Δεν το περίμενα από την πεθερά

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Η ιστορία που θα σας πω είναι πέρα για πέρα αληθινή και έχει να κάνει με την ξεκωλιάρα (όπως αποδείχτηκε) πεθερά μου. Λοιπόν εγώ καταρχάς είμαι τριανταπέντε,...

η γυναίκα μου τριάντα και η πεθερά τώρα πενηνταπέντε.

Με τη γυναίκα μου ζούμε μαζί τα έξι τελευταία χρόνια και τα τέσσερα χρόνια έχω και την πεθερά μαζί γιατί την ήθελε η γυναίκα μου για να μας βοηθάει με το μωρό αλλά και επειδή είναι χωρισμένη και η γυναικούλα μου την λυπότανε την πήραμε μαζί. Η πεθερά μου είναι γύρω στο 1.62, παχουλίτσα θα έλεγα αλλά όχι χοντρή, είναι η γυναίκα με καμπύλες, κωλάρα και βυζάρες. Έχει χωρίσει πολλά χρόνια επειδή ο άντρας της την κεράτωνε από ότι μου έχει πει η γυναίκα μου.

Η ιστορία που θα σας πω έγινε πριν τρία χρόνια. Τότε η πεθερά μου ήταν πενηνταδύο αλλά έδειχνε η καριόλα πέντε με έξι χρόνια νεότερη, δηλαδή την έκανες σαρανταπέντε με σαρανταέξι! Όταν έφτανε παρασκευή απογευματάκι και ο καιρός ήταν καλός, έπαιρνα την γυναίκα μου την πεθερά και το μωρό και πηγαίναμε στο εξοχικό μας στο Πόρτο ράφτη και την αράζαμε και γυρνάγαμε Κυριακή βραδάκι. Αυτό γινότανε συνέχεια, αλλά μια απογευματιάτικη και ανοιξιάτικη παρασκευή η πεθερά μου μας είπε ότι δεν νιώθει καλά, ότι πονάει η μέση της και τα πόδια της και προτιμούσε να κάτσει σπίτι να ξεκουραστεί. Έτσι συμφωνήσαμε να την αφήσουμε εκεί και να ξεκουραστεί και να πάμε οι τρεις μας, όπως έγινε.

Κατά τις επτά το απογευματάκι ήμασταν Πόρτο Ράφτη έξω από το σπίτι, αλλά η χαζούλα η γυναίκα μου, μας είχε ετοιμάσει μια έκπληξη... άσχημη. Δεν είχε πάρει τα κλειδιά του σπιτιού μαζί, τα είχε ξεχάσει στην άλλη τσάντα. Αφού άκουσε λίγο από τα μπινελίκια μου, αποφασίσαμε αυτή μάλλον με το γιο μου να τους πάω στην παραλία να κάνουν μια βουτιά και να πάω εγώ πίσω στην Αθήνα να φέρω τα κλειδιά και όταν γυρίσω να πάω να τους πάρω από την θάλασσα.

Σε σαράντα λεπτάκια ήμουνα Αθήνα έξω από την εξώπορτα του σπιτιού μας. Μόλις έφτασα έβαλα τα κλειδιά στη πόρτα, άνοιξα και μπήκα. Εδώ θέλω να σας πω ότι το σπίτι μας είναι μεζονέτα, τα υπνοδωμάτια και τα τρία είναι επάνω. Μόλις ξεκίνησα να ανεβώ τις σκάλες, άκουσα κάποια αντρικά γελάκια από το βάθος του διαδρόμου όπου εκεί βρισκόταν το δωμάτιο της πεθεράς. Πάλι καλά που άκουσα αυτά τα περίεργα γελάκια γιατί ήμουν έτοιμος να φωνάξω την πεθερά μου για να μην τρομάξει, γιατί από ότι κατάλαβα δεν με είχε ακούσει που μπήκα στο σπίτι. Αλλά που να με ακούσει....

