Η θεία Καίτη

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Πήρα την απόφαση να σας στείλω την δική μου ιστορία, με την ελπίδα ότι θα μπορέσω επιτέλους να ξεπεράσω το θέμα μου με τη Καίτη. Όχι, η Καίτη δεν είναι κάποια πρώην ή η επόμενη,...

αλλά η θεία μου ή για να το θέσω καλύτερα, η ξαδέρφη της μητέρας μου. Όπως θα διαβάσετε κι εσείς, μιλάμε για μια εμπειρία άκρως ερεθιστική. Δεν ξέρω αν έφταιγε το γεγονός ότι ήταν, απαγορευμένο fun ή επειδή η γυναίκα απλώς δεν παίζεται, όμως όλο το story θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου ως ένα από τα ωραιότερα σκηνικά της ζωής μου. Ελπίζω κι άλλοι φίλοι να έχουν, την ανάλογη με εμένα τύχη.

Ξεκινώ λοιπόν την ιστορία με τη θεία μου…
Πρώτη ξαδέρφη της μητέρας μου ήταν πάντα το απωθημένο μου. Ψηλή, νταρντάνα, η απόλυτη μουνάρα με τεράστια βυζιά και καυλωτικά χείλη. Όταν ήμουν πιτσιρικάς και κάναμε όλοι μαζί διακοπές στην Ερέτρια την έβλεπα να βγαίνει από τη θάλασσα… υγρή, σέξι, και με χαμόγελο, και έτρεχα πίσω στο σπίτι για να την παίξω… με την εικόνα της ολοζώντανη στα μάτια μου.

Μεγαλώνοντας φυσικά είχα πάντα γκόμενες, ανά πάσα στιγμή και ήξερα να περνάω καλά. Η εικόνα της Καίτης όμως, της θείας μου, δεν έβγαινε ποτέ από το μυαλό μου. Είχα να την δω χρόνια και την συνάντησα ξανά φέτος σε μια οικογενειακή συγκέντρωση.

-    «Μιχάλη! Ε, δεν το πιστεύω! Κοίτα πόσο μεγάλωσε! Οολόκληρος παίδαρος!»

Δεν είχε αλλάξει καθόλου. Παρέμενε κούκλα, ζουμερή και καυλιάρα όπως παλιά. Φορούσε ένα θεόστενο λουλουδάτο φόρεμα, ψηλές γόβες και είχε αφήσει τα πλούσια καστανά μαλλιά της να χαϊδεύουν τους ώμους της. Σε κάθε θρόισμα του φουστανιού της, ένιωθα έναν κόμπο στο λαιμό μου, και τον πούτσο μου να σκληραίνει. Ήθελα να αγγίξω τα μπούτια της, να φιλήσω το λαιμό της, να μυρίσω τη σάρκα της που ανέδιδε μια γλυκιά μυρωδιά καθαρού ιδρώτα, αρώματος και… καύλας.

Όλο το βράδυ δεν σταμάτησα να την κοιτάω, χόρευε, έπινε, αστειευόταν και αυτοσαρκαζόταν για το δεύτερο διαζύγιό της. Πως ήταν δυνατόν ο άντρας της να την παράτησε για κάποια άλλη, ποια μπορούσε να συγκριθεί μαζί της;

Κατά τις τρεις το πρωί και ενώ το γλέντι ήταν ακόμη στο peak του η Καίτη παραπονέθηκε ότι νυστάζει.

-    «Δεν υπάρχει περίπτωση να οδηγήσεις» της είπε η μητέρα μου κι εκείνη γκρίνιαξε μισομεθυσμένη.

-    «Θα σε πάω εγώ σπίτι» προσφέρθηκα και η μητέρα μου την έβαλε στο αμάξι μου.

Σιγοτραγουδούσε ένα ιταλικό τραγούδι και προσπαθώντας να βολευτεί με ρώτησε πώς μπορεί να πάει το κάθισμα πιο πίσω. Δύο μέτρα πόδι, πώς να χωρέσει η γυναίκα. Σταματήσαμε στα φανάρια και την βοήθησα. Σκύβοντας πάνω της εκείνη άλλαξε στάση και ξαφνικά το μπούτι της βρέθηκε σχεδόν στο στόμα μου. Κόλαση. Την κοίταξα και εκείνη μισο-ζαλισμένη μου χαμογέλασε. Έβαλα Δευτέρα και συνεχίσαμε…
Έπρεπε να της το πω, να το ξέρει.

-    «Το ξέρεις ότι όταν ήμουν μικρός τον έπαιζα με την πάρτη σου;»

Ετοιμαζόμουν να νιώσω το χαστούκι της…

-    «Το ξέρω. Η μητέρα σου έβρισκε τα σεντόνια σου λερωμένα και μου το έλεγε. Εκείνη πίστευε ότι σε είχε ξελογιάσει η κόρη του απέναντι γείτονα, αλλά εγώ ήξερα, εξαφανιζόσουν κάθε φορά που με έβλεπες» μου μίλαγε σαν να διηγούνταν την ιστορία κάποιου άλλου.

