Πηδώντας τη νύφη μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 4.00 (1 Vote)
Είμαι ο Νίκος, είμαι 63 χρονών και έχω ένα γιο. Η γυναίκα μου έχει πεθάνει εδώ τρία χρόνια. Ο γιος είναι 33 χρονών και παντρεύτηκε πριν εννιά χρόνια μια πολύ μουνάρα κοπέλα που είναι πέντε χρόνια μικρότερη του, είναι δηλαδή 28 χρονών. Τότε που την παντρεύτηκε εκείνη ήταν μόλις 19 χρονών κοπέλα.

Η δουλειά του γιου μου είναι τέτοια που ταξιδεύει πολύ συχνά, έτσι από τότε που πέθανε η γυναίκα μου μένω μαζί τους. Ο γιος μου ήθελε να μένω μαζί τους «έβαλε τον λύκο να φιλάει την προβατίνα» για να μη μένει μόνη η γυναίκα του. Έτσι λοιπόν περισσότερο καιρό βρισκόμουν εγώ μαζί με την νύφη μου, παρά ο γιος μου.

Στην αρχή τίποτα δεν συνέβαινε, παρά μόνο μερικές φορές, την έβλεπα να τριγυρνάει μέσα στο σπίτι με κάτι κοντά νυχτικά και να κάνει δουλειές. Σαν άνθρωπος και εγώ κοιτούσα τα πολύ όμορφα πόδια της, αλλά τίποτα παραπάνω δεν περνούσε από το μυαλό μου, αφού ήταν η γυναίκα του ίδιου μου του γιου. Άσε ότι εγώ ήμουν για εκείνη ο κωλόγερος που τον φιλοξενούσαν. Βέβαια κάθε φορά που έβλεπα το «πλάσμα» αναγκαζόμουν να ξοδεύομαι μιας και πήγαινα στις πουτάνες για να βγάλω τα μάτια μου. Μη νομίζετε εσείς οι νέοι ότι και εμείς οι κωλόγεροι δεν καυλώνουμε, μπορεί πιο αραιά μεν αλλά καυλώνουμε και ιδίως με νεαρές υπάρξεις.

Εδώ πρέπει να πω ότι είμαι πολύ περήφανος για το καυλί μου. Πρέπει να σας πω ότι είναι υπερφυσικά μεγάλο και μάλιστα όταν έκανα έρωτα με την γυναίκα μου, ποτέ δεν μπόρεσα να της το χώσω όλο μέσα μιας και θα της έκανα ζημιά. Ακόμα και οι πουτάνες που πάω πολλές φορές δεν με δέχονται φοβούμενες μη τις ξεσκίσω. Τέλος πάντων, ίσως και να μη σας αφορά, αλλά έτσι ήθελα να το πω.

Αλλά ας γυρίσουμε και πάλι στην ιστορία με το πως κατάφερα να κάνω έρωτα με την νύφη μου (το λέω κάπως πολιτισμένα γιατί στην πραγματικότητα ξεσκιστήκαμε και ξεσκιζόμαστε ακόμα). Ήταν λοιπόν τα φετινά Χριστούγεννα ή μάλλον για να είμαι πιο ακριβής ήταν τρεις μέρες πριν την πρωτοχρονιά που ο γιος μου μας ανακοίνωσε ότι θα έπρεπε να φύγει και ότι θα έλειπε για έναν ολόκληρο μήνα στο Λονδίνο. Η νύφη μου όταν τα άκουσε «τώρα πια το επιδιώκει» έγινε έξω φρενών, τσακωθήκανε για τα καλά. Τελικά εκείνος έφυγε, έτσι έμεινα εγώ και εκείνη να κάνουμε μαζί πρωτοχρονιά.

Πράγματι την πρωτοχρονιά καθίσαμε να φάμε μαζί. Φορούσε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα, που είχε όμως ένα φοβερό σκίσιμο στο πλάι που άφηνε το τρομερό πόδι της να φαίνεται. Εκείνο όμως που με άναβε περισσότερο ήταν το μαύρο καλσόν και οι ψηλοτάκουνες γόβες που φορούσε στα μακριά πόδια της. Όταν τελειώσαμε με το φαγητό, πήγαμε και οι δυο στο σαλόνι. Εκείνη κάθισε στην μεγάλη πολυθρόνα και εγώ σε μια μικρότερη απέναντι της.

