H καυλιάρα θεία μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Η ιστορία είναι 100% αληθινή και συνέβη πριν από δέκα χρόνια όταν ήμουνα δεκαοκτώ χρονών. Από μικρός που άρχισα να μαλακίζομαι ήμουν πολύ, πολύ ενεργός. 

Φαντασιωνόμουν όλες τις καλές γκόμενες που γνώριζα ενώ ήμουν και από τους πρώτους στην ηλικία μου που πήγα σε μπουρδέλο. Γενικά ήμουνα πολύ καυλιάρης!

Το μεγάλο μου απωθημένο όμως ήταν η θεία μου η Σοφία. Η Σοφία είχε παντρευτεί έναν ξάφερφο της μάνας μου με τον οποίο είχε είκοσι χρόνια διαφορά! Μικροπαντρεμένη, με άσχημο άντρα και απίστευτα ερωτική γυναίκα, με κωλάρα μεγάλη και στητή που την τόνιζε φορώντας κολλητά τζιν και στενές κοντές φούστες.  Επίσης τεράστιες βυζάρες, τις οποίες έδινε σε κοινή θέα με ανοιχτά μπλουζάκια και πουκάμισα. Ακόμη σε κοίταζε στα μάτια με ένα βλέμμα πουτανιάρικο και προκλητικό που σε καύλωνε από μόνο του.

Όποτε ερχότανε σπίτι μας για επίσκεψη ή πηγαίναμε εμείς σ' αυτούς προσπαθούσα κάτσω σε καρέκλα ώστε να έχω οπτική επαφή με τις βυζάρες και τις μπουτάρες της. Όπως καταλαβαίνετε, μετά η μαλακία πήγαινε σύννεφο! Όσο όμως μεγάλωνα άρχισε κι αυτή να με βλέπει με άλλο μάτι, καθώς γινόμουν πια άντρας, ψηλός με μεγάλες πλάτες, μελαχρινός και γενικά πολύ αρρενωπός. Έτσι άρχισε να με προκαλεί όλο και περισσότερο...

Στις γιορτές και γενικά φρόντιζε να κάθεται δίπλα μου, ώστε να αγγίζονται τα πόδια μας κάτω από το τραπέζι, με κοιτούσε συνέχεια στα μάτια και προς το μέρος που φούσκωνε το παντελόνι μου. Φυσικά, κι εγώ δεν πήγαινα πίσω, πρόκληση στην πρόκληση: π.χ. όταν με έβλεπε, με φιλούσα πάντα στα μάγουλα, οπότε κι εγώ έβρισκα την ευκαιρία να της πιάνω την κωλάρα, και να γυρίζω το κεφάλι μου διακριτικά ώστε να αγγίζονται οι άκρες των χειλιών μας!

Όπως καταλαβαίνετε όλο αυτό το παιχνίδι μας είχε ανάψει και τους δύο, και ψάχναμε ευκαιρία να γαμηθούμε. Η κατάσταση όμως ήταν επικίνδυνη, δεν έπρεπε να το μάθει κανείς...

Θυμάμαι μια φορά είχε έρθει σπίτι μας και πήγαμε αυτή, εγώ κι η μάνα μου να δούμε μια παρέλαση. Ο κόσμος ήταν πολύς κι έτσι εγώ σαν ψηλότερος στεκόμουν πίσω τους, στο πεζοδρόμιο και βρήκα την ευκαιρία να κολλήσω πάνω στην κωλάρα της την καυλωμένη ψωλή μου και να πασπατέψω την μουνάρα της πάνω από το τζιν. Ακόμα θυμάμαι το βλέμμα που μου έριξε και τον τρόπο που δάγκωνε τα χείλη της.

Το περιστατικό της παρέλασης πήγε να μας βγει ξινό, φαίνεται το παρατραβήξαμε και κάτι κατάλαβε η μάνα μου. Μετά την παρέλαση η θεία μου πρότεινε να πάμε βόλτα σε ένα πάρκο κι η μάνα μου είπε ότι ήταν κουρασμένη. Όταν η θεία μου πρότεινε να πάρει εμένα μόνο, η μάνα μου της είπε ότι ήμουν κρυωμένος, πράγμα που ήταν ψέμα...

Τελικά το πλήρωμα του χρόνου, ήρθε το Καλοκαίρι. Θυμάμαι ήταν της Παναγίας (μεγάλη η χάρη της), οι δικοί μου είχαν πάει διακοπές κι εγώ ήμουν μόνος. Η μάνα μου με είχε πρήξει να πάω εκκλησία να ανάψω κανένα κερί. Δεν είχα κανονίσει τίποτα για βόλτα κι έτσι πήγα. Ενώ βαριόμουνα τρομερά, ξαφνικά το μάτι μου παίρνει την θεία μου. Φορούσε ένα κατακόκκινο ταγέρ με στενή φούστα που τόνιζε την κωλάρα της, είχε βαφτεί, είχε φτιάξει το μαλλί και γενικά ήταν μες την καύλα!  Την πλησίασα αμέσως:

-    «Θεία τι κάνεις; Ο Θείος, τα ξαδέρφια εδώ είναι;»

-    «Άρη μου!» (αγκαλιά και φιλάκι) «Μόνη μου είμαι. Μετά θα βγεις καμιά βόλτα;»

-    «Μπα, κάνει πολύ ζέστη, λείπουν κι οι γονείς μου και λέω να αράξω στο μπαλκόνι. Θες να έρθεις;»

-    «Θα έρθω, όμως για λίγο».

