Η βυζαρού θεία

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Είμαι σαράντα ετών και τρελά παθιασμένος με το μεγάλο, βαρύ γυναικείο στήθος. Θα αναφερθώ σε μια ιστορία που πιστεύω ότι δείχνει την ρίζα αυτού του μοναδικού πάθους.

Μεγάλωσα σε χωριό και μία από τις θείες μου ήταν το κορμί και ακόμα πιο σημαντικό, βυζαρού. Μικρό παιδί ήθελα να βρίσκω τρόπο να την χαζεύω, την ώρα που θήλαζε το γιο της και ξάδελφο μου. Δεν μπορώ να πω ότι καύλωνα, ήμουν πολύ μικρός ακόμα, αλλά ένιωθα μια ακαθόριστη ευχαρίστηση την ώρα που έβγαζε από το σουτιέν τις τεράστιες από την γέννα βυζάρες της και αφήνονταν στο βύζαγμα. Η ίδια κρυβόταν και δεν κρυβόταν. Όταν υπήρχαν κι άλλες γυναίκες σκεπάζονταν, αλλά όταν ήταν ήμασταν μόνοι, άφηνε εντελώς σε γυμνή θέα τα μαστάρια της. Όταν το σκεφτόμουν αργότερα, νομίζω ότι δεν το έκανε εντελώς αθώα. Είχε πιάσει κάποιον σπινθήρα και την ευχαριστούσε η ακίνδυνη επίδειξη μπροστά σε ένα παιδί.

Μεγαλώνοντας άρχιζα να ξυπνάω σεξουαλικά και η θεία αποτελούσε ένα σταθερό επίκεντρο της καύλας που ξυπνούσε. Αναπολούσα το βύζαγμα. Ώσπου ήρθε ο δεύτερος γιος και το νέο βύζαγμα. Εγώ πολύ πιο ώριμος σεξουαλικά πια, αλλά πιο δύσκολο το θέαμα. Η θεία φυλαγόταν πολύ περισσότερο, όχι γιατί δεν το ήθελε, ήταν πλέον φανερό ότι την ερέθιζε, αλλά για να μην εκτεθεί.

Τι κυνηγητό ήταν εκείνο, τι καύλα! Εγώ να προσπαθώ να βρεθώ μόνος μαζί της και να μην βολεύει (ξέρετε τις μεγάλες οικογένειες και τα ανοιχτά σπίτια των χωριών εκείνης της εποχής). Η ίδια να παριστάνει την ανύποπτη και να με “ανταμείβει” με “τυχαία” ακουμπήματα και διάφορα λόγια - φωτιά.

-    «Μόλις τον βύζαξα, τόσο γάλα ήπιε με άδειασε και πάλι κλαίει. Που να μην είχα και μεγάλα βυζιά!»

Και λέγοντας το τελευταίο, με κοιτούσε επίμονα, με νόημα. Ντρεπόμουν και καύλωνα.

Και όταν στις τόσες μέρες τύχαινε να λείπουν όλοι και ήμασταν μόνοι, τι ευτυχία ήταν εκείνη. Κοιτούσε ανήσυχα γύρω και μόλις σιγουρεύονταν ότι δεν είναι κανείς άλλος, βιαστικά (να μη χαθεί χρόνος) και τάχα αδιάφορα πετούσε εκείνο που το περίμενα για να με εκσφενδονίσει στον έβδομο ουρανό της καύλας!

-    «Ας τον βυζάξω τώρα που είμαι εύκαιρη!»

Και πετούσε βίαια έξω τα ‘’καρπούζια’’ της. Την θυμάμαι να θηλάζει και καυλωμένη να με καρφώνει με το βλέμμα της και να μουρμουρίζει λόγια ‘’μαχαιριές”:

-    «Άντε, δεν χόρτασες; Θα φανεί κανένας άνδρας να με δει με τα βυζιά έξω!»

Γράφω τα παραπάνω και η πούτσα μου στάζει.

Πέρασε ο καιρός και σταμάτησε το βύζαγμα. Ήταν, θυμάμαι, χειμώνας κι εγώ έχω τρελαθεί στη σκέψη του χαμένου παράδεισου. Τρώω με τα μάτια, μέσα από τις χοντρές μπλούζες τα φοβερά μαστάρια, αλλά τρελαίνομαι στην ιδέα ότι δεν θα τα ξαναδώ γυμνά μπροστά μου... Υποφέρω.