Έτσι, γεμάτος περιέργεια να ακούσω και να δω τι γινόταν στο δωμάτιο της πεθεράς, προχώρησα σιγά-σιγά στο διάδρομο και σε λίγα λεπτά ήμουν δίπλα από την πόρτα της την οποία η μαλάκω δεν την είχε κλείσει και για αυτό ακουγόντουσαν οι φωνές από την σκάλα. Μόλις έκανα λίγο το κεφάλι μου δεξιά για να μπορέσω να δω από τη μικρή χαραμάδα που είχε μείνει από την πόρτα ανοιχτή, τι να δω; Η πεθερά μου είχε σκύψει γυμνή και τσιμπούκωνε έναν άντρα επάνω στο κρεβάτι, και από ότι είδα και έμεινα μαλάκας, ο άντρας αυτός ήταν ένας μαύρος που δούλευε από κάτω μας στο μανάβικο βοηθός του κυρίου Παναγιώτη του ιδιοκτήτη.

Είχα μείνει μαλάκας! Δεν πίστευα σε ότι έβλεπα γιατί η πεθερά δεν μας είχε δείξει κανέναν τέτοιο χαρακτήρα. Τόσα χρόνια φαινόταν σεμνή και ταπεινή. Αλλά αυτές δεν λένε να φοβάσαι; Αμέσως έκανα λίγο πίσω για να ηρεμήσω από το θέαμα που είδα και τότε δεν ξέρω πως μου καρφώθηκε η ιδέα να τους βιντεοσκοπήσω. Πήγα σιγά-σιγά στο υπνοδωμάτιο μου πήρα την κάμερα. Της έβαλα κάτι αλκαλικές μπαταρίες που είχα, για καλό και για κακό, και ξαναπήγα πάλι έξω από το δωμάτιο της τσιμπουκλούς πεθεράς μου.

Έβαλα την κάμερα στην χαραμάδα που είχε απομείνει ανοιχτή και άρχισα να τους τραβάω. Ο μαυρούκος είχε λιώσει από το τσιμπούκι που του έκανε η πεθερά μου γιατί έβγαζε τρελούς αναστεναγμούς. «Πρέπει να το έκανε ωραία η πουτάνα η πεθερά!» σκέφτηκα και εκεί για πρώτη φορά καύλωσα με την πάρτη της! Ο μαυρούκος μπορεί να ήτανε κοντούλης αλλά την είχε μεγάλη, και παρόλο το μέγεθος η πεθερά σε κάθε μπούκωμα τον εξαφάνιζε. Αμέσως μετά ο πιτσιρικάς (γιατί σε σχέση με την πεθερά μου ήτανε πιτσιρικάς, ήτανε δεν ήτανε τριάντα), την τράβηξε από κάτω και την έριξε με δύναμη στο κρεβάτι.

-    «Σου άρεσε πασά μου; Σου άρεσε;» του έλεγε η ξεκωλιάρα. «Τώρα έλα να με γαμήσεις εσύ. Έλα από πάνω, τι περιμένεις;»

Εδώ θέλω να σας πω ότι η πεθερά, με το που γύρισε και ξάπλωσε στο κρεβάτι για να την γαμήσει ο μαύρος, τότε εγώ αντίκρισα για πρώτη φορά τη μουνάρα της. Μαυρίλα σκέτη! Ούτε στα πλάγια δεν το είχε ξυρίσει η πουτάνα. Εκείνη τη στιγμή ο πιτσιρικάς φτύνει το ματζαφλάρι του και της τον καρφώνει με πολύ δύναμη. Τα βογκητά της πεθεράς ήταν ανεπανάληπτα! Φωνές και κραυγές ηδονής έβγαιναν από το στόμα της…

-    «Ναι! Έλα γαμιά μου, έλα αγόρι μου, αχ, αχ, αχ, αχ! Έλα να χύσω με δύναμη, έλα… γάμα με πασά μου. Πιο δυνατά! Ωχ, ωχ, ωχ! Τι μου κάνεις μαύρε μου! Αχ, αχ, αχ! Τελειώνω! Χύνωωωωω!!! Πήδα με!!!»