Στον δρόμο προς το σπίτι με τα πόδια, την στρίμωξα σε ένα τοίχο με πρόσχημα να περάσει ένα αυτοκίνητο. Τότε με τρεμάμενη φωνή μου λέει:

-    «Κάνει πολύ ζέστη, έχω φουντώσει...»

-    «Κι εγώ», της απαντώ, ενώ ο πούτσος μου ήταν έτοιμος να σκίσει το παντελόνι.

Τελικά φτάνουμε σπίτι, βγαίνουμε στο μπαλκόνι και πίνουμε αναψυκτικό. Είχαμε φτάσει στο αμήχανο στάδιο που κι οι δύο θέλουνε να πηδηχτούνε, αλλά δεν τολμά κανείς να αρχίσει.

-    «Άρη, γιατί είσαι αξύριστος;»

-    «Έτσι, να φαίνομαι αρρενωπός. Δεν είμαι πια παιδί, είμαι άντρας».

-    «Μμμμμμμ… έτσι κι αλλιώς δείχνεις πολύ άντρας. Για πες μου, έχεις κοπέλα;»

-    «Μπα, βρε θεία, είναι ξενέρωτες, αλλά να σου πω ένα μυστικό; Έχω πάει με πουτάνα!»

Τότε σηκώνεται όρθια και μου λέει:

-    «Μην το ξανακάνεις αυτό, έχουν αρρώστιες!»

-    «Καλά, μόνο μην το πεις στους δικούς μου…»

-    «Κοίτα να δεις αγόρι μου, στην ηλικία σου έχεις πολλές ορμές, το ξέρω, δεν θα πω τίποτα».

Όσο μιλούσε πλησίαζε προς το μέρος μου, το σακάκι της είχε ανοίξει και φαινότανε ένα κολλητό μαύρο μπλουζάκι από κάτω.

-    «Πολύ ζέστη σήμερα», μου λέει. «Έχω γίνει μούσκεμα, να πιάσε να δεις».

Και αρπάζει το χέρι μου και το ακουμπάει στο μπλουζάκι πάνω στις βυζάρες της.
Ε, τότε ξέσπασα. Με το ένα χέρι της πιάνω το λαιμό και με το άλλο της αρπάζω τις βυζάρες και την πλακώνω στα γλωσσόφιλα.

-    «Μουνάρα μου, σε θέλω τόσο καιρό… θα σε γαμήσω από παντού!»

-    «Ναι αγόρι, σκίσε με την καριόλα! Σκίσε με! Αχχχχχχ!»

Την αρπάζω και την βάζω να κάτσει στο τραπέζι. Το μπλουζάκι της και το πουκάμισο μου βγήκανε σε χρόνο ντετέ! Αφού της έβγαλα και το σουτιέν με την βοήθεια της καθώς έτρεμαν τα χέρια μου, άρχισα να πασπατεύω και να γλύφω τα βυζιά και τις ρώγες της, μέχρι που έγιναν πέτρα.

-    «Αχ καυλιάρη μου, θα με κάνεις να χύσω μόνο με ρο χούφτωμα. Τι άντρακλας είσαι εσύ!»

-    «Κι εσύ είσαι τρομερή μουνάρα!»

Χωρίς να πω τίποτα κατεβαίνει απ’ το τραπέζι μου κατεβάζει το παντελόνι και το σώβρακο πέφτοντας στα τέσσερα.

-    «Τι καυλί είναι αυτό αγοράκι μου!»

-    «Πάρ’ το όλο μέσα μωρή!»

Και μου αρχίζει ένα τσιμπούκι, καλύτερο από πουτάνα, ενώ μου έγλυφε και τα αρχίδια. Η θεία όμως ήταν πολύ έμπειρη. Μόλις κατάλαβε ότι πάω να χύσω, σταματάει τις πίπες ανεβαίνει πάλι στο τραπέζι και κατεβάζοντας φούστα και κιλότα οδηγεί την ψωλή μου μέσα στην μουνάρα της.

Το τι έγινε μετά, δεν περιγράφεται. Πρέπει να γαμηθήκαμε τουλάχιστον πέντε φορές σε όλο το σπίτι. Πισωκολλητά, γλυφομούνια, 69. Τελικά η θεία μου ήταν νυμφομανής!
Το καλό ήταν πώς από τότε έχουμε γαμηθεί κι άλλες φορές κι η κάθε μια φορά είναι καλύτερη από τις άλλες!