Τι ήταν, όμως, να έρθει το επόμενο καλοκαίρι; Ήλθαν τα γυμνά πόδια της με το απαλό αφράτο δέρμα και επάνω ψηλά, βαριές, ασήκωτες οι πορνοβυζάρες της. Άρχισε το μαρτύριο με τα ελαφρά διαφανή πουκάμισα, τα μακό τιραντέ μπλουζάκια, που περισσότερα δείχνουν παρά κρύβουν. Τρελαίνομαι στην καύλα καθώς παίρνω εικόνες μπροστά από το ντεκολτέ, πλάγια από τις μασχάλες, αισθάνομαι τις τιράντες από τις σουτιενάρες να βογκούν. Γίνομαι πιο απελπισμένα τολμηρός στα αγγίγματα, αλλά τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την φοβερή θέα, από το βύζαγμα. Παρατηρώ την κοιλιά της μήπως δείξει την ”ευτυχία” κάποιας νέας εγκυμοσύνης. Τίποτα. Η απογοήτευση ήρθε πιο βέβαιη, όταν μια μέρα την ρωτάει μια γειτόνισσα:

-    «Τι γίνεται βρε; Δεν θα βάλετε μπροστά για τρίτο; «

-    «Από τώρα; Ακόμα βυζαίνω τον προηγούμενο. Να ξεκουραστώ λίγο. Άσε που θα γίνω αγελάδα όπως μεγαλώνουν αυτά από γέννα σε γέννα».

Και λέγοντας το τελευταίο, χουφτώνει πρόστυχα και ταρακουνάει, γεμάτη πουτανιά, τα τερατοβυζιά της. Θυμάμαι ακόμα το καυλιάρικο βλέμμα με το οποίο με κάρφωσε:

-    «Τι λες κι εσύ Γιώργο; Δεν θα παραείναι μεγάλα αν μεγαλώσουν κι άλλο;»

-    «Σουτ βρε! Τι είναι αυτά που λες στο παιδί;», της ψιθύρισε η άλλη.

Η πουτάνα είχε απόλυτη συνείδηση του ακαταμάχητου όπλου της και μαστίγωνε τις αισθήσεις. Ήταν σίγουρη ότι εγώ ανήκα στον κύκλο των όσο μεγαλύτερα τόσο καλύτερα και ήμουν δεσμώτης της πρόστυχης ομορφιάς της. Τρελαινόμουν, προσπαθούσα να βρω τρόπο να τα ακουμπήσω, να δω όσα γίνεται περισσότερα και η ίδια δεν έχανε ευκαιρία να πυρπολεί την καύλα μου. Με ‘’τυχαία” αγγίγματα, πιο τολμηρά, όταν ήμασταν μόνοι, με λόγια φωτιά, με καυλιάρικο κάρφωμα στα μάτια. Αλλά πάντα μέχρι εκεί, που ήταν ήδη πολύ, για τα ήθη της μικρής κοινωνίας μας. Ήταν φανερό ότι της περίσσευαν ορμές, ξεχείλιζε η καύλα και φαίνονταν να της λείπει κι αυτής η ηδονή της επίδειξης, η διέξοδος που απολάμβανε όταν με καθήλωνε με το γυμνό βύζαγμά της.

Θυμάμαι στιγμές που καίνε και τώρα σαν φωτιά:

Είμαστε μια πολύ ζεστή μέρα μόνοι, παρατηρώ το σουτιέν να βογκάει φορτωμένο κι αφού ρίχνει μια ματιά έξω να σιγουρευτεί ότι δεν θα έρθει κανείς, αναστενάζει:

-    «Θα σκάσω μ’ αυτή τη ζέστη! Δεν μπορώ θα πάω να βγάλω το σουτιέν».

Και περνάει στο διπλανό δωμάτιο αφήνοντας μισάνοιχτη την πόρτα. Με την πλάτη γυρισμένη πετάει το μπλουζάκι και προβάλλει η εικόνα της πλάτης της με την σουτιενάρα φορτωμένη με τις πορνοβυζάρες της. Λύνει το σουτιέν και θυμάμαι σαν τώρα τις φοβερές ταλαντώσεις των μασταριών της μόλις απελευθερώθηκαν και μέχρι να ξαναβάλει το μπλουζάκι της.

Έχω χάσει τη μιλιά μου όταν, δήθεν αδιάφορη, έρχεται και κάθεται ξανά παραδίπλα. Μπορείς να φαντασθείς το θέαμα με τις αγελαδίσιες βυζάρες να σπαρταρούν γυμνές μέσα στο μακό μπλουζάκι, τις ρώγες να διαγράφονται προκλητικά και την θεία να πετά κλεφτές ματιές πότε σε μένα και πότε έξω μη φανεί κανείς, και κατά διαστήματα ν’ ανεμίζει προκλητικά τις τιράντες…

-    «Ουφ! Να πάρω αέρα».

