Η πονηρή πεθερούλα μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Είμαι παντρεμένος με μια γυναίκα ονειρεμένη εδώ και εννέα χρόνια. Στο σεξ είναι πολύ απελευθερωμένη και πάρα πολύ καυλιάρα. Τελευταία όμως έχω λάβει κάτι περίεργα μηνύματα από την πεθερά μου, η οποία είναι σαράντα επτά με πολύ καλοδιατηρημένο σώμα για την ηλικία της. Είναι καστανή, 1.65, στητά βυζιά -μετά την ανόρθωση που είχε κάνει, εξήντα κιλά και μοντέρνα στο ντύσιμο.

Τις προάλλες που ήμασταν στο σπίτι, όπως καθόμασταν στο τραπέζι, ήρθε δίπλα μου να με σερβίρει όπως πάντα, έπειτα έκατσε απέναντι και καθώς τρώγαμε αισθάνθηκα κάτι στο γόνατο μου. Νόμιζα ότι είχε καυλώσει η Σοφία κι ότι μου ζητούσε μετά να πάμε για πήδημα. Συνέχιζε αυτό το πόδι να μου χαϊδεύει το πόδι… Έριξα δήθεν το πιρούνι μου κάτω και όταν έσκυψα είδα το πόδι της πεθεράς μου να με χαϊδεύει.

Σηκώθηκα και συνέχισα το φαγητό. Εκείνη όμως δεν σταμάτησε να με χαϊδεύει. Όταν τελειώσαμε το φαγητό πήγαμε στο σαλόνι. Η πεθερά μου πήγε να αλλάξει μπλούζα προφασιζόμενη ότι είχε λερωθεί. Όταν ήρθε στο σαλόνι είχε φορέσει ένα φανελάκι, είχε βγάλει το σουτιέν και φαίνονταν ολοκάθαρα οι μεγάλες της ρώγες. Με κοίταζε όλο νόημα… εγώ προσπαθούσα να μην καρφώνομαι αλλά δυσκολευόμουν πολύ. Μετά τον καφέ φύγαμε.

Την επόμενη Κυριακή εκεί που πίναμε καφέ με την Σοφία στην βεράντα, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η μάνα της και όταν έκλεισε μου είπε:

-    «Σταύρο η μάνα μου πρέπει να πάει οπωσδήποτε στο χωριό».

-    «Ε, να πάει».

-    «Τι, μόνη της θα πάει; Να πας να την πάρεις να πάτε μαζί. Εγώ δεν μπορώ να έρθω γιατί δουλεύω αύριο».

-    «Έλα ρε Σοφία, που να τρέχω τώρα; Δεν παίρνει το ΚΤΕΛ άμα δεν μπορεί να οδηγήσει;»

-    «Έλα ρε Σταύρο, πήγαινε την. Που να τρέχει μόνη της; Σήκω! Της είπα να ετοιμαστεί και να σε περιμένει».

Πήρα δυο ρούχα και πήγα να την πάρω. Στο δρόμο σκεφτόμουν ότι άμα κάνει καμιά κίνηση όπως τις προάλλες, δεν θα χάσω την ευκαιρία. Κορνάρισα έξω από το σπίτι, βγήκε και φορούσε ψηλές γόβες, φούστα λίγο πάνω απ’ το γόνατο, ένα τοπάκι χωρίς σουτιέν και ένα πουκάμισο δετό. Ήταν πολύ καύλα και όταν ήρθε κοντά μου για να βάλω την βαλίτσα της στο πορτ - παγκάζ μύριζε υπέροχα! Φιληθήκαμε σταυρωτά αλλά ξώφαλτσα στα χείλη και ξεκινήσαμε.

Σταματήσαμε για καφέ. Όταν βγήκε, σήκωσε δυο κρυφά φερμουάρ στο πλάι της φούστας τα οποία έφταναν ψηλά στο γοφό της, έβγαλε το πουκάμισο και έμεινε με το τοπ. Όσοι ήταν εκεί την χάζευαν. Φαίνονταν τα ωραία της πόδια και τα ορθωμένα βυζιά της ξεχώριζαν από την λεπτή της μεσούλα. Τι καύλα ήταν αυτή! Αφού την χάζευαν και οι γυναίκες.

