Η ανιψιά τον ήθελε τρελά

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Κάποτε πριν από αρκετά χρόνια εργαζόμουν στα αστικά λεωφορεία. Εκείνο το βράδυ έφευγα από την Αθήνα με προορισμό τη Λούτσα. Ήταν άνοιξη, και ο ψυχικός μου κόσμος βρισκόταν στα ύψη του.

Μετά από 10 λεπτά από την αναχώρηση του λεωφορείου από την αφετηρία, μέσα από τους καθρέπτες του λεωφορείου διαπίστωσα ότι ένα μικρό αυτοκίνητο, όπου σταματούσα σε στάση, σταματούσε κι αυτό πίσω μου. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία γιατί αυτό συμβαίνει τακτικότατα, καθώς κάποιος ή κάποια περιμένουν και ακολουθούν το λεωφορείο για να πάρουν κάποιον όταν κατέβει. Μα όταν αυτό συνεχίστηκε, προσπάθησα να δω τον οδηγό. Τελικά ήταν μια κοπέλα στη θέση του οδηγού, η οποία προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από το λεωφορείο για να μην τη δω. Αφού μου έσπασε τα νεύρα που δεν μπορούσα να τη δω, την αγνόησα. Αυτή βέβαια, εξακολουθούσε να με ακολουθεί.

Όταν έφθασα στη Λούτσα, το μικρό αυτοκίνητο, ως δια μαγείας είχε εξαφανισθεί. Τότε σκέφθηκα ότι ο καλός της είχε αποβιβασθεί και τον είχε παραλάβει. Αφού κατέβηκα από το λεωφορείο και είχα 45 λεπτά μέχρι να ξαναφύγω, αποφάσισα να πάω να πιω ένα καφέ σε παρακείμενη καφετέρια.

Τότε την είδα μπροστά μου. Η ανιψιά μου!!!! Τι κάνεις εδώ γλυκιά μου, τι ρώτησα! Σε ακολουθούσα θείε μου να δω που θα πας, μου αποκρίθηκε. Έχεις παραγγείλει καφέ, με ρώτησε. Έλα να σε πάω μια βόλτα και θα σε ξαναφέρω να φύγεις. Ποιος ο λόγος; εγώ ο χαζός! Απλά σε επιθύμησα και αποφάσισα να σε ακολουθήσω και να σε τρελάνω αφού δεν θα ήξερες ποια θα ήμουν. Μπήκα μέσα στο αυτοκίνητο της με μια τρεμούλα στη καρδιά, χωρίς να ξέρω γιατί. Πήγαμε στη παραλία, αράξαμε να δούμε τη θάλασσα και εκεί έπαθα το πρώτο έμφραγμα.

Ούτε λίγο, ούτε πολύ, η Ίρις - 19 ετών 1.75 ύψος, γύρω στα 55 κιλά, καστανόξανθη - μου είπε ότι είναι τρελή για μένα, με σκέφτεται κάθε ώρα και στιγμή, δεν μπορεί χωρίς εμένα, λιώνει κάθε βράδυ για μένα, έχει χαϊδέψει ατελείωτες φορές το υγρό μουνάκι της με τη σκέψη μου και μόνο και εκείνη τη στιγμή ακούμπησε το χέρι της πάνω στο πούτσο μου. Ξαφνικά ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Αισθάνθηκα σαν σχολιαρόπαιδο, που το μαλώνει ο δάσκαλος. Τρελάθηκα, καύλωσα, πήρα ανάποδες. Είσαι τρελή, της λέω! Ναι, για σένα, μου είπε. Κάθε βράδυ βάζω το δάχτυλο μέσα στο μουνάκι μου και σε φαντασιώνομαι. Με γαμάει ο γκόμενος μου και εσένα φαντάζομαι. Βρίσε με, διώξε με, αλλά άσε με να σε ευχαριστηθώ για 15 λεπτά. Ήμουν συγχυσμένος, δεν ήξερα τι να κάνω!

