Η εξηντάχρονη πεθερά μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 3.00 (1 Vote)
Κοίταζα τον κώλο της πεθεράς μου και χάιδευα την πούτσα μου πάνω από το παντελόνι. Είχα να γαμήσω κοντά δύο μήνες και οι καύλες μου ήταν ατελείωτες.

Κάτω από το νυχτικό που φορούσε φαινόταν ξεκάθαρα η κωλάρα της. Όταν έσκυβε τα μαστάρια της κρέμονταν χοντρά και συχνά έβλεπα τις μικρές της σκουρόχρωμες ρώγες. Είχε έρθει να βοηθήσει την γυναίκα μου μιας και ήταν λεχώνα. Γι’ αυτό ήμουν αγάμητος τόσο καιρό. Αν και εξήντα περίπου χρονών ήταν αρκετά ψηλή και πάντα μύριζε σαπούνια και καθαριότητα.

Τόσες μέρες μες τα πόδια μας μου είχε κάνει τα αρχίδια βουλγάρικα παγούρια. Ήταν πολλά χρόνια χήρα και σίγουρα μαζεμένη η γριά. Ήταν καλοκαίρι και με την ζέστη τα ρούχα ήταν λιγοστά. Με έβλεπε που την χάζευα πότε - πότε αλλά που να καταλάβει η χαζή; Σηκώθηκα, την αγκάλιασα σφιχτά από πίσω κι έσπρωξα την ψωλή μου πάνω στην πλάτη της. Είμαι κοντά 1.95 και την κουμαντάριζα καλά. Της χούφτωσα τα μαστάρια πάνω από τη νυχτικιά. Αυτή τρόμαξε και έκανε να τραβηχτεί.

-    «Μη Κώστα μου, τι κάνεις εκεί; Ντροπή! Είμαι μεγάλη γυναίκα, σταμάτα».

Εγώ είχα πιει και τρεις - τέσσερις μπίρες και άρχισα να την χουφτώνω πιο πολύ. Έβαλα το χέρι μου ανάμεσα στα μπούτι της και έσκισα το βρακί της και μετά αμέσως της έβγαλα την νυχτικιά.

-    «Μηηηη αγόρι μου, τι μου κάνεις; Μη! Ντροπή!»

Και έκανε να κρύψει τα βυζιά της, αλλά αυτά ξεχείλιζαν πάνω από τα χέρια της. Αν και γριά το μουνί της ήταν δασύτριχο και το σώμα της καλά βάσταγε. Η εικόνα με ερέθισε ακόμα περισσότερο και ήμασταν μόνοι στο σπίτι. Κατέβασα το παντελόνι μου και η ψωλή μου πετάχτηκε σαν κοντάρι όρθια. Η γριά τρόμαξε μάλλον αλλά κοίταζε με περιέργεια την ψωλάρα μου. Προσπάθησε να φύγει αλλά της άστραψα μια σφαλιάρα μες στα μούτρα, μετά τη γύρισα μπρούμυτα πάνω στον καναπέ. Ο κώλος της άνοιξε σα χαράδρα και τα μουνόχειλα φαίνονταν κάτω από την κωλοτρυπίδα.

-    «Μη Κώστα μου, τι κάνεις εκεί αγόρι μου; Πεθερά σου είμαι, ντροπή. Μη αγόρι μου!» φώναζε αλλά ήταν αργά.

Έφτυσα μια ροχάλα στη χούφτα μου και μετά την έσπρωξα μέσα στο μουνί της. Τέτοιο μουνί αγάμητο ήθελε μαλάκωμα. Πιάνοντας την ψωλή μου την έσπρωξα μέσα της.

-    «Ωωωωωωωωωχχχχχχχχχ, αααααιιιι, οοιιιι, οοοοιιιι!» βόγκαγε η γριά κάθε φορά που έσπρωχνα.

Η γαμιόλα ήταν αγάμητη και στεγνή αλλά όπως ήμουν εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα. Γάμαγα κάθε φορά και πιο βαθιά φτάνοντάς στον πάτο. Η καύλα μου μεγάλωνε συνέχεια όσο έσπρωχνα πιο βαθιά. Τώρα την είχα καβαλήσει τελείως την κακομοίρα και την πήδαγα σαν σκυλί.

-    «Σκάσε καριόλα! Σκάσε και θα σε κάνω βούκινο στη γειτονιά ότι ξελόγιασες το γαμπρό σου ρουφιάνα!»

-    «Ωωωωωχχχχχχ, μηηηηη, πονααααωωωω, μμηηη, αγόρι μοοουυυ, με πονάαααςς, μμηηηη βρεεε, αααχχχχχχχχ!» βόγκαγε η γριά που της έχωνα την ψωλή μου στα σωθικά της.

Την έβαζα κόντρα στο καναπέ και την πήδαγα αλύπητα ένα τέταρτο. Της είχε ανοίξει ο πάτος από το γαμήσι. Αυτή άρχισε να βαριανασαίνει. Πόναγε η ρουφιάνα αλλά καλοπέρναγε. Το μουνί της είχε μουσκέψει και είχε μαλακώσει από το γαμήσι.

-    «Τι γίνεται μωρή, θα μας χύσεις κιόλας;»

-    «Ωωωχχχ αγόρι μου! Με έσκισες! Τι μου κάνεις της κακομοίρας; Ωωωωχχχ αγόρι μου, την πεθερούλα σου πηδάς. Τι μαρκούτσι είναι αυτό αγόρι μου! Με έσκισες γαμπρούλη μου! Τον πάτο μου γαμάς γαμπρούλη μου, αααααιιι με σκίζεις!!!»

Ήρθε το μουνί της και έγινε μούσκεμα από τη καύλα ήρθα και εγώ στο απροχώρητο να χύνω στον πάτο της μέσα. Άδειαζα στην πουτάνα.

-    «Πάρτα γαμιόλα από το γαμπρό σου! Στο κλαρί θα σε βγάλω παλιοπουτάνα! Σε χύνωωω μωρή!!!»

Έτσι όπως ήταν κουβάρι στο καναπέ έβγαλα την ψωλή μου και έριξα τα υπόλοιπα στα κωλομέρια της. Εκείνη βόγκαγε ξεπατωμένη και κοίταζε την ψωλή που την έσκισε, σαν να μην είχε ξαναδεί ποτέ.