Η θεία στο χωριό

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Πριν από περίπου τρεις μήνες μου καρφώθηκε για κάποιο λόγο μια θεία μου χήρα στο μυαλό. Είναι της μάνας μου η μεγάλη αδερφή, μένει στο χωριό και βάφει τα μαλλιά της. Χαλαρά εξηντάρα. Πηδάω την γυναίκα μου και σκέφτομαι αυτή. Πηδάω κανένα μουνάκι, πάλι αυτή σκέφτομαι. Εμμονή. Το ωραίο είναι ότι ποτέ μα ποτέ δεν την είχα σκεφτεί ερωτικά την θεία μου, ούτε όταν βαρούσα μαλακία για χόμπι.

Στις εκλογές λοιπόν, αν και δεν ήταν προγραμματισμένο, πηγαίνω στο χωριό, μόνος. Πηγαίνω στο πατρικό μου, το οποίο είναι άδειο, και ανοίγω τα παράθυρα να αεριστεί. Στο απέναντι σπίτι τα παράθυρα της θείας μου ήταν κι αυτά ανοιχτά. Δεν πέρασαν ούτε δέκα λεπτά όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η θεία μου και με καλούσε να πάω σπίτι της να φάμε. Της είπα ότι θα αργήσω λίγο, να κάνω ένα μπανάκι. Μου είπε να μην αργήσω για να με δει κιόλας που την έχω ξεχάσει.

Κάνω μπάνιο, φοράω μια φόρμα χωρίς μποξεράκι από κάτω, και πάω. Δεν είχα κάποιο σχέδιο ή τακτική στο μυαλό μου, απλά πήγαινα βλέποντας και κάνοντας. Όταν άνοιξε την πόρτα κατάλαβα. Ήταν βαμμένη, χτενισμένη, και μοσχομύριζε. Με αγκάλιασε με έναν τρόπο αγκαλιάς και τριψίματος, με φίλησε λίγο δειλά και με καλωσόρισε μέσα.

-    «Τι έγινε ρε θεία; Ομόρφυνες!»

Έκανε πως δεν άκουσε.

-    «Έλα, πέρασε μέσα. Κάτσε».

Με τα πολλά με τα λίγα, κάτσαμε, φάγαμε, ήπιαμε τα κρασάκια μας, μιλήσαμε για όλους και για όλα, γελάσαμε, πήρε και τη μάνα μου τηλέφωνο και της παραπονέθηκε ότι δεν μένω σε αυτή κλπ. Και μη έχοντας τι άλλο να πούμε κάτσαμε στον καναπέ.

-    «Το βράδυ θα μείνεις εδώ όμως…», μου λέει.

-    «Δεν ξέρω, θα δούμε… Δεν βάζεις κανένα κρασάκι ακόμη ρε θεία;», της απαντάω.

-    «Εσύ αντέχεις, εγώ ζαλίστηκα ήδη, γριά γυναίκα!», μου λέει.

Το «γριά γυναίκα» το είπε ναζιάρικα όμως. Φέρνει το κρασί, πίνουμε και καθόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλο.

-    «Πες μου εσύ τώρα θεία, σε βρίσκω αστέρι. Τι έγινε;»

Κοκκίνισε η θεία μου αλλά μισογελώντας με ένα τάχα θλιμμένο ύφος μου απαντάει:

-    «Εε! Σιγά το αστέρι…».

Απλώνω το χέρι, της χαϊδεύω τα μαλλιά και της λέω:

-    «Αστέρι θεία! Άκου με που σου λέω…»

Η θεία μου ήταν ήδη χαλβάς, τα έχασε. Τραβάω το χέρι πολύ λίγο, πιο σιγά από ότι θα έπρεπε, και της προτείνω να πάει να ξαπλώσει αν δεν νιώθει καλά και ότι εγώ άναψα από το κρασί και θα πάω λίγο στο μπάνιο. Μου απάντησε με μισόλογα. Σηκώνομαι, της δίνω ένα φιλί, στο μάγουλο και καλά, αλλά πιο κοντά στο λαιμό και το αφτί και της λέω:

-    «Έλα, μη το σκέφτεσαι. Πήγαινε να ξαπλώσεις».

Σηκώθηκε με ένα απλανές ύφος αλλά πριν προλάβει να μου απαντήσει κάτι της πιάνω το κεφάλι και λέγοντας «πόσο το θέλω» την φιλάω στο στόμα. Δεν τραβήχτηκε, έκατσε και την φίλησα.

