Το κόλπο

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Ήμουν οκτώ χρονών όταν απέκτησα την πρώτη μου εξαδέλφη. Την ονομάσαμε Άννα και την φώναζα Αννούλα. Στο Λύκειο γάμησα για πρώτη φορά μια συμμαθήτριά μου. Η Αννούλα τότε είχε γίνει ένα όμορφο και καυλιάρικο κοριτσάκι.

Όταν ερχόταν στο σπίτι μας, καθόταν δίπλα μου στο γραφείο που διάβαζα και του άρεσε να του χαϊδεύω τα μπουτάκια. Με αγαπούσε πολύ και όταν μεγάλωσε λίγο ακόμα, ήθελε να μάθει για το σεξ.

Πέρασα στο Μαθηματικό Θεσσαλονίκης και νοίκιασα ένα δυάρι διαμέρισμα. Δεν μου άρεζε να έχω μόνιμη σχέση και γαμούσα όποιες από τις συμφοιτήτριες είχαν την ίδια αντίληψη με μένα. Όλες θαύμαζαν τον πούτσο μου που ήταν πολύ μεγάλος. Αυτό το έλεγαν όλες όσες είχα γαμήσει.

Τώρα η Αννούλα ήταν πλέον μια γκομενάρα. Μόνο που την έβλεπες ήθελες να της ξεσκίσεις τον κώλο στο γαμήσι. Άσε εκείνα τα χείλη που λες και ήταν φτιαγμένα για τσιμπούκι! Τώρα όμως την έβλεπα μόνο στις διακοπές και οι ευκαιρίες ήταν περιορισμένες. Παρ’ όλα αυτά όσες φορές μου δινόταν η ευκαιρία δεν έπαυα να την χαϊδεύω στα μπουτάκια της.

Όταν μάλιστα μου είπε ότι είχε κάνει σεξ με ένα συμμαθητή της, προσπάθησα να την πείσω ότι τώρα μπορούμε να το κάνουμε και μαζί. Δεν το εύρισκε όμως σωστό γιατί, όπως έλεγε, ήμασταν εξαδέλφια. Οι προσπάθειες που έκανα ήταν πολλές, η Αννούλα όμως, είχε πάντα έτοιμη την ίδια δικαιολογία. Δεν αντιστεκόταν όμως όταν την χάιδευα. Τώρα μάλιστα, δεν αντιστεκόταν όταν έφτανα στο μουνί της και το χάιδευα πάνω από το κιλοτάκι της.

Την επόμενη χρονιά η Αννούλα προετοιμαζόταν να δώσει κι αυτή για μαθηματικός. Εκείνο το καλοκαίρι ήθελα να εξοικονομήσω κάποια επιπλέον χρήματα και έπιασα δουλειά σ’ ένα γραφείο. Έτσι δεν πήγα στην Κατερίνη.
Μια μέρα μου τηλεφωνεί η θεία μου, η μάνα της Αννούλας, αδελφή της μητέρας μου και μου λέει:

-    «Κωνσταντίνε, τι κάνεις αγόρι μου; Έμαθα από τη μαμά σου ότι δεν θα έρθεις».

-    «Ναι βρε θεία. Είπα να δουλέψω για να βγάλω τα έξοδα για τις διακοπές μου φέτος».

-    «Καλά κάνεις αγόρι μου».

-    «Ήθελες κάτι θεία;»

-    «Άσε βρε Κωνσταντίνε, τώρα έχεις δουλειές…»

-    «Έλα καλέ, πες μου τι θέλεις;»

-    «Σκέφτηκα να σου στείλω λίγο την μικρή να της κάνεις λίγο εξάσκηση. Του χρόνου θα δώσει κι’ αυτή. Να την ……..»

-    «Έλα βρε θεία σταμάτα. Ούτε να το συζητάς. Η Αννούλα πρέπει να είναι πανέτοιμη και θα την κάνω ξεφτέρι όσες μέρες θα την έχω εδώ. Πότε λες να την στείλεις;»

-    «Όποτε μου πεις εσύ. Δεν έχει τι να κάνει τώρα και θα αρχίσει να μας ζητά διακοπές και τέτοια…»

-    «Εντάξει. Θα την περιμένω αύριο. Πες μου τι ώρα για να είμαι στο κτελ».

