Η θεία Μαρία

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.00 (1 Vote)

Το e-mail μου είναι το:

Μετά από αρκετό καιρό που διαβάζω τις ιστορίες, αποφάσισα να γράψω και τη δική μου εμπειρία που συνεχίζεται μέχρι και τώρα. Η ιστορία μιλάει για τη θεία μου τη Μαρία, αδελφή του πατέρα μου. Είναι στα τριάντα πέντε, ψηλή, μελαχρινή, 1.83, εντυπωσιακή γυναίκα με υπέροχες καμπύλες.

Ζουμερή, όπως έχω ακούσει να τη χαρακτηρίζουν. Γυναίκα που γύριζε κεφάλια. Καριερίστα. Που σημαίνει ότι είχε αποφασίσει να μείνει μόνη για να πετύχει στη δουλειά της. Μας επισκεπτόταν συχνά στο σπίτι, πηγαίναμε μαζί οικογενειακώς για διακοπές αλλά ποτέ δεν την είχα δει σαν κάτι διαφορετικό από "θεία".

Μια φορά λοιπόν είχαν καλέσει τους γονείς μου σε ένα γάμο εκτός Αθηνών, σε ένα νησί. Έπρεπε να φύγουν από Παρασκευή και θα επέστρεφαν Κυριακή. Αρνήθηκα να πάω μαζί τους. Το δέχτηκαν και μου είπαν αν θέλω να πάω να μείνω στη θεία μου αυτές τις μέρες για να μην είμαι μόνος. Όλα καλά. Πήγα σπίτι της και επειδή είχε μόνο μια κρεβατοκάμαρα, στρώθηκα στον καναπέ.

Την παρασκευή το βράδυ κύλησαν όλα ομαλά. Φάγαμε και πήγαμε ο καθένας στο κρεβάτι του να κοιμηθεί. Την επόμενη μέρα, Σάββατο, ήταν μέρα καθαρισμού του σπιτιού. Οπότε ξεκίνησε να κάνει δουλειές στο σπίτι φορώντας ένα σορτσάκι κι ένα φανελάκι. Παρόλο το ωραίο θέαμα εξακολουθούσα να τη βλέπω σαν θεία.

Αφού βοήθησα κι εγώ στις δουλειές του σπιτιού και είχα ιδρώσει αρκετά, είπαμε να κάνουμε ένα μπάνιο. Μπήκε πρώτα η Μαρία. Περιμένοντας να τελειώσει καθόμουν στον καναπέ, όπου και κοιμόμουν, και χάζευα στην τηλεόραση. Βγαίνει η Μαρία από το μπάνιο τυλιγμένη με μια πετσέτα και μου λέει πως μπορώ να κάνω κι εγώ.

Όταν τελείωσα με το μπάνιο διαπίστωσα ότι δεν είχα πάρει μαζί μου σλιπάκι να φορέσω. Οπότε με διστακτικές κινήσεις ανοίγω την πόρτα. Διαπιστώνω ότι η Μαρία δεν είναι εκεί κοντά και τρέχω προς τον καναπέ όπου ήταν και η τσάντα με τα πράγματα μου και αρχίζω να ψάχνω για σλιπάκι. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει η Μαρία στο σαλόνι όπου βρισκόμουν κρατώντας ένα σεντόνι και μου είπε:

-    «Έφερα κι ένα καθαρό σεντόνι να στρώσεις».

Εγώ σάστισα. Ήμουν γυμνός μπροστά της. Από ντροπή κουλουριάζομαι και κρύβομαι στην άκρη του καναπέ να μη με βλέπει γυμνό. Βλέποντας την κίνηση μου αυτή η Μαρία βάζει τα γέλια.

-    «Ντρέπεσαι;» μου λέει.

-    «Ναι», της απαντώ.

-    «Εμένα ντρέπεσαι καλέ; Θεία σου είμαι, δεν πρέπει να με ντρέπεσαι».

-    «E, δε μπορώ, ντρέπομαι».

-    «Έλα, καλά. Όσο θα στρώνω εγώ τον καναπέ εσύ ντύσου και δεν θα σε βλέπω».

Σιγά - σιγά ξεθάρρεψα και σηκώθηκα όρθιος και άρχισα να ψάχνω στα πράγματα μου για σλιπάκι ενώ η Μαρία έστρωνε τον καναπέ. Βρήκα τα ρούχα μου και άρχισα να ντύνομαι κι όταν τελείωσα διαπίστωσα ότι η Μαρία καθόταν στον καναπέ και με κοιτούσε.