Ο ηλεκτρισμός στο φουλ, τρελαίνομαι από καύλα και φεύγω για μια ακόμα λυσσασμένη μαλακία.

Είναι φανερό… εγώ τρελός από καύλα, ο παράδεισος του βυζάγματος δεν υπάρχει, αλλά η θεία παίζει, πια, χωρίς ενδοιασμούς, ερωτικά μαζί μου. Περνάει, γεμάτο ανάλογα καυτά περιστατικά εκείνο το καλοκαίρι, περνάει ο επόμενος σχολικός χειμώνας κι έρχεται το επόμενο καλοκαίρι. Μεγαλύτερος πια, καίγομαι από καύλα. Η θεία ξαναμμένη ανεβάζει τις προκλήσεις, αλλά τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει το πορνοθέαμα των γυμνών μασταριών της.

Ώσπου ήρθε η αξέχαστη εκείνη καλοκαιριάτικη μέρα. Είμαστε μόνοι και η θεία μου φανερά ξαναμμένη.

-    «Ουφ! Δεν μπορώ άλλο… θα σκάσω!»

Και με καρφώνει με το βλέμμα της. Με διαπερνά σαν ηλεκτρικό ρεύμα η σκέψη ότι θα επαναληφθεί το περσινό βγάλσιμο του σουτιέν της.

-    «Τι ζέστη είναι αυτή; Συνέχεια κάνω ντους και δεν μπορώ να δροσιστώ. Αφού και την ώρα που κάνω ντους, έχω το παράθυρο του μπάνιου ανοιχτό. Σκάω. Έστω και αν, βλέποντας απέναντι εκείνο το παράθυρο της αποθήκης, φοβάμαι μην έχει κρυφτεί κανείς και με βλέπει ολόγυμνη. Αλλά δεν μπορώ, σκάω».

Και καρφώνοντάς με, με τον γνωστό τρόπο στα μάτια, γεμάτη καύλα, σαν υπόδειξη για την περίπτωση που δεν κατάλαβα, συνεχίζει:

-    «Μπορεί να είναι ψηλά το παράθυρο, αλλά οι μπάλες των χόρτων από μέσα είναι σαν σκαλοπάτια».

Βγήκα έξω, σαν κευρανοβολημένος.

Το μπάνιο ήταν σε μια γωνία του σπιτιού ορατή από παντού και το παράθυρό του ψηλά. Αδύνατο και να πλησιάσεις και να δεις. Θολωμένος από καύλα στην σκέψη του πρόστυχου κορμιού της να λούζεται, πέρασα κάποιες φορές απ’ έξω, βιαστικά, να ακούσω τα πλατσουρίσματα των νερών και να τραβήξω φεύγοντας χοντρή μαλακία. Πλησιάζω και παρατηρώ, για πρώτη φορά, το παράθυρο απέναντι ψηλά στη διπλανή χορταποθήκη. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ μέχρι τότε.

Τρυπώνω μέσα και πατώντας στις μπάλες έφθασα εκεί. Ανοίγω προσεκτικά, λίγο, το αδιαφανές παράθυρο και μπροστά μου σε πλήρη θέα το εσωτερικό του μπάνιου. (Πολύ αργότερα μου εξομολογήθηκε ότι αυτή είχε μετακινήσει μερικές μπάλες για να διαμορφωθεί ένα βολικό σκαλοπάτι και ‘’παρατηρητήριο”). Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Κλείνω το παράθυρο, κατεβαίνω, βγαίνω προσεκτικά. Έχω τρελαθεί. Υπάρχουν οι προϋποθέσεις να ξαναδώ ολόγυμνα τα τερατοβυζιά της. Κάνω μια βόλτα να συνέλθω.

Ύστερα από αρκετή ώρα γυρίζω κοντά της. Έτρεμα από καύλα. Εκείνη σίγουρη για το που ήμουν, καμώνεται την αδιάφορη. Παρατηρώ υπνωτισμένος τις βυζάρες της. Οπότε ξεστομίζει την μαχαιριά:

-    «Εγώ δεν αντέχω, θα πάω για μπάνιο».

Βγαίνω ζαλισμένος και τρέχω με προφυλάξεις να πιάσω τη ”θέση”. Ανοίγω λίγο το παράθυρο και περιμένω. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Μου φαίνονται αιώνες τα δευτερόλεπτα. Ώσπου εμφανίζεται η βυζαρού. Κλειδώνει την πόρτα ανοίγει διάπλατα το παράθυρο και αρχίζει, φλογισμένη, να γδύνεται. Το ήθελε και το περίμενε όσο και εγώ. Την βλέπω εκεί που στέκεται, από τον αφαλό της και πάνω. Βλέπω τις κινήσεις που βγάζει τη φούστα και την κιλότα της. Κοντοστέκεται. Ξεκουμπώνει αργά το πουκάμισό της, το βγάζει και το πετά δίπλα.

