Μόνο εγώ μπορούσα να λύσω το πρόβλημα της χήρας μάνας μου (1ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 2.50 (1 Vote)
Με λένε Δημήτρη είμαι ψηλός, μελαχρινός, γοητευτικός, με γυμνασμένο και πολύ γεροδεμένο κορμί, που το διατηρώ μέχρι και σήμερα, άλλα με λιγότερα μαλλιά και 5 κιλά πιο παχύς και θα σας διηγηθώ μου τι μου συνέβη το Σάββατο 13 Ιουλίου 1991, σε ηλικία 19 χρονών.

Οι γονείς μου διατηρούσαν τότε με την θεία μου Αλίκη μια από τις πέντε σύγχρονες ξενοδοχειακές μονάδες που έχουμε σήμερα. Όταν πέτυχα στην σχολή Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων (ΟΔΕ) πήγα να μείνω στο σπίτι της δίδυμης αδελφής της μάνας μου της 37χρονης τότε θείας μου Αλίκης με τα μεγάλα ωραία πράσινα μάτια της, τα μακριά μέχρι την πλάτη της φυσικά ξανθιά μαλλιά της, τα στητά της στήθια και το με τις τέλειες αναλογίες κορμί της, με την οποία δημιουργήσαμε μια σχέση γεμάτη πάθος, αφού ήταν η πρώτη γυναίκα με την οποία ήρθα σε ερωτική επαφή (διάβασε αν θέλεις το κεφάλαιο 2 της σειράς «όταν το πάθος υπερισχύει της λογικής»).

Εκείνη την ημέρα γύρω στις 4:30 η μάνα μου η Άννα τσακωνόταν χαμηλόφωνα με την θεία μου, αλλά μόλις με είδα σταμάτησαν, με την μάνα μου να λέει:
- «Φεύγω γιατί είμαι πολύ κουρασμένη και πάω για ύπνο μέχρι τις 8».
- Εντάξει Άννα (ορισμένες φορές την έλεγα και με το όνομά της) καλή σου ξεκούραση.

Όταν έφυγε η μάνα μου ρώτησα τη θεία μου Αλίκη γιατί τσακωθήκανε; Η θεία μου απάντησε:
- Δημήτρη, η μάνα σου με έχει τρελάνει με τις υστερίες της, βλέπεις θέλει άνδρα, οχτώ μήνες χήρα είναι.
- Το ίδιο και εσύ. Της είπα.
- Ναι, αλλά εγώ δεν έχω πρόβλημα, γιατί με βοήθησες να ξεπεράσω εσύ αγόρι μου.

Και κοιτάζοντάς με βαθιά στα μάτια μου λέει:
- Δημήτρη σαν γυναίκα, δεν παύει να έχει τις ανάγκες της και εδώ στο νησί είναι δύσκολο να βρεθεί το κατάλληλο πρόσωπο, γι’ αυτό τώρα η πιο σίγουρη εχέμυθη λύση είναι να λύσεις εσύ το πρόβλημά της.
- Αλίκη, δεν πιστεύω να εννοείς ότι εγώ και η μητριά μου μπορεί να γίνουμε εραστές; Όχι, όχι! Μπορεί να είσαι άριστη επιχειρηματίας αλλά δεν σκέπτεσαι λογικά και ελπίζω να μην τα εννοείς, γιατί τότε χρειάζεσαι επειγόντως ψυχολόγο να σε βοηθήσει. Αυτό που λες είναι τόσο αρρωστημένο που καταργεί κάθε μορφή ηθικής, και δεν έχεις κανένα ηθικό φραγμό, όταν θεωρείς δεδομένο ότι μπορεί το πάθος να κυριεύσει και εμένα ώστε να κάνω έρωτα με την μάνα που με μεγάλωσε, λες και ήταν μια οιαδήποτε γυναίκα, έστω και αν αυτή στην πραγματικότητα είναι θεία και μητριά μου (διάβασε αν θέλεις το κεφάλαιο 9 της σειράς «όταν το πάθος υπερισχύει της λογικής»).