-    «Γιατί δεν είπες ποτέ τίποτα;»

-    «Γιατί πολύ απλά δεν υπήρχε λόγος, και με κολάκευε το γεγονός ότι ο δεκατριάχρονος ανιψιός μου την έβρισκε μαζί μου…»

Σταμάτησα σε ένα πάρκινγκ. Εκείνη απλά, απλούστατα, βολεύτηκε κι άλλο στο κάθισμά της και άνοιξε τα πόδια της χαμογελώντας και προσκαλώντας με.

Βρέθηκα πάνω της αγκομαχώντας. Ρίξαμε κι άλλο τα καθίσματα και έπεσε με τα μούτρα στο λαιμό της… την ρούφηξα και εκείνη γελούσε σαν μικρό κορίτσι. Άγγιζα τις καμπύλες της, χούφτωνα τα μπούτια της, και έφτασα στο στήθος της. Δεν φορούσε σουτιέν, και παρόλα αυτά το στήθος της ήταν εκεί, όρθιο, με ρώγες πεταγμένες έξω έτοιμο να εκραγεί. Μου άνοιξε το πουκάμισο και φιλώντας με στο στήθος μου έβγαλε τη ζώνη, κατέβασε το παντελόνι μου και πήρε στα χέρια της τον πούτσο μου.

Άρχισε να τον φιλάει αργά, απαλά και ηδονικά. Η γλώσσα της σπατουλάριζε με μαεστρία όλο μου το καυλί αφήνοντας το κεφάλι τελευταίο. Με αργές κινήσεις άρχισε να περνάει τη γλώσσα της, γαργαλώντας με σχεδόν, πάνω από το κεφάλι μου. Το πήρε όλο στο στόμα της παίζοντας παράλληλα με την γλώσσα της. Κουνούσα τους γοφούς μου προς τα εκείνη, σαν να της έλεγα, κι άλλο, πιο μέσα, όλο, και εκείνη ήξερε. Με μια γρήγορη κίνηση το έχωσε όλο μουγκρίζοντας καυλωμένη.

Βρεθήκαμε στο πίσω κάθισμα. Άνοιξε διάπλατα τα πόδια της στερεώνοντάς τα στα μπροστινά και με κάλεσε κοντά της.

-    «Θέλω να με πάρεις με τον τρόπο που φανταζόσουν να το κάνεις όταν τον έπαιζες» μου είπε, «ή μάλλον όχι… έχω μια καλύτερη ιδέα, θέλω να σε δω να τον παίζεις και να μου λες όλα όσα φανταζόσουν».

Άρχισα να αυνανίζομαι περιγράφοντάς της όλο το σκηνικό…

-    «Είναι μεσημέρι, όλοι κοιμούνται και εσύ κάνεις μπάνιο στην παραλία. Εγώ πίσω από ένα βραχάκι σε κοιτάω και αρχίζω να χαϊδεύομαι.. ο πούτσος μου έχει φουσκώσει και είναι έτοιμος να εκραγεί. Βγάζεις το μαγιό σου και σε βλέπω να κάνεις μπάνιο γυμνή. Δεν αντέχω άλλο και βουτάω να έρθω κοντά σου. Ξαφνιάζεσαι αλλά σου αρέσει. Σε γαμάω μέσα στη θάλασσα καύλα μου, μέσα στη θάλασσα, αλλά επειδή είσαι πρόστυχη και με θέλεις πολύ, βγαίνουμε έξω. Βρίσκουμε καταφύγιο πίσω από το βραχάκι και σου ανοίγω τα πόδια…»

Και εκεί σταμάτησα…

-    «Και…;» μου λέει εκείνη ξαναμμένη μη μπορώντας να σταματήσει να μαλακίζεται, παίζοντας με την κλειτορίδα της.

Τα λόγια μου και οι κινήσεις μου ήταν παράλληλες…

-    «Και στον χώνω καύλα μου… χώνω τον πούτσο μου μέσα στο γατάκι σου και δαγκώνω τις ρώγες σου…»

Την ένιωθα να σπαρταράει, η σάρκα της ήταν καυτή. Κάθε πόρος του δέρματός της είχε ανατριχιάσει από ηδονή. Την κράτησα από τη μέση και την ανασήκωσα ελαφρά. Δεν ξέρω αν βρήκα το σημείο G της, πάντως εκείνη τη στιγμή ούρλιαξε, φώναζε, χτυπιόταν από ηδονή τη στιγμή που η εθνική οδός βούιζε από κορναρίσματα και προσπεράσματα με μεγάλες ταχύτητες.

Τελείωσα μέσα της χωρίς σκέψη. Ήθελα να γεμίσω το μουνί της με τα χύσια μου… όπως τόσα χρόνια που φαντασιωνόμουν.

-    «Είσαι ο καλύτερος γαμιάς που είχα ποτέ» μου ψιθύρισε και αποκοιμήθηκε ευχαριστημένη.

Μετά από δυο μέρες έφυγε για την Ιταλία όπου πλέον έμενε μόνιμα. Τη συνόδευσα στο αεροδρόμιο. Μου έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μάγουλο και μου είπε:

-    «Το ξέρεις ότι από δω και μπρος θα ζηλεύω τις γυναίκες που θα είναι δίπλα σου;»

-    «Δεν χρειάζεται» της είπα, «γιατί καμία δεν είναι σαν και σένα».

Και το εννοούσα.