Τριήμερο με μαμά και θεία

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (2 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Είμαι 25 χρόνων από μια επαρχιακή πόλη και η ιστορία που θα σας αφηγηθώ συνέβη το καλοκαίρι που μας πέρασε και συγκεκριμένα το μήνα Αύγουστο. Πρέπει να αναφέρω αρχικά...

ότι η μητέρα μου είναι χωρισμένη εδώ και χρόνια και με την αδερφή της είναι δεμένες και αγαπημένες, της έχει σταθεί πολύ καλά όλο αυτό το διάστημα. Επίσης, ότι εγώ πάντα θαύμαζα και θαυμάζω τη μητέρα μου σαν άνθρωπο και σαν… γυναίκα. Είναι πενήντα ετών, καστανόξανθη, γλυκό πρόσωπο, λίγο γεματούλα αλλά με ωραία πιασίματα, λίγο τουρλωτό κώλο και… ωραία ολοστρόγγυλα μεγάλα βυζιά και μεγάλες ρώγες. Από μικρός θυμάμαι να καυλώνω με τα βυζιά της, να τον παίζω αρκετά συχνά, να την κάνω μάτι όπου και όταν μπορώ και καμιά φορά … ακόμα και τώρα. Ποτέ βέβαια δε συνέβη το παραμικρό και ποτέ δεν της ανέφερα αυτή την "εμμονή" μου.

Ήταν τέλη Ιουλίου όταν μου είπε η μητέρα μου ότι έκλεισε να πάει διακοπές με την θεία μου (αδερφή της) και πως αν ήθελα να πήγαινα και εγώ κανένα τριήμερο να τις έβλεπα. Δεν μου έκανε εντύπωση γιατί και πέρσι το καλοκαίρι είχανε πάει μαζί ένα τετραήμερο διακοπές (και η θεία μου χωρισμένη).

Πέρασαν οι μέρες και αποφάσισα να πάω ένα διήμερο να τις δω, πριν ξεκινήσω τις κανονικές μου διακοπές. Προς το μεσημεράκι πήγαμε όλοι μαζί για μπάνιο σε μια κοντινή και ήσυχη παραλία, χωρίς πολύ κόσμο. Καλοκαίρι, ζέστες και οι καύλες ήταν πολλές. Η μαμά μου φόραγε ένα μπικίνι μαγιό μαύρο και η θεία ολόσωμο μπλε με ροζ ρίγες. Ήταν, αν θυμάμαι καλά, η δεύτερη ή η τρίτη φορά που έβλεπα τη θεία μου με μαγιό. Γυμνή βέβαια δεν την είχα δει ποτέ. Η θεία μου είναι πενηνταπέντε χρονών, γεματούλα και αυτή και με βυζιά μεγαλούτσικα.

Απολαμβάναμε τη παραλία, τη θάλασσα και τον ήλιο και εγώ παράλληλα απολάμβανα τα σώματα τους. Σε μια φάση όταν βγήκε η θεία από τη θάλασσα, φαίνονταν οι ρώγες της σηκωμένες αρκετά, κοιτούσα κολλημένος, ήταν μεγάλες. Άρχισα να καυλώνω και προσπαθούσα να καλυφτώ μη με πάρουν χαμπάρι. Μετά από καμιά ώρα αποφάσισαν να σηκωθούν να φύγουν και μετά από λίγο έφυγα και εγώ. Είπαν ότι θα περνούσαν από μια γνωστή τους να την χαιρετήσουν.

Όταν επέστρεψα στο δωμάτιο που νοικιάζανε, ένα δίκλινο με ένα ράντσο για εμένα, με το που μπαίνω μέσα και περνάω ένα χολάκι που είχε, όταν φτάνω στην είσοδο του δωματίου βλέπω ένα θέαμα που με καύλωσε αρκετά αλλά και ψιλοκόλλησα. Τη μαμά μου και τη θεία μου γυμνές μετά το ντους που κάνανε, η μαμά μου να σκουπίζεται και η θεία να είναι έτοιμη να βάλει το κιλοτάκι της. Μόλις με είδαν πάγωσαν και αυτές. Η θεία μου προσπάθησε να καλύψει βυζιά και μουνί και η μητέρα μου δεν έκανε τίποτα. Έμεινα εκεί για εικοσιτρία δευτερόλεπτα κολλημένος, ώσπου μου λέει η μάνα μου:

-    «Ωχ. Αγόρι μου, γρήγορα ήρθες, περίμενε λίγο έξω».