-    «Δεν ήταν δύσκολο;», μου είπε. «Να μη με ντρέπεσαι καθόλου».

-    «Δεν μπορώ»

-    «Να μπορέσεις».

Η υπόλοιπη μέρα κύλησε φυσιολογικά. Ήρθε η ώρα για ύπνο. Ξαπλώσαμε ο καθένας στο κρεβάτι του και χάζευα τηλεόραση. Μετά από είκοσι λεπτά περίπου έρχεται η θεία στο σαλόνι φορώντας το κιλοτάκι της και ένα φανελάκι με βαθύ χώρισμα στο στήθος της. Φορούσε σουτιέν οπότε δεν μπορώ να πω ότι φαινόντουσαν και πολλά.

-    «Δεν μπορώ να σε αφήσω εδώ. Πρώτη φορά σε φιλοξενώ, μη σε κοιμίζω στον καναπέ».

-    «Τι να κάνω;»

-    «Έλα να ξαπλώσεις μαζί μου στο κρεβάτι. Είναι μεγάλο, χωράμε και οι δυο».

Αρνήθηκα στην αρχή αλλά επέμενε οπότε και σηκώθηκα να πάω. Φορούσα μόνο το σλιπάκι μου μιας και ήταν καλοκαίρι και είχε ζέστη. Με πιάνει από το χέρι και προχωρούσε μπροστά τραβώντας με στο δωμάτιο της. Έβλεπα τον υπέροχο κώλο της να κουνιέται σε κάθε της βήμα.
Με ξαπλώνει στο κρεβάτι και με μια κίνηση βράζει το φανελάκι που φορούσε μένοντας με το κιλοτάκι και με το σουτιέν. Γύρισα το κεφάλι μου να μην τη βλέπω.

-    «Πάλι ντρέπεσαι;»

-    «E, τι να κάνω;»

-    «Να μη ντρέπεσαι καθόλου. Θεία σου είμαι, δεν είπαμε; Δεν πρέπει να με ντρέπεσαι καθόλου».

Ξεθάρρεψα πάλι και έκατσα κανονικά χαζεύοντας το υπέροχο κορμί της ξαπλωμένο δίπλα μου. Βλέπαμε μια ταινία στην τηλεόραση και είχε μια ερωτική σκηνή που διαρκούσε πολύ. Γύρισα πάλι το κεφάλι μου.
Άρχισε πάλι η ίδια συζήτηση περί ντροπής. Αφού ξεθάρρεψα, τουλάχιστον στη κουβέντα μαζί της, καταλήξαμε στο αν τα παιδιά της ηλικίας μου βλέπουν τσόντες.
Της απάντησα έχω φίλους που έχουν δει αρκετές. Εγώ μόνο μια - δυο φορές.

-    «Σ’ αρέσουν;», με ρωτάει.

-    «Ναι»

-    «Και τι κάνεις όταν τις βλέπεις; Χαϊδεύεσαι;»

-    «Λίγο…»

-    «E, τι λίγο; Για δείξε μου».

-    «Τώρα Δε μπορώ. Πρέπει να δω κάτι να μου αρέσει για να μπορέσω».

-    «Περίμενε…»

Σηκώνεται, πηγαίνει στη κουζίνα και επιστρέφει με δυο βιντεοκασέτες χωρίς ταμπέλες.

-    «Διάλεξε».

-    «Τι είναι αυτό;»

-    «Ταινίες. Θα τις δούμε μαζί».

Διαλέγω μία και την βάζει στο βίντεο. Γούρλωσα τα μάτια μου μόλις διαπίστωσα ότι ήταν τσόντα.

-    «Τώρα σ’ αρέσει; Για δείξε μου...»

-    «Δεν μπορώ. Ντρέπομαι…»

-    «Έλα, μη ντρέπεσαι...», μου λέει και με το χέρι της προσπαθούσε να κατεβάσει το σλιπάκι μου.

Αφού το έβγαλα εντελώς, βλέποντας παράλληλα την ταινία, δεν ήθελα και πολύ να καυλώσω. Αμέσως ήταν όρθιος. Μιας και δε τον είχα παίξει ποτέ μέχρι τότε, απλά είχα κάνει δυο προσπάθειες τον έπιασα με τα δυο δάχτυλα. Τον δείκτη και τον αντίχειρα και άρχισα σιγά - σιγά να τον παίζω. Η θεία είχε γυρίσει στα πλάγια και με κοιτούσε χαμογελαστή.