-    «Δεν κάνει…», μου είπε όταν την άφησα.

-    «Αν το θέλουμε κάνει. Κι εγώ το θέλω!», της είπα και συνέχισα: «Εσύ δεν θέλεις; Θέλεις».

Και την ξαναφιλάω. Αυτό ήταν. Με έσφιξε, μου πέταξε τη γλώσσα της στο στόμα (σουβλερή πολύ) και απογειώθηκε.

-    «Το θέλω η τρελή, το θέλω!», έλεγε συνέχεια.

Την πήρα εκεί στον καναπέ λέγοντας της ότι μόνο γι’ αυτήν ήρθα στο χωριό γιατί την σκεφτόμουν συνέχεια.

-    «Κι εγώ σε σκεφτόμουν συνέχεια αγόρι μου, κι εγώ…»

Χρειάστηκα κάμποση ώρα για να χύσω. Έχυσα μέσα της και έμεινα για λίγο εκεί μέχρι να ηρεμήσουμε λίγο από τον πήδουλο.

-    «Ναι αγόρι μου. Με έχυσες! Με γάμησες ψωλαρά μου! Πουτσαρά μου!», ήταν τα λόγια της όταν τη γαμούσα.

Στον καναπέ, αφού έχυσα, μου χάιδευε το στήθος χωρίς να μιλάει. Αιωρούταν μια αμηχανία στην ατμόσφαιρα. Όπως με χάιδευε της ζήτησα να μου πάρει μια πίπα αλλά αρνήθηκε.

-    «Αυτά τα κάνουν οι μικρές, δεν θέλω…», μου είπε.

Δεν επέμεινα και πολύ. Κάποια στιγμή την παρότρυνα να πάει να κάνει ένα ντουζάκι και πήγε. Αφού άκουσα το νερό να τρέχει πήγα κι εγώ στο μπάνιο, μπήκα μαζί της στη μπανιέρα και άρχισα να την τρίβω και να την χαϊδεύω. Το απολάμβανε πάρα πολύ, ώσπου τελικά απογειώθηκε όταν ξεπλένοντας την πλάτη της γονάτισα και της έγλειψα την κωλοτρυπίδα και το μουνί της από πίσω. Τρελάθηκε. Δεν της είχαν ξαναγλείψει την κωλοτρυπίδα ενώ το τελευταίο γλειφομούνι ίσα που το θυμότανε.

Μούγκριζε πλέον, δεν βογκούσε. Δεν ήταν η θεία από προηγουμένως. Βγήκαμε από την μπανιέρα, την κάθισα στο πλυντήριο με τα μισά κωλομέρια της στο αέρα και έπεσα με τα μούτρα στο μουνί και την κωλοτρυπίδα της. Δεν ξέρω αν είχε οργασμό αλλά τα υγρά της είχαν μια γλυκιά γεύση που τα κατάπια ευχαρίστως. Η καύλα της ήταν τόσο μεγάλη που όταν την κατέβασα από το πλυντήριο, γονάτισε και κατάπιε την πούτσα μου. Με έγλειφε με μανία.

-    «Πάμε μέσα;», της είπα και σηκώθηκε.

Πήγαμε πάλι στον καναπέ όπου και συνέχισε την πίπα.

-    «Σ’ αρέσει αγόρι μου; Το κάνω καλά;», ρωτούσε.

-    «Είσαι αστέρι καύλα μου! Θα σκέφτομαι αυτή την πίπα και θα βαράω μαλακία για πάρτι σου μουνάρα μου! Τα αρχίδια τώρα, μη τα παραμελείς θεία…», της απαντούσα.

Εκείνο το απόγευμα την ξεμούνιασα την θεία μου. Εγώ κάποια στιγμή κουράστηκα να τη γαμάω, αφού η εμμονή της με είχε αγριέψει τόσο πολύ που δεν έχυνα με τίποτε. Απλά τη γαμούσα μανιωδώς. Δεν ξέρω αν είχε τύψεις, πάντως αν είχε κάποιες για λίγο, αυτές εξανεμίστηκαν μετά το απογευματινό γαμήσι.

Αυτά εν ολίγοις (τα περί επεξηγήσεως σκέψεων και συναισθημάτων δεν είναι του παρόντος).