-    «Εντάξει», λέω και βγήκα στο μπαλκόνι έχοντας στο μυαλό μου την καυλωτική εικόνα που μόλις είδα.

Είχα καυλώσει. Μετά από λίγο έρχεται η μητέρα μου φορώντας μια μακριά άσπρη μπλούζα ως τα μπούτια περίπου και κάθεται δίπλα μου.

-    «Συγγνώμη ρε μάνα που μπήκα έτσι, που να το φανταστώ;»

-    «Δεν πειράζει πασά μου, γίνονται αυτά, αφού μένουμε μαζί. Εγώ δεν είχα πρόβλημα, απλά λίγο η θεία σου σοκαρίστηκε». Λέει χαμογελώντας.

-    «Ε και εγώ για αυτό σοκαρίστηκα».

-    «Τι; Που την είδες γυμνή;» μου λέει με ύφος πονηρό.

-    «Ε, λίγο, εντάξει εσένα μπορεί να σε έχω ξαναδεί αλλά τη θεία… τι να πω;» είπα λίγο αμήχανα.

-    «Δεν πειράζει, θεία σου είναι και αυτή, αίμα μου» μου λέει και μου χαϊδεύει το κεφάλι.

-    «Εντάξει, να πάω να κάνω ένα ντους και εγώ. Ελπίζω να ντύθηκε», λέω γελώντας αν και δεν ήθελα καθόλου να είχε ντυθεί.

Μπαίνοντας μέσα, η θεία είχε ήδη ντυθεί και μόλις με βλέπει μου λέει:

-    «Συγγνώμη βρε παλικάρι μου για πριν αλλά χτύπα και εσύ μια πόρτα» μου είπε κάπως συνοφρυωμένη.

-    «Ε, βρε θεία που να το φανταστώ; Οκ δε πειράζει, ξέχνα το».

-    «Ε, βέβαια. Εσένα τι να σε πειράξει; Είδες και τις δυο μας γυμνές», λέει έχοντας ένα μειδίαμα στο πρόσωπο της.

-    «Τι λες τώρα βρε θεία; Άσε να κάνω και εγώ ένα ντους» και πήγα προς το μπάνιο σκεπτόμενος γιατί να είπε κάτι τέτοιο η θεία μου.

Αναρωτιόμουν: ξέρει τίποτα, κατάλαβε τίποτα η μαμά μου και της το είπε, θα γίνω ρεζίλι, ντροπή, θα με στείλουν.
Όταν τέλειωσα, βγήκα στο μπαλκόνι να φάμε και κάθισα στο τραπέζι. Αφού φάγαμε και δεν ειπώθηκε τίποτα για το συμβάν, η θεία μου βάζει τα πόδια της στη διπλανή καρέκλα και μετά από λίγο μου λέει να της κάνω ένα μασάζ στα πόδια. Εξεπλάγην.

-    «Τι; Εγώ ρε θεία; Τώρα μασάζ; Βαριέμαι, ας σε κάνει η αδερφή σου».

-    «Έχω δουλειά εγώ, να μαζέψω και να πλύνω», μου λέει και σηκώνεται να πάει τα πρώτα πιάτα μέσα.

Είχα πολλές καύλες, τρελαινόμουν για τέτοια σκηνικά, αλλά δεν ήθελα να δείξω ότι γουστάρω κλπ. Ήθελα να το παίξω λίγο αδιάφορος, βαρύς.

-    «Έλα βρε τεμπέλη, κάνε λίγο μασάζ τα πόδια της θείας σου».

Κάθομαι στη καρέκλα που είχε τα πόδια της και μου λέει να της κάνω τα πέλματα και τα δάχτυλα. Φορούσα μια βερμούδα και ένα φανελάκι. Η θεία μου ένα κάτι σα νυχτικό φαρδύ μέχρι το γόνατο, γκρι.
Παίρνω τα πόδια της πάνω στα δικά μου και αρχίζω να της τρίβω το ένα πέλμα αρχικά και τα δάχτυλα.