Εκείνη τη στιγμή κι εγώ μούσκευα το σλιπάκι μου γιατί με την κάμερα στο χέρι και τα κοντινά μου, ένιωθα πως την γάμαγα κι εγώ. Αμέσως μετά ο μαυρούλης ήταν έτοιμος να χύσει και της τον βγάζει έξω.

-    «Έλα, έλα στο στόμα…» της είπε με σπαστά ελληνικά.

Τότε η γριά η καυλιάρα, του τον άρπαξε και τον βύθισε στο στόμα της πάλι, και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τα φλόκια του εκτινάχτηκαν όλα μέσα στο στοματάκι της γλυκιάς πεθεράς μου. Ο μαύρος πάνω στο χύσι του έλεγε κάτι τρελές λέξεις, πρέπει να ήταν αφρικανικές αλλά ήταν τελείως λιώμα. Και πως να μην ήτανε, αφού η πεθερά μου τον είχε ρουφήξει, το είχε τρελάνει το παλικάρι.

Αμέσως έκλεισα την κάμερα και έφυγα πίσω πολύ σιγά για να μην ακούσουν το παραμικρό. Σε λίγα λεπτά είχα μπει στο αμάξι μου και πήγαινα για Πόρτο ράφτη. Περιττό να σας πω ότι σε όλη την διαδρομή μου ήτανε σηκωμένη γιατί στο μυαλό μου είχα την καυλιάρα την πεθερά μου. Αυτό το στόμα της το ήθελα κι εγώ επάνω στο καυλί μου… αλλά με τι τρόπο; Έπρεπε να σκεφτώ. Είχα ολόκληρο σαββατοκύριακο για να κάτσω να το σκεφτώ...

Το τριημεράκι πέρασε γρήγορα και ήρθαμε πάλι πίσω Αθήνα. Η πεθερά μας το έπαιζε κουλ και ξεκούραστη. Μας είπε ότι καλά που έκατσε πίσω και ξεκουράστηκε γιατί τώρα είναι μια χαρά.

Μετά από κανένα μήνα, ξύπνησα ένα πρωί και σηκώθηκα από ένα τηλεφώνημα της γυναίκας μου. Μου είπε ότι πήγε από το μαγαζί της να ξεκινήσει την απογραφή και ότι τον γιο μας τον είχε αφήσει στην αδελφή της. Θα αργούσε να έρθει και φαγητό θα είχε ετοιμάσει η μάνα της για να φάω. Τότε εγώ με ένα χαμόγελο πονηρό στο στόμα, που θα έμενα για λίγο μόνος μου με την πεθερά μου, σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα να φτιάξω καφέ.

Μόλις βγήκα από το υπνοδωμάτιο μου, άκουσα από δίπλα το νερό να τρέχει. «Η πεθερούλα μου κάνει μπάνιο!» σκέφτηκα και πήγα για εκεί. Έσκυψα και είπα να πάρω λίγο μάτι. Εκείνη την ώρα έκλεισε το νερό και άνοιξε το τζάμι της καμπίνας για να βγει έξω. Το κορμί της έσταζε νερό γιατί η πετσέτα ήταν από έξω από την ντουζιέρα. Δεν είχε σκουπιστεί ακόμα. Οι ρώγες της μαύρες και καυλωμένες από το νερό που έσταζε απάνω τους και η μουνάρα της, δάσος μουσκεμένο. Μόλις έκανε να βγει από την μπανιέρα. δεν άντεξα άλλο και είπα μέσα μου: «Τώρα θα μπω και θα την ξεσκίσω!». Δεν άντεχα, με είχε καυλώσει πολύ άγρια. Και έτσι έκανα…

Με το που ανοίγω την πόρτα και μπαίνω μέσα, εκείνη πάγωσε από την τρομάρα της. Εγώ φόραγα ένα σλιπάκι και το καυλί μου από την καύλα του είχε πεταχτεί απ’ έξω. Αυτή το είδε και αφού το κοίταξε για κάνα δυο δεύτερα, άρχισε να φωνάζει:

-    «Τι κάνεις εκεί Γιώργο; Βγες αμέσως έξω! Δεν ντρέπεσαι; Ανώμαλος είσαι;» και έκανε να πιάσει την πετσέτα για να καλυφθεί.