Και τότε καρφώνει τα μάτια ψηλά σίγουρη ότι βρίσκομαι πίσω από το μόλις ανοιγμένο παράθυρο. Κοντεύει να σταματήσει η καρδιά μου. Με τα μάτια καρφωμένα στην πλευρά μου φέρνει τα χέρια της πίσω και ξεκουμπώνει τη σουτιενάρα της. Κοιτάζει ακόμα πιο πουτανιάρικα και σαν επαγγελματίας, αργά, βασανιστικά τη βγάζει. Αποκαλύφθηκαν κάτασπρες, μεγαλόπρεπες οι πορνοβυζάρες. Χούφτωσα τον πούτσο μου και έχυσα σχεδόν αμέσως, μουγκρίζοντας:

-    «Πουτάνα…!»

Λύγισαν τα γόνατά μου και με κάποιες εικόνες των σαπουνισμένων βυζιών της, απομακρύνθηκα τρέμοντας.

Αυτό το κολασμένο παιχνίδι αντικατέστησε, τα επόμενα χρόνια, το βύζαγμα και ευτυχώς, αφού τρίτο παιδί δεν ήλθε. Αφού είχα κάνει δυο - τρία χοντροχυσίματα μου λέει μια μέρα η θεία μου:

-    «Έλα να με βοηθήσεις λίγο στην αποθήκη».

Αφού μετακινήσαμε κάτι πράγματα, ήταν φανερό για πρόσχημα, μου λέει:

-    «Να, γι’ αυτό το παράθυρο σου έλεγα. Δοκίμασε, είναι εύκολο να ανέβει κανείς».

Σαν υπνωτισμένος ανεβαίνω τις μπάλες και φθάνω στο παρατηρητήριο.

-    «Για άνοιξε, φαίνεται τίποτα από ‘κει;»

Ανοίγω και βρίσκω το κουράγιο να εκμεταλλευθώ την ευκαιρία για ‘’οδηγίες”.

-    «Φαίνονται. Αν είσαι όμως εδώ στο μπροστινό μέρος της μπανιέρας θα φαίνεσαι μόνο από τη μέση και πάνω. Πίσω όμως στον τοίχο θα πρέπει να φαίνεσαι ολόκληρη».

-    «Εντάξει, κατέβα».

Και πηγαίνοντας προς το σπίτι, μου ψιθυρίζει με νόημα:

-    «Δε φαντάζομαι να μίλησες σε κανένα άλλο παιδί γι’ αυτό το παράθυρο;»

-    «Όχι φυσικά».

Και ήταν τα λόγια αυτά ενός είδους δέσμευση, ένα ένοχο μυστικό των δυο μας. Από τότε η θεία άλλαζε συνεχώς θέσεις στο μπάνιο επικεντρώνοντας την ‘’προσφορά” άλλοτε στο θέαμα και την μαλακία των βυζιών της και άλλοτε στο λυσσασμένο τρίψιμο του μουνιού της.

Το χειμώνα που ήταν αδύνατο το μπάνιο με ανοιχτό παράθυρο βρήκαμε άλλο τρόπο για ξεχαρμάνιασμα. Μια μέρα που ήμουν πάλι θολωμένος κοντά της μου λέει:

-    «Πάω στο μπάνιο να βάλω πλυντήριο».

Και καρφώνοντας με στα μάτια μου πετάει, όλο νόημα:

-    «Θα αργήσω…»

Άργησα λίγο να καταλάβω τι εννοούσε. Και ξαφνικά τρέχω στο παρατηρητήριο. Ανεβαίνω, ανοίγω λίγο το παράθυρο και περιμένω. Περνάνε κάποια λεπτά - αιώνες. Νιώθω την σκιά της να κινείται. Τίποτα. Και τότε ανοίγει το παράθυρο με την ίδια να φορά μόνο την χοντρή μπλούζα ανασηκωμένη, τα βυζιά κρεμασμένα έξω γυμνά και να μαλακίζεται λυσσασμένα. Χύσαμε μαζί. Από τότε το χειμωνιάτικο σύνθημα ήταν: ‘’πάω να βάλλω πλυντήριο”.

Το γλυκό αυτό μαρτύριο κράτησε χρόνια. Και φοιτητής όταν ερχόμουν στο χωριό ανέβαινα όταν βόλευε στο ‘’παρατηρητήριο”.

Ίσως, σε επόμενη ιστορία περιγράψω τη συνέχεια αυτής της καυτής σχέσης.