Με την ανιψιά μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Η ανιψιά μου εδώ και τέσσερις μήνες έκλεισε τα δεκαοκτώ της χρόνια. Έχει γίνει πολύ μουνάρα, αλλά όπως πάντα στο σεξ υπάρχουν ταμπού. Βέβαια όσο και αν θέλει κανείς δεν μπορεί να μην κολαστεί με ένα μουνάκι δεκαοκτώ χρονών όσο και αν λέει το αντίθετο.

Όταν την έβλεπα να φοράει κάτι κοντές φούστες και να κάθεται με ανοιχτά τα όμορφα πόδια της απέναντι μου, προσπαθούσα όσο ήταν δυνατόν να κρατάω τις καύλες μου κρυφές. Βλέπεις ήταν και η ηλικία της στην μέση και όσο να είναι αυτή η ηλικία είναι αποτρεπτική στην εποχή μας, παρόλο ότι κάποτε οι κοπέλες παντρεύονταν σχεδόν από τα δώδεκα τους χρόνια.

Θυμάμαι ότι πολλές φορές ερχόταν δήθεν αθώα και καθόταν στα γόνατα μου. Τα χέρια μου ακουμπούσαν εκείνο το απαλό και τρυφερό δέρμα των ποδιών της και η καύλα μου έφθανε στα ουράνια. Πολλές φορές όταν κατέβαινε από τα γόνατα μου δεν μπορούσα να σηκωθώ αμέσως μιας και θα φαινόταν η καύλα μου.

Άσε πια εκείνα τα πεταχτά φιλάκια στο στόμα που μου έδινε. Μου ερχόταν να την αρπάξω και να αρχίσω να την γλύφω παντού. Αν και είμαι σαράντα οκτώ χρονών άντρας, δεν σας κρύβω ότι για πάρτη αυτού του μουνιού είχα τραβήξει άπειρες φορές μαλακία…!

Κάθε τόσο ονειρευόμουν τον εαυτό μου να έχει στα χέρια του την κόρη της κουνιάδας του και να χώνει την γλώσσα ανάμεσα στα όμορφα μουνόχειλα της. Ακόμα και να ήθελα να την αποφύγω, κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν μια και μένουμε σε τριώροφη μονοκατοικία κι εγώ με την γυναίκα μου μένουμε στο κάτω σπίτι, ενώ η κουνιάδα μου με την κόρη της στο επάνω σπίτι και στο τελευταίο μένει ο πεθερός με την πεθερά μου.

Τελικά μια μέρα, πριν δύο μήνες τα όνειρα μου έγιναν πραγματικότητα…

Αλλά πριν σας διηγηθώ όλα όσα έγιναν με την κόρη της κουνιάδας μου (άλλο μουνί κι αυτό), θα πρέπει να σας πω τι είχα κάνει δύο εβδομάδες πριν γαμήσω την ανιψιά μου. Η γυναίκα μου μαζί με την αδερφή της και την ανιψιά μας είχαν φύγει για ψώνια. Ο πεθερός μου εκείνο τον καιρό είχε μπει στο νοσοκομείο και έτσι ήμουν τελείως μόνος στο σπίτι. Είχα μόλις γυρίσει από την δουλειά και είχα βρει ένα σημείωμα πάνω στο τραπέζι που με πληροφορούσε ότι είχαν βγει για ψώνια.

Έτσι έκατσα στην πολυθρόνα, άνοιξα την τηλεόραση και άρχισα να χαζεύω. Εκείνη την ώρα είχε μια εκπομπή όπου η παρουσιάστρια (μια μουνάρα πρώτης τάξεως) καθόταν πάνω σε ένα ψηλό σκαμνί, φορώντας ένα κοντό, κόκκινο φόρεμα που άφηνε ακάλυπτα τα απίθανα μακριά και όμορφα πόδια της. Σιγά - σιγά άρχισα να καυλώνω.

Εκείνη την ώρα έπεσε το μάτι μου στην φωτογραφία της ανιψιάς μου που βρίσκονταν πάνω στο τζάκι. Η φωτογραφία είχε τραβηχτεί τα Χριστούγεννα και εκείνη φορούσε ένα μαύρο φόρεμα, αρκετά κοντό, τα πόδια της ήταν καλυμμένα με ένα μαύρο καλσόν (αυτά με τις τρυπούλες) και ψηλοτάκουνες γόβες. Τρελάθηκα έτσι όπως την κοιτούσα.

Τότε μου κατέβηκε μια ιδέα: Σκέφτηκα να ανέβω πάνω στο σπίτι της κουνιάδας μου, να βρω ένα βρακάκι της μικρής (αν είχε και κάποιο στα άπλυτα ακόμα καλύτερα), να το βάλω στο στόμα μου και με αυτό στο στόμα να αδειάσω τα αρχίδια μου στην χούφτα μου.