-    «Κυρία Γιώτα, τι σέξι ρούχα είναι αυτά!»

-    «Σκέτο Γιώτα. Τι κυρία Γιώτα; Σ’ αρέσουν;»

-    «Αν μ’ αρέσουν; Φωτιά είσαι!»

-    «Φωτιά, ε; Σ’ αρέσω δηλαδή;»

-    «Για κοίτα γύρω σου που σε χαζεύουν. Μόνο σε μένα αρέσεις; Είσαι πολύ προκλητική».

-    «Σε προκαλώ δηλαδή;»

-    «Εσύ τι λες; Βλέπω τα μπούτια σου, τις ρώγες σου… Τι άλλο χρειάζεται να δω για να με φτιάξει;»

-    «Τα υπόλοιπα θα τα δεις μετά. Πάρε τους καφέδες να φεύγουμε».

Μπήκαμε στ’ αμάξι και είχε βάλει το πόδι της στο ταμπλό, το οποίο φαινόταν ολόκληρο.

-    «Και γιατί τόση βιασύνη για το χωριό;»

-    «Έχω ένα δικαστήριο.

-    «Και πόσες μέρες θα κάτσουμε;»

-    «Δεν ξέρω… τρεις - τέσσερις, θα δούμε. Γιατί, έχεις δουλειά;»

-    «Όχι έχω άδεια, απλά ρωτάω… και έβαλες αυτά τα ρούχα για το ταξίδι;»

-    «Αφού μου είπες ότι σου αρέσουν, όπου βρεις πάρκινγκ σταμάτα σε παρακαλώ».

-    «Θέλεις τσίσα;»

-    «Ναι».

Σταμάτησα στο πρώτο πάρκινγκ, κατέβηκε, σήκωσε τη φούστα και έκανε την ανάγκη της.

-    «Σταύρο μου δίνεις κάνα δυο χαρτομάντιλα;»

-    «Ναι, αμέσως!»

Όταν μπήκε άφησε την πόρτα ανοιχτή και έβγαλε το κιλοτάκι της και το πέταξε στο πίσω κάθισμα.

-    «Τι κάνεις εκεί;»

-    «Σταύρο θέλω να με γαμήσει. Σε θέλω πολύ! Θέλω το καυλί σου…»

Καθώς μου μιλούσε χάιδευε τον πούτσο μου πάνω από την βερμούδα.

-    «Εδώ θα μας δουν τα αυτοκίνητα που περνάνε».

-    «Δεν με νοιάζει. Τώρα σε θέλω!»

Έσκυψε και άρχισε να μου παίρνει πίπα. Η γλώσσα της δούλευε σαν να είχε μοτεράκι. Με είχε καυλώσει πάρα πολύ! Την έριξα ανάσκελα ανάμεσα στα καθίσματα και της έγλυψα το μουνί το οποίο μοσχοβόλαγε και ήταν εντελώς ξυρισμένο.

-    «Αχ! Έλα γάμησε με, γάμησε με! Δεν αντέχω άλλο…»

-    «Θα σε σκίσω τσουλίτσα!»

Έχωσα το καυλί μου βαθιά στο βρεγμένο μουνί της και την γαμούσα με δύναμη! Εκείνη μετά από τρία σπρωξίματα άρχισε να χύνει. Τα υγρά της πίεζαν και έλουζαν το καυλί μου κάθε φορά που έμπαινα μέσα της.

-    «Πήδα με καυλιάρη μου! Τι ψωλάρα είναι αυτή! Πουτσαρά μου, ξέσκισε με! Γάμα με, γάμα με! Χύσε μέσα μου, μέσα μου!»

Μετά από λίγο έσπρωξα με πολλή δύναμη και άδειασα όλα μου τα χύσια μέσα στην μουνάρα της. Καθώς τα κορμιά μας είχαν συσπάσεις μέχρι να ηρεμήσουμε. Τον πήρε στο στόμα της και τον έγλυψε μέχρι να τον στεγνώσει από τα υγρά μας.
Δώσαμε ένα παθιασμένο γλωσσόφιλο και συνεχίσαμε το ταξίδι.
Φτάσαμε στο σπίτι της αδελφής της και εκεί άκουσα να της λέει ότι θα μείνουμε σε ξενοδοχείο. Μετά από το τραπέζι που μας έκανε η θεία φύγαμε.