-    «Καλά το κάνω ή είναι δυνατά;»

-    «Καλά είναι, συνέχισε έτσι, να ‘σαι καλά βρε παιδί μου» μου λέει και κάνει το κεφάλι της προς τα πίσω.

Εντωμεταξύ έρχεται η μητέρα μου για τα υπόλοιπα λέγοντας:

-    «Α, τελικά της κάνεις ε; Έτσι μπράβο και η θεία σου σε μεγάλωσε, τώρα να την περιποιηθείς και εσύ…» χαμογελώντας.

Σε μια φάση η θεία μου ανοίγει τα λίγο τα πόδια της, τόσο ώστε να φανεί το κιλοτάκι της. Προς έκπληξη μου, δε φορούσε κιλοτάκι. Έπαθα πλάκα. Έμεινα εκεί να κοιτάω το μαύρο "κιλοτάκι" της. Όταν κατάλαβε ότι κοιτούσα εκεί, έκλεισε τα πόδια της κοιτώντας με λίγο θυμωμένα. Κατάλαβε προφανώς. Εμένα άρχισε να μου σηκώνεται και τώρα ήταν το πραγματικό πρόβλημα, θα το καταλάβαινε γιατί εκεί κοντά είχε τα πόδια της. Της λέω:

-    «Τέλος. Κουράστηκα και βαρέθηκα» και της αφήνω κάτω τα πόδια.

Με κοίταξε με έκπληξη.

-    «Καλά, πάω για ύπνο».

Είχα ξανακαυλώσει πολύ, έπρεπε να χύσω. Πήγα στο μπάνιο και άρχισα να το παίζω δυνατά και γρήγορα και να σκέφτομαι αυτά που έγιναν. Σε μια σακούλα ήταν κάτι άπλυτα, πήρα ένα κιλοτάκι, δεν ξέρω αν ήταν της μαμάς ή της θείας και το έχυσα ολόκληρο.
Το απόγευμα ξαναπήγαν για μπάνιο, αλλά εγώ βαριόμουν.

Όταν γύρισαν και μετά το ντους τους, η μητέρα μου φορώντας το μπουρνούζι της, κάθισε στη καρέκλα στο μπαλκόνι να βάλει κάτι κρέμες στα πόδια της. Κάθισε φάτσα σε μένα. Άπλωσε τα πόδια της στην καρέκλα, άνοιξε λίγο το μπουρνούζι κ άρχισε να αλείφεται. Όταν το είδα αυτό, σκέφτηκα: «θα φαίνεται και μουνί». Έκανα λίγο πιο κάτω και κοίταξα διακριτικά. Άκουσα κάτι φωνές από πίσω, ήταν ένα ζευγάρι γέρων από το διπλανό μπαλκόνι που έβλεπαν και το δικό μας. Δε ξέρω γιατί, αλλά γούσταραν να κοίταγαν τη μητέρα μου να βάζει κρέμες στα πόδια της και πιθανόν να βλέπουν και το μουνί της και επίσης να έχουν καταβάλει ή ακούσει ότι είμαι γιος της.

Κοίταξα διακριτικά και φαινόταν το μουνί της μαμάς. Ξυρισμένο το μπικίνι και από πάνω και γενικά κλαδεμένο. Ένιωθα και καύλα και αμηχανία. Έτσι όπως κούναγε τα πόδια κάποιες φορές φαινόταν πιο πολύ η τρύπα. Έρχεται από μέσα και η θεία μου και κάθεται παραδίπλα μου. Της λέω:

-    «Θα βάλεις κ εσύ κρέμες;»

-    «Όχι, γιατί ρωτάς;» μου λέει.

-    «Έτσι», της είπα.

Είχα αρχίσει να καυλώνω πάλι. Η θεία πρέπει να κατάλαβε τι κοιτούσα.

-    «Καλά βρε που κοιτάς; Κι εσύ βρε κλείσε λίγο τα πόδια σου…»

-    «Εγώ;» της λέω απορημένος.

-    «Ορίστε; Τι λες; Τι έγινε;» ρωτάει η μάνα μου τη θεία μου.

-    «Τώρα θες να σου απαντήσω;»

-    «Τι λες καλέ; Κοιτάνε οι απέναντι;»

-    «Βρε ο μικρός κοιτάει;»

Και με κοιτάνε και οι δύο με ένα παγωμένο βλέμμα.