-    «Κατά τις δύο σε βολεύει;»

-    «Να πούμε τρεις, για να τελειώσω από το γραφείο;»

-    «Έγινε. Θα την ετοιμάσω».

-    «Οκ. Θα την περιμένω…»

Τα μάτια μου άστραψαν από χαρά. Εγώ με την Αννούλα μόνοι όλη μέρα. Σίγουρα δεν θα μου ξέφευγε αυτή την φορά. Με δεδομένο δε ότι εκείνη την εποχή ήμουν ρέστος από γκόμενα, με το που κλείσαμε το τηλέφωνο τράβηξα μια μαλακία για την Αννούλα.

Την άλλη μέρα στις τρεις παρά δέκα ήμουν στο κτελ. Σε κάποια στιγμή ήρθε η Αννούλα και πήγαμε σπίτι. Της έδειξα το δωμάτιο που θα μένει. Της είπα ότι εάν θέλει δεν είχα πρόβλημα να κοιμάται μαζί μου. Πάλι όμως είχε έτοιμη την δικαιολογία ότι ήμαστε εξαδέλφια.
Το βράδυ την πήγα σε μια ταβερνούλα που συχνάζαμε για κρασάκι. Εκεί που πίναμε μου είπε:

-    «Δεν έχεις καμιά κοπέλα;»

-    «Όχι, αυτό τον καιρό είμαι σόλο».

-    «Αχ ρε γαμώτο…»

-    «Γιατί, τι έπαθες εσύ;»

-    «Έλεγα να με γνωρίσεις με κανένα φίλο σου και να κάνουμε παρέα…»

-    «Αυτήν την περίοδο δύσκολα. Θα την βγάλουμε και οι δυο ξεροσφύρι…»

Το μυαλό μου από εκείνη την στιγμή άρχισε να δουλεύει πυρετωδώς. Έπρεπε να σκεφτώ κάτι για να γαμήσω αυτή την γκομενάρα που είχα κοντά μου. Δεν άργησε να μου έρθει μια πολύ καλή ιδέα. Πέρασαν δύο μέρες με λί γα χαϊδέματα και τίποτα περισσότερο και το άλλο βράδυ της λέω:

-    «Αννούλα, σήμερα θα σε αφήσω μόνη μέχρι τις δώδεκα. Σε πειράζει;»

-    «Τι έγινε Κωνσταντίνε, πιάσαμε κανένα λαυράκι;»

-    «Ήρθε μια συμφοιτήτριά μου και θέλει να πάω σπίτι».

-    «Γιατί δεν την φέρνεις εδώ;»

-    «Σιγά βρε και εσύ, τι θα κρατάς φανάρι;»

-    «Καλά, πήγαινε και θα σε περιμένω. Μη αργήσεις πολύ».

Το κόλπο έπιασε. Επέστρεψα επίτηδες κατά τις μία στο σπίτι και βρήκα την Αννούλα να κοιμάται απέναντι από την τηλεόραση. Φορούσε όπως πάντα στο σπίτι, το μικρό σορτσάκι της και ένα πουκάμισο δεμένο κόμπο στον αφαλό της. Μπήκα στα γρήγορα στο δωμάτιό μου. Είχα ετοιμάσει δυο πλατιά σανιδάκια πέντε εκατοστά πλάτος και 22 εκατοστά μήκος το καθένα. Το ένα είχε σχήμα τόξου και το άλλο αρκετά πιο ευθύ. Πήρα αυτό που ήταν σαν τόξο έβαλα επάνω τον πούτσο μου και τον στερέωσα γύρω - γύρω με τσιρότο και τον τύλιξα στην συνέχεια με ένα επίδεσμο. Έβγαλα όλα τα ρούχα μου και στα πόδια μου είχα ρίξει μια λεπτή κουβέρτα.