-    «Έχεις κλείσει ξενοδοχείο;»

-    «Ε, βέβαια! Στης αδερφής μου δεν γίνεται να κοιμόμαστε μαζί».

-    «Με τι δικαιολογία;»

-    «Ότι είπα και στη Σοφία. Θα μείνουμε σε ξενοδοχείο για να είμαστε κοντά στο δικαστήριο και στον δικηγόρο».

-    «Είσαι μεγάλη πουτανίτσα! Τα είχες σχεδιάσει όλα, ε; Και πώς ήσουν σίγουρη ότι θα ερχόμουν μαζί σου;»

-    «Ε, σε είδα πως με κοιτούσες στο σπίτι την τελευταία φορά…»

Πήγαμε στο ξενοδοχείο το οποίο δεν ήταν καθόλου κοντά ούτε στο δικαστήριο ούτε στον δικηγόρο, αλλά γύρω στα 25 χιλιόμετρα μακριά. Όταν φτάσαμε της είπα:

-    «Ρε 'συ Γιώτα, είμαστε 25 χιλιόμετρα μακριά από το δικαστήριο!»

-    «Ε, και έτσι όπως πας σε πέντε λεπτά θα είμαστε εκεί. Και τι ήθελες, να μας βλέπουν οι χωριανοί να μπαινοβγαίνουμε στο ξενοδοχείο;»

-    «Καλά! Πως δεν είχα καταλάβει τι πονηρό είσαι!»

Πήγαμε στο δωμάτιο, μπήκαμε για ντους και από εκείνη την ώρα άρχισαν τα ατέλειωτα γαμήσια… στο ντους, στο πάτωμα, στο κρεβάτι, στο μπαλκόνι το βράδυ, στο βουνό, κάτω από ελιές, έξω στην παραλία, όπου μπορείτε να φανταστείτε! Εντωμεταξύ φορούσε μονίμως όλο σούπερ μίνι φούστες, κάτι δείγματα από σορτσάκια, κάτι ξώπλατα, μπλουζάκια διάφανα, ψηλοτάκουνα πέδιλα… αφού με πιάνει κάποια στιγμή ο ρεσεψιονίστ και με ρωτάει:

-    «Συγγνώμη, να σου πω λίγο;»

-    «Ορίστε!»

-    «Ρε φίλε, τι γυναίκα είναι αυτή!»

-    «Καλή, ε;»

-    «Μόνο καλή, πολύ μούναρος! Γκόμενα σου είναι; Γιατί είναι και μεγαλύτερη σου, έτσι δεν είναι;»

-    «Ναι, είναι σαράντα επτά, αλλά είναι σκέτη καύλα η γυναίκα. Γκόμενα μου όχι, απλά την έχω πληρώσει για τέσσερις μέρες».

-    «Τι, πουτάνα είναι; Με την ημέρα την πληρώνεις;»

-    «Ναι με την ημέρα, αλλά είναι λίγο ακριβή».

-    «Πω ρε φίλε, αυτό είναι μουνί! Όχι κάτι πιτσιρίκια που το παίζουν και γκόμενες».

Πήγα να πάρω τσιγάρα και γυρνώντας την βρήκα να τρίβει το μουνί της.

-    «Έλα, έλα, σε θέλω τώρα! Γιατί άργησες;

-    «Μου έπιασε την κουβέντα το παιδί από τη ρεσεψιόν».

-    «Τι λέγατε;»

-    «Για σένα λέγαμε, δηλαδή εκείνος ρώταγε…»

-    «Τι;»

-    «Αν είσαι γκόμενα μου, και ότι είσαι πολύ ωραίο μουνί».

-    «Και τι του είπες;»

-    «Του είπα ότι σε έχω πληρώσει για τέσσερις μέρες».

