Άρχοντας στο σπίτι

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)

Το e-mail μου είναι το:

Όλα ξεκίνησαν πριν τέσσερα χρόνια. Ονομάζομαι Λάμπρος και είμαι 24 ετών 1.73 και ελάχιστα γεμάτος (όχι χοντρός) καστανόξανθος με ανοιχτά μάτια. Έχω πάρει από τον ''κερατά''...

μπαμπά (θα σας μιλήσω μετά γι’ αυτό) και έχω και μια αδερφή Χριστίνα.

Το Χριστινάκι αντίθετα είναι τέσσερις πόντους ψηλότερή μου και πολύ μελαχρινή με μακρύ άγριο μαύρο μαλλί, ίδια η μάνα μου. Όπως είπα και πριν, η μάνα μου έχει χωρίσει εδώ και εννέα χρόνια και αιτία ήταν ότι απατούσε τον πατέρα μας με κάποιον γκόμενο από άλλη πόλη που όταν κανόνιζαν έρχονταν Αθήνα μόνο και μόνο για να την πηδάει σε ξενοδοχεία και να φεύγει.

Τη μάνα μου τη θυμάμαι από μικρό παιδί να είναι πάντα προκλητική και να αρέσκεται στο να επιδεικνύει οτιδήποτε δικό της. Από τα παπούτσια μέχρι το πόσο καλά μαγείρευε. Έτσι και στο ντύσιμο της άρεσε να φοράει ρούχα που αναδείκνυαν τα πλούσια κατά τα άλλα προσόντα της. Μεγάλα, λίγο πεσμένα βέβαια βυζόμπαλα, αλλά με κάτι ρώγες σαν πετροκέρασα και γεμάτη τουρλωτή κωλάρα με μπουτάρες ζουμερές και τέλειες σφικτές γάμπες μόνιμα πάνω σε ψηλοτάκουνα.

Ήταν γενικά και αθυρόστομη και δεν είχε ταμπού ούτε στο να πει μπροστά μας πούτσα μουνί κτλ. αλλά και δεν κόλλαγε να κυκλοφορεί στο σπίτι με εσώρουχα ή να βγαίνει από το μπάνιο ολόγυμνη μέχρι να σκουπιστεί και να ντυθεί. Έτσι λοιπόν δεν ήταν λίγες οι φορές που είχα ακτινογραφήσει τα πάντα στο κορμί της μανούλας.

Από μικρός είχα αρχίσει να τον παίζω αμέτρητες φορές παίρνοντάς την μάτι την ώρα που κοιμόταν με τα εσώρουχα ή από την κλειδαρότρυπα όταν έμπαινε στο μπάνιο αλλά και με τη φαντασία μου εννοείται. Σαν μόνο αγόρι με δυο γυναίκες στο σπίτι, είχα την εμμονή να μη μπει ξένος άντρας μέσα στην οικογένεια μου, είτε για την μάνα μου αλλά και όταν θα μεγάλωνε η αδερφή μου. Αυτό με έκανε αργότερα απίστευτα σεξουαλικά κολλημένο, τόσο για τη μάνα μου όσο σιγά-σιγά στο μυαλό μου έμπαινε και η μικρή μου αδερφή που μεγάλωνε και γινόταν τρελό μουνάκι.

Η αρχή έγινε ένα πρωί με τη μαμάκα. Είχα κοιμηθεί νωρίς το βράδυ και έτσι ξύπνησα αμέσως τα χαράματα στον ήχο της πόρτας. Η μάνα γύριζε από έξοδο στα κρυφά γιατί δεν ήθελε να καρφώνεται συνέχεια ότι μας παρατάει. Είχε γίνει σταφίδα από το ποτό και έπεσε με τη μία στο καναπεδάκι του σαλονιού βγάζοντας τα όλα εκτός από τα εσώρουχα.

-    «Τι έγινε μάνα;» της λέω. «Εξόδους είχαμε;»

Άρχισε να παραμιλάει να λέει βλακείες αλλά και μου ζητούσε συνέχεια νερό, παυσίπονα, κάτι να φάει και με ευχαριστούσε λέγοντας μου να την πάω στο κρεβάτι και ότι χάρη θέλω σαν ανταμοιβή για όλα αυτά. Καθώς την σήκωσα αγκαλιά, της είχα χουφτώσει κανονικά το ένα κωλομέρι ενώ το άλλο χέρι που την αγκάλιαζε και σχεδόν ακούμπαγε το ζουμερό της βυζόμπαλο που σχεδόν είχε κρεμάσει στα πλάγια. Έγινα τούρμπο. Η πούτσα μου ήταν έτοιμη να εκραγεί καθότι και παρθένος. Έτσι το πονηρό μου μυαλουδάκι ήξερε τι χάρη θα ζητούσε.

-    «Μαμά…» της λέω. «Μια και δεν είσαι πολύ καλά, θα κοιμηθώ δίπλα σου μέχρι να ξημερώσει τελείως μη χρειαστείς κάτι».

-    «Εντάξει Λαμπρούκο» μου λέει.

Χωρίς να το πολυκαταλάβει, κλειδώνω την πόρτα μην μπει καμιά αδερφή μου και της λέω:

-    «Μαμά, ήρθε η ώρα για την χάρη…»

-    «Τι θέλεις;» μου απαντά. «Μηχανή πάντως δε σου παίρνω».

-    «Όχι μαμά…» της λέω. «Κάτι άλλο θέλω να μου πάρεις…»

Και της τον βγάζω έξω. Μόλις τον είδε τα ‘χασε. Αλλά μετά από λίγο γελώντας μου λέει:

-    «Κοίτα τι άντρα έβγαλα. Τι εργαλείο είναι αυτό αγόρι μου; Άντε, θα σε μάθει η μαμάκα να μαστορεύεις κιόλας!»

