Αναμνήσεις από το σπίτι των τεράτων

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Η ιστορία που θα σας πω είναι πέρα για πέρα φανταστική, έτσι, για να ξέρουμε που στεκόμαστε.
Στα δεκαπέντε μου βίωσα τον χωρισμό των γονιών μου, για ένα μήνα περίπου και ύστερα από ατέλειωτους καβγάδες μέσα στα δικαστήρια, η κηδεμονία μας, εμένα και της δεκατετράχρονης αδερφής μου, πέρασε επίσημα στην μητέρα μας.

Στο διάστημα αυτό της καινούριας μας ζωής, οι σχέση μου, με την μάνα και την αδερφή μου, πήγαινε απ’ το κακό στο χειρότερο. Δεν άντεχα άλλο να βλέπω τις θηλυκές του σπιτιού να τα μοιράζονται όλα και εγώ να μένω απ’ έξω, ήταν αδικία. Όλο ψιθυρίσματα και γέλια χαζά πίσω από την πλάτη μου, έτσι το πήγαιναν κάθε μέρα.

«Άντε, κοίτα τη δουλειά σου. Εμείς είμαστε γυναίκες».

Έτσι μου απαντούσαν όταν τους ζητούσα το λόγο για αυτά που λέγανε στα κρυφά και για να μου σπάσουνε περισσότερο τα νεύρα, αγκαλιαζόντουσαν και με ένα υποτιμητικό ύφος, αναφωνούσαν: «Άντρες…»

Τελικά, άρχισα να συμβιβάζομαι με αυτήν την παράξενη αδελφότητα και όχι μόνο αυτό, αλλά και να καυλώνω με την ιδέα ότι είμαι ο τελευταίος του σπιτιού. Κάθε βράδυ λοιπόν, στηνόμουν πίσω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας και κρυφάκουγα. (να σημειώσω εδώ πως κοιμόντουσαν μαζί στο διπλό κρεβάτι, ενώ εγώ, μιας και δεν υπήρχε άλλο δωμάτιο, σε ένα παλιό ντιβάνι στην αποθήκη του σπιτιού).

Όλο το βράδυ, λοιπόν, τις άκουγα να μιλάνε με τα χειρότερα, τα πιο υποτιμητικά λόγια για το ανδρικό φύλο, κάτι που με έκανε να μαλακίζομαι ξεδιάντροπα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.
Κάποιο βράδυ όμως η καύλα μου δεν είχε όρια γιατί όλα όσα άκουσα ήταν για εμένα!

-    Να τον κάνουμε σκαμνί για να ξεκουράζουμε τα πόδια μας.

Τέτοια γνώμη είχε η αδερφή μου για εμένα, αλλά και της μάνας δεν πήγαινε πίσω…

-    Χαλάκι για να πατάμε.

Και χα, χα, τα γέλια! Την συνέχεια όμως δεν την πρόλαβα γιατί παραδόθηκα ολόκληρος στην μαλακία. Έπεσα στο πάτωμα κι άρχισα να χτυπιέμαι άγρια. Η πούτσα μου έμοιαζε σαν πυροτέχνημα έτοιμο να εκραγεί αλλά δεν πρόλαβε! Η πόρτα άνοιξε… και βρέθηκα με την ψωλή στο χέρι να σπαρταράω τρομαγμένος στο πάτωμα. Ήταν οι αδερφή μου, με κοίταξε με αηδία και χωρίς να το σκεφτεί πολύ, ξυπόλυτη όπως ήταν, πάτησε πάνω στο πρόσωπό μου. Είχε κλείσει πια τα δεκαοχτώ και εγώ τα δεκαεννέα μου.

-    Έλα μάνα! Το χαλάκι που λέγαμε είναι στρωμένο και σε περιμένει…

Ένιωθα το απαλό της πέλμα να βαραίνει πάνω στα μούτρα μου. Ας είναι έτσι, είπα, θα κάτσω να υποστώ τα πάντα.

-    Ίδιος μαλάκας με τον πατέρα του, μόνο που εκείνος δεν το παραδεχόταν!