Χωρίς να χάσω καθόλου καιρό, ανέβηκα, βρήκα το κλειδί ρεζέρβα και μπήκα μέσα. Πήγα κατευθείαν στο καλάθι με τα άπλυτα ρούχα. Πραγματικά εκεί βρήκα αυτό που ήθελα. Το πήρα στο χέρι και το έβαλα στην μύτη μου. Ω, μύριζε τόσο όμορφα! Έβαλα στο στόμα μου το σημείο εκείνο που ακουμπάει το μουνάκι της μικρής και άρχισα να το πιπιλάω, ενώ παράλληλα αυνανιζόμουν με μανία.

Δεν πέρασαν παρά μόνο τρία λεπτά και το χύσι μου έπεσε καυτό στο πάτωμα μερικά εκατοστά πιο πέρα. Σκούπισα τα υπολείμματα που είχαν μείνει στο πουτσοκέφαλο μου με το βρακάκι της μικρή και μετά με ένα χαρτί μάζεψα τα υπόλοιπα από το πάτωμα. Με κομμένη σχεδόν την ανάσα κατέβηκα ξανά στο σπίτι μου.

Έλα όμως που από εκείνη την ημέρα και μετά μου έγινε έμμονη ιδέα να γευτώ την άγουρη σάρκα αυτού του μουνιού. Όσο και αν ήθελα όμως ήμουν δέσμιος των ταμπού. Μια μέρα όμως που γύρισα από την δουλειά και η μικρή ήταν στον κήπο, μόλις με είδε ήρθε και με αγκάλιασε, με φίλησε πεταχτά, μετά μπήκαμε στο σπίτι και ήρθε πάλι να κάτσει στην αγκαλιά μου (θεέ μου μαρτύριο και αυτό!), για να μου διηγηθεί κάτι από την φοιτητική της πλέον ζωή.

Φορούσε ακόμα ένα άσπρο σορτσάκι από το γυμναστήριο από όπου μόλις είχε γυρίσει. Όταν κάθισε στα γόνατα μου, τα χέρια μου ακούμπησαν (σχεδόν τρεμάμενα) πάνω στο απαλό δέρμα των μπουτιών της. Αυτή η επαφή με έκανε να ανατριχιάσω, ενώ το κάτω κεφάλι μου άρχισε να διαμαρτύρεται έντονα. Μέχρι που λίγα λεπτά αργότερα είχα τέτοιες καύλες που μάλλον κάτι κατάλαβε ο μικρός δαίμονας και σκύβοντας στο αυτί μου είπε σχεδόν γελώντας:

-    «Κάτι σκληρό αισθάνομαι θείε. Τι είναι;»

-    «Ε… τίποτα, τίποτα…»

-    «Καλά, άσε μη μου λες. Ίσως τα πούμε κάποια άλλη φορά όταν θα έχουμε την ευκαιρία…»

Τα τελευταία λόγια της στο αφτί μου, έρχονταν ξανά και ξανά στο μυαλό μου. Χρειάσθηκε να περάσουν δύο εβδομάδες από τότε μέχρι να καταλάβω αυτό που ήθελε να μου πει το μικρό εκείνο πουτανάκι.

Να λοιπόν πως έγινε και κατάφερα να πηδήξω την ανιψιά μου. Εκείνη την ημέρα ο καιρός ήταν μουντός, ετοιμάζονταν για βροχή, εγώ επέστρεφα στο σπίτι έπειτα από μια αρκετά κουραστική ημέρα. Παρκάρισα το αυτοκίνητο στο γκαράζ. Και ενώ πήγαινα προς το σπίτι, είδα την μικρή σκυμμένη πίσω από μια γλάστρα σαν να έψαχνε κάτι. Φορούσε ένα νυχτικό και κοντές καλτσούλες στα ποδαράκια της. Κοντοστάθηκα για λίγο μη ξέροντας αν έπρεπε να της μιλήσω ή όχι, αλλά εκείνη την στιγμή γύρισε και με είδε.

-    «Γαμώτο! Μου έπεσε το σκέπαστρο του φακού της φωτογραφικής μου…», έκανε όλο νάζι.

Πήγα κοντά και άρχισα να ψάχνω μαζί της. Λίγα λεπτά αργότερα βρήκαμε το σκέπαστρο και ετοιμάστηκα να πάω μέσα. Εκείνη σήκωσε μια τούφα από τα μαύρα, γυαλιστερά μαλλιά της που της είχε πέσει μέσα στα μάτια και ύστερα με πονηρό ύφος και κλείνοντας μου το μάτι μου είπε:

-    «Θείε; Η θεία με την μάνα μου μόλις τώρα έφυγαν για Πειραιά. Πάνε λέει σε μια ξαδέρφη τους, ξέρεις την Ελένη. Νόμισα μάλιστα ότι τις πέτυχες στον δρόμο…»

-    «Μπα, ήρθα από πάνω. Εκείνες σίγουρα θα έφυγαν από την κάτω πλευρά».