Ξάπλωσα στο κρεβάτι προσπαθώντας να κάνω λίγο θόρυβο που τον συνόδευαν λίγες κραυγές πόνου, για να ακούσει η Αννούλα. Πραγματικά σε λίγο εμφανίστηκε στην πόρτα η Αννούλα. Κοίταξε στο δωμάτιο λέγοντας:

-    «Κωνσταντίνε πότε ήρθες;»

-    «Έχει λίγη ώρα Αννούλα, και είπα να μη σε ξυπνήσω. Σε είδα που κοιμόσουν σαν μωράκι…» είπα βογκώντας.

-    «Άργησες λίγο ρε συ και ανησύχησα…»

-    «Άσε ρε Αννούλα. Κοιμήσου τώρα και θα τα πούμε αύριο. Άσε γιατί πονάω πολύ!»

Άναψε το φως.

-    «Τι έγινε ρε, έπαθες κάτι;»

-    «Άσε Αννούλα μου, που να στα λέω. Από το νοσοκομείο ήρθα τώρα».

Ήρθε κοντά μου και κάθισε στο κρεβάτι. Προσπάθησα να μη με αγγίζει αλλά και να μη την βλέπω πολύ-πολύ. Όπως είχε σκύψει τα βυζιά της βγήκαν από το ξεκουμπωμένο πουκάμισο και κρέμασαν σχεδόν στα μούτρα μου. Θα με ερέθιζε και θα φούσκωνε ο πούτσος μου. Έτσι θα χαλούσε όλο μου το σχέδιο.  Με ρώτησε γεμάτη ανησυχία:

-    «Τι έγινε ρε Κωνσταντίνε;»

-    «Τι να σου πω ρε Αννούλα, γαμώ την πουτάνα που πήγα και βρήκα!»

-    «Για την συμφοιτήτρια λες;»

-    «Ναι ρε την πουτάνα!!!»

-    «Έλα ρε Κωνσταντίνε, πες τι έγινε;»

-    «Άκου ρε Αννούλα, αυτή την γαμάω εδώ και δυο-τρεις μήνες. Σήμερα που ήρθε, κατάφερα και την έπεισα να την γαμήσω από τον κώλο. Έκανε λίγο την δύσκολη στην αρχή αλλά δέχτηκε. Μου έκανε μια πίπα μου τον σάλιωσε καλά, και γονάτισε στα τέσσερα. Πήγα από πίσω, της σάλιωσα καλά την κωλότρυπα και ετοιμάστηκα να της τον βάλω. Μόλις μπήκε το κεφάλι άρχισε να φωνάζει ότι πονάει. Μπήκα κι άλλο μέσα και τότε έκανε μια μαλακισμένη κίνηση σφίγγοντας δυνατά τον κώλο της και γυρνώντας στα πλάγια. Ο πούτσος μου όπως ήταν τεντωμένος, από την μεγάλη αντίσταση λύγησε σχεδόν στα δύο και πόνεσα τρομερά. Πετάχτηκα από το κρεβάτι και είδα ότι είχε στραβώσει και άρχισε να πρήζεται. Φοβήθηκα και πήγα στο Νοσοκομείο».

Ακούγοντας αυτά η Αννούλα ξεροκατάπινε και γούρλωσε τα μάτια της. Πήγε να πει κάτι, αλλά συνέχισα γρήγορα.

-    «Ο γιατρός μου είπε ότι είναι κάτι σαν διάστρεμμα και μου έβαλε ένα νάρθηκα. Μου είπε να πάω αύριο το πρωί να με δει πάλι. Θα βάλει ένα άλλο ίσιο νάρθηκα».
Η Αννούλα εξακολουθούσε να με κοιτά με γουρλωμένα μάτια και με ρώτησε:

-    «Καλά ρε η μαλάκω, πρώτη φορά το έκανε από πίσω;»

-    «Τι να σου πω Αννούλα; Έτσι ισχυρίστηκε».

-    «Πονάς πολύ τώρα;»

-    «Όχι τόσο όσο στην αρχή, αλλά πονάω. Μου είπε όμως εάν πονέσω περισσότερο το βράδυ, να τον ανοίξω και να βάλω μια αλοιφή που μου έδωσε». (είχα πάρει από το φαρμακείο μια βαζελίνη).