-    «Τι κοιτάω ρε θεία, τι λες;»

Η μητέρα μου είχε ήδη κλείσει τα πόδια της, και λέει απορημένη και χαμηλόφωνα:

-    «Δε κατάλαβα, νόμιζα ότι κοίταγαν οι δίπλα. Ε, εντάξει ο μικρός αγοράκι είναι, μπορεί λίγο να κοίταξε τη μαμά του. Αφού είμαι μπροστά του τι να γίνει; Έτσι δεν είναι;» λέει και κοιτάει εμένα.

-    «Ε, ίσως κάπως έτσι, ναι. Σιγά, τι έγινε;»

-    «Σιγά τι έγινε να κοιτάς το μουνί της μαμάς σου βρε;» λέει σιγανά η θεία.

-    «Έλα τώρα ρε θεία, η μαμά δεν είχε πρόβλημα. Εσύ τι λες;»

-    «Σουτ βρε, θα μας ακούσουν», λέει η μητέρα μου.

Πέρασαν οι ώρες και ήρθε το βράδυ. Είχα μείνει στη βεράντα με τη μητέρα μου. Η θεία μου είχε ξαπλώσει και έβλεπε τηλεόραση. Φόραγε το νυχτικό της η μαμά μου που μπροστά είχε ένα κορδονάκι.

-    «Να σου πω κιόλας κάτι. Συγγνώμη για το απόγευμα αν σε πείραξε, απλά κοίταξα λίγο, κατά λάθος πιο πολύ…» της λέω.

-    «Ναι βρε αγόρι μου, δε πειράζει εντάξει, τι να γίνει τώρα. Άσε να λέει».

-    «Ε, τι να πω κι εγώ, ξέρω εγώ;»

Είχε και πολύ ζέστη και η μαμά ανοίγει τα κορδονάκια από μπροστά και φαίνεται το βυζοχώρισμα και λίγο από τα βυζιά.

-    «Άμα δει τώρα η θεία σου, λες να νομίζει ότι τώρα κοιτάς τα βυζιά μου;» λέει γελώντας

Χαμογελάω…

-    «Ε, τι να πω, έλα ντε;»

Εγώ όντως διακριτικά κοιτούσα τα βυζιά της και τις μεγάλες τις ρώγες που ξεχώριζαν και αχνοφαίνονταν από το νυχτικό της.

-    «Έχει πολύ ζέστη, πάω να βάλω κάτι πιο ελαφρύ» μου λέει.

Έρχεται και φορούσε ένα ραντάκι ανοιχτό πολύ μπροστά και φαινόντουσαν τα μισά βυζιά της σχεδόν και από κάτω ένα σαν μποξεράκι λίγο φαρδύ. Ήταν θέαμα αυτό που έβλεπα μπροστά μου. Αρχίσαμε να μιλάμε για διάφορα θέματα, αλλά το βλέμμα μου κάθε τόσο ήταν στα βυζιά της. Άρχισε να μου σηκώνεται. Της λέω:
-    «Να σου κάνω μασάζ στα πόδια, θέλεις;»

-    «Ναι. Αχ πασά μου σε ευχαριστώ», είπε χαμογελώντας.

Βάζει τα πόδια της πάνω μου, και αρχίζω να την τρίβω.

-    «Σε ευχαριστώ πολύ, είναι πολύ ωραίο αυτό», μου λέει.

Χαμογελάω και συνεχίζω, ώσπου το ένα πέλμα της κατά λάθος ακουμπάει τη λίγο σηκωμένη πούτσα μου. Το καταλαβαίνει και μου λέει:

-    «Βρε, τι είναι αυτά; Ορμές έχεις;»

-    «Ε, τι λες;»

-    «Έλα που τι λέω; Χαζή δεν είμαι…»

-    «Ε, εντάξει μπορεί λίγο. Έχει ζέστες, είμαι αγόρι...» και σκύβω το κεφάλι.

-    «Μη ντρέπεσαι» μου λέει, «συμβαίνουν αυτά».

-    «Σχέση έχεις;», με ρωτάει.

-    «Τώρα όχι, έχει λίγο καιρό που άφησα μία».

-    «Την άφησες ε; Αχ άντρακλα μου εσύ!»

-    «Θες να πας μέσα;» με ρωτάει.