- Δημήτρη αγόρι μου, είπε η Αλίκη, η μάνα σου είναι πανέμορφη και από τις κρυφές ματιές που της ρίχνεις, ξέρω ότι την γουστάρεις πολύ. Όσο για την ηθική που λες, για μένα ηθική είναι το αποδεκτό και το ορθό, καθώς και το ανάρμοστο και το λανθασμένο όπως το αντιλαμβανόμαστε εμείς όλοι στη οικογένεια μας και όχι όπως θέλουν κάποιοι στενόμυαλοι άνθρωποι του κατεστημένου να μας επιβάλλουν την δική τους ερμηνεία γι’ αυτήν. Γι’ αυτό σε άλλους Δημητράκη να αραδιάζεις τις ηθικολογίες σου, και όχι σε μένα που σε ξέρω αρκετά καλά.
Ενώ ταυτόχρονα έφερε το πρόσωπό της δίπλα στο δικό μου και με φίλησε απαλά στα χείλη.
- Αλίκη, της είπα με τρεμάμενη και ασταθή φωνή, δεν υπάρχει περίπτωση να γίνουν πράξη ποτέ αυτά που λες.
- Δημήτρη, μου είπε, μην λες ψέματα στον εαυτό σου. Άντε τώρα να κάνεις τον καθημερινό έλεγχο των διαδρόμων (φώτα – παράθυρα – έξοδοι κινδύνου) όλων των ορόφων και στη συνέχεια, μια και φοράς το μαγιό σου μια βουτιά θα σε κάνει να σκεφτείς πόσο δίκαιο έχω.

Δεν απάντησα και ξεκίνησα τον έλεγχο, σιγά – σιγά σκεπτόμενος τα λόγια της Θείας μου, πηγαίνοντας από το ισόγειο προς τον πέμπτο όροφο που βρισκόντουσαν οι σουίτες του ξενοδοχείου που ήταν όλες άδειες εκτός από την σουίτα, που έμενε η μάνα μου με την θεία μου. Φθάνοντας σε αυτήν άκουσα περίεργα βογκητά και κάτι σαν κλάμα. Φοβήθηκα μήπως συμβαίνει κάποιο πρόβλημα στην μάνα μου και χτύπησα δυο φορές την πόρτα, αλλά δεν μου άνοιξε, οπότε άνοιξα με το γενικό κλειδί που είχα για τις σουίτες και κλείνοντας την πόρτα, πήγα αργά – αργά διασχίζοντας το μικρό σαλονάκι προς την κρεβατοκάμαρά της να δω τι συμβαίνει, ενώ όσο πλησίαζα τα βογκητά και οι αναστεναγμοί ακουγόντουσαν πιο δυνατά.

Φθάνοντας στην πόρτα έμεινα ακίνητος σαν άγαλμα με το θέαμα που αντίκρισα να με σοκάρει προς στιγμή, αφού είδα μια ολόγυμνη ιδρωμένη ξανθή καλλονή με τέλειες αναλογίες ξαπλωμένη στο κρεβάτι, την μάνα μου με τα κοντά φυσικά ξανθιά μαλλιά της, τα σχεδόν σαρκώδη χείλη της, με τα κατάλευκα στητά ζουμερά βυζάκια της που είχαν δυο κατακόκκινες ρώγες με δυο σκουρόχρωμες θηλές, με γρήγορες δυνατές κινήσεις να βάζει και να βγάζει ένα άχρωμο πλαστικό πούτσο στο ορθάνοιχτο σαν τριαντάφυλλο από την καύλα μουνάκι της, ενώ ξεχώριζαν τα υγρά που έτρεχαν από τον κόλπο της σαν σιγανό ποταμάκι προς την κωλοτρυπίδα της.

Παρόλο που το θέαμα ήταν τόσο ερεθιστικό, φοβήθηκα ότι θα αυτοτραυματιστεί και της φώναξα δυνατά:
- Μάνα, τι κάνεις;;; Θα τραυματισθείς με τόση δύναμη που κουνάς αυτό το μαραφέτι!
Η μάνα μου παρόλο που βρισκόταν σε τέτοια έκσταση και δεν καταλάβαινε τι έκανε, ακούγοντας την φωνή μου σταμάτησε απότομα άφησε το πλαστικό, άνοιξε διάπλατα τα μεγάλα ωραία μπλε μάτια της, μάζεψε τα πόδια της και ανασηκώθηκε, ενώ με τις παλάμες της ανοιχτές προσπάθησε να κρύψει τη γύμνια της, λέγοντας:

- Θεέ μου! Δημήτρη δεν σε πήρα είδηση, πότε μπήκες; Αχ, Θεέ μου πόσο ντρέπομαι για την κατάντια μου. Τι ντροπή… συγνώμη για ότι είδες.
Και γυρνώντας προς το πλάι έκρυψε το πρόσωπό της στο μαξιλάρι και άρχισε να κλαίει.
- Έλα μάνα, εγώ φταίω που φώναξα, αλλά ήσουν εκτός εαυτού και φοβήθηκα μην τραυματιστείς. Γι’ αυτό σε παρακαλώ σταμάτα να κλαις. Ότι έκανες ήταν φυσιολογικό και το καταλαβαίνω απόλυτα.