Μόλις κάθισε, έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Τώρα έτσι όπως είχε καθίσει μπορούσα να βλέπω το μπούτι της μέχρι ή σχεδόν μέχρι το κωλομέρι. Πίναμε ουίσκι, σχεδόν είχαμε κατεβάσει ενάμιση μπουκάλι οι δυο μας. Ξαφνικά την είδα να σηκώνεται τρεκλίζοντας και μου είπε βραχνά:

-    «Μπαμπά, πάω να αλλάξω. Έσκασα με την ζέστη που κάνει εδώ μέσα, με άναψε και το ποτό… πάω να βάλω κάτι πιο ελαφρύ, έτσι και αλλιώς δεν περιμένουμε κανέναν».

Σε λίγο την είδα να γυρίζει φορώντας ένα κοντό γαλάζιο νυχτικό που χρύσιζε. Κάθισε και πάλι απέναντι μου και αυτή την φορά τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα για μένα, αφού τώρα σχεδόν μπορούσα να βλέπω το άσπρο βρακί της. Κάθε τόσο τίναζε το κεφάλι της προς τα πίσω για να κάνει τα μακριά μαύρα μαλλιά της να πάνε προς τα πίσω και να μη πέφτουν στα μάτια της. Κάθε κίνηση που έκανε με ερέθιζε ακόμα περισσότερο. Ένιωσα τον πούτσο μου να μεγαλώνει. Αισθάνθηκα σε λίγο ότι πονούσα καθώς το καυλί μου αισθανόταν αιχμάλωτο μέσα στο παντελόνι.

Σε μια στιγμή που εκείνη δεν έβλεπε, έχωσα το χέρι μου μέσα στο παντελόνι μου προσπαθώντας να γυρίσω το πρησμένο μου καυλί προς τα πάνω, έτσι ώστε να το ελευθερώσω κάπως από την πίεση που δεχόταν από το παντελόνι μου. Ευτυχώς τα κατάφερα και έτσι αισθάνθηκα καλύτερα. Εκείνη κάθισε και πάλι στην θέση της και συνεχίσαμε να πίνουμε.

Σε μια στιγμή την είδα να με κοιτάει και να χαμογελάει. Μετά έβαλε το δεξί χέρι της το μέτωπο της και σκεπάζοντας τα μάτια της ξέσπασε σε γέλια. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν εκείνο που την είχε κάνει να γελάσει, το ανακάλυψα όμως ένα λεπτό αργότερα, όταν πρόσεξα ότι ένα μέρος από το καυλωμένο που πουτσοκέφαλο είχε βγει έξω από το παντελόνι μου και φαινόταν. Έκανα μια απότομη κίνηση και προσπάθησα να το χώσω βιαστικά μέσα.

-    «Να με συγχωρείς. Αλλά βλέπεις και εμείς οι γέροι καμιά φορά… είναι και το ποτό που με έκανε να φουντώσω και…»

-    «Το ποτό ή μήπως σκέφτηκες κακά πράγματα;»

-    «Είναι ανάγκη να σκεφτώ;»

-    «Τι εννοείς;»

-    ««Ε, άμα έχει κανείς μπροστά του κάτι όμορφο, όσο να πεις φουντώνει…»

-    «Ε, για στάσου, θέλεις να πεις ότι βλέπεις εμένα και άναψες;»

-    ««Εσύ τι λες;»

-    «Εγώ… εγώ τι να σου πω; Είμαι γυναίκα του γιου σου, δεν περίμενα από σένα να είσαι τόσο πορνόγερος ξέρεις».