-    «Του είπες ότι είμαι πουτάνα;»

-    «Ναι, σε πειράζει;»

-    «Όχι, βέβαια, έτσι κι αλλιώς έτσι αισθάνομαι από χθες».

Τούρλωσε τον κώλο της και άρχισε να με τσιμπουκώνει παραμιλώντας γι’ αυτά που είπα στο παιδί κάτω.  Από τα τόσα γαμήσια είχε μουδιάσει ο πούτσος μου και καθώς μου έπαιρνε πίπα έβλεπα τον τέλειο κώλο της τουρλωμένο.

-    «Σ’ αρέσει μωρό μου ο πούτσος μου;»

-    «Ναι, ναι, πολύ μ’ αρέσει!»

-    «Κι εμένα μ’ αρέσουν τα τσιμπούκια σου!»

-    «Αλήθεια σ’ αρέσει όπως στον ρουφάω;»

-    «Τρέλα είσαι! Αλλά έχω μια ιδέα…»

-    «Για πες…»

-    «Λέω έτσι όπως είσαι με τουρλωμένο τον κώλο δεν θα σ’ άρεσε να μπαινοβγαίνει ένας πούτσος στο μουνί σου ή στον κώλο σου;»

-    «Δεν θα μου άρεσε μόνο θα με τρέλαινε, να σου παίρνω πίπα κι άλλος ένας να με γαμάει και μετά να με πηδάτε και οι δυο μαζί. Ναι, πολύ θα μου άρεσε!!!»

-    «Δηλαδή το βράδυ να το κανονίσω;»

-    «Ποιο;»

-    «Αυτό που είπαμε».

-    «Με ποιον;»

-    «Με το παιδί στη ρεσεψιόν».

-    «Εντάξει κανόνισε το. Έτσι κι αλλιώς την αμαρτία την έχουμε κάνει, αυτό θα μας πειράξει, η παρτούζα;»

Μετά από λίγο την έχυσα στο στόμα, ούτε κι εγώ δεν ξέρω πόσα χύσια έχει πιει αυτή τη μιάμιση μέρα που πηδιόμαστε.
Πήγε για ντους, εγώ έβλεπα τηλεόραση, τελείωσε και ήρθε στην αγκαλιά μου.

-    «Σταύρο, να σε ρωτήσω κάτι;»

-    «Για πες…»

-    «Έχεις κάνει παρτούζα με τη Σοφία;»

-    «Ε, τι να σου πω τώρα…»

-    «Έλα πες, έχετε κάνει;»

-    «Μμμμμμμ! Ναι, έχουμε κάνει».

-    «Α, έχετε κάνει, ε; Δηλαδή πως;»

-    «Τι πως δηλαδή;»

-    «Πως; Με άλλον ένα άντρα όπως θα κάνουμε κι εμείς το βράδυ;»

-    «Έχουμε κάνει με την Βάσω, με έναν φίλο μου, με άλλους τρεις άγνωστους και με ένα ζευγάρι».

-    «Α, το πουτανάκι! Έχει ευχαριστηθεί γαμήσι δηλαδή!»

-    «Γιατί μωρό μου, το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά δε λένε;»

-    «Καλά εμένα θα με κάψει ο θεός που γαμήθηκα με τον άντρα της κόρης μου».

Το βράδυ πήγαμε για ποτό τριάντα χιλιόμετρα μακριά. Όταν γυρίσαμε πήρα το κλειδί, της είπα να ανεβεί και θα πήγαινα σε λίγο.

-    «Λοιπόν φίλε, τη γουστάρεις τη γκόμενα;»

-    «Πλάκα μου κάνεις; Τέτοιο μουνί ποιος δεν το γουστάρει;»

-    «Λοιπόν, κανόνισε να μείνει κάποιος στο πόστο σου και μόλις σε πάρω τηλέφωνο από το δωμάτιο θα έρθεις και θα την πάρουμε παρτούζα. Είσαι μέσα;»

-    «Γουστάρω! Μέσα! Να κρατάω λεφτά;»

-    «Όχι ρε 'συ, θα την πληρώσω εγώ γι’ αυτό. Ότι είπαμε, εντάξει;»

-    «Ok».