-    «Όχι, γιατί;»

-    «Ε, επειδή έχεις ορμές, να πας στο μπάνιο να ηρεμήσεις…»

Την κοιτούσα παγωμένος. Πρώτη φορά η μητέρα μου λέει κάτι τέτοιο.

-    «Όχι ρε μαμά», της λέω.

-    «Δε μου λες, της θείας σου το σώμα που είδες το πρωί σου άρεσε;»

-    «Τι ρωτάς ρε μάνα τώρα; Τι είναι αυτά που λες;»

-    «Έλα βρε πες, οι δυο μας είμαστε…»

-    «Ε, τι να πω; Καλό!»

-    «Πιο είναι πιο καλό, το δικό μου ή της θείας;»

Δεν πίστευα στα αφτιά μου με την συζήτηση που είχαμε.

-    «Ε, πάνω κάτω το ίδιο, αλλά πιο πολύ το δικό σου…» της είπα διστακτικά.

-    «Να σου πω κάτι; Είχα καταλάβει ότι μερικές φορές με κοιτούσες πονηρά. Βασικά θα έπρεπε να ντρέπεσαι, αλλά τι να κάνουμε;»

-    «Το είπες στη θεία αυτό;»

-    «Ναι της το έχω πει, το ξέρει».

-    «Αμάν! Καλά ρε μαμά γιατί το είπες; Ρεζίλι. Και καλά, ήσουν τόσο σίγουρη;»

-    «Ε, γυναίκα είμαι εκτός από μαμά σου, ξέρω…»

Είχα ακόμα καύλες και ήμουν σηκωμένος. Σε μια φάση, σηκώνεται η θεία μου και έρχεται προς τα έξω.

-    «Τι λένε τα πουλάκια μου;»

-    «Τίποτα, διάφορα…», της λέω.

-    «Λοιπόν, να σας καληνυχτίσω βγήκα, θα τα πούμε το πρωί».

Ξαναμπήκε μέσα και μετά από λίγη ώρα, αφού δεν ξανασυζητήσαμε το θέμα, πήγαμε και εμείς για ύπνο. Μόλις μπήκαμε είδαμε τη θεία να κοιμάται αυτή στο ράντσο που ήταν για μένα. Λέω της μητέρας μου:

-    «Γιατί κοιμάται εδώ;»

-    «Ίσως να βολεύεται εδώ, ίσως να μην ήθελε να είναι δίπλα στο παράθυρο, δεν ξέρω…»

Μένω με το μποξεράκι και ξαπλώνουμε και καληνυχτιζόμαστε. Από όλη την ημέρα, είχα καύλες, έπρεπε να χύσω. Η μαμά φορούσε αυτό το ανοιχτό ραντάκι και έτσι όπως ήταν στα πλάγια, φαίνονταν οι βυζάρες τις και λίγο η μία ρώγα. Έμεινα ξύπνιος αρκετή ώρα. Όταν δεν μπορούσα να κρατήσω άλλο την καύλα μου, και μιας και η μάνα μου είπε ότι έχει καταλάβει ότι την βλέπω πονηρά καμιά φορά, είπα να κινηθώ προς αυτήν σιγά-σιγά. Ήταν στα πλάγια και με είχε πλάτη.

Πάω από πίσω της, πλάγια κι εγώ και την αγκαλιάζω. Ο καυλωμένος πούτσος μου ακουμπούσε τα κωλομέρια της. Με το ένα χέρι μου ακουμπούσα λίγο τα βυζιά της που ήταν από έξω από το ραντάκι. Ήταν τρελό αλλά και πολύ καυλωτικό γιατί ήταν και η θεία παραδίπλα. Γούσταρα πολύ. Άρχισα να κουνιέμαι λίγο και να χαϊδεύω απαλά τα βυζιά της. Σε μια φάση, η μαμά ξύπνησε λίγο και μου είπε:

-    «Πήγαινε λίγο πιο εκεί παιδί μου…»

Δεν κουνήθηκα καθόλου. Βάζει το χέρι της στα κωλομέρια της και πιάνει το πούτσο μου. Γυρνάει και με κοιτάει. Σκέφτηκα: «Ωχ αυτό ήταν, με σκότωσε!». Λέει ψιθυριστά:

-    «Καλά ρε τι κάνεις, δε ντρέπεσαι;»

-    «Ε, συγγνώμη, έχεις δίκιο, απλά επειδή κατάλαβες όπως μου είχες πει και έχω και ορμές... νόμιζα είσαι πιο ελεύθερο άτομο» της λέω και εγώ ψιθυριστά.