Τότε σαν αποχαυνωμένος κάθισα και με φίλησε. Θειούλη μου, Θειούλη μου, είμαι τρελή για σένα, και τόσο μου έτριβε το πούτσο πάνω από το παντελόνι. Δεν τολμούσα να κάνω κάτι, δεν τολμούσα να αντισταθώ. Η Ίρις, ένα καυλωμένο μουνάκι, που ζήτημα ήταν εάν τον είχε φάει πέντε - δέκα φορές, μου άνοιγε το φερμουάρ και μου έβαζε το χέρι της μέσα από το εσώρουχο και έπιανε το Νικολάκη, που είχε γίνει τεράστιος. Βγάλτο θείε μου το παντελόνι σου, να σε ευχαριστηθώ. Αυτό το θείε, με έστελνε αδιάβαστο, αλλά ταυτόχρονα με καύλωνε. Δεν έκανα τίποτα. Τα είχα χαμένα. Τα έκανε όμως όλα αυτή.

Μου κατέβασε το παντελόνι μέχρι τους αστραγάλους και αφού μου έγλειψε τα αρχίδια για πολλή ώρα, ώσπου δεν άντεχα, τον έβαλε μέσα στο στόμα της με τέτοια μαεστρία, που θα τη ζήλευε η καλύτερη πουτάνα του είδους. Σαν υπνωτισμένος προσπάθησα να της βάλω χέρι. είτε στο στήθος, είτε στο μουνί της. Δεν ήξερα τι έκανα, έβριζα τον εαυτό μου για αυτή τη φάση, αλλά από την άλλη καύλωνα και μόνο καύλωνα. Δεν με άφησε να της βάλω χέρι!

Άσε με σήμερα θείε μου να σε εξυπηρετήσω εγώ και μόνο εγώ. Τέτοιο τσιμπούκι δεν έχω ξαναγευτεί μέχρι σήμερα, εάν θέλετε το πιστεύετε. Καυλιάρη θείε μου, τι πούτσος είναι αυτός; Τι καυλάρα έχει ο θείος μου; Έπαιρνε το πούτσο μου και τον χτύπαγε στο κεφάλι της. Πρώτη φορά έβλεπα τόσο λυσσασμένη γυναίκα. Έπαιρνε το πούτσο μου και τον έφτανε μέχρι τη ρίζα μέσα στο στόμα της. Τον ρούφαγε σαν το καλύτερο γλειφιτζούρι. Τα αρχίδια μου είχαν πάρει φωτιά, ένοιωθα ότι ήμουν κοντά σε έναν ατελείωτο οργασμό. Όταν τη προειδοποίησα ότι θέλω να χύσω και να τραβήξει το στοματάκι της, αυτή αυτό που έκανε ήταν να με τσιμπουκώσει περισσότερο, μη χάσει κάποια σταγόνα. Όταν άρχισα να χύνω, νόμιζα ότι πέθανα και πήγα στο παράδεισο. Κατάπινε, κατάπινε χωρίς σταματημό. Νόμιζα ότι ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Νόμιζα ότι ο χρόνος είχε κυλήσει τόσο πολύ που έχασα το δρομολόγιο μου. Και όμως είχαν περάσει μόνο δέκα λεπτά.

Το μουτράκι της αναψοκοκκινισμένο με μια σταγόνα χύσι στην άκρη από το στοματάκι της. Ο πούτσος μου προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι έγινε και εγώ χαμένος στο διάστημα. Σου άρεσε θείε μου; Αυτό το γαμημένο θείε μου, μου χτύπαγε στο μυαλό. Αμέσως ένοιωσα ένοχος. Μην νοιώθεις ένοχος, γιατί ακόμα δεν ξέρεις τι σε περιμένει. Σαν τι δηλαδή; ξεστόμισα! Θα δεις, μου λέει. Πάμε να φύγουμε τώρα για να μην χάσεις το δρομολόγιο σου.

Φύγαμε, εγώ σαν υπνωτισμένος δεν της απηύθυνα καν το λόγο. Με άφησε έξω από το λεωφορείο μου και προσπαθούσα να καταλάβω ότι έγινε, εάν ήταν αλήθεια ή ψέματα! Το κατάλαβα ότι ήταν αλήθεια, όταν ήρθε μια ημέρα στο εξοχικό μου, ξαφνικά - μετά από λίγες ημέρες - που ήμουν με ένα φίλο μου και πίναμε τα κρασιά μας και κάναμε ένα απόλυτο, υπέροχο, εκστασιαστικότατο τριολέ.