Ο ξάδελφος μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Λοιπόν, είμαι η Ζωή και είμαι 24 χρονών, από Θεσσαλονίκη. Δουλεύω σε κατάστημα κινητών τηλεφώνων που ανήκει στον ξάδερφο μου «ανιψιός του πατέρα μου και πρώτος ξάδερφος μου» και τα πάμε πολύ καλά. Ο ξάδερφος μου είναι έξι χρόνια μεγαλύτερος από μένα είναι δηλαδή τριάντα χρονών. Μεγαλώσαμε σχεδόν μαζί και από μικρά αγαπιόμασταν πολύ τότε, γιατί τώρα; Ε, τώρα απλά βγάζουμε τα ματάκια μας.

Αυτό έχει ξεκινήσει από τότε που εγώ ήμουν 19 χρονών και εκείνος 25. Τώρα θα σας πω πως ακριβώς ξεκίνησε η ιστορία και έχασα την παρθενιά μου από τον ίδιο μου τον πρώτο ξάδερφο μου.

Όπως ανέφερα και πιο πάνω, από μικρά παιδάκια ήμασταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον. Βλέπεις τα σπίτια μας είναι το ένα πάνω από το άλλο και έτσι κάθε μέρα ήμασταν μαζί σε κάθε παιχνίδι, στο σχολείο επίσης. Βέβαια τότε παίζαμε μόνο τους «γιατρούς», αλλά τώρα είμαστε πλέον σε άλλο επίπεδο που λένε. Μόλις είχα κλείσει τα 19 μου χρόνια και ήταν καλοκαίρι, Αύγουστος μήνας και είχαμε πάει διακοπές κάπου στην Χαλκιδική, χωρίς όμως τους γονείς μας, μόνο οι δυο μας και μια παρέα με άλλα τέσσερα παιδιά «ζευγάρια» τα παιδιά, ενώ εμείς ακόμα δεν είχαμε γίνει ζευγάρι.

Θα μέναμε εκεί κάπου ένα μήνα, περνούσαμε καλά, τα βράδια σε κλαμπ, ποτά και τέτοια. Μια μέρα που τα άλλα δυο ζευγάρια είπαν να πάνε μια εκδρομή με ποδήλατα, εμείς μείναμε πίσω για να οργανώσουμε ένα βραδινό γλεντάκι στην παραλία. Αφού κάναμε μπάνιο, με έβγαλε και μερικές φωτογραφίες. Κατά το μεσημεράκι πήγαμε στα μαγαζιά για ψώνια, κρέατα, μπίρες και τέτοια. Όταν γυρίσαμε στο ξενοδοχείο, μέναμε στο ίδιο δωμάτιο σαν ζευγάρι για καθαρά οικονομικούς λόγους, εκείνος πήγε να κάνει ένα μπάνιο και μετά θα πήγαινα κι εγώ, μιας και το περπάτημα σε συνδυασμό με την υπερβολική ζέστη, μας είχε κάνει να στάζουμε ιδρώτα.

Για να πω την αλήθεια ενώ ήμουν 19 χρονών δεν είχα κάνει ποτέ έρωτα, πλην από μερικά μπαλαμούτια με κάτι συμμαθητές μου και τίποτα παραπάνω. Ήμουν με λίγα λόγια μια παρθενούλα που για να λέμε και του στραβού το δίκιο ντρεπόμουν γι’ αυτό. Έτσι λοιπόν όταν ο Μάκης, έτσι λένε το ξαδερφάκι μου, μπήκε στο μπάνιο, εγώ άρχισα να τακτοποιώ τα πράγματα στο μικρό μπαράκι, ψυγείο του δωματίου. Τελείωσα γρήγορα με αυτό και κάθισα στην βεράντα μέχρι ο Μάκης να βγει από το μπάνιο.

Είχε πολύ ησυχία και έτσι μπορούσα να ακούω τα νερά που έριχνε στο κορμί του μέσα στο μπάνιο. Πες η ζέστη, πες η αγαμία μου, άρχισα να καυλώνω φοβερά. Σκεφτόμουν τον Μάκη «έχει αρκετά γυμνασμένο σώμα» γυμνό και τα νερά μαζί με τις σαπουνάδες να τρέχουν στο γραμμωτό κορμί του. Χωρίς να το καταλάβω, έχωσα το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια μου και μέσα από το βρακί μου. Το μουνί μου είχε αρχίσει να στάζει, ήταν μούσκεμα. Σάλιωσα τα δάχτυλα μου και ανοίγοντας τα πόδια μου άρχισα να παίζω με την κλειτορίδα μου.