Μετά από δυο ωρίτσες πήρα τηλέφωνο, ανέβηκε ο Φώτης, χτύπησε την πόρτα.

-    «Παρακαλώ…;», απάντησε η Γιώτα.

-    «Έφερα τα ποτά που ζητήσατε!», είπε ο Φώτης.

Άνοιξε η Γιώτα, μπήκε ο Φώτης, την είδε με το στρινγκάκι και έπαθε πλάκα.

-    «Πώς σε λένε, αγόρι μου;»

-    «Φώτη, εσάς;»

-    «Εμένα Γιώτα. Έλα, κάτσε δίπλα μου…»

-    «Ο Σταύρος δεν είναι εδώ;»

-    «Κάνει ντους».

Σήκωσε όρθιο το Φώτη, του έβγαλε το παντελόνι και άρχισε να ρουφάει τον πούτσο του. Βγήκα κι εγώ, την έβαλα στα τέσσερα, της έγλυφα το μουνί και εκείνη τσιμπούκωνε τον Φώτη και αναστέναζε από καύλα. Μετά από λίγο μπήκα στο μουνί της και άρχισα να την γαμάω, ενώ αυτή δεν άφηνε τον πούτσο του Φώτη από το στόμα της. Τον ρούφαγε με λύσσα ενώ εγώ σφυροκοπούσα το μουνί της.

-    «Έλα να κάτσεις πάνω τώρα τσουλίτσα μου!»

-    «Ναι, ναι τον θέλω βαθιά!!!»

-    «Φώτη, εσύ μόλις κάτσει στο καυλί μου βάλτον στο κώλο της, να την ξεσκίσουμε την πουτάνα και οι δυο μαζί!»

-    «Μη θα πονέσω!!!»

-    «Σκάσε μωρή τσούλα! Τώρα θα κάνεις ότι σου λέω! Θα μας πάρεις και τους δύο μαζί, όπως κάνει και η κόρη σου».

-    «Έτσι γαμάς το κορίτσι μου;»

-    «Έτσι και χειρότερα… εκείνη έχει και δυο ψωλές στο στόμα καθώς την ξεκωλιάζουν δυο πούτσες από το μουνί και τον κώλο».

Την γαμούσαμε ταυτόχρονα… εκείνη ούρλιαζε, φώναζε, αλλά έσπρωξε από μόνη της για να μπαίνουν πιο βαθιά οι ψωλές μας. Στο τέλος ο Φώτης έχυσε μέσα στον κώλο της κι εγώ μέσα στο μουνί της. Μετά μας ζήτησε να ξαπλώσουμε δίπλα - δίπλα για να γλύψει τα καυλιά μας και να την ξαναχύσουμε στο στόμα. Έτσι κι έγινε… την χύσαμε και τα κατάπιε όλα η ψώλα.

Ποτέ δεν περίμενα η πεθερά μου να είναι τόσο μεγάλη ξεκωλιάρα και τόσο έκφυλη που ήθελε να γαμηθεί με τον γαμπρό της. Την επόμενη μέρα φύγαμε. Στο δρόμο σταματήσαμε για λίγο σε ένα άλλο ξενοδοχείο και εκεί πέσανε τα τελευταία γαμήσια. Πηγαίνοντας στο αμάξι πέταξε μια μεγάλη τσάντα.

-    «Τι είχε η τσάντα;»

-    «Τα ρούχα που φορούσα αυτές τις μέρες. Κράτησα μόνο αυτά που φορούσα όταν ξεκινήσαμε από την Αθήνα».

Γυρίσαμε στην Αθήνα και από τότε που και που της ρίχνω κανένα πούτσο, αλλά κατάλαβα ότι τελευταία έχει βρει γκόμενο.

Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία με την πεθερούλα μου η οποία όπως καταλάβατε κι εσείς είναι μεγάλη πουτάνα, όχι επειδή γαμιέται αλλά επειδή σχεδίασε να γαμηθεί με τον άντρα της κόρης της. Κι εμένα μου φαινόταν σαν όνειρο αυτό που έζησα τέσσερις μέρες, αλλά δεν ήταν.