Ερωτική επαφή με την θεία μου (2ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Μετά την επιστροφή στο χωριό, σε πέντε μέρες αναγκάστηκα να φύγω πάλι λόγω της στρατιωτικής μου θητείας. Σε περίπου ένα μήνα επέστρεφα πια μόνιμα.

Η θεία μου μόλις έμαθε ότι ήρθα ερχόταν σπίτι μου πολύ συχνότερα για καφέ και πάντα φορούσε φουστίτσες που με προκαλούσαν.

Σε κάποια επίσκεψη της με πετυχαίνει σπίτι μόνο μου.
Ήρθε και με αγκάλιασε σφιχτά και με φίλησε πεταχτά στα χείλια. Ψιθύρισα στο αφτί της:

-    «Σε θέλω…»

-    «Κι εγώ… Μου έλειψες…» μου είπε και έφυγε.

Εντωμεταξύ η θεία μου έχει ένα καφενείο στο χωριό και το δουλεύει με τον άνδρα της ο οποίος όταν έρχεται το βράδυ. Πίνει απίστευτα και δεν ξέρει τι του γίνεται και αναγκάζεται να φύγει στο σπίτι.

Στο καφενείο ευτυχώς υπάρχει ένα δωμάτιο σαν μικρό υπνοδωμάτιο. Η θεία μου η δέσποινα πολλές φορές κοιμάται εκεί καθώς πολλές φορές κλείνει αργά στις δύο τη νύχτα και το πρωί στις έξι ανοίγει. Άσε που σχεδόν κάθε μέρα μαλώνει με τον μεθυσμένο άνδρα της και δε πάει σπίτι.

Τέλος πάντων την πρώτη μέρα που γύρισα όπως σας είπα έπεσαν οι αγκαλιές και τα φιλιά. Την δεύτερη μέρα τα ξημερώματα παίρνω ένα μήνυμα από τη θεία μου.

«Έλα στο μαγαζί. Δεν μπορώ να κοιμηθώ και θέλω να μιλήσουμε».

Η ώρα ήταν 3:30 περίπου. Παίρνω το μηχανάκι και πάω καφενείο όσο πιο διακριτικά μπορούσα, αν και η γειτονιά ήταν άδεια. Η δέσποινα με περίμενε και με έβαλε πολύ γρήγορα μέσα στο καφενείο και με πήγε στο δωμάτιο.

Με αγκαλιάζει πολύ σφιχτά και αρχίσαμε να φιλιόμαστε παθιασμένα. Τη ρίχνω στο κρεβάτι και μπαίνω ανάμεσα στα πόδια της και άρχισα να τρίβομαι. Φορούσε φούστα με ένα μαύρο καυτό καλσόν και είχε βγάλει όλα τα μπούτια της έξω.

Την ώρα που άρχισα να την γλύφω στα πόδια της και στα πατουσάκια της που είναι και τα αγαπημένα μου, μου λέει:

-    «Θέλω να τα φτιάξουμε μωρό μου. Σε έχω ανάγκη. Θέλω να κοιμάμαι δίπλα σου. Θέλεις;»

-    «Και φυσικά θέλω!», της απαντάω.

Πραγματικά τη γούσταρα. Ήταν και είναι η γυναίκα που ήθελα πάντα, αν και θεία μου, δε με ένοιαζε καθόλου. Μετά από αυτά την ξάπλωσα στο κρεβάτι, της μισό-έβγαλα το καλσόν, κατέβασα και το βρακάκι της και έγλυφα δέκα λεπτά το ξυρισμένο μουνάκι της.

Βογκούσε τόσο δυνατά, που πίστευα ότι θα μας ακούσουν. Δεν έλεγχε τον εαυτό της. Μετά της βγάζω όλα τα ρούχα και μπήκα ανάμεσα στα πόδια της και την πήδηξα με πάθος.

Μέχρι τις έξι το πρωί το κάναμε τέσσερις-πέντε φορές. Είχαμε γεμίσει πιπιλιές σε όλο το σώμα μας.
Από τότε αυτή είναι η φωλιά μας. Σχεδόν μέρα παρά μέρα το κάνουμε χωρίς να μας καταλαβαίνει κανείς.