Μέχρι να το καταλάβω είχα έρθει δυο φορές απανωτά σε οργασμό. Σηκώθηκα, πήγα έξω από το μπάνιο, γονάτισα και κόλλησα το μάτι μου στην κλειδαρότρυπα. Ευτυχώς το κλειδί ήταν γυρισμένο στο πλάι και έτσι μπορούσα να δω τον Μάκη και τα προσόντα του. Αυτό που είδα με έκανε να καυλώσω ακόμα περισσότερο. Ο Μάκης καθόταν στην άκρη της μπανιέρας χαϊδεύοντας με το ένα χέρι του το στήθος του και με το άλλο τραβούσε μαλακία, ενώ είχε αφήσει το νερό να τρέχει επίτηδες ώστε να με κάνει να πιστέψω ότι και καλά συνέχιζε ακόμα να κάνει μπάνιο.

Εντωμεταξύ έβλεπα το χέρι του να ανεβοκατεβάζει δυνατά το πετσάκι του καυλιού του, που πρέπει να ομολογήσω ότι ήταν αρκετά μεγάλο, όχι χοντρό, αλλά πολύ μακρύ. Τον κοιτούσα και άρχισα πάλι να μαλακίζομαι κι εγώ. Το μουνί μου έκανε συσπάσεις καθώς έβλεπα το μακρύ εκείνο καυλί να μαλακίζεται. Ξαφνικά, πήρα βαθιά ανάσα, σηκώθηκα χωρίς άλλη σκέψη, άνοιξα απότομα την πόρτα του μπάνιου και μπήκα μέσα. Ο Μάκης τα έχασε, το καυλί του άρχισε λίγο - λίγο να «μαραζώνει». Τότε του είπα:

-    «Μη σε νοιάζει, μια από τα ίδια κι εγώ. Δεν είναι ντροπή που έχουμε καύλες. Άνθρωποι είμαστε. Άλλωστε μη νομίζεις ότι θα είμαστε τα πρώτα ξαδέρφια που το κάνουν».

Με μια δρασκελιά πλησίασα την μπανιέρα, έβγαλα τα ρούχα που φορούσα, μπήκα μέσα και άρχισα να πλένομαι, ενώ εκείνος άρχισε να με φιλάει με πάθος σε όλο μου το κορμί. Έβαλα τα χέρια μου και ζύγισα τα σφιχτά αρχίδια του. Ύστερα ακούμπησα τα δυο χέρια μου στο «πρεβάζι» της μπανιέρας και έσκυψα δίνοντας του το μουσκεμένο μου μουνί στο «πιάτο» που λένε.

Ήρθε από πίσω μου, μου άνοιξε με τα χέρια του τα κωλομέρια μου και ξαφνικά ένιωσα να καίγομαι. Είχαν πάρει φωτιά και τα μουνόχειλα μου και τα σωθικά μου, ενώ είδα μερικές αχνές, σχεδόν ροζ σταγόνες αίματος να στάζουν στο λευκό εμαγιέ της μπανιέρας.

-    «Ώστε είσαι παρθενάκι; Εγώ είμαι ο πρώτος καύλα μου;»

-    «Ναι μωράκι μου, ναι. Λίγο πιο σιγά, με πονάει…»

Όταν άρχισε να χύνει, μου άνοιξε όσο μπορούσε πιο πολύ τα κωλομέρια και άρχισε να χύνει πάνω στην τρύπα του κώλου μου, αλλά παρόλα αυτά το καυτό σπέρμα περνούσε από τα μουνόχειλα μου και έσταζε κάτω. Γύρισα.. ήθελα να δω τι γεύση είχαν. Πήρα το καυλί του και άρχισα να στραγγίζω τις σταγόνες που έβγαιναν ακόμα από την ανοιχτή τρυπούλα του πουτσοκέφαλου του. Μου άρεσε φοβερά η γεύση τους.

Από τότε μέχρι και σήμερα που σας γράφω το κάνουμε σε όλες πια τις στάσεις και από πίσω χωρίς πλέον να τσούζω ή να πονάω. Είμαι δικιά του και είναι δικός μου. Οι δικοί μας όμως χαμπάρι δεν έχουν πάρει.