-    «Τι να κάνω τώρα ρε Κωνσταντίνε;»

-    «Τι να κάνεις ρε Αννούλα; Κάτσε απλά για λίγη παρέα».

-    «Τι ώρα είπες θα πας να σου αλλάξει τον νάρθηκα;»

-    «Το πρωί κατά τις οκτώ. Ξάπλωσε τώρα εδώ να κοιμηθείς. Μη χάνεις και συ τον ύπνο σου».

Όπως ήταν ξάπλωσε δίπλα μου και έβαλε το χέρι της στο στήθος μου και κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως. Τότε άπλωσα το χέρι μου και το έβαλα ανάμεσα στα μπούτια της. Δεν άργησε να φουσκώσει ο πούτσος μου. Ήθελα να τον ανοίξω και να τραβήξω μια μαλακία. Θα χαλούσε όμως όλο το σχέδιο. Περιορίστηκα λοιπόν στο να περιμένω τόσο, όσο θα άντεχα. Πέρασε περίπου μια ώρα και δεν άντεχα να περιμένω άλλα. Άρχισα να κουνιέμαι και να βογκάω λίγο. Δυνάμωσα λίγο την φωνή μου και η Αννούλα άνοιξε τα μάτια της. Με κοίταξε που έσφιγγα τα δόντια μου και βογκούσα και με ρώτησε:

-    «Τι έγινε Κωνσταντίνε, πονάς;»

-    «Ναι ρε Αννούλα, έχει λίγη ώρα που άρχισε ο πόνος».

-    «Τι να κάνουμε τώρα ρε συ;»

-    «Λέω να βάλουμε εκείνη την αλοιφή».

-    «Πού την έχεις;»

-    «Στην τσέπη του παντελονιού μου».

Το κόλπο έπιασε. Η Αννούλα σηκώθηκε και έφερε την αλοιφή. Ο πούτσος μου είχε γίνει τεράστιος. Τράβηξε η Αννούλα την κουβέρτα προσεχτικά. Είδε το τοξοειδές σχήμα με τις γάζες και τρόμαξε.

-    «Ρε συ τόση ζημιά έπαθες;»

-    «Άσε, άσε… Άμα ανοίξεις τους επιδέσμους θα καταλάβεις».

Η Άννα πολύ προσεχτικά άρχισε να ξετυλίγει τους επιδέσμους. Έβλεπα εκείνα τα χεράκια να πλησιάζουν στον πούτσο μου και τρελαινόμουν. Όταν άνοιξε τους επιδέσμους είδε τον πούτσο μου δεμένο πάνω στη σανίδα με τα τσιρότα. Έμεινε για λίγο σιωπηλή κοιτάζοντας λίγο περίεργα και ρώτησε:

-    «Τι να κάνω τώρα Κωνσταντίνε;»

-    «Βγάλε τα τσιρότα για να βάλουμε την αλοιφή».

Τράβηξε τα τσιρότα και ο πούτσος μου πετάχτηκε όρθιος σαν κατάρτι. Έμεινε και πάλι για λίγο χωρίς να λέει και να κάνει τίποτα. Απλά είχε τα μάτια της καρφωμένα στον πούτσο μου. Ξαφνικά πετάχτηκε από το κρεβάτι και έβγαλε τα ρούχα της. Άνοιξε το βαζάκι με την βαζελίνη και άλειψε και τις δύο τις παλάμες της. Κάθισε τώρα κοντά στα πόδια μου λέγοντας:

-    «Βλέπεις ρε ψεύταρε αυτό το κορμάκι; Θα κάνεις πολύ ώρα να το γαμήσεις, αν βέβαια αντέξεις...»