-    «Πως αισθάνεσαι όταν το κάνεις αυτό;» ρώτησε.

-    «Ωραία! M’ αρέσει».

Αφού τελείωσε η μια σκηνή στην ταινία, πήγαμε σε δεύτερη σκηνή. Εγώ συνέχιζα να τον παίζω με τα δάχτυλα μου αργά και σταθερά. Η θεία συνέχιζε να κοιτάει…

-    «Να δοκιμάσω κι εγώ να δω πως είναι;»

-     «Όχι!» απαντάω έκπληκτος εγώ.

-    «Λίγο, να δω πως είναι. Τι αίσθηση έχει…»

Μετά από μια μικρή διαφωνία, τελικά την αφήνω. Τον πιάνει με τα δυο δάχτυλα όπως εγώ και αρχίζει με αργές κινήσεις να τον παίζει. Ένιωθα υπέροχα! Σιγά - σιγά τον έβαλε στη χούφτα της και συνέχισε να τον παίζει αφήνοντας τον που και που για να χαϊδέψει και λίγο τα αρχίδια μου.
Με τη διαφωνία που είχαμε πέρασε η ώρα και η τσόντα τελείωσε.

-    «Τελείωσε», της λέω, «Σταμάτα!».

-    «Γιατί;»

-    «E, δε βλέπω κάτι να μου αρέσει και να με φτιάχνει».

Χωρίς δισταγμό με μια κίνηση, σηκώνεται και βγάζει το σουτιέν της. Και βλέπω για πρώτη φορά τις βυζάρες της. Καύλωσα αμέσως πάλι. Ξαπλώνει πλαγιαστά δίπλα μου, πιάνει το χέρι μου και το βάζει στα βυζιά της.

-    «Τώρα σ’ αρέσει;»

-    «Πολύ!»

Ξαναπιάνει το καυλί μου και αρχίζει να το ξαναπαίζει πιο γρήγορα τώρα. Εγώ να ζουλάω τα βυζιά της. Βρισκόμουν τον παράδεισο! Ένιωθα ένα ρίγος να κυριεύει το κορμί μου. Τεντώθηκα, Έγειρα το κεφάλι μου πίσω και άρχισα να χύνω σαν τρελός.
Αισθανόμουν το σπέρμα μου να πέφτει παντού επάνω μου. Στο στήθος μου, στο λαιμό μου, στη κοιλιά μου.

Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω τη θεία με ένα παιδικό χαμόγελο να παίζει το καυλί μου και να το κοιτάει που χύνει. Εκεί ήταν που μου ήρθε το δεύτερο ηλεκτροσόκ και γέρνω το κεφάλι μου ασυνείδητα στα βυζιά της. Έχυνα σαν τρελός. Τα είχα κάνει χάλια όλα. Αφού τελείωσα και συνέχιζε σιγά - σιγά να το μαλάζει. Με ρωτάει:

-    «Τόσο πολύ χύνεις κάθε φορά;»

-    «Δεν ξέρω, ίσως. Πρώτη φορά χύνω».

Με φιλάει στο στόμα και σηκώνεται και μου λέει:

-    «Πάμε να πλυθούμε».

Στη μπανιέρα που με ξέβγαζε, εξελίχθηκε η δεύτερη φορά που μου τον έπαιξε εκείνο το βράδυ. Συνολικά τέσσερις φορές έχυσα στα χέρια της εκείνη τη βραδιά. Και σε όλες της χάρισα άφθονο σπέρμα.
Την επόμενη μέρα επέστρεψαν οι γονείς μου οπότε γύρισα σπίτι με υπέροχες αναμνήσεις από τη θεία.

Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά πάλι όταν την ίδια εβδομάδα μου ανακοίνωσαν οι γονείς μου ότι τώρα που βρήκα παρέα, θα μπορούσαν να πάνε μερικά ταξίδια που ήθελαν και ότι το τριήμερο θα έφευγαν για άλλο ταξίδι κι εγώ θα έμενα πάλι στη θεία.

Μετρούσα μέχρι και τα δευτερόλεπτα που περνούσαν για να βρεθώ πάλι κοντά της.
Το δεύτερο τριήμερο μαζί της ήταν πιο περιπετειώδες όπου τότε γαμηθήκαμε πρώτη φορά.

Ακόμα και τώρα, μερικά χρόνια μετά, συνεχίζουμε να έχουμε ερωτική σχέση με τη θεία αρκετές φορές την εβδομάδα.