Αυτό είπε και η μάνα μου μόλις με είδε με το πρόσωπο καπακωμένο και τα βρακιά κατεβασμένα. Η αδερφή μου έμοιαζε πολύ χαρούμενη που μπορούσε να με πατάει κάτω.

-    Θα κάνω τη μούρη σου πάτο για τα παπούτσια μου, ξεφτιλισμένε άντρα!

Και άρχισε να στρίβει τα δάχτυλά της σαν να πρόκειται να σβήσει τσιγάρο.

-    Κάτω, να λειώσεις πούστη!

Η μάνα μου δεν με πάτησε καθόλου, μόνο κοιτούσε την κόρη της που με ποδοπατούσε ευτυχισμένη και γέλαγε κι αυτή μαζί της. Πριν ξαναπάνε για ύπνο με διατάξανε όταν σηκωθούν το πρωί να βρουν έτοιμο πρωινό στο τραπέζι και εμένα κάτω από την καρέκλα τους.

-    Θα είσαι το υποπόδιό μας από εδώ και πέρα.

Έτσι ξαναμίλησε η μάνα μου και πήρε από το χέρι την κόρη της γιατί δεν ήθελε να ξεκολλήσει την πατούσα της από την μούρη μου.

-    Έλα ρε μαμά, άσε με ακόμα λίγο...

-    Το πρωί αγάπη μου, τώρα πρέπει να ξεκουραστούμε.

Ήδη από τις 05:00 το πρωί ήμουν στο πόδι και αυτό επειδή η μάνα μου ξυπνούσε στις 06:00. Έπρεπε βλέπετε να ετοιμαστεί για την δουλειά της -ήταν υποδιευθύντρια σε ένα κατάστημα απ’ αυτά που πουλάνε αρώματα και καλλυντικά. Όταν ξύπνησε τα βρήκε όλα τέλεια. Ο καφές της πάνω στο τραπέζι και ακριβώς από κάτω εγώ. Είχα στηθεί έτσι, ώστε, όταν καθίσει, να έχει το πρόσωπο μου ως υποπόδιο.

Την άκουσα να με πλησιάζει καθώς τα πέλματά της πατούσανε γλυκά στα δροσερά μάρμαρα του σπιτιού. Σε λίγο φάνηκε από πάνω μου, με κοίταξε υπεροπτικά και χαμογέλασε σαν διάολος. Ήταν μια όμορφη σαραντάρα με πολύ ελκυστικό σώμα και καμπύλες που σε μεθούσαν ενώ τα μαλλιά της ολόμαυρα χυμένα προς τους ώμους.

-    Αυτό σου αξίζει.

Μου είπε και έφερε τις πατούσες της πάνω από το πρόσωπό μου. Και όσο αυτές κατεβαίνανε, εγώ παρατηρούσα τις όμορφες καμάρες με αυτές τις χαριτωμένες γλυκύτατες ζάρες που στόλιζαν τα πέλματά της και τελικά με σκεπάσανε. Τα δάχτυλά της ανοιγόκλεισαν ηδονικά πάνω στο κούτελό μου.

Ζούσα ένα όνειρο…! Η ποδοπατημένη μούρη μου έλειωνε αργά κάτω από τα επιβλητικά πέλματά της. Μετά και όσο πατούσε πάνω στο πρόσωπό μου την άκουσα να μιλάει στο κινητό της.

Αυτά άκουγα να λέει και έσβηνα από τον πόθο. Οι πατούσες της έτριβαν την φάτσα μου απαλά δίνοντάς μου την ευκαιρία να απολαύσω την τρυφερή υφή τους και την μυρωδιά τους, που μόλις άρχισε λόγο της τριβής να γαργαλάει τα ρουθούνια μου. Όταν με ξεσκέπασε και είδε το πρόσωπό μου αναψοκοκκινισμένο, άρχισε να γελάει κοροϊδευτικά.

-    Από εδώ και πέρα θα ζεις για τις πατούσες μας! Για αυτό θα σε έχουμε πάντα καπακωμένο!

Αφού έφυγε η μάνα μου, έπρεπε τώρα να ετοιμάσω πρωινό για την αδερφή μου. Αλλά αυτό θα σας το διηγηθώ μια άλλη φορά, όσο μπορώ πιο γρήγορα.