-    «Δίκιο έχεις. Είναι βλέπεις και τα ταμπού, αλλά άνθρωπος είμαι βρε παιδί μου, τι να κάμω;»

-    «Θες να πεις ότι άμα σου ‘’καθόμουν’’ θα μου το έκανες;»

-    «Θέλεις την αλήθεια;»

-    «Ναι…»

-    «Ε, λοιπόν ναι, όχι απλά θα σου το έκανα, θα σε ξέσκιζα και δεν πάει να γαμηθεί ο μαλάκας ο γιος μου που μπορεί και αφήνει μια τέτοια μουνάρα σαν και εσένα μόνη της. Αλήθεια πόσο καιρό έχει να σε γαμήσει;»

-    «Τουλάχιστον τρεις μήνες».

-    «Και πώς αντέχεις;»

-    «Η ψυχή μου το ξέρει».

Τότε σηκώθηκα όρθιος, σηκώθηκε και εκείνη, την πλησίασα, μου γύρισε τον κώλο, σήκωσα το νυχτικό της και άρχισα να γλείφω με μανία τα απίθανα, τορνευτά κωλομέρια της. Εκείνη έπιασε το χέρι μου με το χέρι της και με ανάγκασε να της σφίξω ακόμα πιο δυνατά το απίθανο κωλομέρι της, ενώ της κατέβαζα το βρακάκι και έχωνα την γλώσσα μου στην κωλοτρυπίδα της. Δεν αντιστάθηκε. Συνέχισα να την γλείφω από πάνω έως κάτω, μέχρι και ένα - ένα τα δάκτυλα των ποδιών της έβαλα στο στόμα μου, ενώ εκείνη βογκούσε από καύλα. Γονάτισε μπροστά μου, μου κατέβασε απότομα το παντελόνι (από κάτω δεν φορούσα τίποτα) και αρπάζοντας το καυλί μου είπε:

-    «Ω, Θεέ μου, ο Χριστός και απόστολος! Τι εργαλείο είναι αυτό; Μακάρι να σου είχε μοιάσει και ο μαλάκας ο γιος σου. Θέλω να μου πετάξεις τα μάτια έξω! Θέλω να μου δώσεις την μήτρα στα χέρια…»

Επί πέντε λεπτά έχωνε το πουτσοκέφαλο μου στο στόμα της. Μετά την άρπαξα στα χέρια μου, πιάνοντας και σηκώνοντας το ένα της πόδι στα πλευρά μου, εκείνη στηρίχτηκε στο ένα της πόδι κι εγώ άρχισα να χώνω το καυλί μου μέσα στα μουσκεμένα μουνόχειλα της, ενώ έριχνε λάγνα το κεφάλι της προς τα πίσω μουρμουρίζοντας:

-    «Ωχχχ, έτσι, έτσι, βάζε, βάζε, θα σου πω εγώ πότε να σταματήσεις. Χώσε όσο μπορείς περισσότερο κρέας μέσα μου…»

Μέχρι που κάποια στιγμή ούρλιαξε από τον πόνο. Μετά την γύρισα και άρχισα να βάζω το καυλί μου στην κωλοτρυπίδα της. Εκεί δεν άντεξε να φάει παρά το μισό του μισού του καυλιού μου μιας και από ότι φαίνονταν ο μαλάκας ο γιος μου δεν της είχε σκίσει ποτέ την κωλοτρυπίδα της. Για να πάρει ανάσα, της τον έβαλα και πάλι στο μουνί της. Εκεί σχεδόν δεν είχε κανένα πρόβλημα, άφηνε μόνο λίγα εκατοστά του καυλιού μου έξω από τον απύθμενο μούναρό της.

Μου ζήτησε όταν ήταν να χύσω, να χύσω πάνω της, γιατί ήθελε να δει τις ποσότητες που μπορούσε να δώσει εκείνο το υπερφυσικό εργαλείο. Πραγματικά όταν πια άρχισα να χύνω στην μούρη της, στα μαλλιά της στο στόμα της και σε όλο το υπόλοιπο σώμα της, είχε μείνει άφωνη από τις ποσότητες.

Από τότε το κάνω με την πουτανίτσα την νύφη μου τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα αν και πολλές φορές μου ζητάει να πάρω κανένα (Βιάγκρα) για να το απολαμβάνει περισσότερες φορές το εργαλείο μου.