Η μάνα πηδούσε υπέροχα (3ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Ήταν καλοκαίρι και είχαμε πάει στο εξοχικό μας στην Εύβοια. Ο πατέρας μου πηγαινοερχόταν στη δουλειά του στην Αθήνα και αυτό έδινε άφθονο χρόνο σε μένα και τη μητέρα μου για τρελά γαμήσια. Η μητέρα μου σηκωνόταν νωρίς το πρωί μαζί με τον πατέρα μου, όχι για να του κάνει παρέα, αλλά για ετοιμάσει το φαγητό νωρίς για να έχουμε όλη τη μέρα στη διάθεσή μας για να πηδιόμαστε. Κάθε μέρα πηγαίναμε για μπάνιο.

Έτσι και εκείνο το πρωί πήγαμε για μπάνιο. Η θέα της μητέρας μου με το μαγιό έκανε το καυλί μου πέτρα. Η μάνα μου το διασκέδαζε βλέποντας με καυλωμένο.

-    "Έχεις καύλες αγόρι μου; Άσε τη μαμά να σε βοηθήσει…"

Η πουτάνα όμως με καύλωνε περισσότερο καθώς έμενε ξαπλωμένη μπρούμυτα με το κάτω μέρος του μπικίνι της να έχει μπει μέσα στο κώλο της και τα κωλομάγουλά της να είναι σε κοινή θέα. Η πούτσα μου πονούσε από τη καύλα.

-    "Έλα στο αυτοκίνητο αμέσως γιατί δε την παλεύω άλλο." της είπα και πήγα προς το αμάξι μας.

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για το σπίτι. Η μητέρα μου οδηγούσε φορώντας το μπικίνι της. Η πούτσα μου είχε βγει από το μαγιό μου. Η μάνα μου στη θέα του καυλιού μου άρχισε να γλύφει τα χείλια της προκλητικά. Ξαφνικά με μια κίνηση του χεριού της έβγαλε το πάνω μέρος του μαγιό της. Η μάνα μου οδηγούσε τόπλες. Βλέποντας τα βυζόμπαλα της άρχισα να την παίζω.

-    "Μαμά θέλω να σε γαμήσω εδώ και τώρα."

-    "Ότι θέλει ο γιόκας μου."

Έστριψε σε ένα χωματόδρομο και σε τριακόσια μέτρα σταμάτησε σε ένα ερημικό σημείο. Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο και η μάνα μου κρατούσε την πετσέτα στα χέρια της, ενώ κατευθυνόταν πίσω από κάτι θάμνους.

-    "Μωρό μου δώσ' μου ένα λεπτό." μου είπε.

Στο μεταξύ εγώ είχα κατεβάσει το μαγιό μου και την έπαιζα. Πήγα πίσω από τους θάμνους και αντίκρισα τη μητέρα ξαπλωμένη με τις μπουτάρες ορθάνοικτες να χαϊδεύει το μουνί της.

-    "Η μανούλα σε περιμένει..." μου είπε όλο νόημα, κλείνοντας ταυτόχρονα το ένα μάτι της.

-    "Με έχεις τρελάνει παλιοκαριόλα" της απάντησα.

Χωρίς να χάσω χρόνο άρχισα να ξεσκίζω το μουνί της μάνας μου.

-    "Σκίσε με μωρό μου, γάμα τη μαμά σου, γάμα τη!"

Την κάρφωνα με δύναμη και φώναζα:

-    "Τι πουτάνα μάνα έχω εγώ!"

-    "Πιο δυνατά, γάμα την πουτάνα τη μάνα σου πιο δυνατά." φώναζε η μάνα μου και την κάρφωνα όλο πιο δυνατά.

Σε λίγο έχυνα ασταμάτητα μέσα στο μουνί της μάνας μου.

-    "Χύνω μάνα, χύνω..." φώναζα.

-    "Χύσε μωράκι μου, χύσε, χύσε, έτσι χύσε." μου απαντούσε η μάνα μου.