-    «Έλα λοιπόν να κάτσουμε παρέα επάνω…»

Την ακολούθησα σαν πιστό σκυλάκι. Έτσι όπως ανέβαινε τα σκαλιά, έβλεπα το απίθανο κωλαράκι της. Φορούσε ένα μπλε βρακάκι που κρατιόταν από πάνω της με ένα στενό κορδόνι. Οι μαύρες ιδέες άρχισαν και πάλι να μου τριβελίζουν το μυαλό.

Μπήκαμε μέσα. Ετοιμάστηκα να κάτσω στην μεγάλη πολυθρόνα του σαλονιού τους. Εκείνη όμως είχε αντίθετη άποψη. Έπιασε το χέρι μου και τραβώντας με προς το δωμάτιο της μου είπε:

-    «Πάμε μέσα να με βοηθήσεις που θέλω να με βγάλω κάτι φωτογραφίες…»

Πραγματικά, στο δωμάτιο της υπήρχε ένα τρίποδο που πάνω του είχε στήσει την ψηφιακή της. Κάθισε στο κρεβάτι της σχεδόν με προκλητικά ανοιχτά τα ποδαράκια της. Το πουτανάκι με προκαλούσε, δεν μπορεί να έκανα τόσο λάθος.

-    «Θείε θα με βγάλεις σκανδαλιάρικες στάσεις; Όλες οι φίλες μου έχουν φωτογραφίες με πονηρές στάσεις…»

Έμεινα! Αν ήταν δυνατόν; Θα με τρέλαινε αυτό το ξεσκισμένο μικρό. Όσο την κοιτούσα τόσο ήθελα να την αρπάξω και να την γλύψω από πάνω έως κάτω. Συμφώνησα ότι θα την βοηθούσα και άρχισε η δράση. Οι πόζες που έπαιρνε με άναβαν, με τρέλαιναν, με έκαναν να μαρτυρώ, έως ότου μου ήταν αδύνατον πλέον να κρύψω το κοντάρι που στεκόταν ορθωμένο κάτω από το παντελόνι μου.

Εκείνη δεν άργησε να δει την καύλα μου, σταμάτησε να ποζάρει και με φώναξε να κάτσω δίπλα της στο κρεβάτι. Πήγα, έσκυψε κοντά μου χαμογελώντας και μου είπε:

-    «Θείε; Θέλεις να κάνουμε έρωτα;»

-    «…»

-    «Άσε μη κρύβεσαι, ξέρω πόσο σε καυλώνει αυτή η ιδέα, αλλά κι εγώ δεν πάω πίσω. Έλα, έλα, ας μη χάσουμε την ευκαιρία…»

Αρπαχτήκαμε σαν πεινασμένα ζώα. Ρουφούσα την γλώσσα της σαν τρελός. Εκείνη άφηνε τα σάλια της να κυλάνε στο στόμα μου… Σχεδόν τις βύζαινα την γλώσσα της παροτρύνοντας την να μου δίνει όσο περισσότερα σάλια μπορούσε.

Μετά την ξάπλωσα στο κρεβάτι και άρχισα να ρουφάω τα δάκτυλα των ποδιών της, σιγά - σιγά πέρασα την γλώσσα μου από όλο της το κορμί, πίσω και εμπρός, μέχρι που η γλώσσα μου δεν είχε πια άλλο σάλιο, έτσι κι αλλιώς το είχα σαν απωθημένο.

Κατέληξα στο μουνάκι της, έβαλα την γλώσσα μου στην σκληρή από την καύλα κλειτορίδα της και άρχισα να της την ρουφάω, ενώ το δάκτυλο μου χάιδευε απαλά τα μουσκεμένα μουνόχειλα της.

-    «Σε θέλω, τώρα! Έλα μπες μέσα μου θείε. Έλα, τώρα! Πεθαίνω… δεν αντέχω άλλο…»

Έβαλε τα πόδια της γύρω από την μέση μου κι εγώ οδήγησα το παλλόμενο και ερεθισμένο μου καυλί μέσα της όσο πιο απαλά μπορούσα. Λίγο αίμα έσταξε στο σεντόνι, ήταν παρθένα, εγώ ο θείος της ήμουν ο πρώτος! Αυτό το στενό παρθένο μουνάκι που γλιστρούσε από τα υγρά της με τρέλανε!

Ολόκληρος άντρας δεν άντεξα παρά μόνο πέντε λεπτά, ύστερα βγήκα απότομα από μέσα της. Εκείνη ανασήκωσε το κορμί της, έπιασε το πουτσοκέφαλο μου, που είχε αρχίσει κιόλας να στάζει προσπερματικά υγρά και το έχωσε στο στόμα της.

Έβγαλα μια κραυγή και άρχισα να χύνω δυνατά. Το στόμα της γέμισε, το πρόσωπο, εκείνο το νεανικό προσωπάκι είχε γίνει άσπρο από τα χύσια μου…! Από τότε το κάνουμε παντού, όπου βρούμε ευκαιρία, στο γκαράζ, στην αποθήκη, όπου τέλος πάντων μας δοθεί η ευκαιρία.