Τότε εγώ με μια κίνηση, της την άρπαξα και την πέταξα από πίσω μου.

-    «Εγώ είμαι ανώμαλος μωρή πουτάνα ή εσύ που γαμιέσαι με τον αράπη από κάτω;» της λέω.

Και αμέσως πάω κοντά της και της χουφτώνω τη μουνάρα. Εκείνη φώναζε, έβριζε και προσπαθούσε να μου βγάλει το χέρι μου από την μούνα της, αλλά μάταια γιατί εγώ εκείνη την ώρα βύθιζα τα δυο μου δάχτυλα μέσα στην μούνα της που δεν ήταν ακόμα υγρή, αλλά λόγω του νερού μπήκανε εύκολα.

-    «Σταμάτα! Τι είναι αυτά που λες;» μου λέει. «Δεν πας καλά. Ποιος σου τα είπε;»

Εγώ δεν μίλαγα, απλά της κοπάναγα πολύ δυνατά τα δάχτυλα μου μέσα της μέσα στη μουνάρα της και σκύβω και της αρπάζω τη μια ρώγα της και αρχίζω να τη δαγκώνω με πάθος και άγρια βία μαζί.

-    «Θα σε γαμήσω! Δεν αντέχω άλλο…»

Τότε μπαίνω στην καμπίνα τραβάω κι αυτήν που ήταν μισή έξω μισή μέσα, την κολλάω επάνω μου και της βουλώνω το στόμα με τη γλώσσα μου. Πάει να πει κάτι αλλά δεν μπορεί, το στόμα μου είναι επάνω στο δικό της και τη φιλάω με πολύ γλώσσα την πουτάνα. Εκείνη την ώρα βάζω τα χέρια μου από πίσω της και της χουφτώνω τα κωλομάγουλα της. Πεσμένα κάπως, αλλά πολύ μεγάλα και τουρλωτά.

-    «Δεν πρέπει Γιώργο, δεν κάνει… σταμάτα!» μου έλεγε.

-    «Τι σταμάτα μωρή καριόλα;» της λέω.

Εκείνη την ώρα το καυλί μου κάνει μία και βυθίζεται μέσα στην μουνότρυπα της που ήταν βαθιά και μεγάλη -από τα ξεσκίσματα του μαύρου φαίνεται. Της τον έβαζα πολύ ώρα άγρια εκεί στα όρθια ενώ το νερό έτρεχε επάνω στα γυμνά κορμιά μας. Ήμουν έτοιμος να χύσω και πήγα να τραβηχτώ. Τότε εκείνη με μια κίνηση, με κράτησε μέσα της σφιχτά αγκαλιά και μου ψιθυρίζει στο αφτί με μια φωνή μικρού κοριτσιού, με μια φωνή γεμάτη καύλα:

-    «Μέσα μου Γιώργο αγόρι μου, μέσα μου τα θέλω…»

Και εκείνη τη στιγμή τα χύσια μου συναντούσαν τα δικά της μέσα βαθιά στη μουνάρα της. Έχυνε κι αυτή γιατί την είχα αγκαλιά και η ανάσα της είχε γίνει καυτή. Σπαρτάραγε ολόκληρη επάνω μου και τα νύχια της τρυπάγανε τη σάρκα μου. Από εκείνη τη στιγμή είχε γίνει το καλύτερο γκομενάκι που είχα ποτέ! Την είχα κάνει πολύ σπέσιαλ γκομενάρα, τύφλα να έχει η κόρη της.

Άλλη φορά θα σας πω και κανένα άλλο γαμήσι μαζί της. Μέχρι τότε να περνάτε καλά και να γαμάτε!!!