Οικογενειακοί δεσμοί

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Από την πλευρά του Νίκου

Όλα είναι σκατά. Εντάξει, όχι όλα! Καλά που υπάρχει κι αυτό το ρημάδι το ίντερνετ όπου μπορείς να πεις και μια κουβέντα με κάποιους που έχουν τα ίδια προβλήματα με σένα...

Με λένε Νίκο. Είμαι 19 και παρθένος. Όχι στο ζώδιο. Οι παρέες μου είναι λίγες και με μια λέξη: Φυτά. Βλέπετε, έχω ένα μικρό πρόβλημα... Πραγματικά μικρό. Η ψωλή μου (φουλ σηκωμένη) είναι 11 cm. Άντε να βρεις γκόμενα με τέτοιο ‘γαριδάκι’.

Έτσι η αγαπημένη μου εκτόνωση είναι η μαλακία μπροστά στο κομπιούτερ. Ρε πούστη μου! Βλέπω τους τύπους με κάτι παλαμάρια εξωπραγματικά να το χώνουν σε κάτι απίθανες μουνάρες και με πιάνει κατάθλιψη. Έτσι βλέπω κυρίως λεσβιακά και κάτι μανάρια που αυνανίζονται μόνα τους και παρηγορούμαι.

Τώρα τελευταία συνέβη κάτι που μου άλλαξε το τρόπο σκέψης:  Ενώ ποτέ πριν δεν τους είχα ακούσει (ίσως και να μην είχα δώσει σημασία), οι γονείς μου ξεσκίζονται κάθε βράδυ. Τα βογκητά τους ακούγονται μέχρι το περίπτερο στη γωνία. Γαμώτο μου. Τι διάολο πάθανε; Θύμωνα στην αρχή που τους άκουγα. Εγώ με τη χείρα και τα πέντε ορφανά κι αυτοί γαμήσι του σκοτωμού. Είναι άδικο.

Σιγά - σιγά όμως άρχισε να μου αρέσει. Περίμενα πως και πως να ακούσω τους ήχους του ξεσκίσματός τους με το χέρι στη ψωλή. Ναι! Τον έπαιζα ακούγοντας τους γέρους μου. Φανταζόμουν τη μάνα μου να γαμιέται και η καύλα μου απογειωνόταν. Η μάνα μου είναι νταρντάνα, βυζαρού και μπουτού. Ανώμαλος, ξανώμαλος, καύλωνα συνέχεια με τη σκέψη ότι τον έπαιρνε και φαντασιωνόμουν ότι το δικό μου ψωλάκι μπαινόβγαινε στη μουνάρα που με γέννησε,

Πήρα ένα μαγνητοφωνάκι (δημοσιογραφικό) και κατέγραφα τα μουγκρητά τους για να τον ξαναπαίξω με την ησυχία μου. Μπήκα και σε κάτι sites με ώριμες γυναίκες και βρήκα κάτι τύπισσες που έμοιαζαν με τη Νανά (έτσι λένε τη μάνα μου). Ειδικά μια, ήταν σαν αδελφή της στο πιο μελαχρινό. Οι μαλακίες που τράβαγα ήταν αμέτρητες. Και ξαφνικά, ένα βραδάκι που γύρισα απ’ τη σχολή, σκάει μύτη η μάνα μου. Με σοβαρό ύφος άρχισε να με ρωτάει διάφορες μαλακίες (αν είχα γκόμενα κλπ.).

Στην αρχή το ‘παιζα βαρύ πεπόνι λέγοντας της ότι αυτό είναι δική μου υπόθεση και άλλες τέτοιες παπαριές, αλλά εκείνη επέμεινε. Αφού της ξεκαθάρισα ότι δεν είμαι αδελφή κι ότι μ’ αρέσουν οι γυναίκες, με ρώτησε αν έχω κάποιο άλλο πρόβλημα και με ρώταγε κάθε μέρα. Είχαμε γίνει  -πώς να το πω;- φιλαράκια. Πρώτη φορά είχαμε έρθει τόσο κοντά. Τελικά, απ’ έξω, απ’ έξω, της είπα ότι δεν είμαι και ιδιαίτερα ‘προικισμένος’ και είδα την αμηχανία της να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της. Μετάνιωσα σχεδόν αμέσως που το ξεφούρνισα, αλλά μάνα μου είναι, σκέφτηκα,

Αυτό που ακολούθησε τις επόμενες μέρες, ούτε στα πιο άγρια όνειρά μου δεν το είχα δει. Η μανούλα μου άρχισε να σκάει μύτη τα βραδάκια στο δωμάτιο μου με κάτι αμφιέσεις που θα προκαλούσαν καρδιακό και στον πάπα. Με κάτι νεγκλιζέ κοντά και με μεγάλο ντεκολτέ και καθόταν απέναντί μου σταυρώνοντας τις μπουτάρες της. Μιλάγαμε περί ανέμων και υδάτων. Εκείνη έβλεπε τηλεόραση σχεδόν αφηρημένα κι εγώ καρφωνόμουν στις μπουτάρες της και στις βυζόμπαλες της (καθόλου αφηρημένα).

Το ψωλάκι μου ήταν μονίμως σηκωμένο και έκανα φιλότιμες προσπάθειες να φαίνομαι κουλ. Μου έλεγε ότι είμαι καλό παιδί και καλοφτιαγμένο και -γελώντας- ότι αν ήταν νεότερη (και όχι μάνα μου φυσικά), θα με ήθελε για σύντροφο. Με το που πέρναγε λίγο η ώρα, μισόκλεινε τα μάτια της κι εγώ τότε άρχιζα να χαϊδεύομαι κάτω απ’ τα σκεπάσματα.

Απίστευτο! Μαλακιζόμουν μπροστά στη μάνα, για εκείνη. Φοβερή καύλα! Με το που μπήκε η Άνοιξη, άρχισε να σκάει μύτη στην κρεβατοκάμαρα μου και χωρίς σουτιέν. Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ. Οι βυζάρες της δεν μπορούσαν να κρυφτούν από το κομπινεζόν και οι ρώγες της... Αχ αυτές οι ρώγες της!

Οι μαλακίες μου πήγαιναν σύννεφο κι αυτές τις φορές δεν κρατούσα καν τα προσχήματα. Να φανταστείτε, ούτε στο site με την ‘αδελφή’ της δεν έμπαινα πια. «Δεν μπορεί», σκεφτόμουνα, «αποκλείεται να μην το ‘χει καταλάβει»! Αλλά αυτή η ιδέα ότι η μάνα μου ήθελε να μαλακίζομαι για πάρτι της, το έκανε ακόμα πιο καυλωτικό. Εντωμεταξύ, άλλαξε και η συμπεριφορά μου. Δεν ήμουν πια ο φύτουλας που δεν τολμούσε να μιλήσει στις γκόμενες. Αν μια νταρντάνα σαν τη μάνα μου γουστάριζε, ποια μαλακισμένη γκομενίτσα θα μπορούσε να με ταπεινώσει;

Με τη Ρένια γνωριζόμαστε απ’ το Δημοτικό... Τώρα τελευταία άρχισα να την πλησιάζω και να κάνουμε παρέα. Το Σαββατοκύριακο, θα πάμε στο σπίτι του θείου της στον Πόρο και ελπίζω τη Δευτέρα να μην είμαι πια παρθένο. Σ’ ευχαριστώ Νανά, Μάνα, Μητέρα, Μαμά, που μου έδωσες αυτοπεποίθηση.