-    «Τι να σου πω τώρα; Είναι και η θεία σου εκεί, δεν σέβεσαι τίποτα;»

Πήγα να τραβηχτώ λίγο, αλλά δεν με άφησε, κρατούσε τη πούτσα μου που από την τρομάρα μου άρχισε λίγο να πέφτει. Έμεινα αμίλητος, με κοιτούσε.

-    «Συγγνώμη, χίλια συγγνώμη…» της λέω σοκαρισμένος.

Ήταν ένα ωραίο και άσχημο βράδυ παράλληλα. Το πρωί φοβόμουν μήπως θα το έλεγε στη θεία, αλλά προφανώς δεν είπε τίποτα. Πήγαν μόνες τους για μπάνιο, φάγανε μόνες τους, εγώ έλειπα την πιο πολλή ώρα για μπάνιο μόνος μου. Μου είπε η μητέρα μου ότι τελικά θα φύγουν μια μέρα νωρίτερα και αν είναι να φύγουμε αύριο όλοι μαζί. Την ρώτησα γιατί τελικά κοιμήθηκε εκεί η θεία και μου είπε πως δεν ήθελε να είναι δίπλα στο παράθυρο όπως μου είχε πρωτοπεί.

Αυτή η ημέρα ήταν ήσυχη και αμήχανη θα έλεγα από πλευράς μου. Τίποτα παρόμοιο με τα χθεσινά δεν είχε γίνει. Το βράδυ κάτσαμε όλοι μαζί στη βεράντα και λέγαμε περί ανέμων και υδάτων. Η μητέρα μου, που παρότι είχε την ευκαιρία, δεν μου ανέφερε ως τώρα τίποτα για τα χθεσινοβραδινά. «Καλό και αυτό!», σκεφτόμουν.
Η θεία μου πήγε για ύπνο νωρίτερα και η μάνα μου κάθισε να δει τηλεόραση. Ξάπλωσα δίπλα της. Μετά από ώρα και ενώ η θεία είχε ήδη κοιμηθεί. Γυρνάει προς τα εμένα η μητέρα μου και μου λέει:

-    «Είσαι ενοχλημένος από το χθεσινό ε;» ρώτησε σιγανόφωνα.

-    «Ε, κάπως ναι, συγγνώμη και πάλι...»

-    «Σε κατάλαβα εσένα, σήμερα είχες τις μαύρες σου» μου είπε χαμογελώντας,

Έπιασε τα χέρια μου και μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα. Κάτι που σπάνια έκανε η μαμά. Φορούσε πάλι το ίδιο ραντάκι.

-    «Εγώ συγγνώμη παιδί μου. Θες να κατεβάσω το ραντάκι να δεις το στήθος μου;»

Δεν περίμενα αυτή την ερώτηση, αλλά κατάλαβα ότι ήρθε η στιγμή.

-    «Ναι» της λέω.

-    «Ξέρω τι θέλεις, αλλά δε γίνεται…» μου είπε.

Άρχισε να μου σηκώνεται πολύ. Ξαφνικά βάζει το χέρι της και μου την πιάνει ενώ κοιτούσα τα υπέροχα βυζιά της με τις καυλωμένες καφέ ρώγες της. Αρχίζει να μου το παίζει σιγά-σιγά, κι εγώ της λέω:

-    «Θέλω να πιάσω τα βυζιά σου μαμά!»

Χαμογελάει.

-    «Πιάσε αγόρι μου, πιάσε τα βυζάκια της μαμάς. Έλα…»

Βάζω τα χέρια μου και αρχίζω να τα χουφτώνω αργά και μετά πιο έντονα πιο δυνατά.

-    «Μαμά άμα συνεχίσεις έτσι θα... ξέρεις!»

-    «Τι; Θα χύσεις; Ε, χύσε. Αυτό δε θες;»

Με το που το είπε έβγαλα όλα τα χύσια μου, όλη τη καύλα για τη μητέρα μου. Ήταν κορυφαίο αυτό που γινόταν. Έχυσα πάνω στα χέρια της. Είχε κάτι χαρτομάντιλα δίπλα και σκουπίστηκε.

