σπάσ’ την στο μουνί σου καριολάκι μου!!!»

Είχα χάσει τον έλεγχο από την καύλα. Τη γαμούσα άγρια χωρίς οίκτο, μέχρι που νιώθω να έρχεται το τέλος. Την κατεβάζω και την τραβάω με δύναμη στο καυλί μου. Το παίρνει στο στόμα και αρχίζει να ρουφάει σαν ηλεκτρική σκούπα. Τότε ένα ρίγος άρχισε να με κυριεύει.. ένιωθα κάτι να κατεβαίνει από τον εγκέφαλο μου και κάτι άλλο να ανεβαίνει από της άκρες των ποδιών μου. Η μοιραία συνάντηση ανάμεσα από τους μηρούς μου στ’ αρχίδια μου και το αποτέλεσμα στο στόμα της. Μια απίστευτη ποσότητα από χύσια χύθηκαν στον λάρυγγα της.

-    «Σε χύνω ανιψιά! Σε χύνω πουτανάκι μου όπως δεν έχω χύσει ποτέ γυναίκα. Πάρτα γαμιόλα!!!»

Δεν άφησε σταγόνα κι όση ποσότητα βγήκε έξω την καθάρισε με τη γλώσσα της. Ήρθε στην αγκαλιά μου και κούρνιασε. Της χάιδεψα τα μαλλιά, το πρόσωπο. Δεν είπαμε τίποτα. Χαλαρώσαμε, ηρεμήσαμε, χαμογελάσαμε. Οι δυο μέρες που κάθισε στο σπίτι μου, μέχρι να πάμε να συναντηθούμε με τους δικούς της, ήταν απίστευτες.

Αυτό είναι το πρώτο κομμάτι από μια πραγματική ιστορία. Μέχρι σήμερα έχουν συμβεί πανέμορφα γεγονότα που θα σας γράψω στη συνέχεια...