Στη συνέχεια την πλησίασα και την αγκάλιασα και μη μπορώντας να την καλμάρω, της είπα:
- Ένα ντουζάκι θα σου κάνει καλό.
Την σήκωσα σαν πούπουλο στα χέρια μου την πήγα στην ντουζιέρα και αφήνοντάς την όρθια, της άνοιξα το νερό και τράβηξα τις δυο συρταρωτές πόρτες της ντουζιέρας για να κάνει άνετα το ντουζάκι της. Συνέχισα να της μιλώ περί ανέμων και υδάτων και μόλις τελείωσε, της έδωσα την πετσέτα να σκουπιστεί και εκείνη στη συνέχεια την τύλιξε γύρω από το κορμί της και πήγε και έκατσε στη μέση του κρεβατιού.

- Άννα, πέσε να πάρεις ένα ύπνο να ηρεμήσεις.
- Δεν έχω ύπνο Δημήτρη. Αν θες κάτσε να μου κάνεις λίγη παρέα, θα μου έκανε καλό.
- Έγινε. Θέλεις ένα αναψυκτικό; Της είπα.
- Όχι. Μου απάντησε.
Ανοίγοντας το ψυγείο και παίρνοντας μια λεμονάδα για μένα, είδα πάνω στην τουαλέτα μια κρέμα σώματος και τότε μου ήρθε η ιδέα ότι αν της έκανα ένα μασάζ, θα την χαλάρωνε και της το είπα.
- Όχι. Μου είπε. Δεν χρειάζεται.
- Δεν θέλω αντιρρήσεις! Της είπα.

Και με το χέρι που είχα την κρέμα, την έριξα μπρούμυτα στο κρεβάτι, αφήνοντας με το άλλο χέρι στο κομοδίνο το αναψυκτικό. Στη συνέχεια και πριν αντιδράσει, έβαλα αρκετή κρέμα στα χέρια μου άρχισα να της αλείφω την πλάτη, κάνοντάς της ταυτόχρονα και ένα απαλό μασάζ, και της είπα:
- Κατέβασε λίγο την πετσέτα.
Εκείνη δείχνοντάς μου ότι απολαμβάνει ιδιαίτερα το μασάζ, κατέβασε την πετσέτα έτσι ώστε αυτή να σκεπάζει τους υπέροχους γοφούς και γλουτούς της.

Βλέποντας ότι το ευχαριστιέται, οδηγούσα τα χέρια μου σε όλες τις ερωτογενείς της περιοχές, εκεί που κάθε κανονική γυναίκα θα μπορούσε να ερεθιστεί, ξεκινώντας από τον ευαίσθητο λαιμό της και ιδιαίτερα το σβέρκο της και στη συνέχεια τα μπράτσα, τα χέρια, τις μασχάλες, την πλάτη, βάζοντας ταυτόχρονα τα χέρια μου αργά – αργά κάτω από την πετσέτα, αλείφοντας με κρέμα τα πανέμορφα κωλομάγουλά της, με τους αντίχειρές μου να χαϊδεύουν ο ένας μετά τον άλλον το μεταξύ τους αυλάκι, λέγοντάς της για να μην αντιδράσει.

- Μάνα με συγχωρείς, αλλά γλίστρησαν από την κρέμα τα δάχτυλά μου, και θέλω να ξέρεις ότι σε αγαπώ πολύ γιατί για μένα είσαι μια υπέροχη μάννα, αλλά και μια πανέμορφη επιθυμητή προκλητική γυναίκα που πρέπει να προσέχει όταν κυκλοφορεί μόνη της.
Γέλασε, λέγοντάς μου:
- Αλήθεια, είμαι τόσο όμορφη που πρέπει να προσέχω, αλλά δεν μου είπες από ποιους.
- Από όλα τα αρσενικά του νησιού και εμένα…
Απάντησα γελώντας και σήκωσα το χέρι μου, πλησιάζοντάς το κοντά της και τολμώντας ξανά της άγγιξα χωρίς να φέρει καμιά αντίρρηση, πάλι τρυφερά τους υπέροχους γοφούς και γλουτούς της που μόνο η αίσθηση από την επαφή του χεριού μου με την τρυφερή υπέροχη βελούδινη σάρκα της με ερέθιζε, καυλώνοντάς με τρελά και με το καυλί μου να θέλει έξω από το μαγιό μου να πεταχτεί.