-    «Αχ, Ευχαριστώ πολύ!» της λέω με ένα ύφος ανακούφισης.

-    «Χαίρομαι που ικανοποιήθηκες!»

Και με καληνυχτίζει. Μετά από λίγη ώρα, η πούτσα μου ήταν πάλι κάγκελο. Όταν γύρισε πλάτη σε μένα η μαμά, αποφάσισα να της κολλήσω πάλι. Έβαλα το χέρι μου μέσα από το ραντάκι να πιάνω τις καυλωμένες ρώγες της. Εκείνη τη στιγμή ξυπνάει με κοιτάει και λέει:

-    «Μην βγάλεις άχνα, κάντο αλλά τσιμουδιά!», μου είπε γυρνώντας το κεφάλι της.

«Αυτό ήταν!» σκέφτηκα, «θα τη γαμήσω επιτέλους!». Βγάζω την πούτσα μου από το μποξεράκι και την ακουμπάω στα κωλομάγουλα της. Την τρίβω. Μου την πιάνει και την οδηγεί στο μουνάκι της που αρχικά το έτριψε λίγο με τη πούτσα μου. Έβαλε και λίγο τα δάχτυλα της και γρήγορα είχε υγραθεί πάρα πολύ. Ένιωθα τα υγρά του μουνιού της με την πούτσα μου. Δεν είχα σταματήσει να χουφτώνω τα βυζιά της και τις ρώγες της.
Το χώνω μέσα στο μουνί της. Υγρό ζεστό και βαθύ. Το τέλειο μουνί.

Ήμουν όσο πιο αθόρυβος μπορούσα, ούτε μπορούσα να κινούμαι γρήγορα. Άρχισα να την γαμάω αργά… τα αρχίδια μου χτυπούσαν στον κώλο της και μου τα έπιανε, και την πούτσα.
Όταν ήταν να χύσω, έβγαλα έξω την πούτσα μου, και έχυσα πάνω στον κώλο της. Είχε βάλει και αυτή το χέρι της πάνω στην πούτσα μου και όταν έχυσα, γυρνάει σε εμένα έχοντας τα χύσια μου στο χέρι της.

-    «Τόσο πολύ το ήθελες αυτό ε;»

-    «Ναι», της λέω και τη φιλάω στο στόμα πεταχτά.

-    «Κάτι τελευταίο θέλω…» της λέω. «Να γλύψω λίγο τα υγρά σου….»

Ξαφνιάστηκε. Βάζει το χέρι της στο μουνί και πιάνει υγρά και μου τα δίνει να τα γλύψω.

-    «Όχι έτσι.. ξέρεις…»

-    «Όχι, θα ξυπνήσει!», λέει.

-    «Σε παρακαλώ…» της λέω και σηκώνομαι σιγά-σιγά και μπαίνω κάτω από το σεντόνι.

Ανοίγει τα πόδια της και μπροστά μου έχω την ανοιχτή μουνάρα της μαμάς να στάζει από υγρά. Αρχίζω να την γλύφω. Δεν έβγαλε κιχ η μαμά. Της δάγκωνα την κλειτορίδα την σάλιωνα, έχωνα τη γλώσσα μου στο μουνί της και ένιωσα υγρά να βγαίνουν. Είχε χύσει. Έκανα τη μαμά μου να χύσει. Και μάλιστα στο στόμα μου. Πήγα δίπλα της. Είχε ακόμα τα χύσια μου στο χέρι της, με κοιτάει και τα βάζει στο στόμα της. Εκεί ήταν που ξανακαύλωσα και της βάζω το χέρι στην πούτσα μου πάλι.

-    «Όχι πάλι, θα ξυπνήσει τελικά!»

Την γυρνάω στα πλάγια και αρχίζω πάλι να την γαμάω. Προσπάθησα να το βάλω και στον κώλο της αλλά ήταν στενά και θα πονούσε και θα φώναζε. Γρήγορα έχυσα πάλι πάνω στη κωλάρα της.
Ήταν ένα καταπληκτικό βράδυ.
Την επόμενη μέρα ετοιμάσαμε τα πράγματα και φύγαμε όλοι μαζί. Δεν αναφέρθηκε τίποτα. Δεν έγινε τίποτα ξανά από τότε.