Η μάνα μου όμως δεν είχε χορτάσει και ήθελε και άλλο. Με ξάπλωσε κάτω και άρχισε να με πηδάει. Καθώς η μάνα μου με καβάλαγε έβλεπα το σοκολατένιο κορμί της να λαμπιρίζει από τον ήλιο και τον ιδρώτα και σκεφτόμουν πόσο τυχερός ήμουν που η μάνα μου ήταν τέτοια μουνάρα.

-    "Τι μουνάρα μάνα έχω." άρχισα να φωνάζω.

Η μάνα μου με πήδαγε σιγά-σιγά με σταθερό ρυθμό και με κοίταζε στα μάτια.

-    "Χύνω αγόρι μου, χύνω" άρχισε να φωνάζει καθώς η μάνα μου έφθανε σε οργασμό.

Σε λίγο έχυνα και εγώ.

-    "Χύνω, χύνω μάνα, χύνω."

Η μάνα μου ξάπλωσε πάνω μου και άρχισε να με φιλάει με πάθος.

-    "Σ' αγαπάω μωρό" μου είπε και συνεχίσαμε το γλωσσόφιλο.

Ήταν μεσημέρι και ο καυτός ήλιος μας έκανε αχόρταγους για σεξ.

-    "Αγόρι μου γουστάρω ένα καλό γλύψιμο. Είσαι για ένα 69;" μου είπε.

Και δίχως να χάσει χρόνο άρχισε να με τσιμπουκώνει, ενώ εγώ έγλυφα το λαχταριστό μουνί της μάνας μου. Γλύφαμε ο ένας τον άλλο σαν τρελοί.
Σε λίγο η μάνα μου έχυνε.

-    "Χύνω, χύνω. Πιέστο όλο το μουνόχυμα της μανούλας!!!" φώναζε.

Και εγώ σαν καλός γιός έπινα και την τελευταία σταγόνα από τα μουνόχυμα της μάνας μου, ενώ ούρλιαζε από ηδονή.

-    "Μαμά θέλω να σου γαμήσω τη σούφρα σου." της είπα.

Σηκώθηκα, την έστησα στα τέσσερα και άρχισα να γλύφω την κωλοτρυπίδα της μάνας μου.

-    "Τι γλυφοκώλι είναι αυτό μωρό μου. Την τρελαίνεις τη μανούλα!" φώναζε η μάνα μου.

Ξαφνικά καθώς συνέχιζα το γλυφοκώλι η μάνα μου μέσα από τους αναστεναγμούς άρχισε να με παρακαλάει να της γαμήσω τον κώλο.

-    "Σκίσε την κωλάρα μου αγόρι μου, σκίστην μου."

Χωρίς χρονοτριβή άρχισα να ξεκωλιάζω την μάνα μου με όλη μου τη δύναμη.

-    "Έτσι ξεκώλιασε την, την μανούλα, ξεκώλιασέ την!" φώναζε η μάνα μου.

-    "Παλιοξεκωλιάρα, με έχεις τρελάνει. Τι ξεκωλιάρα μάνα έχω εγώ!" φώναζα και γαμούσα την κωλοτρυπίδα της μάνας μου όλο πιο δυνατά.

-    "Θέλω να πιω τα πηκτάδια σου αγόρι μου" είπε η μάνα μου.

Χωρίς να χάσει χρόνο γονάτισε μπροστά μου και άρχισε τα λαρυγγοτσίμπουκα. Γαμούσα το στόμα της μάνας σαν μανιακός και φώναζα:

-    "Τσιμπούκωνε μάνα, τσιμπούκωνε. Τι τσιμπουκλού μάνα έχω εγώ."

Σε λίγο άρχισα να χύνω και η μάνα μου έπινε τα χύσια μου αχόρταγα.

-    "Χύνω μάνα, χύνω. Κατάπιε τα, κατάπιε τα, κατάπιε τα!" φώναζα ενώ έτρεμα ολόκληρος από καύλα και η μητέρα μου έπινε και την τελευταία σταγόνα από τα χύσια μου.

Ξαπλώσαμε και οι δύο και αφού βρήκαμε την αναπνοή μας φορέσαμε τα μαγιό μας, μπήκαμε στο αμάξι και η μάνα μου άρχισε να οδηγεί προς το εξοχικό μας. Το μεσημεριανό γαμήσι είχε ανοίξει την όρεξη και των δυο μας.