Η ξαδέρφη δεν έπρεπε να πιει (1ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Λοιπόν, με λένε Χρήστο και είμαι από μια παρακμιακή επαρχιακή μικρή πόλη. Έχω μια  ξαδέρφη πολύ όμορφη καστανόξανθη με ωραία καστανά μάτια, κάτι βυζάκια μέτρια μα πολύ στρογγυλά και στητά σαν κορομηλάκια,

λεπτό σωματάκι και ένα κωλαράκι μόνο για γλύψιμο και  μπατσάκια..

Η ξαδέρφη μου λέγεται Λένα και είναι πολύ ήσυχη μέχρι και τώρα... ήταν καλή μαθήτρια και πολύ συνεπής με τα αγόρια και πολύ ντροπαλή...

Η ιστορία αυτή έγινε όταν ήμουν εγώ 18 και αυτή 20...  λοιπόν η Λένα είχε περάσει σε μια σχολή σε μια κοντινή πόλη από την δικιά μου... ακόμα πιο παρακμιακή εκείνη μα με θάλασσα.

Τέλος πάντων, με συμπαθούσε πολύ... και Χρήστο μου και αγορίνα μου και όμορφε και τέτοια... και όλο μου έλεγε να πάω. Ε, κι  εγώ κανένα Σαββατοκύριακο πήγαινα. Όταν πήγαινα, καθόμουν και αυτή κυκλοφορούσε με  κάτι κοντά νυχτικάκια με εσωρουχάκια από μέσα που ίσα-ίσα βασανιστικά τα γαμημένα τα  έβλεπες!

Ε, τι να κάνω και εγώ η πούτσα μου καύλωνε. Και αυτή όλο χαμογελάκια μα καθόλου πρόστυχα. Στην κοσμάρα της το χαζοπούτανο. Ε, ρε γαμώτο εγώ είχα γαμήσει τρία  μουνιά μόνο πιο πριν και ήμουν πάνω στις καύλες μου σαν μικρός… έτσι τραβούσα πολλές  μαλακίες για χάρη της όταν γυρνούσα σπίτι μου...

Μια μέρα λέω ως εδώ τέρμα, όλα για όλα! Πάω πάλι στο φοιτητικό της σπίτι για Σαββατοκύριακο. Όταν φτάνω πάλι τα ίδια.. μικρό νυχτικάκι άσπρο και μαύρα εσώρουχα. Τώρα λέω αυτή είναι και χαζοπαρθένα τι να κάνω… και την προκαλώ να παίξουμε χέρι με στοίχημα σφηνάκια.

Ε, ποτό στο ποτό αυτή είχε γίνει ντίρλα. Δεν έπινε και ποτέ στη ζωή της, και εγώ είχα κάνει μια χαρά  κεφάλι. Το κάτω το κεφάλι όμως ήταν σαν πετροκέρασο!

Που λέτε χαλαρώνει και μένει στο  πάτωμα. Πόδια ανοιχτά, σηκωμένο το φουστάνι και η στρινγκάρα μες στη μάπα μου. Όπα! Λέω από  μέσα μου, Λενιώ σε γάμησα! Πάω από πάνω της και της λέω:

-    «Είσαι καλά;»

Δεν ήταν… μου απαντούσε και όπως ην κρατούσα όρθια πέφτει το κεφάλι της πάνω στον  καυλωμένο μου πούτσο. Κόντεψα να χύσω κι αυτή χαμπάρι δεν πήρε. Σε μια στιγμή τον πιάνει για  να τον κρατήσει κόντρα και να σηκωθεί όρθια και λέω από μέσα μου: Ή τώρα ή ποτέ!

Της τραβάω το χέρι και ξαναπέφτει με τα πιωμένα της μούτρα πάνω στον πούτσο  μου. της χάιδευα τα μπούτια. Πω πω! Τι μπουτάρες είχε η πουτάνα! Χαμπάρι η  βλαμμένη. Κομμάτια λέμε ήταν.

Σε μια στιγμή βγάζω έχω τον πούτσο μου, και είδε το φως  της καύλας, και τον ακουμπούσα στην μούρη της. Τον παίρνει είδηση, γυρνάει κοιτάει και τον βάζω  στο στόμα της. Το ανοίγει και ήθελα να την πνίξω, να πάθει ασφυξία από τον χοντρό μου  πούτσο και να την παρατήσω και να καλέσω το 166 να την παραλάβει μετά...

Μέσα στην καύλα της λέω:

-    «Πουτανοξέδερφο, με καροτσάκι θα φύγεις από εδώ!»

Σηκώνομαι, την στήνω στα τέσσερα και  της γαμάω το μουνί με τόσο μανία που συνήλθε...

-    «Πουτανάρα γαμώ το σπίτι σου!», της  έλεγα. «κωλοξαδέρφη, είδες ο μικρός ο Χρηστάρας; Σου γαμάει το σπίτι!»

Και φώναζε:

-    «Γάμα μου το  σπίτι και μένα πιο πολύ!»

-    «Σε γαμάωωω πουτανάρα ξεκωλιάρα!»

Συνεχίζεται…