Πασάλειψε όλο τον πούτσο μου και άρχισε με πολύ αργές κινήσεις να τον παίζει και με τα δυο της τα χέρια. Πίεζε πολύ βαθιά και όλο το καυλί μου πεταγόταν έξω. Φτάνοντας στο τέρμα του, έβαζε την γλώσσα της και άγγιζε την σχισμή του καυλιού, λες και ήταν μύγα. Είχα τρελαθεί από την καύλα. Ήμουν έτοιμος να χύσω και έκανα μια προσπάθεια να σηκωθώ για να της τον χώσω στο μουνί της. Δεν με άφησε. Με πίεσε στο στήθος με το χέρι της λέγοντας:

-    «Κάτσε εκεί που είσαι ψεύταρε. Για να με γαμήσεις θα χύσεις πρώτα όσες φορές θέλω έτσι όπως στον παίζω με τα χέρια μου. Αν αυτός ο τεράστιος πούτσος σου αντέξει, βλέπουμε τι θα κάνουμε στην συνέχεια…»

Τον έπαιξε γρήγορα και πετάχτηκε από μέσα μου η καύλα σαν σιντριβάνι. Ήρθε από πάνω και τον άδειασε όλο στα βυζιά της. Πρώτη φορά έπιασα το εαυτό μου να ουρλιάζει τόσο δυνατά από την ηδονή.

Για μία περίπου ώρα με είχε ξαπλωμένο παίζοντας τον πούτσο μου. Έχυσα ακόμη μια φορά. Πήγε να αλλάξει την θέση που ήταν, και έκανε το λάθος να ξαπλώσει δίπλα μου μπρούμυτα. Πήδηξα αμέσως επάνω της και πριν προλάβει να κάνει καμιά κίνηση, όπως ήταν λαδωμένος ο πούτσος μου, από την άφθονη αλοιφή που του είχε βάλει, της τον έχωσα στον κώλο της και πίεσα αργά αλλά πολύ δυνατά. Ούρλιαξε σαν θηρίο φωνάζοντας:

-    «Κωνσταντίνε όχι τόσο μέσα, πονάω πολύ. Μη τον πατάς άλλο…»

-    «Θα σε ξεσκίσω καυλιάρα μου!» και συνέχισα να την γαμάω αργά και βαθιά.

Κάθε φορά που τον έβαζα όλο μέσα και τα αρχίδια μου ακουμπούσαν το μουνί της, ούρλιαζε και με παρακαλούσε να χύσω. Σε λίγο έχυσα μέσα της. Δεν θέλαμε να σταματήσουμε. Παίζαμε για πολλές ώρες. Ξεκουραζόμασταν λίγο για να ανακτήσουμε τις δυνάμεις μας, και στην συνέχεια την γαμούσα με όποιον τρόπο επέλεγε η Αννούλα μου. Εκείνο το μουνάκι της, το έβαλα μέσα στο στόμα μου ολόκληρο πολλές φορές και το έγλυφα, το πιπίλιζα, το δάγκωνα. Την δε κλειτορίδα της, την είχα κάνει κατακόκκινη σαν παντζάρι.

Ήταν η πιο καυλιάρικη μέρα της ζωής μου. Είχαμε χύσει αναρίθμητες φορές. Κοιμηθήκαμε αποκαμωμένοι και όταν ξυπνήσαμε, κόντευε επτά το απόγευμα της επόμενης μέρας. Σε κάποια στιγμή μου είπε:

-    «Θα βγούμε απόψε;»

-    « Ότι θέλεις εσύ. Αν έχεις όρεξη βγαίνουμε».

-    «Όχι ρε συ, δεν έχω όρεξη. Θα περάσουμε καλύτερα εδώ! Παρήγγειλε να φάμε καμιά πίτσα».

Την άλλη μέρα το πρωί που πήγα στο γραφείο βρήκα μια καλή δικαιολογία για την απουσία μου. Περιττό να τονίσω ότι στις δέκα μέρες που κάθισε η Αννούλα βγήκαμε μόνο για λίγο δυο φορές έξω. Το μεσημέρι που επέστρεφα από το γραφείο της έκανα ορισμένες ασκήσεις μαθηματικά και μετά γινόταν ένα ξέφρενο πανηγύρι. Δεν αφήσαμε κανένα σημείο του σπιτιού να έχει παράπονο ότι δεν γαμηθήκαμε εκεί.

Τόσο εγώ όσο και η Αννούλα λέμε ότι δεν υπήρξε και ούτε πρόκειται να υπάρξει άλλο δεκαήμερο σαν αυτό που περάσαμε…