Επειδή ζαλιζόταν, μου ζήτησε να ανεβώ στο πρόσωπο της και να της τον βάλω εγώ στο στόμα. Έτσι και έκανα. Αφού με είχε τρελάνει στην πίπα, δεν άντεξα και πλημμύρισα τα πάντα. Άρχισε να γελάει και να λέει ότι έτσι είναι στην αρχή και βλέποντας ότι η πούτσα μου ήταν ακόμη κάγκελο και διψούσε ακόμη, μου ζήτησε να φέρω ένα προφυλακτικό από το συρτάρι της. Μου το φόρεσε, άνοιξε τα πόδια και στην κυριολεξία την όργωσα με τη λύσσα του πρωτάρη και ικανοποιώντας μια τρελή μου φαντασίωση.

Από εκεί και μετά, είχαν πέσει κάτι τσιμπούκια της στιγμής στο μπάνιο ή όταν ήμασταν μόνοι σπίτι και τέσσερα-πέντε μετρημένα γαμήσια ακόμη, με τα τελευταία δύο να δοκιμάζω και τον κώλο της μαμάς που ήταν όλα τα λεφτά. Στα είσκοσι μου μόλις απολύθηκα από φαντάρος, έπιασα την αδερφή μου να χαμουρεύεται με κάποιον σε ένα παρκάκι δίπλα στο σπίτι. Αφού έγινε της πουτάνας σπίτι όταν γύρισε, την απείλησα ότι αν την ξαναδώ μπροστά μου να κάνει τέτοια, θα το μάθει και η μάνα και θα την έδερνα τη στιγμή που θα την έβλεπα.

Σκέφτηκα όμως ότι σαν πιστή αντιγραφή της μάνας της, όχι μόνο εμφανισιακά αλλά και στο χαρακτήρα (πουτανάκια), δεν θα υπήρχε κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα να το μάθει η μαμά. Έτσι σκέφτηκα το καλύτερο. Η μικρή ψαχνόταν να τον φάει και να ξεπεταχτεί. Εγώ είχα όπως είπα το κώλυμα να είμαι ο αρχηγός στο σπίτι, αλλά και η επιθυμία να γαμήσω την αδερφή μετά την μάνα (μια μικρή και μια μεγάλη).

Έτσι, ένα βράδυ που οι καύλες μου ήταν τεράστιες (την περίοδο αυτή δεν είχα και κάποια γκόμενα), έριξα την πρόταση.

-    «Έλα εδώ!» της λέω. «Όλα απαιτούν θυσίες. Αν θες να μη ξανασχοληθώ με τα προσωπικά σου, θα πρέπει να κάνεις κάτι για τον αδερφούλη σου…» 

-    «Ότι θέλεις!» μου απαντά.

-    «Άκου…» της λέω. «Θέλω να νιώθω ότι είμαι ο άρχοντας του σπιτιού. Για να γίνει αυτό πρέπει να είμαι πάνω από οποιονδήποτε σε διεκδικεί γι’ αυτό θα με αφήσεις να γίνω ο πρώτος σου έστω και για μια στιγμή».

Κόλλησε.

«Τι εννοείς;» μου λέει.

-    «Άκου: ωραίο γκομενάκι είσαι, παρθενάκι είσαι, το σωματάκι σου με ερεθίζει απίστευτα, και ξέρω ότι και εσύ λυσσάς να τον φας και να ξεπαρθενευτείς. Έλα να τη βρούμε οι δυο μας και μετά κάνε ότι γουστάρεις και εγώ μαζί σου».

-    «Άντε βρε μπαγαπόντη…» μου απαντά. «Τα κατάφερες πάλι με τον τρόπο σου να πάρεις αυτό που θέλεις».

Έτσι λοιπόν την άλλη μέρα, στην πρώτη ευκαιρία που βρήκαμε όταν έφυγε η μάνα, αρχίσαμε το γλέντι. Αφού την είχα βάλει να το ξυρίσει τελείως, άρχισα τα γλυφομούνια και το πασπάτεμα με το δάχτυλο. Άρχισε να έχει σπασμούς καύλας. Είχε γίνει μούσκεμα. Τα υγρά της ζεστά και τέλεια. Της ρούφαγα τα μουνόχειλα συνέχεια και της έβαζα δάχτυλο σιγά-σιγά. Μετά την έβαλα να σκύψει και της τον έβαλα στο στόμα.

Δεν πίστευα στα μάτια μου βλέποντάς την να τσιμπουκώνεται με τέτοια λύσσα και μαεστρία. (Προφανώς είχε ξανά πάρει πίπα και είχε πάρει το κολάι). Ετοιμαζόμουν να χύσω από καύλα. Έτσι τον έβγαλα, φόρεσα την καπότα και άρχισα να της τον τρίβω στο μουνάκι και τον κώλο. Μετά από αρκετές προσπάθειες, κατάφερα να την σπάσω. Της τον βούταγα όλον μέσα και αυτή σπάραζε από πόνο και καύλα μαζί και με αγκάλιαζε σφιχτά ενώ εγώ τη σφυροκοπούσα με δύναμη.

Έχυσα στα βυζιά της πάνω και με το δάχτυλό της πήρε λίγο από το σπέρμα μου για να το δοκιμάσει. Σηκώθηκε χαμογελαστή και ικανοποιημένη και μου έκλεισε το μάτι λέγοντας μου:

-    «Ευχαριστώ… τώρα ο καθένας τη ζωή του, ε;»

Από τότε δε ξαναέγινε τίποτα αλλά αυτό που έμεινε είναι ότι ξέσκισα μάνα και αδελφή και ήμουν ο απόλυτος άρχοντας του σπιτιού..