Άρχισα με τα δάχτυλά μου να της χαϊδεύω απαλά το αυλάκι ανάμεσα στους βελούδινους γλουτούς της, με την μητριά μου να βγάζει ένα βαθύ αναστεναγμό, ενώ με αδιάφορο ύφος της έλεγα:
- Άννα, άμα θέλεις άνοιξε λίγο τα πόδια σου να βάλω κρέμα στους μηρούς και στις γάμπες σου.
Περιμένοντας βέβαια να μου το αρνηθεί. Αντί γι’ αυτό όμως, αφήνοντάς με έκπληκτο, άνοιξε ηδονικά τα πόδια της αρκετά και μου πρόσφερε την υπέροχη θέα την με ελάχιστες ξανθές τρίχες ήβη της, το σχεδόν άτριχο μουνάκι της και την στενή κωλοτρυπίδα της. Συνέχισα με τα χέρια μου να της χαϊδεύω κάθε τόσο ολόκληρο το κωλαράκι της, και κάθε φορά που τα χέρια μου άλειφαν με κρέμα το αυλάκι ανάμεσα στα κωλομάγουλά της σήκωνε τη λεκάνη της ελαφρά, κρατώντας ψηλά το κωλαράκι της μέχρι τα χέρια μου να πάνε σε άλλο μέρος.

Τα στητά ζουμερά βυζιά της, πιεσμένα, ξεχειλώνανε ελάχιστα στο πλάι, με την πλάτη της και τα μακριά της πόδια που καταλήγανε στα υπέροχα δάχτυλά της, να φαντάζουν σαν ζωγραφικός πίνακας. Πρόσθεσα κι’ άλλη κρέμα στα χέρια μου κι άρχισα να της τρίβω τα δάχτυλα των ποδιών, τις πατούσες, τις γάμπες και μετά, με κυκλικές κινήσεις, απλώνοντας τα μεγάλα μου χέρια, στα μπούτια της, σπρώχνοντάς τα αριστερά και δεξιά, αποκαλύπτοντάς μου τα φουσκωμένα μουνόχειλά της και τη σχισμή τους από την οποία έσταζαν τα πρώτα υγρά.

Τα δάχτυλά μου κατέβαζαν σιγά – σιγά την πετσέτα που σκέπαζε το ολοστρόγγυλο πεταχτό κωλαράκι της, χωρίς όμως να μπαίνουν μέσα στην κωλοτρυπίδα της ή να πλησιάζουν τα μουνόχειλά της, αφήνοντάς την να βασανίζεται από καύλα και προσμονή, γιατί φοβόμουνα μη βάλει τις φωνές και γίνουμε ρεζίλι στο ξενοδοχείο. Έβγαλα το μπλουζάκι μου, γιατί το όλο θέαμα με είχε ανάψει αρκετά και ανέβηκα γονατιστός στο κρεβάτι κλείνοντας και βάζοντας τα πόδια της ανάμεσα στα δικά μου και με το πρόσωπό μου να βλέπει την πλάτη της.

Μένοντας όρθιος έπεφτα πάνω στο κωλαράκι της, με το σκληρό καυλί μου μόλις να αγγίζει το αυλάκι ανάμεσα στα κωλομάγουλά της, χωρίς να κουνηθεί ούτε πόντο παραπάνω όταν τα χέρια μου χάιδευαν απαλά και διακριτικά την πλάτη της, κατεβαίνοντας πότε – πότε τυχαία και στα πλευρά της, χουφτώνοντας τα πλαϊνά των βυζιών της. Την ανασήκωνα απαλά, έτσι που οι παλάμες μου να περνάνε κατευθείαν πάνω από τις ρώγες της χαϊδεύοντας τις διογκωμένες θηλές της που ήδη άρχισαν να σκληραίνουν από στύση, χωρίς να φέρνει καμιά αντίδραση, μάλλον τρελαμένη από την καύλα και την ηδονή που ένοιωθε, αφού το μέρος του προσώπου της που έβλεπα, είχε μια έκφραση απόλυτης αποχαύνωσης.
Συνεχίζεται…